Αλέκου Αλέκου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5283/08, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5283/08 Μεταξύ: Αλέκου Αλέκου Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 19.3.2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Αγγελίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Ρ. Μαππουρίδης με την κα Καραολίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει από τη Δημοκρατία γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία της επαγγελματικής αμέλειας του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, την 23.09.2006 ο ενάγοντας τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και μεταφέρθηκε στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Υπέφερε από πόνους στον αυχένα, στο κεφάλι, είχε ζαλάδες και έφερε θλαστικό τραύμα πίσω από το αριστερό αυτί. Οι γιατροί που τον εξέτασαν διέγνωσαν διάστρεμμα του αυχένα και εγκεφαλική διάσειση. Νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο και απολύθηκε δύο μέρες αργότερα. Συνέχισε να επισκέπτεται το Γενικό Νοσοκομείο ως εξωτερικός ασθενής. Δεκατέσσερις μήνες μετά το ατύχημα και συγκεκριμένα την 29.11.2007 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία η οποία απεκάλυψε την ύπαρξη κατάγματος «στη βάση του οδόντος του άξονα Α2 (τύπου ΙΙ)». Ο ενάγοντας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σε εξειδικευμένο κέντρο στη Σουηδία όπου έτυχε «οπισθίας καθήλωσης και σταθεροποίησης του Α1 - Α2 με την τεχνική του Harms». Οι λεπτομέρειες αμέλειας καταλαμβάνουν οκτώ δακτυλογραφημένες σελίδες και πέραν των εξήντα παραγράφων, πρόκειται όμως στην ουσία για επανάληψη των ιδίων ισχυρισμών, ήτοι ότι λόγω της λανθασμένης και μη έγκαιρης διάγνωσης, της απουσίας οποιασδήποτε έγκαιρης και αποτελεσματικής θεραπείας και ή χειρουργικής επέμβασης του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, το κάταγμα στη βάση του οδόντα δεν πορώθηκε. Στις λεπτομέρειες αμέλειας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το κάταγμα το οποίο υπέστη ο ενάγοντας διεγνώσθη πολύ αργοπορημένα, ένα και πλέον χρόνια αργότερα, όταν είχε ήδη δημιουργηθεί ανάγγειος νέκρωση και άλλες ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες και επιπλοκές. Ο ενάγοντας παρεπέμφθη καθυστερημένα σε νευροχειρουργό, «. όταν ήταν ήδη πολύ αργά για τη δυνατότητα παροχής οιασδήποτε ή/και αποτελεσματικής θεραπείας ή/και διεξαγωγής ή/και δυνατότητα διεξαγωγής στην Κύπρο χειρουργικής ή και νευροχειρουργικής επέμβασης αποκατάστασης ανεπανόρθωτης βλάβης ή και βλάβης τοιαύτης φύσεως ή μορφής η οποία μόνο σε εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού θα μπορούσε να έχει δυνατότητες κάποιας επιτυχίας». Σε κάποιο άλλο στάδιο και συγκεκριμένα στην παρ. 18 (σσσ) προβάλλεται η θέση ότι παρέλειψαν να εντοπίσουν το κάταγμα έγκαιρα ή και να παραπέμψουν τον ενάγοντα αμέσως ή και επειγόντως ή και εγκαίρως στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ή και σε εξειδικευμένο νευροχειρουργικό κέντρο του εξωτερικού για τη διενέργεια έγκαιρης ή και άμεσης χειρουργικής επέμβασης για αποκατάσταση της βλάβης. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος δεν παρείχε στον ενάγοντα «εξειδικευμένη και ή κατάλληλη θεραπεία» και διαζευκτικά ότι του παρείχαν ακατάλληλη και ή λανθασμένη θεραπεία. Συνεπεία των ενεργειών και παραλείψεων του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ο ενάγοντας υπέστη τα πιο κάτω: I. Μετατραυματικό κάταγμα στη βάση του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου. II. Παρεκτόπιση του Α1 αυχενικού δίσκους και ρήξη των σπονδυλικών συνδέσμων. III. Ανάγγεια - άσηπτη νέκρωση του οδόντα με ανάπτυξη ψευδάρθρωσης στην περιοχή του κατάγματος. IV. Παθολογικές και ανατομικές αλλοιώσεις με οστεοχόνδρωση και πρόωρες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, κήλη των δίσκων στα επίπεδα Α2-Α3, Α3-Α4 με ανάστροφη κυρτότητα στο επίπεδο Α1-Α
- Στένωση του σπονδυλικού σωλήνα και πίεση του μηνιγγικού σάκκου στο επίπεδο Α2-Α
- V. Ελίκωση του νωτιαίου μυελού. VI. Αιμωδίες στα άνω άκρα και ενίοτε βάρος στα σκέλη, κεφαλαλγίες και ζαλάδες. Οι κεφαλαλγίες τον καθιστούν ευερέθιστο με εκρήξεις θυμού και αλλαγής συμπεριφοράς. VII. Επώδυνο περιορισμός της κινητικότητας του αυχένα, κάμψης, έκτασης και στροφής, που συνοδεύεται από μυϊκό σπασμό των αυχενικών παρασπονδυλικών μυών. VIII. Ψυχολογικά προβλήματα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η στένωση του σπονδυλικού σωλήνα, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, δυνατόν στο μέλλον να επιφέρει αναπηρία ή ακόμη και παραπληγία στον ενάγοντα και είναι πιθανόν να χρειαστεί όπως υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση. Οι πόνοι από τους οποίους υποφέρει ο ενάγοντας θα συνεχίσουν και στο μέλλον. Οι έντονες κεφαλαλγίες τον καθιστούν πολύ ευερέθιστο, έχει «εκρήξεις θυμού» και «η συμπεριφορά του αλλάζει». Παρουσιάζει επίσης σοβαρή και βαριά μετατραυματική αγχώδη διαταραχή. Συνεπεία της κατάστασης του δεν είναι σε θέση να ασκήσει πλέον το επάγγελμα του οικοδόμου που ασκούσε πριν το ατύχημα ή οποιονδήποτε άλλο επάγγελμα. Αν ήθελε δε θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να εργασθεί, οι πιθανότητες εξεύρεσης εργασίας «καθιστικής ή και ημικαθιστικής φύσεως» είναι μηδαμινές λόγω της κατάστασης του σε συνδυασμό με τη χαμηλή μόρφωσή του. Ο εναγόμενος παραδέχεται στην υπεράσπιση του ότι ο ενάγοντας είχε νοσηλευθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά από τροχαίο ατύχημα, ισχυρίζεται όμως ότι το μόνο σύμπτωμα που παρουσίαζε ήταν θλαστικό τραύμα στο πίσω μέρος του αριστερού αυτιού. Οι ακτινογραφίες στις οποίες είχε υποβληθεί δεν έδειξαν οποιονδήποτε κάταγμα στον αυχένα. Παραδέχεται επίσης ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε κάταγμα στη βάση του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου, το οποίο πορώθηκε ατελώς και παρουσιάσθηκε ανάγγεια - άσηπτη νέκρωση του οδόντα με ανάπτυξη ψευδάρθρωσης στην περιοχή του κατάγματος, ως επίσης τη ρήψη των σπονδυλικών συνδέσμων, στένωση των Α2-Α3, Α3-Α4, την παρεκτόπιση του Α1 δίσκου και την πίεση του μηνιγγικού σάκκου, ισχυρίζεται όμως ότι το κάταγμα επεσυνέβη μετά την 25.09.2006 και πριν την 19.11.2007, «. υπό συνθήκες τις οποίες μόνο ο ενάγοντας γνωρίζει και/ή υπό περιστάσεις τις οποίες δεν ανέφερε στους γιατρούς». Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι αν το κάταγμα αντιμετωπιζόταν έγκαιρα θα αποφευγόταν η παραμόρφωση της αυχενικής μοίρας ως επίσης και τους υπολοίπους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παρ. 19 της Έκθεσης Απαίτησης και αφορούν τις βλάβες που προκάλεσε η ισχυριζομένη αμέλεια των θεραπόντων γιατρών να διαγνώσουν την ύπαρξη του κατάγματος έγκαιρα και να το περιθάλψουν με το δέοντα τρόπο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι σωματικές βλάβες του ενάγοντα οφείλονται στην αποκλειστική και ή συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν ο ενάγοντας, ο νευροχειρούργος Νεόφυτος Νεοφύτου, ο ακτινολόγος Βάϊος Παρτασίδης και ο ορθοπεδικός Φοίβος Κυνηγός. Οι δύο τελευταίοι κατέθεσαν εκ μέρους της υπεράσπισης. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας υιοθέτησε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη την 23.09.2006 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο παλιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είχε φρικτούς πόνους και σε κάποιο στάδιο είχε χάσει και τις αισθήσεις του. Υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και σε κάποιες αναλύσεις. Οι γιατροί που τον περιέθαλψαν του ανέφεραν ότι είχε διάσειση και του ζήτησαν όπως παραμείνει στο νοσοκομείο. Πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο δύο μέρες αργότερα, την 25.09.
- Οι μόνες οδηγίες που έλαβε ήταν όπως ξεκουράζεται και αποφεύγει χώρους με έντονο φωτισμό και θόρυβο. Οι έντονοι πόνοι συνέχιζαν γεγονός που ο ενάγοντας ανέφερε στο γιατρό κατά την επόμενη επίσκεψη του στο νοσοκομείο, τη 02.10.
- Ο γιατρός τον καθησύχασε ότι ο πόνος θα περνούσε και του σύστησε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και να κάνει εντριβές με μυοχαλαρωτικές κρέμες. Τη 12.12.2006 επισκέφθηκε εκ νέου το νοσοκομείο καθότι οι πόνοι συνέχιζαν να είναι αφόρητοι. Του δόθησαν οδηγίες όπως κάνει φυσιοθεραπεία. Ο ίδιος επέλεξε να μην ακολουθήσει τις πιο πάνω οδηγίες καθότι λόγω του πόνου δεν ανεχόταν οποιονδήποτε άγγιγμα στον αυχένα. Το βράδυ της 29.10.2007 έμεινε «μαγκωμένος στο μπάνιο», ως ανέφερε χαρακτηριστικά και ένοιωσε το κορμί του «να παραλύει». Μεταφέρθηκε από τη σύζυγο του στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Του χορηγήθηκε κορτιζόνη οι πόνοι όμως συνέχιζαν και ως εκ τούτου επισκέφθηκε την επόμενη ημέρα τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου και συγκεκριμένα τη νευρολόγο Φλουρέντζου. Της εξήγησε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε από την ημέρα του ατυχήματος, την ανικανότητα του να εργασθεί και αυτή αφού τον εξέτασε διέγνωσε «τεμπελίτιδα», ήτοι ότι ήταν τεμπέλης και δεν ήθελε να εργασθεί. Μετά από παράκληση του ιδίου του έδωσε παραπεμπτικό για μαγνητική τομογραφία. Υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία την 29.11.
- Από τη μαγνητική τομογραφία διαφάνηκε ότι ο αυχένας είχε κάταγμα. Η νευρολόγος που τον παρακολουθούσε του σύστησε ότι θα έπρεπε να εξετασθεί από νευροχειρούργο. Παραπέμφθηκε στο νευροχειρούργο, Δρ. Ανδρέα Κουγιάλη, που τον εξέτασε την 06.02.2008 και του σύστησε όπως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Η χειρουργική επέμβαση προγραμματίστηκε λίγες μέρες αργότερα, τη 18.02.
