← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ ν. Απόστολος Αποστόλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3921/2009, 27/3/2014

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ ν. Απόστολος Αποστόλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3921/2009, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3921/2009 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ, εκ Λευκωσία Ενάγοντες και

  1. Απόστολος Αποστόλου, εκ Μαρί Λάρνακας
  2. Ύδρα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας
  3. Ιωάννης Παπαθεοδότου, εκ Λευκωσίας
  4. Eurosure Insurance Co Ltd, εκ Λευκωσίας
  5. Μαρίνα Σολωμού, εκ Λευκωσίας
  6. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2014 Για τον αιτητές/εναγόμενους 3 και 4: κα Λ. Σιακαλλή για Τάσσο Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Για καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα: κ. Α. Κόνιας για Α. Ερωτοκρίτου Για τους καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Μάγος για Α. Μάγο & Συνεργάτες Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 5 και 6: κα Α. Κοζάκου για κ. Θ. Ιωαννίδη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτ. τροποποίησης της υπεράσπισης εναγομένων 3 και 4 ημερομ. 12/3/2013) Οι εναγόμενοι 3 και 4/αιτητές με αίτηση τους ημερομηνίας 12/3/2013 αιτούνται: «
  7. Απόφαση ή/και Διάταγμα ή/και Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι είναι δίκαιο ή/και ορθό όπως μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες της παραγραφής της αξίωσης των Εναγομένων αρ. 3 και 4 εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και της Ενάγουσας για αποζημιώσεις στην παρούσα υπόθεση λόγω των γεγονότων περιστάσεων και ιδιάζων συνθηκών της.
  8. Άδεια ή/και Διάταγμα ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η προσθήκη Ανταπαίτησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ.3 και 4 εναντίον της Ενάγουσας ή/και του Εναγομένου αρ. 1 ή/και 2 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
  9. Άδεια ή/και Απόφαση ή/και Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ.3 και 4 με την προσθήκη Ανταπαίτησης εναντίον της Ενάγουσας και των Εναγόμενων αρ. 1 και 2 μετά την παράγραφο αρ. 16 της υφιστάμενης Υπεράσπιση ως ακολούθως: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ»
  10. Ο Εναγόμενος αρ.3 επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις παραγράφους υπ. αρ. 1-16 της πιο πάνω Υπεράσπισης τους.
  11. Ο Εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται ότι συνέπεια της αμέλειας ή/και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της Ενάγουσας ή/και του Εναγομένου αρ. 1 ο Εναγόμενος αρ.3 υπέστησε ζημιά ή/και απώλεια που εξειδικεύεται πιο κάτω: (Α) Ο Εναγόμενος αρ. 3 υπέστη σωματικές βλάβες ήτοι κάκωση του εμπρόσθιου θωρακικού του σώματος από την ζώνη ασφαλείας κάκωση της περιοχής του κόκκυγα με έντονο άλγος, ευαισθησία και εκχυμώσεις στην περιοχή ιδιαίτερα στην ιεροκοκκυγική και περινεική χώρα. Ο Εναγόμενος αρ. 3 παρουσίαζε δυσκολία στην μετακίνηση. (Β) Ο Εναγόμενος αρ.3 υπέστη τις ακόλουθες ειδικές ζημιές προς αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών που υπέστη συνέπεια της παράβασης των νόμιμων καθηκόντων ή/και την αμέ^ια της Ενάγουσας ή/και του Εναγομένου αρ.
  12. Ιατρικά Έξοδα και Ιατρική Εκθεση €400,00
  13. Αστυνομική Έκθεση € 45,00 ---------- Σύνολο €450,00
  14. Για τους πιο πάνω λόγους ο Εναγόμενος αρ.3 ανταπαιτεί αλληλέγγυα εναντίον της Ενάγουσας ή/και του Εναγομένου αρ.1 ή/και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τα πιο κάτω: 1) Γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες του Εναγόμενου αρ. 3 2) €450- ειδικές αποζημιώσεις ως η παράγραφος αρ. 18Β πιο πάνω. 3) Νόμιμο Τόκο από 07/11/
  15. 4) Έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης. ...» Επίσης ζητείται διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται ανάλογα ο τίτλος της υπεράσπισης ως και διατάγματα δίδοντας οδηγίες για την καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων. Η αίτηση βασίζεται στον περί Παραγραφής Αγώγιμων δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/2012, άρθρα 2, 3, 6

(2),
(3), 22, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Θ.Θ.4,5,6,7,10 και 11, Δ.25, Θ.Θ. 1-5, Δ.48, Θ.