ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ-ΑΝΑΓΥΙΑΣ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 1312/13, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1312/13 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ-ΑΝΑΓΥΙΑΣ Αιτητών και
- ΕΛΕΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Καθ΄ ων η Αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.03.2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Γ. Στυλιανού Για Καθ΄ ης η Αίτηση 1: κα Π. Χαραλάμπους ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση που καταχωρήθηκε στις 28/6/13 επιδιώκεται η εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διαιτητικής απόφασης η οποία ελήφθη στις 17/12/03 εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 η οποία στη συνέχεια εφεσιβλήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Έφεση απερρίφθη και η απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 28/9/
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 κατεχώρησε ένσταση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(α) Η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση που δεν έχει επεξηγηθεί και/ή δικαιολογηθεί από τους αιτητές. (β) Οι αιτητές εμποδίζονται ως εκ της συμπεριφοράς τους να αιτούνται εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. (γ) Δια της αιτήσεως, οι αιτητές στην ουσία προσπαθούν να επιτύχουν επαναφορά και/ή αναβίωση της διαιτητικής απόφασης, η οποία έχει λήξει έξι χρόνια μετά την έκδοσή της σύμφωνα με την Δ.40 Θ.8 ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. (δ) Το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκη δήλωσης που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ε) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ΄ επέκταση η άδεια εκτέλεσης της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. (στ) Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία πυ έδειξαν οι αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ζ) Η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση έξι ετών, ως ήταν η προθεσμία που προέβλεπε η Δ.40 Θ.8 κατά τον ουσιώδη χρόνο. (η) Οι αιτητές δεν καταδεικνύουν και/ή δεν αναφέρουν ειδικούς λόγους που να δικαιολογούν παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός έξι ετών και/ή εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. (θ) Από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική και προσωπική δυνατότητα της καθ΄ ης η αίτηση αρ.
- (ι) Οι αιτητές δεν αναφέρουν τους λόγους που δεν κινήθηκαν εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 1 προς εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, την οποίαν επιχειρούν να εκτελέσουν δια της καταχωρήσεως της παρούσας αιτήσεως και εφόσον έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία εντός της οποίας δικαιούντο να προχωρήσουν με την εκτέλεση της απόφασης. (ια) Οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα εγγραφής και/ή εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. (ιβ) Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί». Με ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την ένστασή της η Καθ΄ ης η Αίτηση εξειδικεύοντας τους λόγους ένστασης αναφέρει στις παραγράφους 8-13 τα ακόλουθα: «
- Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα, οι αιτητές δεν έχουν προβεί στο ορθό και/ή απαιτούμενο διάβημα, δηλαδή στην καταχώρηση της ορθής αίτησης δια της οποίας να ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση απόφασης μετά την παρέλευση της προθεσμία των έξι ετών, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
- Οι αιτητές πέραν του ότι δεν προώθησαν την ορθή διαδικασία ως αναφέρω στην παράγραφο 8 ανωτέρω, δεν αναφέρουν οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου δια την επί έτη αδράνεια και/ή αδιαφορία τους να εγγράψουν και να εκτελέσουν την διαιτητική απόφαση. Εξ όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, αφ' ης στιγμής η διαιτητική απόφαση είχε «λήξει» πριν την τροποποίηση της Δ.40 Θ.8, οι αιτητές όφειλαν να προβούν στην καταχώρηση σχετικής αίτησης δια της οποία να ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση απόφασης και στην οποίαν είχαν υποχρέωση να αναφέρουν ικανοποιητικούς και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση σχετικού διατάγματος για παροχή άδειας εκτέλεσης.
- Επιπροσθέτως του γεγονότος ότι οι αιτητές αιτούνται εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εννέα ολόκληρα χρόνια μετά την έκδοση της και εφόσον εξέπνευσε η προθεσμία των έξι ετών και πέραν του γεγονότος ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν προέβησαν στο παραμικρό διάβημα για εκτέλεση της απόφασης και είσπραξη του οιουδήποτε οφειλόμενου ποσού, οι αιτητές ουσιαστικά ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης για ποσό το οποίο δεν θα προέκυπτε εάν λάμβαναν άμεσα και δεόντως όλα τα μέτρα εκτέλεσης που τους παρέχει ο Νόμος. Δηλαδή, το οιονδήποτε ποσό τυχόν οφείλεται αυτό έχει αυξηθεί δια της προσθήκης των τόκων δια τον λόγο ότι οι αιτητές δεν προέβησαν άμεσα και εντός ευλόγου χρόνου σε μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη του.
- Η αδράνεια και η καθυστέρηση την οποία επέδειξαν οι αιτητές είναι αδικαιολόγητη σε σημείο που παραβιάζεται το δικαίωμα μου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, στον καθορισμό του εύλογου ή μη του χρόνου λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκτέλεση της απόφασης.