- Την ημέρα εκείνη ο Δρ. Ανδρέας Κουγιάλης του εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης του και τις συνέπειες που θα είχε η επέμβαση. Του εδήλωσε δε ότι οι γιατροί του νοσοκομείου δεν είχαν ξανακάνει τέτοια επέμβαση και «. οι πιθανότητες να βγει καλά ήταν λίγες». Τον άφησε να το σκεφτεί και να λάβει και δεύτερη γνώμη από άλλο γιατρό. Επισκέφθηκε τότε δύο ιδιώτες γιατρούς οι οποίοι του επανέλαβαν και αυτοί ότι επρόκειτο για εξειδικευμένη επέμβαση με πολλούς κινδύνους. Αν η επέμβαση δεν πετύχαινε θα μπορούσε να μείνει τετραπληγικός. Τελικά υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στη Σουηδία, την 24.05.2008, με τη μέθοδο «Harms», πρόκειται για σπονδυλοδεσία του αυχένα. Τα έξοδα της πιο πάνω επέμβασης καταβλήθηκαν από τη Δημοκρατία. Οι πόνοι, σύμφωνα με τον ενάγοντα συνεχίζουν μέχρι σήμερα, γεγονός που τον έκανε νευρικό και απότομο. Αντιμετωπίζει, ως ανέφερε ο ίδιος, βαριά μετατραυματική διαταραχή και λαμβάνει για το σκοπό αυτό φαρμακευτική αγωγή. Η μόνη στήριξη του είναι η σύζυγός του καθότι οι φίλοι και γνωστοί του τον έχουν εγκαταλείψει. Λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης έχει απομακρυνθεί και από τα παιδιά του. Πριν το ατύχημα εργαζόταν σαν οικοδόμος, εργασία την οποία ήταν αδύνατο να εκτελέσει μετά το ατύχημα. Η μόρφωση του είναι περιορισμένη, μέχρι την πρώτη τάξη του γυμνασίου και ως εκ τούτου είναι σε θέση να εκτελέσει μόνο χειρονακτική εργασία. Είναι η θέση του ότι η σημερινή κατάσταση του οφείλεται αποκλειστικά στη παράλειψη των γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου να προβούν σε ορθή διάγνωση. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι την 12.12.2006 όταν πήγε εκ νέου για εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο δεν πήρε μαζί του τις ακτινογραφίες και ως εκ τούτου του ζητήθηκε να υποβληθεί σε νέο ακτινολογικό έλεγχο και αυτός αρνήθηκε. Ο ενάγοντας απέρριψε την πιο πάνω θέση ως επίσης και τη θέση ότι δεν πήγαινε στα προκαθορισμένα ραντεβού του στο νοσοκομείο. Ερωτηθείς γιατί για μια μεγάλη περίοδο από τη 12.12.2006 μέχρι την 29.10.2007 δεν επισκέφθηκε το νοσοκομείο αυτός ισχυρίσθηκε ότι πήγαινε, «αυτοί» όμως, εννοώντας προφανώς κάποιους γιατρούς, τον έδιωχναν με οδηγίες να λαμβάνει Panadol και να παραμένει στο σπίτι. Απέρριψε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι κατά την πιο πάνω περίοδο εργαζόταν. Ερωτηθείς δε γιατί δεν διεκδίκησε οποιονδήποτε επίδομα από τις κοινωνικές ασφαλίσεις για την περίοδο που βρισκόταν εκτός εργασίας ισχυρίσθηκε ότι δεν εδικαιούτο επίδομα καθότι δεν είχε αρκετά «ένσημα». Όλες οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν κατατεθεί ως παραδεκτά γεγονότα και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του. Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε ο νευροχειρουργός Νεόφυτος Νεοφύτου. Ο μάρτυρας εξέτασε το μάρτυρα σε κάποιο χρόνο μετά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης και πριν ή κατά τη 24.02.2010 που ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο 7, ο ακριβής χρόνος εξέτασης παραμένει όμως άγνωστος στο Δικαστήριο. Στο τεκμήριο 7 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αν εντοπιζόταν το κάταγμα που υπέστη ο ενάγοντας στον οδόντα έγκαιρα, «. η πρόγνωση θα ήταν πολύ καλύτερη παρά δεκαοκτώ μήνες μετά και θα αποφευγόταν έτσι κατά μεγάλο μέρος η παραμόρφωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης». Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου είπε ότι οι ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγοντας κατά τη νοσηλεία του στο Γενικό Νοσοκομείο, τέλος Σεπτεμβρίου του 2006, έδειξαν «υποψία» κατάγματος στη βάση του οδόντα. Ο μάρτυρας παρομοίασε τον οδόντα «σαν τον αντίχειρα του χεριού». Ο οδόντας βρίσκεται στον δεύτερο αυχενικό σπόνδυλο και περικλείεται από τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο. Οι δύο πρώτοι αυχενικοί σπόνδυλοι διαφέρουν στην ανατομία τους από τους υπολοίπους σπονδύλους της σπονδυλικής στήλης. Ο αυχενικός σπόνδυλος Α1 είναι σαν ένας δακτύλιος ο οποίος έχει ένα μεγάλο κανάλι στο οποίο περνά ο μυελός που είναι η προέκταση του εγκεφάλου και καταλήγει μέχρι τους πρώτους οσφυϊκούς σπονδύλους. Σε αυτό το κανάλι βρίσκεται ο οδόντας που ανήκει στο δεύτερο αυχενικό σπόνδυλο. Η πιο πάνω «υποψία» θα έπρεπε να «διαβεβαιωθεί ή να απορριφθεί», ήτοι θα έπρεπε ο ενάγοντας να παραπεμφθεί σε αξονική τομογραφία η οποία είναι τρισδιάστατη και θα μπορούσε με την εξέταση αυτή να προσδιοριστεί, με ακρίβεια, κατά πόσο υπήρχε κάταγμα ή όχι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγοντας υποβλήθηκε μόνο σε αξονική τομογραφία του εγκεφάλου. Σε περίπτωση που διαπιστωνόταν το κάταγμα ο ενάγοντας θα έπρεπε τότε να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση για σταθεροποίηση του οδόντα. Η επέμβαση θα γινόταν από το μπροστινό μέρος του αυχένα και θα στηριζόταν ο οδόντας με ένα κοχλία. Η επέμβαση είχε πιθανότητες επιτυχίας μόνο αν γινόταν αμέσως. Ο πόνος θα ήταν «πιο ανώδυνος» και η χειρουργική επέμβαση θα ήταν «αποτελεσματικότερη», παρά η επέμβαση που έλαβε χώρα αργότερα. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο οργανισμός, λόγω του κατάγματος, προσπαθεί να σταθεροποιηθεί από το κάταγμα και δημιουργεί με τα κύτταρα των οστών, οστό. Ο οδόντας, από όρθια θέση που βρισκόταν πριν το κάταγμα, επήρε στη συνέχεια, λόγω του κατάγματος, «καμπούρικη θέση, έπαθε κύφωση». Λόγω αυτής της «κύφωσης» έκλινε μπροστά με αποτέλεσμα να μειωθεί ο χώρος, η διάμετρος του σπονδυλικού καναλιού εντός του οποίου βρίσκεται ο νωτιαίος μυελός. Αυτά ήταν τα άμεσα προβλήματα που δημιουργήθηκαν, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα κατά τον πρώτο χρόνο μετά το κάταγμα. Η αλλοίωση του οδόντα είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό του μυελού και της κινητικότητας της σπονδυλικής στήλης και της κεφαλής. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι αν το κάταγμα αντιμετωπιζόταν χειρουργικά «άμεσα» ο ενάγοντας θα έμενε εκτός εργασίας για τρεις με έξι μήνες και στη συνέχεια θα μπορούσε, «.με μεγάλη πιθανότητα να ξαναξεκινήσει το επάγγελμα του». Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης του, κατά την αντεξέταση του είπε ότι αν η συγκεκριμένη επέμβαση γινόταν εντός των πρώτων δύο ημερών ο ενάγοντας θα μπορούσε να θεραπευθεί με απόλυτη επιτυχία, αν η επέμβαση γινόταν εντός πέντε ημερών, «θα υπήρχε περισσότερο ρίσκο και θα πηγαίναμε κάτω από το απόλυτο». Πρόσθεσε επίσης ότι, «με την πάροδο του χρόνου ψηλώνει το ρίσκο της μη θεραπείας», αυτός ήταν και ο λόγος που οι Σουηδοί γιατροί επέλεξαν τελικά τη μέθοδο της σπονδυλοδεσίας. Η σπονδυλοδεσία είχε, σύμφωνα πάντα με το δρ. Νεοφύτου, «θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις». Το θετικό ήταν ότι στο σημείο που έγινε η σπονδυλοδεσία περιορίσθηκε η δυνατότητα να ξαναμετακινηθεί ο οδόντας ή η σπονδυλική στήλη. Το αρνητικό ήταν ότι η επέμβαση έγινε σε βάρος της γενικής κινητοποίησης της σπονδυλικής στήλης και επίσπευσε τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην αυχενική σπονδυλική στήλη. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Α. .Πιο συγκεκριμένα εκφυλιστικές αλλοιώσεις δημιουργούνται σε όλους τους ανθρώπους και εξαρτώνται από την ηλικία και από τα γενετικά. Σε μερικές οικογένειες ξεκινούν πιο νωρίς από τα 30, τα 40 σε άλλες οικογένειες από τα 55-
- Με το κάταγμα και το χειρουργείο αυτές οι αλλοιώσεις οι οποίες σαν διάγνωση χαρακτηρίζονται από κήλες μεσοπονδυλίων δίσκων από υπερτροφίες των σπονδυλικών συνδέσμων καθώς και από επιβάρυνση των σπονδυλικών αρθρώσεων με τη δημιουργία οστεοφύτων όλες αυτές οι αλλοιώσεις οι οποίες δημιουργούνται για να κρατήσει ο οργανισμός τη σπονδυλική στήλη δρουν εις βάρος και ενάντια στους χώρους στην ανατομία των καναλιών των νευρικών στοιχείων που είναι το κεντρικό σπονδυλικό κανάλι στο οποίο περνά ο μυελός και τα πλάγια τρίματα στα οποία περνάν οι ρίζες των νεύρων που πάνε στον αυχένα προς τα χέρια. Όλα αυτά τα περίμενα στο report μου για την επόμενη δεκαετία». Ο μάρτυρας τόνισε την ανάγκη όπως ο ενάγοντας υποβληθεί σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για την «αφαίρεση των δίσκων των οστεοφύτων αλλά και την ειδική σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι στο Α1-Α2 υπάρχει δυσμορφία λόγω της κάμψης του οδόντα». Υπολόγισε ότι η χειρουργική επέμβαση θα στοιχίσει, λόγω της περιπλοκότητας της, €30.000 περίπου. Αναφερόμενος στο θέμα της φυσιοθεραπείας είπε ότι αυτές πρέπει να περιοριστούν «σε μυοχαλάρωση και μηχανήματα με αντιφλεγμονώδη θεραπεία, αλλά δεν μπορεί ο κ. Αλέκου να μπει σε πρόγραμμα γυμναστικής ενδυνάμωσης λόγω των βλαβών που υπάρχουν στον αυχένα». Ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο γιατρός Βάϊος Παρτασίδης, ειδικός ακτινολόγος και διευθυντής του Ακτινολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου. Ο μάρτυρας εξεταζόμενος σε σχέση με τις ακτινογραφίες του ενάγοντα που λήφθησαν τον Σεπτέμβριο του 2006, ανέφερε ότι σε αυτές παρουσιάζεται μια λεπτή γραμμοειδής διαύγαση, στην περιοχή του οδόντα. Με βάση αυτή τη διαύγαση ο ασθενής θα έπρεπε να είχε αντιμετωπισθεί ωσάν να είχε κάταγμα. Θα έπρεπε μεταξύ άλλων να λαμβάνονταν μέτρα ακινητοποίησης της αυχενικής μοίρας, να παραπεμφθεί για νευρολογικές εξετάσεις και να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία για επιβεβαίωση ή μη του κατάγματος. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει κάταγμα χωρίς μετατόπιση, αυτός είναι και ο λόγος που χρησιμοποιείται ο όρος «υποψία κατάγματος». Ακόμη και η παραμικρή υποψία κατάγματος, «έστω και 10%», θα έπρεπε να είχε αντιμετωπισθεί ως ο ασθενής είχε κάταγμα. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε αξονικός τομογράφος. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο ορθοπεδικός χειρούργος Φοίβος Κυνηγός, ο οποίος με βάση το ιατρικό δελτίο, τεκμήριο 19, είχε εξετάσει τον ενάγοντα τη 12.12.
- Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό ο ενάγοντας είχε μετατραυματική αυχεναλγία κυρίως στους μύες του τραχήλου, κατά την κίνηση, είχε επίσης άλγος κατά τη ψηλάφηση τραπεζοειδούς, ενώ η ψηλάφηση της σπονδυλικής στήλης ήταν «ανώδυνη». Στο ίδιο πιστοποιητικό αναγράφεται ότι ο ασθενής δεν είχε ακτινογραφίες και αρνείτο να υποβληθεί σε νέο ακτινογραφικό έλεγχο λόγω της πολύωρης αναμονής και επειδή θα χρειαζόταν να πληρώσει. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον ασθενή να τον επανεξετάσει τρεις μέρες αργότερα την 15 Δεκεμβρίου όταν θα είχε κάρτα νοσηλείας. Στο πιο πάνω πιστοποιητικό, τεκμήριο 19, δεν αναγράφονται τα στοιχεία του ασθενή και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί από μνήμης ποιόν ασθενή αφορούσε το συγκεκριμένο έντυπο. Αντεξεταζόμενος δε αναγνώρισε ότι η ψηλάφιση της σπονδυλικής στήλης ασθενή που έχει κάταγμα δεν θα ήταν «ανώδυνη», απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να είχε γράψει «ψέματα» στην έκθεσή του. Σε ερώτηση κατά πόσο, λαμβανομένων των πιο πάνω στοιχείων, το τεκμήριο 19 να μην αφορούσε τον ενάγοντα αυτός απάντησε, «δεν ξέρω ποιον αφορά το τεκμήριο 19». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων μεταξύ των οποίων τα ιατρικά πιστοποιητικά, οι άδειες ασθενείας του ενάγοντα και η μαγνητική τομογραφία. Το τεκμήριο 1 είναι δέσμη εγγράφων που έχουν εκδοθεί από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι η διάγνωση των γιατρών την 23.9.06 όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών ήταν διάσειση και οι μόνες οδηγίες που του εδόθησαν την ημέρα εξόδου του ήταν όπως αναπαυθεί και να αποφεύγει το δυνατό φωτισμό, τους έντονους ήχους, το διάβασμα και την τηλεόραση. Τη 12.12.2006, ο γιατρός που τον εξέτασε διέγνωσε μετατραυματική αυχεναλγία (muscular pain) και του σύστησε όπως υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία του αυχένα. Ένα περίπου χρόνο αργότερα υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας. Παραθέτω αυτούσια την έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση του: «ΠΟΡΙΣΜΑ Εικόνα κατάγματος στη βάση του οδόντος, η οποία εμφανίζει πολύ μικρή επέκταση προς την περιοχή του σώματος, πλάγια αριστερά. Ο οδόντας εμφανίζει ελαφρά πρόσθια γωνίωση, ως προς το σπονδυλικό σώμα του Α2 σπονδύλου. Μεταξύ του οδόντος και του σπονδυλικού σώματος, παρεμβάλλεται ιστός, χαμηλής έντασης σήματος στις Τ1, Τ2 και STIR εικόνες, ο οποίος όμως στις Τ2 εικόνες εμφανίζει μέτρια υψηλής έντασης σήμα. Τα χαρακτηριστικά σήματος του ιστού συνηγορούν κυρίως υπέρ ινοχόνδρινου ιστού. Διάταση μεταξύ των οπισθίων στοιχείων του Α1 και Α2 σπονδύλου. Επίσης, δεν παρατηρείται επαλληλία οπισθίων στοιχείων στην οβελιαία εικόνα, με το οπίσθιο τόξο του Α1 να εμφανίζει πρόσθια παρεκτόπιση ως προς το οπίσθιο τόξο του Α
- Τα ανωτέρω ευρήματα υποδηλώνουν προηγηθείσα ρήξη των συνδέσμων. Η αυχενική μοίρα εμφανίζει ανάστροφη κυρτότητα, αντίστοιχα προς το επίπεδο των Α1 και Α2 σπονδύλων, λόγω των προαναφερομένων ευρημάτων. Επίσης, στα Α2-Α3 και Α3-Α4 διαστήματα παρατηρείται ήπια προβολή δισκοοστεοφυτικού υλικού. Λόγω της δυσαρμονίας και της παραμόρφωσης που προκαλούν τα ανωτέρω ευρήματα, προκαλείται στένωση του σπονδυλικού σωλήνα, στο ύψος του Α2-Α3 διαστήματος, με πίεση επί του μηνιγγικού σάκκου. Ο νωτιαίος μυελός εμφανίζει ελίκωση σύστοιχα, ακολουθώντας την παραμόρφωση της Α.Μ.Σ.Σ. Παρουσία ήπιων υπερτροφικών εκφυλιστικών αλλοιώσεων στις αγκιστροσπονδυλικές και τις αποφυσιακές αρθρώσεις, στην ανώτερη Α.Μ.Σ.Σ., χωρίς όμως αξιόλογη στένωση των πλαγίων τρημάτων. Ο νωτιαίος μυελός, μέχρι το ύψος του Θ4 σπονδύλου, ελέγχεται με φυσιολογικής έντασης σήμα. Ο οστικός μυελός του οδόντος και του σώματος του Α2 σπονδύλου, ακριβώς πέριξ του ινοχόνδρινου ιστού, εμφανίζει ελαφρώς υψηλής έντασης σήμα στις Τ2 και STIR εικόνες. Συνιστάται νευροχειρουργική εκτίμηση». Μετά την διενέργεια της μαγνητικής τομογραφίας και αφού διεγνώσθη ότι έπασχε από κάταγμα της βάσης του οδόντος, υποβλήθηκε τον Μάιο του 2008 σε χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας, στη Σουηδία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε εκ συμφώνου και η έκθεση της δεύτερης μαγνητικής τομογραφίας, ημερομηνίας 15.4.13 τεκμήριο
- Την παραθέτω αυτούσια: «Comparison with the previous MRI shows a new Lt mediolateral disc prolapsed at C3/C4 level causing a significant narrowing of the thecal sac impinging on the Lt side of the spinal cord not causing a significant cord compression. There has been some deterioration of the known medial more to the right disc protrusion at C4/C5 level impinging on the spinal cord and the Rt mediolateral disc prolapsed at C5/C6 level causing a significant narrowing of the thecal sac abutting the Rt side of the spinal cord not causing a significant cord compression. No significant change of the known findings of the C2 vertebral body after the consolidation of the known traumatic fracture of the dens axis. A small medial disc protrusion at C2/C3 level not causing a significant narrowing of the thecal sac is noted. Mild degenerative changes of the entire imaged spine compatible with the patient's age including a mild hypertrophic arthropathy at C/4C5, C5/C6 and C/6/C7 level are noted. Conclusion: New Lt mediolateral disc prolapsed at C3/C4 level compared to the previous MRI dated 21/9/11 impinging on the Lt side of the spinal cord». Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Επισημαίνω ότι η υπεράσπιση δεν κάλεσε οποιονδήποτε νευρολόγο ή νευροχειρούργο και η μαρτυρία της περιορίσθηκε σε δύο μόνο μάρτυρες του ακτινολόγου και του ορθοπεδικού χειρουργού. Η μαρτυρία του πρώτου, του Βάϊου Παρτασίδη και ήταν θετική και με συνοχή, δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Σε σχέση με το γιατρό Φοίβο Κυνηγό, διαπιστώνω ότι όλη η μαρτυρία του στηριζόταν στο τεκμήριο 19, το οποίο όμως δεν έκανε καμία αναφορά στα στοιχεία του ασθενή. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει από μνήμης ποιόν ασθενή αφορούσε το τεκμήριο 19 και δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο τεκμήριο να μην αφορούσε τον ενάγοντα. Πέραν τούτου δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον ενάγοντα ούτε τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά την εξέταση του τελευταίου. Ενόψει τούτου κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του η οποία στηριζόταν σε έγγραφο το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος, δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει ποιον αφορούσε. Στρεφόμενη στη μαρτυρία του ενάγοντα θα ήθελα να παρατηρήσω ότι υπάρχει ένα πέπλο σκότους για μια μεγάλη περίοδο της ζωής του, ήτοι από τις 12.12.06 που επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μέχρι και την 29.10.2007 που επισκέφθηκε εκ νέου το νοσοκομείο μετά το ατύχημα. Ήταν η θέση του ότι καθ΄ όλο αυτό το διάστημα παρέμενε στο σπίτι υποφέροντας από πόνους. Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι κατά την πιο πάνω περίοδο συνέχισε να επισκέπτεται το νοσοκομείο, οι γιατροί όμως τον έδιωχναν με συστάσεις όπως λαμβάνει panadol. Όταν του ζητήθηκε να κατονομάσει τους γιατρούς που τον εξέτασαν την περίοδο εκείνη, απέφυγε να δώσει μια σαφή απάντηση. Ανέφερε το όνομα του Δρ. Συμεωνίδη, χωρίς όμως να είναι σίγουρος και στη συνέχεια εδήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα ονόματα όλων των γιατρών, ούτε θυμόταν τις ημερομηνίες που επισκέφθηκε το νοσοκομείο. Η μαρτυρία του κάθε άλλο παρά πειστική ήταν επί του συγκεκριμένου σημείου. Απορρίπτω τη θέση ότι κατά την πιο πάνω περίοδο είχε επισκεφθεί γιατρό του νοσοκομείου. Αν είχε επισκεφθεί το νοσοκομείο θα ήταν σε θέση να δώσει κάποιες πληροφορίες και να προσκομίσει κάποια στοιχεία. Απορρίπτω επίσης και τη θέση του ότι όλο αυτό το διάστημα, δέκα και πλέον μήνες παρέμεινε στο σπίτι με έντονους πόνους και ενοχλήσεις και ανέμενε ότι θα βελτιωνόταν η κατάσταση του λαμβάνοντας panadol. Αν είχε τους πόνους και τις ενοχλήσεις που ισχυρίσθηκε ότι είχε, οι οποίοι τον ταλαιπωρούσαν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, λογικά θα αναμένετο ότι θα αναζητούσε βοήθεια και από γιατρούς ιδιώτες, εφόσον οι θεραπείες με τα panadol, που κατ΄ ισχυρισμό του εσύστησαν οι γιατροί του νοσοκομείου δεν τον θεράπευσαν, ως έπραξε στη συνέχεια όταν τελικά εντοπίσθηκε το κάταγμα. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι καθ΄ όλο αυτό το διάστημα αυτός εργαζόταν. Καμία μαρτυρία έχει όμως προσκομισθεί προς υποστήριξη της θέσης αυτής, πέραν του γεγονότος ότι δεν είχε υποβάλει αίτημα για να του χορηγηθεί επίδομα. Καταλήγω ότι κατά τη περίοδο 12.12.06 μέχρι 29.10.07 ο ενάγοντας δεν επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δεν είχε πόνους και ενοχλήσεις στην ένταση που περιέγραψε, δεν μπορώ όμως να καταλήξω σε θετικό εύρημα ότι αυτός εργαζόταν κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Το ίδιο πέπλο σκότους σκεπάζει και την επίσκεψη του στα εξωτερικά ιατρεία τη 12.12.