Θ.1,2,3,8 και 9, Δ.57, Θ,2 Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες, στις Αρχές της Επιεικείας, τη Νομολογία και Πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μακρίδη ο οποίος αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εμφανίζονται για τους εναγόμενους αρ.3 και 4/αιτητές και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, από πληροφορίες που συνέλεξε και λόγω της θέσης του. Είναι δε όπως αναφέρει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 στην υπεράσπιση τους και συγκεκριμένα στην παράγραφο 12 αυτής επικαλούνται την αμέλεια ή/και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της ενάγουσας και του εναγόμενου αρ. 1, τους οποίους καθιστούν υπαίτιους για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Για αυτό δε το λόγο οι εναγόμενοι 3 και 4 αιτητές, προχώρησαν να επιδώσουν και στους εναγόμενους 1 και 2 ειδοποίηση συνεναγομένου με την οποία καθιστούσαν υπεύθυνο τον εναγόμενο αρ.1 για την πρόκληση του ατυχήματος και ήγειραν απαίτηση εναντίον του για τυχόν αποζημιώσεις που οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4/αιτητές τυχόν κληθούν από το Δικαστήριο να καταβάλουν στην ενάγουσα. Όπως αναφέρει κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.3 και 4/αιτητών εκ παραδρομής ή/και αθώου λάθους δεν περιήλθαν στη γνώση των δικηγόρων των εναγομένων αρ. 3 και 4/αιτητών τα απαιτούμενα ιατρικά πιστοποιητικά για την ιατρική κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3, ούτε η έκταση και η φύση των τραυματισμών του στο ατύχημα αλλά ούτε και η πρόθεση του να καταχωρήσει ανταπαίτηση. Κατ' επέκταση δεν συμπεριλήφθηκαν στην υπεράσπιση των εναγομένων αρ. 3 και 4 ημερ. 18/1/2010 λεπτομέρειες τραυματισμών ούτε και ανταξίωση για αποζημιώσεις του εναγόμενου αρ. 3 εναντίον των υπαιτίων για το ατύχημα. Εντούτοις, όπως αναφέρει, στα πλαίσια διαδικασίας για αποκάλυψη εγγράφων περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων των εναγομένων αρ 3 και 4 για πρώτη φορά το γεγονός ότι ο εναγόμενος αρ. 3 υπέστη τραυματισμούς συνέπεια του επίδικου ατυχήματος και έτσι πλέον η αναγκαιότητα για συμπερίληψη της ανταπαίτησης των εναγομένων αρ.3 και 4 στις υπερασπίσεις τους εναντίον των εναγομένων αρ. 1, 2 και της ενάγουσας κατέστη επιβεβλημένη. Τότε όπως αναφέρει έγιναν αμέσως περαιτέρω έρευνες με τους εναγόμενους αρ. 3 και 4/αιτητές για την ιατρική κατάσταση του εναγομένου αρ. 3 και την έκταση των τραυματισμών του, όπου λήφθηκε από τους ιατρούς του εναγόμενου αρ. 3 το ιατρικό πιστοποιητικό για την κατάσταση υγείας του, το οποίο παρέχει πληροφορίες και λεπτομέρειες για τους τραυματισμούς του. Όπως αναφέρει ειλικρινά πιστεύει ότι η παρούσα περίπτωση είναι πρέπουσα για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης και παράτασης του χρόνου ως οι πρόνοιες του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66
(1)/2012 με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο έγερσης απαίτησης για τραυματισμούς συνέπεια αμέλειας. Τονίζει δε ξανά ότι η ιατρική κατάσταση του εναγόμενου αρ. 3 αποκρυσταλλώθηκε στις 6/5/2009 από όπου και προκύπτει ως ισχυρίζεται και η απαίτηση του για γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του. Η καθυστέρηση η οποία παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, είναι κατά τη θέση του ομνύοντα, πλήρως δικαιολογημένη και προκύπτει καθαρά από ανθρώπινο λάθος ή/και παράλειψη στη διαπίστωση της πραγματικής εικόνας του εναγόμενου αρ. 3 λόγω κακής συνεννόησης με τους δικηγόρους του εναγομένου αρ 3 και
  1. Όπως υποστηρίζει μόλις τα θέματα υγείας του εναγόμενου αρ. 3 ξεκαθάρισαν και διαπιστώθηκε η πλήρης εικόνα της υγείας του εναγόμενου αρ 3 ως είναι σήμερα, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 προχώρησαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Όπως αναφέρει η παρούσα αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα ούτε έχει σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα των εναγομένων αρ. 1 και 2 ούτε τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Γίνεται με μοναδικό γνώμονα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα στην πλήρη και ολοκληρωμένη τους διάσταση και με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης με ορθό και αποτελεσματικό τρόπο. Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4/αιτητές, όπως τονίζει, δεν επιδιώκουν την προσθήκη νέου προσώπου στη διαδικασία που δεν είναι ήδη διάδικος. Ούτε δε οι εναγόμενοι 1, 2, 5 και 6 ή και η ενάγουσα τίθενται εξ απροόπτου από την παρούσα αίτηση, αφού είναι φανερό ότι η απαίτηση των εναγομένων αρ.3 και 4 και οι ισχυρισμοί τους για την ευθύνη της ενάγουσας και του εναγομένου αρ. 1 για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ήδη γνωστοί. Όπως δε καταληκτικά εισηγείται η απαίτηση του εναγομένου αρ.3 για τις σωματικές βλάβες που υπέστη είναι ισχυρισμός που δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της ενάγουσας ή και του εναγόμενου αρ. 1 καθ' οποιοδήποτε τρόπο και για αυτό η αιτούμενη τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: - «
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική, αβάσιμη και/ή νόμω αβάσιμη.
  3. Η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο,χωρίς να δίδεται δικαιολογία και/ή επαρκής αιτιολογία για την καθυστέρηση αυτή.
  4. Η Υπεράσπιση των Αιτητών-Εναγομένων 3 και 4 καταχωρήθηκε στις 18/1/2010 και έκτοτε ουδέν διάβημα ελήφθη για τροποποίηση και μη εφαρμογή των προνοιών της παραγραφής και/ή ουδέν διάβημα έλαβαν για την έγερση ξεχωριστής αγωγής.
  5. Οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγομένων 3 και 4 έχει ήδη παραγραφεί και/ή δεν αναγεννάται ούτε αναβιώνει αγώγιμον δικαίωμα το οποίον έχει ήδη παραγραφεί και/ή εξαλειφθεί.