- Επιπρόσθετα των όσων αναφέρω ανωτέρω, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει δυσμενώς και σε μεγάλο βαθμό εμένα και την οικογένεια μου υπό την έννοια ότι πρωτίστως οι αιτητές από της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης ουδέποτε με ενόχλησαν ούτε έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης και αφ' ετέρου από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική μου και προσωπική μου δυνατότητα. Συγκεκριμένα, το 2004 που εκδόθηκε και έλαβε την τελική της μορφή η διαιτητική απόφαση, εγώ εργαζόμουν ως νοσηλεύτρια στο Μακάριο Νοσοκομείο και είχα μισθό περί τις Λ.Κ. 1500, δηλαδή περί τα €2500 μηνιαίως. Επίσης, ο σύζυγος μου εργαζόταν σε ιδιωτική εταιρεία και είχε από την εργασία του σημαντικά εισοδήματα. Σήμερα, δηλαδή κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, εγώ είμαι 60 ετών, συνεχίζω να εργάζομαι ως νοσηλεύτρια με μηνιαίο μισθό €1800, ο σύζυγος μου είναι άνεργος διότι αντιμετωπίζει καρδιακά προβλήματα και δεν είναι συνταξιούχος. Έχω 3 ενήλικα παιδιά, δύο εκ των οποίων είναι άνεργοι και πρέπει να τους συντηρώ εγώ. Ως εκ τούτου, δεν έχω πλέον την οποιανδήποτε δυνατότητα να εξοφλήσω το οποιοδήποτε οφειλόμενο προς τους αιτητές ποσό, το οποίο επαναλαμβάνω έχει αυξηθεί λόγω της επί έτη αδράνειας και αδιαφορίας των αιτητών να προβούν στα δέοντα μέτρα για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, το Σεβαστό Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψην το χρόνο ο οποίος έχει παρέλθει, τη συμπεριφορά και τη στάση των αιτητών και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους τους στο διάστημα που έχει διαρρεύσει αλλά και στην επίδραση που θα έχει η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στα συμφέροντα μου, δεν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα». Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι οι ακόλουθες: «(α) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση, (β) Η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους ώστε να λάβουν γνώση για αυτήν και το περιεχόμενο της, (γ) Να παρέλθουν οι 21 μέρες από την γνωστοποίηση της απόφασης και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε απόφαση. Ακόμη και αν έχει ασκηθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης, αυτή να έχει εγκαταλειφθεί ή να αποσυρθεί, ή να απορριφθεί και το αποτέλεσμα να είναι τελεσίδικο». Άλλη μία επιπλέον προϋπόθεση είναι η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως. Αίτηση αρ. 14/2008 Αλέκου Αλεξάνδρου,
(2008)1 ΑΑΔ 313, (υπόθεση έκδοσης προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari) στην οποία λέχθηκε πως η αίτηση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε γίνει όχι μονομερώς, αλλά δια κλήσεως, ώστε να δινόταν το δικαίωμα να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Έγινε μάλιστα παραπομπή και στις υποθέσεις Αίτηση αρ. 152/1999, Βασούλα Τάσου (Κακουρή),
(2000)1 ΑΑΔ 1372, Αίτηση αρ. 101/2001, Χριστόδουλος Πιττάκας,
(2001)1 ΑΑΔ 1932, και Αίτηση αρ. 82/2006, Γιάννος Αλεξάνδρου κ.ά.,
(2007)1 ΑΑΔ 158. Ο Ανδρέας Αντωνίου εκ μέρους των Αιτητών αναφέρει, στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 28/6/2013, που συνοδεύει την Αίτηση, ότι στις 17/12/03 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 1). Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 1 την ίδια μέρα στις 17/12/03 (Τεκμήριο 2). Η Καθ' ης η Αίτηση 1 εφεσίβαλε την εν λόγω διαιτητική απόφαση με αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την αίτηση υπ' αριθμό 800/03, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά είναι τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως επίσης και το γεγονός ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί δια κλήσεως. Ως εκ τούτου οι Αιτητές έχουν ακολουθήσει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία. Κατά συνέπεια αυτός ο λόγος ένστασης ότι δηλαδή δεν ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία από τους Αιτητές δεν ευσταθεί. Στην ένστασή της η Καθ' ης η Αίτηση προβάλει επίσης ως λόγο ένστασης ότι παραβιάστηκε η Δ.40 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας γιατί όπως ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση 1 η διαιτητική απόφαση έγινε τελική για την ίδια το 2004 ενώ καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση εγγραφής το 2013, δηλαδή 9 χρόνια μετά. Στην Πολ. Έφεση Αρ. 188/06, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ανίας Νάττας ν. Άντη Κυριακίδη κ.ά.,
(2008)1 ΑΑΔ 716, τονίστηκε ότι η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση είναι ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ίδιου του Δικαστηρίου. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να εγγραφεί δηλαδή στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι εκκρεμεί η καταχώρηση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης στο αρχείο του Πρωτοκολλητείου. Εξ' ου και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης που αποσκοπεί στην απόκτηση της άδειας του Δικαστηρίου με σκοπό την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η Δ.40 Θ.8 αφορά τις ήδη εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις που χρήζουν ανανέωσης λόγω της παρέλευσης των 10 πλέον ετών από την έκδοση της και όχι τις διαιτητικές αποφάσεις. Δεν φαίνεται να υπάρχει οιοσδήποτε χρονικός περιορισμός στην νομοθεσία ή στην νομολογία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ως λόγο ένστασης (θ) η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε ότι η οικονομική της κατάσταση από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει πάρα πολύ. Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 ορίζει: «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης». Στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφεση 357/2008, ημ. 11.4.2012, αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation,
(1973)1 All ER 172, αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
- Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση» Άρα, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 52 του Νόμου 22/
- Δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας. Άλλωστε αυτά θα μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο της έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- (βλέπε σχετικά Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 ΑΑΔ 287 και Ελένη Κουλουρού ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου,
(1995)1 ΑΑΔ 827). Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί αλλαγής της οικονομικής κατάστασης της Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι διαδικαστικός αλλά ουσίας και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό το στάδιο. Ως εκ των ανωτέρων οι Αιτητές που έχουν ακολουθήσει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για να εγγραφεί η διαιτητική απόφαση, δικαιούνται σε διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης όσον αφορά την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 με έξοδα εις βάρος της όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο