← Κύπρος

VIANNA PASTRIES LIMITED ν. PILAVAKIS BROTHERS (SUPERMARKET) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3064/07, 28/3/2014

VIANNA PASTRIES LIMITED ν. PILAVAKIS BROTHERS (SUPERMARKET) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3064/07, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3064/07 Μεταξύ: VIANNA PASTRIES LIMITED Εναγόντων -και- PILAVAKIS BROTHERS (SUPERMARKET) LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 28.3.2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Ιακώβου Για τους Εναγόμενους: κ. Δ. Καλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Είναι η θέση τους ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας, 29.12.1995, παρέλειψαν να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος που συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Η συμφωνία αφορούσε την εκχώρηση από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους του εμπράγματου δικαιώματος μισθώσεως τεμαχίου γης που βρίσκεται στο χωριό Εργάτες ως επίσης και όλα τα δικαιώματα των εναγόντων που απόρρεαν από τη συμφωνία, ημερομηνίας 9.7.1986, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των ιδίων. Το ακίνητο σε κάποιο χρόνο πωλήθηκε με καταναγκαστική πώληση και ως εκ τούτου οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €17.320,09 που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της οφειλής των εναγομένων και του ποσού που εισπράχθηκε από την καταναγκαστική πώληση του ακινήτου, πλέον τόκο 8.5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από «29.12.2005 μέχρι 28.8.2005». Αξιώνουν επίσης την καταβολή του ποσού των €35.583,33 που αντιπροσωπεύει τα ενοίκια του υποστατικού, που οφείλονται στην Κυπριακή Δημοκρατία με τα οποία έχει επιβαρυνθεί η ενάγουσα. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι δεν κατέβαλαν το υπόλοιπο του τιμήματος, ισχυρίζονται όμως ότι το ποσό αυτό ήταν καταβλητέο μόνο σε περίπτωση που οι ενάγοντες εκπλήρωναν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις. Οι ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και συγκεκριμένα δεν εξασφάλισαν την έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας για εκχώρηση του εμπράγματου βάρους και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται οποιονδήποτε ποσό. Οι εναγόμενοι ανταπαιτούν το ποσό των Λ.Κ.15.000 που καταβλήθηκε ως προκαταβολή ως επίσης και το ποσό των €32.405 που κατέβαλαν για την αγορά μηχανημάτων τα οποία οι ενάγοντες είχαν, σύμφωνα με τη θέση τους, συμβατική υποχρέωση να τους παραδώσουν. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποίαν απορρίπτουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και επαναλαμβάνουν τη θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε δώσει τη συγκατάθεση της για εκχώρηση του εμπράγματος δικαιώματος της μισθώσεως του ακινήτου στους εναγομένους. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες, οι διευθυντές της ενάγουσας εταιρείας, Παναγιώτης Χριστοφίδης και Σάββας Πετρίδης και ο διευθυντής της εναγομένης, Φυλακτής Πηλαβάκης. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Την 9.7.1986 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και της Κυπριακής Δημοκρατίας συμφωνία μισθώσεως τεμαχίου γης που βρίσκεται στο χωρίο Εργάτες, που θα αναφέρεται μετά ως «το ακίνητο». Η μίσθωση ήταν για 33 έτη, θα άρχιζε την 1.4.1986 και θα έληγε την 31.3.2019, υπήρχε όμως δυνατότητα ανανέωσης αυτής για δύο ακόμη περιόδους, δηλαδή για 66 συνολικά έτη. Η συμφωνία απαγόρευε στο μισθωτή, ήτοι στους ενάγοντες, να εκχωρήσουν ή υπεκμισθώσουν σε οποιονδήποτε φυσικό πρόσωπο ή οργανισμό το μίσθιο ή οποιονδήποτε μέρος τούτου, ή να παραχωρήσουν οποιονδήποτε εμπράγματο δικαίωμα ή δουλεία, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκμισθωτή. Η ενάγουσα ανήγειρε επί του πιο πάνω ακινήτου κτηριακές εγκαταστάσεις για την παρασκευή ειδών ζαχαροπλαστικής και την επεξεργασία αλεύρου. Εννέα περίπου χρόνια μετά την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας και συγκεκριμένα την 29.12.1995 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων συμφωνία εκχώρησης του εμπράγματος δικαιώματος μισθώσεως και όλων των δικαιωμάτων που απόρρεαν από τη σύμβαση ημερομηνίας 9.7.