  6. Η αιτούμενη δια της αιτήσεως θεραπεία και/ή τροποποίηση θα επιφέρει δυσμενή παρεπόμενα στην Ενάγουσα-καθ'ής η Αίτηση, τα οποία δεν μπορούν να θεραπευθούν με την επιδίκαση εξόδων.
  7. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1-4, Δ.25 Θ. 1-4, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/12 άρθρο
(2)
(3), 24, Νόμο 110(Ι)/2002, 108(Ι)/2002 ως τότε ίσχυαν, στον Νόμο 171
(1)/2006 άρθρο 68, στον Νόμο 20
(1)/2010, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Νόμο 39/62 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αδάμου Κόνια, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση για την ενάγουσα, και είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της. Όπως εξηγεί τα όσα αναφέρει προέρχονται από προσωπική του γνώση, εκ του φακέλου της υπόθεσης και από όσα η κα Στέλλα Ερωτοκρίτου που χειρίζεται την υπόθεση τον πληροφόρησε. Με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης επισημαίνει ότι η αγωγή αφορά σε ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 6/10/2088, το διάβημα των αιτητών λήφθηκε στις 12/3/2013 ενώ ο Νόμος 66
(1)/12 επί του οποίου η αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται, είναι μεταγενέστερος και δεν έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω ως αναφέρει στη βάση του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 17
(1)/2006, το οποιοδήποτε δικαίωμα των Εναγομένων 3 και 4 παρεγράφη 3 χρόνια μετά την 6/10/2008 που έλαβε χώραν το ατύχημα. Όπως υποστηρίζει ούτε το Κεφ. 15 ούτε ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ. 148 είχαν πρόνοια για τη δυνατότητα έγερσης ανταπαίτησης εκτός του καθορισθέντος χρόνου παραγραφής ή που να ανατρέχει στον χρόνο έγερσης της αγωγής. Περαιτέρω ως αναφέρει αν οι εναγόμενοι 3 και 4 επιθυμούσαν να εγείρουν οποιαδήποτε αξίωση, αυτήν θα έπρεπε να την εγείρουν εντός 3 ετών αφότου έλαβε χώραν το ατύχημα. Εφόσον δε το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα τους έχει όπως υποστηρίζει «καταργηθεί», δεν είναι δυνατόν αυτό να αναβιώσει. Οι δε πρόνοιες του Κεφ. 15 ως είχαν τροποποιηθεί με τον Νόμο 108
(1)/2002 κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν δικαιολογούν σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα το αίτημα των αιτητών, γιατί καμία από τις πρόνοιες που περιλαμβάνονται στο Νόμο 108(Ι)/2002 ικανοποιείται από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των αιτητών, ενώ άλλωστε και σύμφωνα με τους τροποποιητικούς Νόμους που ακολούθησαν οι πρόνοιες του Ν. 108(Ι)/2002 αναστάλησαν και δεν είχαν εφαρμογή. Είναι δε η θέση του ότι και αν ακόμα ίσχυαν οι πρόνοιες του Ν. 108
(1)/02 ή οι πρόνοιες του άρθρου 6
(3)του Ν. 66
(1)/2012, αυτές δεν δίδουν έρεισμα και δεν δικαιολογούν την μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής στην προκειμένη περίπτωση με βάση τους ισχυρισμούς που προωθούνται. Είναι επίσης η θέση του ότι η στάση των εναγομένων 3 και 4 και η αδιαφορία που επέδειξαν, δεν δικαιολογεί το αίτημα τους, ενώ τονίζει ότι στην ένορκο δήλωση του κ. Παναγιώτη Μακρίδη δεν επισυνάπτεται κανένα έγγραφο, απόδειξη, τιμολόγιο ή ιατρικό πιστοποιητικό στο οποίο να διαφαίνεται η ημερομηνία έκδοσης του. Όπως ο ίδιος αναφέρει η δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης, είναι ανεπαρκής αιτιολογία. Εισηγείται δε ότι με την αιτούμενη θεραπεία θίγονται και προσβάλλονται κεκτημένα εκ της παραγραφής δικαιώματα της ενάγουσας και ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση και προσθήκη ανταπαίτησης εκτός του καθορισθέντος χρόνου παραγραφής, δεν είναι θέμα που θεραπεύεται με την επιδίκαση των εξόδων της τροποποίησης, αλλά θέμα που ουσιαστικά επηρεάζει τα κεκτημένα δικαιώματα της ενάγουσας, επιφέροντας της ζημιά. Εν τέλει αναφέρει ότι η αίτηση που αδικαιολόγητα κατεχωρήθη σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, σκοπό έχει την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας με αποτέλεσμα να πλήττεται το συνταγματικό δικαίωμα της ενάγουσας για την εντός ευλόγου χρόνου διακρίβωση των δικαιωμάτων της. Καταληκτικά εισηγείται ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εύλογος αιτία για την αιτούμενη θεραπεία η οποία εν πάση περιπτώσει είναι αντινομική και παράτυπη και αβάσιμη. Ένσταση επίσης καταχώρησαν και οι εναγόμενοι 1 και 2/καθ' ων η αίτηση με την οποία προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «Λόγος ένστασης 1 Ο Ενόρκως Δηλών κ. Παναγιώτης Μακρίδης, είναι Δικηγόρος στο Δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, που κακώς έχει ορκιστεί στην Ένορκο Δήλωση ημερ., 12/03/2013, καθότι σύμφωνα με την κειμένη Νομοθεσία οι Δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να ορκίζονται. Λόγος ένστασης 2 Το αιτούμενο Διάταγμα δεν υποστηρίζεται από το άρθρο 6 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2013 (66(Ι)/2012). Λόγος ένστασης 3 Το αιτούμενο Διάταγμα δεν υποστηρίζεται και/ή δεν βρίσκει έρεισμα ή βάση στη Δ.9, Θ.Θ. 4,5,6,7,10 και 11, Δ.25, Θ.Θ. 1-5, Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,8 και 9, Δ.57, Θ. 2, Δ.64. Λόγος ένστασης 4 Το αιτούμενο Διάταγμα δεν υποστηρίζεται και δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το Νόμο 39/60 της Κυπριακής Δημοκρατίας. Λόγος ένστασης 5 Το αιτούμενο Διάταγμα δεν βρίσκει βάση ή έρεισμα στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες, τις Αρχές της Επιεικείας, τη Νομολογία και τις γνωστές εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου.» Η ένσταση τους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Πασχάλη Πασχάλη, υπεύθυνου του Motor Insurance της Ύδρα Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, ο οποίος ως αναφέρει είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος τόσο από τον εναγόμενο 1 όσο και τους εναγόμενους 2 να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Όπως αναφέρει εξ όσον κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και ως έχει νομική συμβουλή, πρόσωπο που εργοδοτείται ως δικηγόρος σε γραφείο που χειρίζεται υπόθεση στα πλαίσια της οποίας γίνεται μια ένορκη δήλωση, δεν θα πρέπει να είναι ενόρκως δηλών, καθ' ότι τούτο θεωρείται αντιδεοντολογικό και σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία θεωρείται σοβαρό νομικό σφάλμα. Περαιτέρω αναφέρει ότι όπως καθορίζεται από την νομολογία αλλά και τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμων του 2012, Ν. 66 (Ι)/12, σε οποιαδήποτε αγωγή στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για σωματική βλάβη ή και θάνατο, ένεκα αστικού αδικήματος, πρέπει η αγωγή να γίνεται εντός τριών ετών, από την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Περαιτέρω ως αναφέρει σε οποιαδήποτε αγωγή στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ή και θάνατο ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητος του ενάγοντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων, τη στάση και την προσπάθεια του ενάγοντα, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής. Όπως περαιτέρω αναφέρει η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, δεν θα ασκείται μετά την πάροδο δύο
(2)ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος για έγερση αγωγής (βλ. άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/12). Με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση του ότι με μια απλή ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως του κ. Παναγιώτη Μακρίδη, προκύπτει ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 6 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου. Το περιεχόμενο του άρθρου 6 στον πιο πάνω Νόμο, πόρρω απέχει σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, από τους ισχυρισμούς του κ. Μακρίδη. Όπως δε περαιτέρω αναφέρει είναι πρωτάκουστο να γίνεται επίκληση λάθους με την έννοια ότι οι δικηγόροι των εναγομένων 3 και 4 δεν ήταν εφοδιασμένοι με ιατρικές εκθέσεις, χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση ως προς το γιατί δεν ήταν εφοδιασμένοι με τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η αίτηση επεδόθη και στους εναγόμενους 5 και 6 οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση. Η διαδικασία Οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις όλων των πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Ως και πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί με το αιτητικό υπ' αρ. 1 της αιτήσεως, ζητείται στη ουσία διάταγμα διατάττον όπως μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες της παραγραφής της αξίωσης των Εναγομένων αρ. 3 και 4 εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και της Ενάγουσας για αποζημιώσεις στην παρούσα υπόθεση λόγω των ιδιαζόντων γεγονότων και περιστάσεων της. Βάση για αυτό το αίτημα προωθείται κατ' ουσίαν το άρθρο 6
(2)και το άρθρο 22 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος Ν.66(Ι)/2012τα οποία προβλέπουν τα εξής: «6
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση την αγωγής, και την διάρκεια ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα να χειριστεί την υπόθεση του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγόμενου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων παραγραφής: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.» Το δε άρθρο 22 προβλέπει τα εξής: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με κλήση πριν από την έγερση αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά τη δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.» Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση εισηγείται ότι ο εν λόγω νόμος 66(Ι)/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής και ότι εν πάσει περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα του εναγόμενου 3 για να εγείρει ανταπαίτηση έχει παραγραφεί και πως ακόμα και αν ο πιο πάνω νόμος (Ν.66(Ι)/2012)τύγχανε εφαρμογής δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπερ της έκδοσης του διατάγματος για μη εφαρμογή των διατάξεων παραγραφής υπό τις περιστάσεις. Με βάση τα πιο πάνω έπεται πως το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πρώτα κατά πόσον πράγματι το δικαίωμα του εναγόμενου 3 να εγείρει ανταπαίτηση έχει παραγραφεί και αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική, τότε να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει η δυνατότητα για τη μη εφαρμογή των διατάξεων παραγραφής όπως οι εναγόμενοι 3 και 4/αιτητές εισηγούνται και αν και σ' αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι καταφατική, να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον με βάση τους ισχυρισμούς που προωθούνται δικαιολογείται η έκδοση σχετικού διατάγματος για τη μη εφαρμογή των διατάξεων παραγραφής. Τέλος και αναλόγως της απόφασης του επί των πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το αίτημα για τροποποίηση. Για να απαντηθεί το πρώτο ζήτημα, δηλαδή αυτό που αφορά το κατά πόσον το δικαίωμα των εναγομένων 3 και 4 για έγερση ανταπαίτησης έχει παραγραφεί, είναι ουσιώδες να καθορισθεί το ισχύον δίκαιο που τυγχάνει εφαρμογής. Στην Έφεση αρ. 23/2010 Ανδρέας Δημητρίου, άλλων Ανδρέας Δημητρίου Στυλιανού ν. Αικατερίνη Δημητρίου, ημερ. 8.5.2012 αναφέρεται σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος, που σε εκείνη την περίπτωση ήταν ο χρόνος καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Με άλλα λόγια το Δικαστήριο εξετάζει αν κατά το χρόνο που προωθείται το σχετικό νομικό διάβημα, το δικαίωμα επί του οποίου αυτό εδράζεται, έχει παραγραφεί με βάση το καθεστώς όπως ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του εν λόγω διαβήματος (π.