- Δυστυχώς τα αρχεία του νοσοκομείου δεν ήταν καταρτισμένα με το δέοντα τρόπο έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μια θετική εικόνα ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώραν την ημέρα εκείνη. Υπενθυμίζω ότι το έντυπο, τεκμήριο 19 που παρουσιάσθηκε αρχικά ως το έντυπο που είχε συμπληρωθεί από το γιατρό Φοίβο Κυνηγό κατά την εξέταση του ενάγοντα, δεν περιλάμβανε τα στοιχεία του τελευταίου και ο γιατρός Φοίβος Κυνηγός δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το έντυπο αυτό να μην αφορούσε τον ενάγοντα. Η μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι, ως διαφαίνεται και από τα ό,σα καταγράφω ανωτέρω, έντονη ήταν η προσπάθεια του να επιρρίψει όλες τις ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση του στους γιατρούς του νοσοκομείου. Πέραν τούτου όμως η μαρτυρία του όσο αφορά τη συγκεκριμένη επίσκεψη διαψεύδεται σε κάποιο σημείο από τη μαρτυρία του δόκτορα Νεόφυτου Νεοφύτου. Ενώ ο ενάγοντας ήταν σίγουρος, απόλυτος ότι την ημέρα εκείνη, ήτοι τη 12.12.2006 είχε πάρει μαζί του τις ακτινογραφίες ημερομηνίας 23.9.2006, ο γιατρός του Νεόφυτος Νεοφύτου αντεξεταζόμενος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι από την ενημέρωση που είχε λάβει από τον ίδιο τον ενάγοντα κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη δεν είχε πάρει μαζί του τις ακτινογραφίες. Την παράλειψη του ενάγοντα δεν μπορώ να την αποδώσω στο κακό μνημονικό του καθότι πρόκειται για γεγονός το οποίο ο ίδιος ανέφερε στο γιατρό του. Πέραν τούτου, παρακολουθώντας τον καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης και αντεξέτασης του διαπίστωσα ότι το μνημονικό του ήταν επιλεκτικό. Ενώ ήταν σε θέση να αναφέρει ολόκληρη στιχομυθία που είχε με τη γιατρό Φλουρέντζου, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία όσον αφορά την περίοδο Δεκέμβριο του 2006 με Οκτώβριο του
- Καταλήγω ότι κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη στο νοσοκομείο ο ενάγοντας δεν πήρε μαζί του τις ακτινογραφίες και εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός αυτό, στην προσπάθεια του να μεγιστοποιήσει την αμέλεια των γιατρών και να απαλλαγεί ο ίδιος από οποιανδήποτε ευθύνη. Τα πιο πάνω τα αναφέρω για να καταδείξω ότι ο ενάγοντας ήταν αναξιόπιστος μάρτυρας και όχι για να του αποδώσω οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Το γεγονός αυτό για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως συντρέχουσα αμέλεια θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί, τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν περιλαμβάνεται στην υπεράσπιση του. Ο νευροχειρουργός Νεόφυτος Νεοφύτου ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω, ο μοναδικός νευροχειρουργός που κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με την ιατρική κατάσταση του ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου γιατρού. Ήταν απόλυτος στις θέσεις του και προσπάθησε να σκιαγραφήσει με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση του ενάγοντα. Στην προσπάθεια του αυτή αμφισβήτησε και την τελευταία έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας στο βαθμό που αυτή δεν συνήδε με την εικόνα που παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο. Έντονη ήταν η θέση του ότι η κατάσταση του ενάγοντα έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης, θέση η οποία φαίνεται να μην υποστηρίζεται από την τελευταία έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας. Από τη μαρτυρία του δε διαφάνηκε ότι θεωρούσε ως δεδομένο ότι τη συγκεκριμένη εγχείριση, η οποία σύμφωνα με τους υπολογισμούς του θα στοίχιζε όχι λιγότερο από €30.000, θα τη διενεργούσε ο ίδιος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι η γραμμοειδής διαύγαση που απεικονίζεται στις επίδικες ακτινογραφίες θα έπρεπε να είχε προβληματίσει το γιατρό ή τους γιατρούς που τις εξέτασαν και θα έπρεπε να είχαν παραπέμψει τον ενάγοντα για περαιτέρω εξετάσεις και συγκεκριμένα σε αξονική τομογραφία. Εξάλλου η θέση αυτή υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ
- Υπενθυμίζω δε ότι με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά το χρόνο εκείνο, υπήρχε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αξονικός τομογράφος. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι εάν υποβαλλόταν αμέσως σε χειρουργική επέμβαση στήριξης του οδόντα από το μπροστινό μέρος, τότε η κατάσταση του θα ήταν καλύτερη απ΄ ό,τι είναι σήμερα, μετά τη σπονδυλοδεσία χωρίς όμως να είμαι σε θέση να καταλήξω σε κάποιο θετικό εύρημα ως προς το βαθμό που θα ήταν καλύτερη καθότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου ήταν κάπως αόριστη. Συγκρίνοντας τις δύο μεθόδους χειρουργικής επέμβασης, ο μάρτυρας είπε αρχικά ότι η επέμβαση που γίνεται από το μπροστινό μέρος του αυχένα και στηρίζεται ο οδόντας με κοχλία θα ήταν «αποτελεσματικότερη» χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, γιατί θα ήταν αποτελεσματικότερη και το βαθμό που θα ήταν αποτελεσματικότερη. Στη συνέχεια ανέφερε ότι θα αποφευγόταν «κατά μεγάλο μέρος» η παραμόρφωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς να δώσει και σε αυτή την περίπτωση οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις. Σε κάποιο άλλο στάδιο είπε ότι αν εφαρμοζόταν η πρώτη μέθοδος άμεσα θα υπήρχε «μεγάλη πιθανότητα» ο ενάγοντας να ήταν σε θέση να ξαναξεκινήσει το επάγγελμα του, χωρίς να διευκρινίσει πάλι τι θεωρούσε ο ίδιος «μεγάλη πιθανότητα». Πέραν τούτου παρατηρώ ότι ενώ αρχικά μιλούσε για «καλυτέρα αποτελέσματα» και «καλύτερες πιθανότητες», στο τέλος ισχυρίσθηκε ότι αν η επέμβαση γινόταν άμεσα ο ενάγοντας θα θεραπευόταν με «απόλυτη επιτυχία». Οι θέσεις αυτές δεν συνάδουν μεταξύ τους. Τόνισε επίσης επανειλημμένα ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της πρώτης επέμβασης ήταν ανάλογες και του χρόνου που θα γινόταν αυτή. Αν γινόταν τις πρώτες δύο μέρες μετά το ατύχημα, τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ καλύτερα παρά αν γινόταν πέντε μέρες μετά το ατύχημα, καθότι «το ρίσκο θα ήταν περισσότερο». Και σε αυτή την περίπτωση παρέλειψε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και να αναφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητικά στοιχεία πως θα διαμορφωνόταν η κατάσταση του ενάγοντα αν η επέμβαση καθυστερούσε κατά πέντε μέρες, ή κατά μερικές εβδομάδες ή μήνες και ποιο ήταν αυτό το ρίσκο στο οποίο αναφερόταν. Πέραν τούτου, η πιο πάνω φράση επιδέχεται διάφορες ερμηνείες, εννοούσε ότι θα ήταν επικίνδυνο να διενεργηθεί η συγκεκριμένη επέμβαση μετά την παρέλευση κάποιου χρόνου ή οι πιθανότητες επιτυχίας της επέμβασης θα ήταν λιγότερες. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε γύρω από τις επισκέψεις του ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο, κατά πόσο έπαιρνε μαζί του τις ακτινογραφίες του και αν του είχε ζητηθεί να υποβληθεί σε νέο ακτινολογικό έλεγχο. Το βάρος είναι στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει ότι οι γιατροί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν προς αυτόν. Το επίπεδο δεξιότητας που αναμένεται από επαγγελματία γιατρό είναι εκείνο της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Καθοδηγητική είναι η Αγγλική απόφαση Lanphier v Phipos[1], το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε σε σωρείαν άλλων υποθέσεων, στην οποία διαβάζουμε τα πιο κάτω. «. Every person who enters into a learned profession undertakes to bring to the exercise of it a reasonable degree of care and skill. He does not undertake, if he is an attorney, that at all events you shall gain your case nor does a surgeon undertake that he will perform a cure; Nor does he undertake to use the highest possible degree of skill. There may be persons who have higher education and greater advantages than he has, but undertakes to bring a fair, reasonable and competent degree of skill, and you will say whether, in this case, the injury was occasioned by the want of such skill in the defendant». Και στην απόφαση Bolam v Friern Hospital Management Committee[2]: «.But where you get a situation which involves the use of some special skill or competence, then the test as to whether there has been negligence or not is not the test of the man on the top of a Clapham omnibus, because he has not got this special skill. The test is the standard of the ordinary skilled man exercising and professing to have that special skill. A man need not possess the highest expert skill; it is well established law that it is sufficient if he exercise the ordinary skill of an ordinary competent man exercising that particular act». Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια σχετικές είναι οι αποφάσεις Χρίστος Αγγελή v Ανδρέα Βορκά
(2007)1 Α.Α.Δ. 761, Κυριακή Σ. Αθανασίου v Αντώνη Κουκούνη
(1997)1 Α.Δ.Δ. 614,
- Σε περίπτωση που κάποιος γιατρός παραλείψει να διαγνώσει μια κατάσταση η οποία θα ήταν προφανής σε οποιονδήποτε λογικό, ικανό γιατρό τότε είναι αμελής. Στην υπόθεση Mc Cormack v Redpath Brown & Co Ltd[3] λειτουργός του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών κρίθηκε αμελής καθότι παρέλειψε να εντοπίσει κάποια τρύπα στο κρανίο του ασθενή. Σε κάποιες περιπτώσεις η αμέλεια δημιουργείται όχι στη βάση ότι ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε κάνει σωστή διάγνωση αλλά στη βάση ότι θα έπρεπε να είναι προσεκτικός ότι υπήρχε κάτι σοβαρό. Η παράλειψη δε χρησιμοποίησης διαγνωστικών βοηθημάτων εφόσον τέτοια ήταν διαθέσιμα και τα οποία θα επέτρεπαν στο γιατρό να καταλήξει σε ακριβή διάγνωση, συνιστά στοιχείο αμέλειας[4]. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι όταν ο ενάγοντας μεταφέρθηκε, την 23.9.2006, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μετά από τροχαίο ατύχημα υπήρχε κάταγμα στον οδόντα του αυχένα και αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος που στις ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε τη συγκεκριμένη μέρα απεικονίζεται μια γραμμοειδής διαύγαση. Οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας απέτυχαν να αξιολογήσουν με τον ορθό τρόπο τη γραμμοειδή αυτή διαύγαση που απεικονιζόταν στις επίδικες ακτινογραφίες. Το πιο πάνω στοιχείο, ως είναι και η κοινή θέση και των δύο πλευρών θα έπρεπε να είχε θέσει τον θεράποντα γιατρό ή τους θεράποντες γιατρούς σε επιφυλακή ότι υπήρχε πιθανότητα κατάγματος. Οι συνέπειες δε ενός κατάγματος στο συγκεκριμένο σημείο που είναι κοινώς αποδεκτό ότι πρόκειται για ένα από τα πλέον ευαίσθητα σημεία του σώματος ήταν εύλογα προβλεπτές. Οι γιατροί που περιέθαλψαν τον ενάγοντα κατά τη διήμερη παραμονή του στο νοσοκομείο όφειλαν να εντοπίσουν τη γραμμοειδή διαύγαση και να παραπέμψουν τον ενάγοντα για περαιτέρω εξέταση και συγκεκριμένα σε αξονική τομογραφία. Η παράλειψη τους αυτή συνιστά αμέλεια. Για την περίοδο από 25.9.06 και μετέπειτα καμία θετική μαρτυρία έχει προσκομισθεί. Η μόνη μαρτυρία ήταν αυτή του ενάγοντα που κρίθηκε αναξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Το μόνο στοιχείο στο οποίο μπορώ να καταλήξω είναι ότι κατά την επίσκεψη της 12.12.2006 ο ενάγοντας παρέλειψε να πάρει μαζί του τις ακτινογραφίες, ημερομηνίας 23.9.2006 και ότι εκείνη ήταν η τελευταία επίσκεψη του ενάγοντα στο νοσοκομείο κατά την εν λόγω περίοδο. Η επόμενη επίσκεψη ήταν ένα περίπου χρόνο αργότερο τον Οκτώβρη του