  1. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.150.000, ποσό Λ.Κ.15.000 θα καταβαλλόταν με επιταγή των αγοραστών πληρωτέα την 30.4.1996 και το υπόλοιπο, Λ.Κ.135.000, θα καταβαλλόταν μετά την εκχώρηση του εμπράγματος δικαιώματος μισθώσεως. Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων, σχετική είναι η παράγραφος 4 της συμφωνίας ότι σε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ενέκρινε την εκχώρηση ή και μεταβίβαση δικαιωμάτων από τον πωλητή προς τον αγοραστή τότε, από την ημερομηνία της αρνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και της μη εγκρίσεως, η συμφωνία καθίστατο άκυρη και ο πωλητής θα ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει προς τον αγοραστή οποιονδήποτε ποσό έλαβε από τον αγοραστή ως προκαταβολή. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως αρχές Σεπτεμβρίου του
  2. Ο ΜΕ1, Παναγιώτης Χριστοφίδης, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες με την υπογραφή της συμφωνίας, ημερομηνίας 29.12.95, παρέδωσαν στους εναγομένους την κατοχή, χρήση, εκμετάλλευση του ακινήτου συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού που αναφέρονταν στη πιο πάνω συμφωνία. Οι ενάγοντες κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας όφειλαν προς την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Γης και στην Τράπεζα Κύπρου το συνολικό ποσό των Λ.Κ.135.
  3. Για τα δάνεια αυτά οι ενάγοντες κατέβαλλαν τόκους, με επιτόκιο 8.5% ετησίως. Σκοπός των εναγόντων ήταν να εξοφλήσουν τις οφειλές αυτές από το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ.135.000, που είχαν να λαμβάνουν από τους εναγομένους. Για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος της μισθώσεως στους εναγομένους θα έπρεπε να αφαιρεθούν οι υπάρχουσες υποθήκες των τραπεζών με την ταυτόχρονη εξόφληση των απαιτήσεων τους. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι «εννοείτο και εξυπακούετο» ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν το συμφωνηθέν μίσθωμα όπως αυτό καθοριζόταν στη συμφωνία ημερομηνίας 9.7.
  4. Οι ενάγοντες έλαβαν όλα τα αναγκαία διαβήματα για την εκχώρηση και μεταβίβαση στο όνομα των εναγομένων του εμπράγματος δικαιώματος της μίσθωσης. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας, «ήταν έτοιμη από το Μάρτιο του 1996 να αποδεχθεί την τοιαύτη μεταβίβαση». Ενόψει τούτου και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση από το Μάρτιο του 1996 να καταβάλουν στους ενάγοντες το υπόλοιπο του τιμήματος. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πράξουν, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων. Κατέβαλαν μόνο, έναντι της οφειλής της, τέλος του 1998 το ποσό των €11.105,
  5. Το 1999 οι ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή εναντίον των εναγομένων, πρόκειται για την αγωγή υπ. αριθμό 2269/99, με την οποία διεκδικούσαν το υπόλοιπο του τιμήματος ως επίσης και τα ενοίκια για την μίσθωση του επιδίκου ακινήτου. Η αγωγή αποσύρθηκε με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, λόγω της πώλησης του ακινήτου διά δημοσίου πλειστηριασμού. Τα έσοδα από την πώληση του ακινήτου ανήρχονταν στο ποσό των €213.575,
  6. Ο ΜΕ2, Σάββας Πετρίδης, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι προτού υπογραφεί η επίδικη συμφωνία ο διευθυντής των εναγομένων, Φυλακτής Πηλαβάκης, ο συνέταιρος του ΜΕ1 και ο ίδιος επισκέφθηκαν το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, που θα αναφέρεται μετά ως «το Υπουργείο» και ενημέρωσαν τον αρμόδιο λειτουργό για την πρόθεση τους να εκχωρήσουν τη μίσθωση του ακινήτου στην εναγομένη εταιρεία. Η διαβεβαίωση που έλαβαν ήταν ότι δεν υπήρχε «οποιονδήποτε πρόβλημα», επρόκειτο για συνήθη πρακτική του Υπουργείου. Ενόψει της πιο πάνω διαβεβαίωσης, τα δύο μέρη προχώρησαν και υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία. Ακολούθησε δεύτερη επίσκεψη στο εν λόγω Υπουργείο αμέσως μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Αρχές Μαρτίου του 1996 το Υπουργείο ήταν «έτοιμο» να προχωρήσει στη μεταβίβαση της ενοικίασης στο όνομα των εναγομένων. Ως αναφέρει χαρακτηριστικά στη γραπτή δήλωση του, «.είχε δηλαδή εγκρίνει τη μεταβίβαση». Το Υπουργείο τους ζήτησε όπως υποβάλουν το αίτημα τους γραπτώς και ταυτοχρόνως να υποβάλουν αίτημα και οι εναγόμενοι για να αντικαταστήσουν τους ενάγοντες ως ενοικιαστές. Οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετικό αίτημα τη 14.3.96, οι εναγόμενοι όμως καθυστέρησαν να το πράξουν. Υπέβαλαν γραπτό αίτημα τη 19.6.97, μετά από «πολλές πιέσεις» των ιδίων. Προσθέτει επίσης τα πιο κάτω τα οποία παραθέτω αυτούσια: «.Εάν η εναγομένη υπέβαλλε το αίτημα της μαζί με εμάς, προφανώς θα μεταβιβαζόταν η ενοικίαση στο όνομα της από τότε και είναι γι΄ αυτό το λόγο που ισχυριζόμαστε ότι η μεταβίβαση της ενοικίασης είχε εγκριθεί από το Μάρτιο 1996». Το Υπουργείο απάντησε στο πιο πάνω αίτημα τη 22.10.97, ενέκρινε το αίτημα, έθεσε όμως ως προϋπόθεση την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων. Οι ενάγοντες επικοινώνησαν τότε με τους εναγομένους και εζήτησαν όπως τους καταβληθεί το υπόλοιπο που παρέμεινε, Λ.Κ.135.000 πλέον τόκους από 29.12.1995 και εφόσον το έπραττε θα επλήρωναν τα ενοίκια, θα εξοφλείτο η υποθήκη και θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση της ενοικίασης στο όνομα των εναγομένων. Ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν τα ενοίκια μέχρι τη 29.12.1995 και στη συνέχεια η καταβολή τους ήταν υποχρέωση των εναγομένων. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο πιο πάνω αίτημα λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Η επίδικη συμφωνία, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, δεν περιελάμβανε τα μηχανήματα παρασκευής των προϊόντων. Επί των πιο πάνω μηχανημάτων οι τράπεζες είχαν επιβάρυνση. Τελικά, τα μηχανήματα αυτά πωλήθηκαν από τις τράπεζες και αγοράσθηκαν από τους εναγομένους. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι από το 1996 που οι εναγόμενοι έλαβαν κατοχή του ακινήτου μέχρι και το 2005 που το ακίνητο πωλήθηκε με δημόσιο πλειστηριασμό, οι ενάγοντες χρεώθηκαν με το ποσό των Λ.Κ.21.020 (€35.914,80). Το ετήσιο ενοίκιο ανερχόταν στο ποσό των €3.592,
  7. Εν κατακλείδι ανέφερε ότι οι ενάγοντες εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις συμβατικές υποχρεώσεις τους σε αντίθεση με τους εναγομένους οι οποίοι λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν ήταν σε θέση να το πράξουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά στη γραπτή δήλωση του τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «.Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά και από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα για τη μεταβίβαση της ενοικίασης στο όνομα της εναγομένης. Το Υπουργείο Εμπορίου ήταν έτοιμο από το Μάρτιο του 1996 να προχωρήσει. Η εναγομένη εταιρεία δεν ήταν όμως έτοιμη. Δεν διέθετε τα χρήματα και δεν μπόρεσε να τα εξασφαλίσει μέχρι και της ημέρας που πώλησε η τράπεζα το ακίνητο σε δημόσιο πλειστηριασμό». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η σχετική αλληλογραφία, η επιστολή που είχε αποσταλεί στο Υπουργείο από τους ενάγοντες, ημερομηνίας 14.3.96, η αίτηση που υποβλήθηκε στο Υπουργείο από την εναγομένη εταιρεία ημερομηνίας 19.6.97, ως επίσης και οι επιστολές που απέστειλε το Υπουργείο από τους εναγόμενους, ημερομηνίας 22.10.96 και 26.11.97, τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα. Με την επιστολή, τεκμήριο 10, το Υπουργείο πληροφόρησε τους εναγόμενους ότι για να χορηγείτο η έγκριση που είχε ζητηθεί για εκχώρηση των δικαιωμάτων τους θα έπρεπε πρώτα να εξοφληθούν τα καθυστερημένα ενοίκια. Στην ίδια επιστολή περιλαμβάνεται πίνακας με τα καθυστερημένα ενοίκια και οι τόκοι επί των καθυστερημένων ποσών. Τα ενοίκια καλύπτουν τη χρονική περίοδο από 1.4.1988 μέχρι 31.3.98 και το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις Λ.Κ.16.
  8. Με τη δεύτερη επιστολή, τεκμήριο 11, το Υπουργείο απαίτησε την καταβολή των ενοικίων και προειδοποίησε τους ενάγοντες ότι σε περίπτωση που παρέλειπαν να συμμορφωθούν εντός 30 ημερών τότε το Υπουργείο θα ελάμβανε μέτρα για λύση της συμφωνίας. Ο μάρτυρας υπεράσπισης Φυλακτής Πηλαβάκης καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι συνήψαν την επίδικη συμφωνία ήταν «.ότι μαζί με τα κτίρια θα αγόραζαν και όλα τα μηχανήματα για την παραγωγή προϊόντων της ενάγουσας». Ήταν η θέση του ότι αγνοούσε το περιεχόμενο της σύμβασης, ημερομηνίας 9.7.1986, μεταξύ των εναγόντων και της Δημοκρατίας και κατ΄ επέκταση αγνοούσε ότι για την εκχώρηση των επιδίκων δικαιωμάτων ήταν αναγκαίον όπως ληφθεί εκ των προτέρων η έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αγνοούσε επίσης ότι οι ενάγοντες όφειλαν καθυστερημένα ενοίκια στην Κυπριακή Δημοκρατία για τη μίσθωση του επιδίκου ακινήτου ότι είχαν διάφορες υποχρεώσεις προς τις τράπεζες και ότι τελικά οι εναγόμενοι θα αναγκάζονταν «να αγοράσουν πίσω», σε δημόσιο πλειστηριασμό τα μηχανήματα που είχαν ήδη αγοράσει, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 29.12.
  9. Παραδέχθηκε ότι επισκέφθηκε το Υπουργείο, ισχυρίσθηκε όμως ότι έγινε μόνο μια επίσκεψη μετά και όχι πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και ότι πήγε μαζί με ένα εκ των δύο διευθυντών των εναγόντων και όχι μαζί και με τους δύο. Απέρριψε επίσης τη θέση των εναγόντων ότι είχε δοθεί άδεια/έγκριση από το Υπουργείο αρχές Μαρτίου του
  10. Ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που δεν είχε υλοποιηθεί η επίδικη συμφωνία σχετιζόταν με το ποσό των Λ.Κ.32.405,40, που οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει για την αγορά των μηχανημάτων παρασκευής προϊόντων σε δημόσιο πλειστηριασμό. Οι εναγόμενοι απαιτούσαν όπως το πιο πάνω ποσό αφαιρεθεί από το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.135.000 που όφειλαν προς τους ενάγοντες και να καταβάλουν μόνο τη διαφορά, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.102.
  11. Το ποσό αυτό όμως δεν επαρκούσε για να καλύψει τις υποχρεώσεις των εναγόντων προς τις τράπεζες και την Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δεν διασφάλιζαν στους εναγομένους ότι αν κατέβαλλαν το υπόλοιπο του τιμήματος θα ελάμβαναν το υποστατικό ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε εκτεταμένα σε σχέση με κάθε πτυχή της μαρτυρίας του με ιδιαίτερη έμφαση στο χρόνο που έλαβαν οι εναγόμενοι κατοχή του επιδίκου υποστατικού, των επισκέψεων στο Υπουργείο και τους λόγους μη υλοποίησης της συμφωνίας. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι τα πλείστα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση είναι παραδεκτά, διαφέρει όμως ο τρόπος που τα ερμηνεύει η κάθε πλευρά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Αρχίζοντας από τους δύο διευθυντές των εναγόντων παρατηρώ ότι η μαρτυρία τους είχε συνοχή και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Τη μαρτυρία τους ως προς τα γεγονότα την αποδέχομαι όχι όμως και τον τρόπο που αυτοί ερμηνεύουν κάποια γεγονότα και έγγραφα. Το θέμα αυτό θα το αναλύσω όμως σε κατοπινό στάδιο όταν θα εξετάζω τις εκατέρωθεν θέσεις. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία των δύο πιο πάνω διευθυντών, η μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης, Φυλακτή Πηλαβάκη, δημιουργεί αρκετά ερωτηματικά. Η μαρτυρία του ήταν σε κάποια σημεία αντιφατική ενώ η μνήμη του επιλεκτική. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ουσιώδη γεγονότα, ήτοι πότε έλαβαν κατοχή του ακινήτου οι εναγόμενοι και για πόσο καιρό παρέμειναν μέσα. Προσπάθησε δε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι έλαβαν κατοχή του επιδίκου υποστατικού για πολύ περιορισμένο χρόνο, για ένα με ενάμιση χρόνο μόνο και εντός του εργοστασίου βρισκόταν μόνο ένα άτομο το οποίο παρασκεύαζε πίτσες, ισχυρισμός που δεν στέκει στη λογική λαμβάνοντας υπόψη τα έξοδα που είχαν κάνει οι εναγόμενοι για την αγορά των μηχανημάτων παρασκευής διαφόρων προϊόντων. Προφανώς ο μάρτυρας προέβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς για να δείξει ότι κανένα οικονομικό όφελος είχε η εταιρεία του από την εν λόγω συναλλαγή. Αντεξεταζόμενος ανακάλεσε προηγούμενη δήλωση του και παραδέχθηκε ότι εγνώριζε εκ των προτέρων ότι ήταν αναγκαία η έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας για την εκχώρηση των δικαιωμάτων και ότι το 1997 οι εναγόμενοι ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση και δεν διέθεταν το ποσό των Λ.Κ.135.000, που ήταν, υπενθυμίζω, το υπόλοιπο του τιμήματος. Οι εναγόμενοι ήγειραν στην Υπεράσπιση τους τρεις προδικαστικές ενστάσεις, ήτοι ότι στην αγωγή δεν αποκαλύπτεται οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, η αγωγή καταχωρήθηκε καθυστερημένα και οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Οι προδικαστικές ενστάσεις δεν έχουν προωθηθεί και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τις εξετάσω σε βάθος. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί ενώ η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε επηρέασε μ΄ οποιονδήποτε τρόπο τους εναγομένους στην παρουσίαση της υπόθεσης τους[1]. Ήταν επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη και ή παράνομη καθότι με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 9.7.86 οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα όπως εκχωρήσουν οποιονδήποτε εμπράγματο βάρος χωρίς να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων την έγκριση του εκμισθωτή. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η επίδικη συμφωνία αφορούσε την εκχώρηση των δικαιωμάτων μισθώσεων από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους έθετε όμως ως προϋπόθεση την εξασφάλιση της συγκατάθεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εξετάζοντας την επίδικη συμφωνία και τον τρόπο διατύπωσης της προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει υπόψη την πιο πάνω πρόνοια, προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που συμπεριέλαβαν στη συμφωνία όρο ότι το υπόλοιπο του τιμήματος θα καταβαλλόταν «μετά» την μεταβίβαση των επιδίκων δικαιωμάτων και σε περίπτωση που δεν υλοποιόταν η μεταβίβαση τότε θα επιστρεφόταν και η προκαταβολή. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τις αξιώσεις των εναγόντων, αρχίζοντας από τον ισχυρισμό τους ότι η έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε δοθεί από το Μάρτιο του 1996 και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι όφειλαν όπως καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος από τότε. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Υπουργείο, τέλος του 1997 και συγκεκριμένα 26.11.97, πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι για να εγκριθεί η αίτηση για εκχώρηση των δικαιωμάτων θα έπρεπε πρώτα να καταβληθούν τα καθυστερημένα ενοίκια τα οποία ανέρχονταν σε αρκετές χιλιάδες λίρες. Τα πιο πάνω δεν ισοδυναμούν όμως με έγκριση της άδειας, ως ήταν η θέση των εναγόντων. Επισημαίνω ότι η ερμηνεία της σύμβασης είναι θέμα νομικό και είναι έργο του Δικαστηρίου. Δεν ανήκει στους διαδίκους ή τους μάρτυρες τους ο προσδιορισμός της έννοιας ή της φύσης της[2]. Κριτήριο για την ερμηνεία του είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο[3]. Το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στους γραπτούς όρους της συμφωνίας και τα συγκείμενα της και δεν μπορεί να επεκταθεί σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις[4]. Πέραν τούτου, επισημαίνω ότι με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας, η οποία διέπει τις σχέσεις των δύο μερών το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.135.000 θα καταβαλλόταν μετά την έγκριση και την εκχώρηση του εμπράγματος δικαιώματος μισθώσεως. Η έγκριση πρέπει να έχει ως τελικό αποτέλεσμα τη διαγραφή του ονόματος του πωλητή ως μισθωτή. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό όρο: «3 (β) Το υπόλοιπο ποσόν των £135.000.- (εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων λιρών) θα πληρωθή από τον αγοραστή προς τον πωλητή μετά την υπό της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας έγκρισης για την εκχώρηση του εμπράγματος δικαιώματος μισθώσεως και για την μεταβίβαση από τον πωλητή προς τον αγοραστή όλων των δικαιωμάτων του πωλητή τα οποία απορρέουν από την Σύμβαση ημερομηνίας 9.7.1986 μεταξύ πωλητή και Κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προς άρσιν πάσης παρεξηγήσεως συμφωνείται μεταξύ όλων των συμβαλλομένων ότι η έγκριση της Κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία απαιτείται σύμφωνα με την υποπαράγραφο αυτή θα πρέπει να είναι τέτοια που να μπορεί να έχη ως τελικό αποτέλεσμα την διαγραφή του ονόματος του πωλητή ως μισθωτή επί του όλου μεριδίου του εμπράγματου δικαιώματος μισθώσεως και ή η αντικατάστασις του ονόματος του πωλητή στο Πιστοποιητικό Εγγραφής μισθώσεως του εμπράγματου δικαιώματος μισθώσεως με το όνομα του αγοραστή όπως και η συγκατάθεσις της Κυπριακής Δημοκρατίας για την εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πωλητή αναφορικά με την σύμβαση του πωλητή με την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 9.7.1986 προς τον αγοραστή, με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως ο πωλητής, ή και η υπογραφή νέας συμβάσεως μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του αγοραστή με τους ίδιους όρους όπως η σύμβαση ημερομηνίας 9.7.1986 μεταξύ της Κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και του πωλητή για την υπολοιπόμενη διάρκεια μισθώσεως, όπως αυτή περιγράφεται στο σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής μισθώσεως του εμπράγματου δικαιώματος μισθώσεως, ακυρουμένης της υφιστάμενης συμβάσεως ημερομηνίας 9.7.1986 μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του πωλητή». Ήταν η θέση των εναγόντων ότι ευθύνη για το γεγονός ότι δεν εγκρίθηκε η αίτηση έφερε η εναγομένη εταιρεία η οποία δεν κατέβαλε έγκαιρα το υπόλοιπο του τιμήματος. Αν το έπραττε, οι ενάγοντες θα ήταν σε θέση να εξοφλήσουν τα καθυστερημένα ενοίκια και θα διδόταν η σχετική έγκριση από το Υπουργείο. Τέτοια πρόνοια δεν περιείχετο στη συμφωνία, αντίθετα στη συμφωνία προνοείτο ότι το υπόλοιπο του τιμήματος θα καταβαλλόταν «μετά» την έγκριση και εκχώρηση του εμπράγματος δικαιώματος. Πέραν τούτου, ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ως εκ τούτου η απαίτηση τους για το υπόλοιπο του τιμήματος δεν μπορεί να πετύχει. Οι ενάγοντες αξιώνουν επίσης την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.20.826 που αντιπροσωπεύει τα ενοίκια που επιβαρύνθηκαν οι ενάγοντες μέχρι την πώληση του ακινήτου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης και συγκεκριμένα την παράγραφο 14: «Νοείται και εξυπακούεται ότι η εναγομένη εταιρεία από της ημέρας παράδοσης σ΄ αυτήν της κατοχής, χρήση και εκμετάλλευσης των υποστατικών, θα ήταν υπόχρεη να καταβάλλει στην Κυπριακή Δημοκρατία το συμφωνηθέν μίσθωμα, όπως αυτό καθορίζεται και περιγράφεται στη συμφωνία ημερομηνίας 9ης/7/1986». Η πιο πάνω παράγραφος δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, η φράση «νοείται και εξυπακούεται» δεν αποτελεί νομική βάση για υποστήριξη της αξίωσης αυτής. Ανεξαρτήτως τούτου όμως παρατηρώ ότι στην επίδικη συμφωνία που ρύθμιζε τις σχέσεις των δύο μερών δεν γίνεται πρόνοια για καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου. Θα συμφωνήσω επίσης με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τον υπολογισμό του ποσού αυτού. Στρέφομαι τώρα στην Ανταπαίτηση των εναγομένων και συγκεκριμένα στην αξίωση τους για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.32.405,40 που κατέβαλαν για την αγορά μηχανημάτων παρασκευής προϊόντων. Επαναλαμβάνω ότι οι σχέσεις των δύο μερών διέπονταν από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Πουθενά στη συμφωνία προνοείται ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραχωρήσουν στους εναγομένους τα μηχανήματα παρασκευής προϊόντων. Αν αυτή ήταν η πρόθεση τους τότε θα υπήρχε ρητή πρόνοια στη συμφωνία όπως υπήρχε για τα υπόλοιπα αντικείμενα, κτίρια και εγκαταστάσεις. Στην παράγραφο 1(γ) της επίδικης συμφωνίας γίνεται λεπτομερής αναφορά των πιο πάνω και στην αναφορά αυτή δεν περιλαμβάνονται οποιαδήποτε μηχανήματα παρασκευής προϊόντων. Παραθέτω, για του λόγου το αληθές, τη σχετική παράγραφο αυτούσια: «Ο πωλητής πωλεί και μεταβιβάζει προς τον αγοραστή όλα τα κτήρια, εγκαταστάσεις, περιφράξεις, επιχωματώσεις, βελτιώσεις, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, διασυρματώσεις, διασωληνώσεις, διακοσμήσεις παροχές ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τηλεφώνου, τηλεφωνικές γραμμές, τηλέφωνα, ηλεκτρολογικά πλαίσια, δύο ψεύτικων θαλάμων όπως αυτά ευρίσκονται σήμερα ή και έχουν ανεγερθεί υπό του πωλητού επί των τεμαχίων γης., ως επίσης και όλα τα δικαιώματα του οποιασδήποτε φύσης επί της εμπορικής επωνυμίας VIANA». Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο οι ενάγοντες οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό των Λ.Κ.15.000 που κατέβαλαν οι εναγόμενοι ως προκαταβολή πλέον τόκους προς 8.5% από 30.4.
  12. Σύμφωνα με τον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας: «.αν η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν εγκρίνει τις πιο πάνω αναφερόμενες εκχωρήσεις ή και μεταβιβάσεις δικαιωμάτων από τον πωλητή προς τον αγοραστή τότε, από την ημερομηνία της αρνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και της μη εγκρίσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, η παρούσα συμφωνία καθίσταται άκυρος και ο πωλητής θα είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει προς τον αγοραστήν οποιονδήποτε ποσό θα έχει λάβη από τον αγοραστή ως προκαταβολή». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι αν δεν υλοποιείτο η μεταβίβαση των δικαιωμάτων τότε η προκαταβολή θα έπρεπε να επιστραφεί στους εναγομένους. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία, τα δικαιώματα που είχαν οι ενάγοντες επί του επιδίκου ακινήτου ουδέποτε μεταβιβάσθηκαν στους εναγομένους, ενώ το επίδικο ακίνητο τελικά πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό και τα έσοδα της πώλησης τα καρπώθηκαν οι ενάγοντες. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η αξίωση των εναγομένων για επιστροφή της καταβολής θα πρέπει να πετύχει. Ο όρος 4 δεν προβλέπει για την καταβολή οποιουδήποτε τόκου και ως εκ τούτου επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα καταχώρησης της Ανταπαίτησης. Προτού ολοκληρώσω θα ήθελα να αναφέρω ότι στην απόφαση μου περιορίσθηκα να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στα δικόγραφα. Εγείρονται και διάφορα άλλα νομικά θέματα, έκρινα σκόπιμο όμως να μην τα θίξω εφόσον αυτά δεν δικογραφούνται. Η αγωγή απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση στα πλαίσια της Ανταπαίτησης υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.15.000 που ισοδυναμεί με €25.629,02 πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την 18.3.10, ημέρα καταχώρησης της Ανταπαίτησης μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Π.Ε. 11357
  13. Χ. Ιερείδης υπό την ιδιότητα ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακουτά,
  14. Μαίρης Κυπριανού v Γεωργίας Παναγιώτου, ημερομηνίας 7.6.
  15. [2] Αλεξάντρου v Κωμοδρόμου

(1997)1 Α.Α.Δ. 576 και Θεοδούλου v ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551. [3] Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156. [4] ΧΠΘ Αλεξάνδρου Λτδ v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.