χ κατά το χρόνο καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, αν ο ισχυρισμός αφορά παραγραφή του δικαιώματος για έγερση αγωγής), και δεν ενδιαφέρει το αν η σχετική απαίτηση έχει παραγραφεί με νόμο προγενέστερο, αφού και εάν έτσι συνέβη δεν θεωρείται ότι το σχετικό δικαίωμα εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί εφόσον με το νεότερο νόμο, ο οποίος ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του σχετικού διαβήματος, επεκτείνεται ο χρόνος παραγραφής. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα προκύπτει ξεκάθαρα από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 29/2009 Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd, ημερ. 4.4.2012 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ερμήνευσε σωστά το νόμο και κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα. Όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής. Κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Ωστόσο, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει διά νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου παραγραφής είναι, σύμφωνα με το νόμο, η ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή και αυτό βεβαίως, σε συνάρτηση με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης. Κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή βρισκόταν σε ισχύ το άρθρο 26 του νόμου με το οποίο, καθώς έχει ειπωθεί, τροποποιήθηκε ο χρόνος παραγραφής απαίτησης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή έτσι ώστε αυτή να παραγράφεται μετά πάροδο οκτώ ετών από τη μέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή. Για να διαπιστωθεί λοιπόν κατά πόσο έχει ή όχι παραγραφεί η συγκεκριμένη απαίτηση ο χρόνος θα πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία τη μέρα κατάρτισης της συναλλαγής και τέρμα το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Με βάση τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν στο χρόνο κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, ο κατά τα ανωτέρω υπολογισμός του χρόνου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κρίσιμη χρονική περίοδος είναι μικρότερη των οκτώ ετών και συνεπώς δεν υπήρχε κώλυμα για τους εφεσίβλητους να διεκδικήσουν δι' αγωγής την απαίτηση τους.» (η εμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της παραγραφής της ανταπαίτησης, η οποία όμως δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα, αλλά επιζητείται να καταχωρηθεί μέσω της υπό εξέταση αίτησης. Επομένως και κατ' αναλογία των πιο πάνω θεωρώ ότι ο κρίσιμος χρόνος με βάση τον οποίο θα πρέπει να καθορισθεί το ισχύον δίκαιο είναι ο χρόνος καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης με την οποία ζητείται η εισαγωγή της ανταπαίτησης, και η οποία υποβλήθηκε στις 12/3/2013. Επίσης κατ' αναλογία των πιο πάνω θεωρώ ότι το αν το δικαίωμα για καταχώρηση ανταπαίτησης είχε παραγραφεί με νόμο προγενέστερο δεν ενδιαφέρει, αφού όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί το δικαίωμα σε τέτοια περίπτωση δεν εξαφανίζεται και μπορεί να προωθηθεί εάν με νεότερο νόμο, ο οποίος ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του σχετικού διαβήματος, δηλαδή στην περίπτωση μας στις 12/3/2013, επεκτείνεται ο χρόνος παραγραφής. Με βάση τα πιο πάνω, έπεται πως είναι σημαντικό να εξεταστεί ποιο ήταν το ισχύον δίκαιο κατά την 12/3/2013. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ευρίσκετο σε ισχύ ο νομος Ν.66(Ι)/2012ο οποίος τέθηκε σε ισχύ κατά την 1/7/2012. Με το νόμο αυτό καταργήθηκε[1] μεταξύ άλλων και το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Κεφ. 148, (το οποίο καθορίζει το χρόνο παραγραφής για αστικά αδικήματα περιλαμβανομένων και αγωγών για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας ως η παρούσα), αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 1/7/2012. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι πράξη ή παράλειψη η οποία ενδιαφέρει επεσυνέβη στις 6/10/2008 ημερομηνία που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα. Έπεται πως το άρθρο 68[2] τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Το εν λόγω άρθρο περιορίζει το δικαίωμα για καταχώρηση αγωγής για αστικό αδίκημα σε τρία έτη από την ημερομηνία της πράξης ή παράλειψης επί της οποίας η αγωγή εδράζεται. Ήταν η εισήγηση της ενάγουσας/καθ'ης η αίτηση[3], ότι ο πιο πάνω περιορισμός θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι αφορά και την ανταπαίτηση, δεδομένου του άρθρου 2
(2)του Κεφ.148 στο οποίο αναφέρεται ότι στον όρο «αγωγή» περιλαμβάνεται και η ανταπαίτηση, ερμηνεία η οποία αν υιοθετηθεί οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα για καταχώρηση ανταπαίτησης στην προκειμένη περίπτωση έχει παραγραφεί, αφού η πράξη/παράλειψη που ενδιαφέρει επεσυνέβη στις 6/10/
  1. Μια τέτοια προσέγγιση όμως δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο διότι ως προς τον τρόπο υπολογισμού του χρόνου παραγραφής ανταπαίτησης, θεωρώ ότι σχετικό και εφαρμοστέο ειναι το άρθρο 18 του Ν.66(Ι)/2012 ο οποίος ως και πιο πάνω ανέφερα βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης που είναι και ο ουσιώδης χρόνος για τον καθορισμό του ισχύοντος δικαίου. Το εν λόγω άρθρο διέπει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο υπολογίζεται ο χρόνος παραγραφής σε σχέση με ανταπαίτηση και αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής: «
  2. Για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής σε σχέση με ανταπαίτηση, η ανταπαίτηση λογίζεται ότι καταχωρείται την ίδια μέρα ως και η αγωγή εναντίον του ανταπαιτητή, αν η βάση της ανταπαίτησης προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής. Άλλως η ανταπαίτηση θεωρείται χωριστή αγωγή και δεν εγείρεται αν κατά το χρόνο καταχώρησης της ανταπαίτησης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής σε σχέση με τη βάση της ανταπαίτησης.» (η έμφαση δική μου) Θεωρώ ότι το πιο πάνω άρθρο αποτελεί διάταξη δικονομικής φύσης εφ' όσον σχετίζεται με την προθεσμία καταχώρησης ένδικου διαβήματος. Υπενθυμίζω ότι στην Όμηρος Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) αναφέρθηκε ρητώς ότι η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου. Ως τέτοια, η εν λόγω διάταξη θεωρώ ότι μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, δηλαδή να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπου η εγκαλούμενη αδικοπραξία έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της, νοουμένου ότι δεν υπάρχει κάποια καλή αιτία που να επιβάλλει το αντίθετο. Σχετική είναι η DATAMEDIA Α.Ε ν K.S.N.(BUSINESS AIDS) LTD
(1990)1 Α.Α.Δ.13, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το τεκμήριο εναντίον της ερμηνείας της αναδρομικότητας, δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετήματα που επηρεάζουν μόνο τη δικονομία και πρακτική των δικαστηρίων. ... Δικονομικές τροποποιήσεις έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ, εκτός αν υπάρχει καλή αιτία περί του αντιθέτου.». (η έμφαση δική μου) (Βλ. επίσης American Express Europe Limited v Pavemar Hotels Limited
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1204). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίζω οποιοδήποτε κώλυμα στην αναδρομική εφαρμογή της πρόνοιας αυτής, αντίθετα λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 29
(2)[4] του Ν.66(Ι)/2012, θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή συνάδει απόλυτα και με την πρόθεση του νομοθέτη. Εξ άλλου όπως αναγνωρίζεται στην Όμηρος Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) παρά το ότι κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει διά νόμου, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση καθ' όσον αφορά την ανταπαίτηση με το άρθρο
  1. Ως προς τον ισχυρισμό της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση ότι το δικαίωμα του εναγόμενου 3 για καταχώρηση ανταπαίτησης είχε παραγραφεί με προηγούμενο νόμο, να επαναλάβω ότι τούτο ακόμα και εάν είναι ορθό, ουδεμία σχέση έχει αφού όπως ήδη ανέφερα με αναφορά στην υπόθεση Όμηρος Χριστοδουλίδης (ανωτέρω), σε τέτοια περίπτωση το δικαίωμα δεν εξαφανίζεται και μπορεί να προωθηθεί εάν με νεότερο νόμο, ο οποίος ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του σχετικού διαβήματος, επεκτείνεται ο χρόνος παραγραφής. Επομένως έχοντας καταλήξει ότι εφαρμοστέο, ως προς τον τρόπο υπολογισμού του χρόνου παραγραφής της ανταπαίτησης, είναι το άρθρο 18, του Ν. 66(Ι)/2012 σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι η ανταπαίτηση βασίζεται στα ίδια ουσιαστικά γεγονότα στα οποία βασίζεται και η αγωγή, αφού είναι πρόδηλο ότι βασίζεται στο επίδικο ατύχημα που επεσυνέβη στις 6/10/2008, το οποίο ως είναι επίσης σαφές αποτελεί και τη βάση της αγωγής. Τούτου δοθέντος και κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 66(Ι)/2012 σύμφωνα με το οποίο «η ανταπαίτηση λογίζεται ότι καταχωρείται την ίδια μέρα ως και η αγωγή εναντίον του ανταπαιτητή, αν η βάση της ανταπαίτησης προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής» θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της ανταπαίτησης στην προκειμένη περιπτωση, και συνακόλουθα καταλήγω ότι αυτή μπορεί να καταχωρηθεί νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του σχετικού αιτήματος για τροποποίηση. Εφόσον δε επιτραπεί θα λογίζεται ότι καταχωρείται την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε και η εναντίον του εναγόμενου/ανταπαιτητή, αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 66(Ι)/
  2. Επομένως με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένη την κατάληξη μου ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, κρίνω ότι το υπ΄ αρ. 1 αιτητικό καθίσταται άνευ αντικειμένου και έτσι θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα για τροποποίηση το οποίο βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.25, θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής: "
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές και κριτήρια που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου, σχετική είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 79/09 Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v.
  4. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι ημερ. 4/5/2012 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Επίσης σχετική είναι και η απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03 η οποία κατά την άποψη μου συνοψίζει πολύ περιεκτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα της αίτησης τροποποίησης: «Η νομική αρχή είναι ότι σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όμως όσο πιο έγκαιρα γίνεται η αίτηση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του υπέρ της τροποποίησης. Όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα και αν ακόμα υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του αιτητή γι' αυτή του την καθυστέρηση και πάλι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση αν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα ζητήματα για να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και ότι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, άλλη από ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Odger's on Pleading and Practice 20η έκδοση, σελίδα 170, Pleadings Principle's and Practice έκδοση 1990 των Sir Jackob Lain Gold Rein σελ. 189 έως 191 και τις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1971)1 C.L.R. 542, Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Ευριπίδου και άλλος v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Φεραίος Χριστόπουλος και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 79, Νίκος Πουρίκκου v. Μυροφόρας Κ. Σάββα και άλλων
(1990)1 ΑΔΔ 863, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδα Χριστοδούλου και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 704, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A and G. Leventis and Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Πολιτική Έφεση 10214 ημερ. 12/1/99, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19/1/99 και πιο πρόσφτα C & A Pelekanow Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 11103 ημερ. 20.12.01 και Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονίας Γαβριηλίδου & άλλων, Πολιτική Έφεση 11027 ημερ. 8.2.02). Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Ένα άλλο κριτήριο το οποίο συνήθως λαμβάνεται υπόψη υπέρ της τροποποίησης είναι η περίπτωση (κάτι που δεν ισχύει στη δική μας υπόθεση) που η σκοπούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να φέρει τα δικόγραφα στην ίδια γραμμή με μαρτυρία που εισάχθηκε χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων Πουρίκκος v. Fevzi
(1963)2 CLR 24, Σκέπη Λτδ v. Καΐτης
(1983)1 ΑΑΔ 231 και Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης
(1980)1 ΑΑΔ 178). Περαιτέρω τότε μόνο πρέπει να επιτρέπεται μια τροποποίηση, όταν αυτή κρίνεται ότι είναι αναγκαία για επίλυση των πραγματικώς αμφισβητουμένων θεμάτων. (Βλ. Δ.25 κ.1 και Astor Manufacturing and Exporting Co v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd, πιο πάνω, σελ. 733 και Alexandra Rent a Car Ltd v. Demetras Nearchou
(1992)1 ΑΑΔ 111).» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω τα πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης τόσο της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση όσο και των εναγομένων 1 και 2/καθ' ων η αίτηση μπορούν να συνοψισθούν περιεκτικά σε 3 άξονες και έτσι θα εξεταστούν για σκοπούς οικονομίας. Ο πρώτος αφορά στον ισχυρισμό ότι η απαίτηση των εναγομένων 3 και 4/αιτητών έχει παραγραφεί και δεν μπορεί να αναβιώσει και ότι κατ' επέκταση η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στην ενάγουσα ή και στους εναγόμενους 1 και 2, ζημία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ο δεύτερος αφορά στο ότι η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να τεκμηριώνεται η καθυστέρηση. Ο τρίτος ο οποίος αφορά λόγο που προωθείται μόνο από τους εναγόμενους 1 και 2, και εστιάζεται στο ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο του γραφείου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 3 και 4 αιτητές. Το ζήτημα της παραγραφής έχει αναλυθεί πιο πάνω και με δεδομένη την κατάληξη μου ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα (παραγραφής) εξυπακούεται ότι δεν τίθεται ούτε και ζήτημα πρόκλησης εξ αυτής οποιασδήποτε ζημιάς στους καθ' ων η αίτηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ερχόμενη τώρα στο επόμενο ζήτημα που αφορά την καθυστερηση και το ότι αυτή κατ' ισχυρισμόν δεν δικαιολογείται, σημειώνω ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές αυτή ουσιαστικά αποδίδεται σε καλόπιστο λάθος ή και παραδρομή. Το λάθος ή παράλειψη αυτή δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος εάν αυτό είναι αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και νοουμένου πάντοτε ότι η υποβολή της αίτησης είναι καλόπιστη και δεν προκαλεί στους αντιδίκους ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγής ως προς τα έξοδα. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99 σελ. 4-5 όπου ο κ. Νικολάου Δ. αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, ανάφερε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το ίδιο σκεπτικό αναδύεται και από την υπόθεση Ναυτοδικείου Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551 όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Charapede & Co. v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 262: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but if the amendment will put them into such a position that they must be injured, it ought not to be made. And at page 263, in the same judgment per Bowen, L.J. Sometimes to correct the error will lead to injustice which cannot be cured, as when a witness who could give evidence cannot be got at, or the solvency of one party is doubtful». Επίσης στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Εξ άλλου στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Επίσης και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη (Πολ. Εφ.50/10 ημερ.11.5.2011) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών το Ανώτατου Δικαστηρίου». Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Εξετάζοντας τις ως άνω αναφερθείσες σχετικές παραμέτρους υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση με την τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ουσιαστικών ισχυρισμών που αφορούν τις σωματικές βλάβες που ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι υπέστη από το επίδικο ατύχημα και σε σχέση με τις οποίες επιθυμεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τα πρόσωπα που σύμφωνα με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς του φέρουν ευθύνη για αυτό. Οι εν λόγω ισχυρισμοί θεωρώ ότι είναι σίγουρα ουσιώδεις, σχετικοί και αναγκαίοι ούτως ώστε το Δικαστήριο έχοντας ενώπιον του το σύνολο των γεγονότων να μπορέσει να αποδώσει δικαιοσύνη και θεραπείες στα πρόσωπα που τις δικαιούνται. Ως προς την πρόκληση ζημιάς η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα σημειώνω ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις, το οποίο να καταδεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στους καθ' ων η αίτηση ζημιά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, πλην του ισχυρισμού περί παραγραφής της αξίωσης του εναγόμενου 3, ισχυρισμός ο οποίος απερρίφθη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Ούτε και μπορώ να εντοπίσω οτιδήποτε σχετικό υπό τις περιστάσεις, το οποίο να υποδηλώνει ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στους καθ' ων η αίτηση ζημιά μη δυνάμενη να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, δεδομένου του ότι αφ' ενός το ζήτημα της ισχυριζόμενης παραγραφής έχει απορριφθεί, ενώ οι αξιώσεις του εναγόμενου 3 βασίζονται στους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 περί αμέλειας του εναγόμενου 1 ή και της ενάγουσας. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει καθώς και το ότι θα δοθεί η ευχέρεια στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι επηρεάζονται να απαντήσουν μέσω των δικογράφων τους στους ισχυρισμούς και απαιτήσεις του εναγόμενου 3. Αντίθετα αυτός που θα υποστεί την ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση είναι ο εναγόμενος 3, αφού εάν η παρούσα αγωγή προχωρήσει σε εκδίκαση χωρίς τη συμπερίληψη της ανταπαίτησης του εναγόμένου 3, τούτο θα συνιστά κώλυμα για να την εγείρει σε νέα διαδικασία, αφού πέραν του ζητήματος της παραγραφής το οποίο ενδεχομένως θα τεθεί εφόσον θα πρέπει πλέον να εγείρει νέα αγωγή, θα αντιμετωπίζει αδιαμφισβήτητα και ζήτημα δεδικασμένου κατ' αναλογία των όσων έχουν λεχθεί στην υπόθεση Μ. Θεοδώρου v. Α. Μάντη
(2010)
  1. Ως προς το ζήτημα του καλόπιστου της αίτησης, σημειώνω ότι το βάρος για την απόδειξη ότι η αίτηση είναι κακόπιστη βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προωθείται τέτοιος ισχυρισμός με οιονδήποτε θετικό τρόπο, ενώ σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης από μόνη της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη κακοπιστίας τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία από τη συνολική θεώρηση του φακέλου που έχω ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιαδήποτε συστηματική ή και εσκεμμένη προσπάθεια από πλευράς εναγόμενου 3 ή και 4 για να προκαλέσει καθυστέρηση στην παρούσα διαδικασία. Επομένως θεωρώ ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με γνώμονα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων του εναγομένου 3 και
  2. Για όλους δε τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω πως το γεγονός ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται δικαιολογείται με βάση λάθος ή και παραδρομή, δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να οδηγήσει στην αποτυχία της αίτησης, δεδομένων των λοιπών παραμέτρων που έχουν εξεταστεί και οι οποίες συνηγορούν προς την αντίθετη κατεύθυνση στα πλαίσια πάντα και της σχετικής νομολογίας. Επομένως κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Ερχόμενη τώρα και στον τελευταίο λόγο ένστασης που σχετίζεται με τον ισχυρισμό ότι η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στη Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Το ίδιο σκεπτικό υιοθετείται και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2014:A168, Πολ. Έφεση 231/11 ημερ.7/3/2014, Investylia Public Company Ltd v. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Σε ότι αφορά στο παράτυπο της ένορκης δήλωσης εκ μέρους δικηγόρου επαναλαμβάνουμε και υιοθετούμε τα όσα λέχθηκαν στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου Ιnvestylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερ. 13.6.2013, Dmitry Ryboloviev v. Elena Rybolovieva
(2010)1 A.A.Δ. 82, Investylia Public Company Ltd ν. K. Παπαδόπουλου, Πολιτική Έφεση 238/10, ημερ. 13.6.2013. Στην πρώτη από τις πιο πάνω υποθέσεις αναφέρθηκε ότι: «.η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, .» Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή και η αίτηση καταχωρήθηκε από το γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες με το οποίο ο ενόρκως δηλών ως αναφέρει συνεργάζεται, αλλά όπως προκύπτει δεν είναι ο ίδιος που χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και έχοντας κατά νου ότι έχω καταλήξει ότι επί της ουσίας δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται λόγος για απόρριψη της αίτησης στη βάση αυτού του λόγου. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν καταδεικνύεται ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις του εναγόμενου 3 και εν γένει να καταστούν ξεκάθαρα όλα τα επίδικα θέματα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον εναγόμενο 3 η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του ορθά και ολοκληρωμένα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπερ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η οι δύο παράγραφοι που φέρουν (προφανώς εκ λάθους) αριθμό 3 στην αίτηση. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης να καταχωρηθεί από εναγόμενους 3 και 4 εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από την ενάγουσα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοσης της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 3 και 4. Υπερασπίσεις στην Ανταπαίτηση από τους εναγόμενους 1 και 2 να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 3 και 4. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και των εναγομένων 1,2 /καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 3 και 4/αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. άρθρο 29
(1)του Ν. 66(Ι)/2012 σε συνδυασμό με το Παράρτημα του εν λόγω Νόμου. [2]Ως τροποποιήθηκε δια του περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2006 (Ν.171(Ι)/2006)ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 29/12/2006. [3] Στα πλαίσια ανάπτυξης της περεμφερούς επιχειρήματος. [4] Το άρθρο 29
(2)του Ν 66(Ι)/2012 : «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου». (η έμφαση δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.