- Ενόψει τούτου, δεν μπορώ να καταλήξω ότι οι γιατροί που τον εξέτασαν μετά την 25.9.2006 ήταν αμελείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο ενάγοντας στην υπεράσπιση που κατεχώρησε ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος υπήρξε αμελής καθότι παρέλειψε να παρέχει στον ενάγοντα «εξειδικευμένη και ή κατάλληλη θεραπεία». Με βάση τη μαρτυρία του δόκτορα Νεοφύτου η μόνη θεραπεία που θα μπορούσε να παρασχεθεί στον ενάγοντα ήταν η επέμβαση που θα γινόταν από το μπροστινό μέρος του αυχένα. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διενεργούνταν τέτοιου είδους επεμβάσεις και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη ότι δεν διενήργησαν μια επέμβαση που δεν θα ήταν πρακτικώς εφικτό να διενεργηθεί, εν πάση περιπτώσει. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι οι σωματικές βλάβες του ενάγοντα οφείλονται στην αποκλειστική και ή σε μεγάλο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης, ο ενάγοντας παρέλειψε να γνωστοποιήσει στους γιατρούς των εξωτερικών ιατρείων και του τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέστη το κάταγμα, οι οποίες ήταν ασύνδετες με το τροχαίο ατύχημα, στο οποίο είχε εμπλακεί. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι παρά τις οδηγίες των γιατρών ο ενάγοντας συνέχισε να εργάζεται ως οικοδόμος, γεγονός που επιδείνωσε την κατάστασή του και ή προκάλεσε το κάταγμα. Τέλος, παρέλειψε να ενημερώσει τις ιατρικές υπηρεσίες ότι «. αισθανόταν αιμωδίες και η συμπτωματολογία η οποία δυνατόν να οδηγούσε σε συμπέρασμα ύπαρξης κατάγματος». Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζει τις πιο πάνω θέσεις. Υπενθυμίζω ότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η γραμμοειδής διαύγαση που απεικονίζεται στις ακτινογραφίες, ημερομηνίας 23.9.2006, αποτελούσε ισχυρή ένδειξη ότι ο ενάγοντας είχε υποστεί κάταγμα. Σε σχέση δε με τις επαγγελματικές δραστηριότητες του ενάγοντα, ως αναφέρω αναλυτικά και πιο πάνω, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου ικανοποιητικά στοιχεία ότι αυτός εργαζόταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο ενώ δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της Δημοκρατίας, σε σχέση με τις επισκέψεις του ενάγοντα στο νοσοκομείο, για να μπορέσω να εξετάσω την τρίτη εισήγηση, ήτοι κατά πόσο ο ενάγοντας παρέλειψε να αναφέρει τις ενοχλήσεις που είχε. Σε σχέση με τις βλάβες του ενάγοντα θα ήθελα να επισημάνω, παρά το γεγονός ότι είναι αυτονόητο, ότι το κάταγμα δεν προκλήθηκε από την αμέλεια των γιατρών του νοσοκομείου αλλά από ανεξάρτητο λόγο για τον οποίο καμία ευθύνη φέρουν. Θεωρώ σκόπιμο να το αναφέρω αυτό καθότι στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης περιγράφεται ως απόρροια της ιατρικής αμέλειας και ο ενάγοντας καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρουσίαζε τους γιατρούς του γενικού νοσοκομείου ως τους μοναδικούς υπευθύνους για τη σημερινή κατάσταση του. Το σοβαρό αυτό κάταγμα προκάλεσε «κύφωση» του οδόντα, ο οδόντας έγειρε μπροστά με αποτέλεσμα να μειωθεί ο χώρος του σπονδυλικού καναλιού εντός του οποίου βρίσκεται ο νωτιαίος μυελός. Τονίζω ότι αυτά, ως ανέφερε και ο δρ. Νεοφύτου, ήταν οι άμεσες συνέπειες του κατάγματος και δεν μπορούν να αποδοθούν σε οποιανδήποτε πράξη ή παράλειψη των γιατρών. Αν η διάγνωση του κατάγματος γινόταν έγκαιρα τότε η χειρουργική επέμβαση θα ήταν διαφορετική από αυτή στην οποία υποβλήθηκε τελικά ο ενάγοντας. Η επέμβαση θα γινόταν από το μπροστινό μέρος της αυχενικής σπονδυλικής στήλης με ένα κοχλία ο οποίος θα έμπαινε μέσα στον οδόντα και θα τον εστήριζε. Με τη μέθοδο αυτή τα υπόλοιπα στοιχεία της αυχενικής σπονδυλικής στήλης, οι μυς, οι αρθρώσεις και οι συνδέσμοι θα έμεναν ανέπαφοι. Η μη έγκαιρη διάγνωση δημιούργησε, σύμφωνα με την έκθεση του δρ. Νεοφύτου παθολογικές ανατομικές αλλοιώσεις με οστεοχόνδρωση και πρόωρες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, κήλες δίσκων στο Α2/3 και Α3/4 με ανάστροφη κυρτότητα στο επίπεδο Α.1 και Α
- Σαν αποτέλεσμα της παραμόρφωσης προκλήθηκε στένωση του σπονδυλικού σωλήνα με πίεση του μηνιγγικού σάκκου στο ύψος Α2/
- Ο νωτιαίος μυελός εμφάνισε «ελίκωση για προσαρμογή του στην παθολογική ανατομία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης». Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι η πιθανότητα τα πλάγια τμήματα των σπονδύλων να παρουσιάσουν στένωση και ο σπονδυλικός σωλήνας να τύχει περαιτέρω στένωσης είναι μεγάλη. Υπάρχει μεγάλο «ρίσκο», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, παραπληγίας ή τετραπληγίας και την επόμενη δεκαετία θα χρειασθεί να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, επισημαίνω όμως ότι υπάρχει κενό στη μαρτυρία ως προς το χρόνο ή τους χρόνους που παρουσιάσθηκαν τα πιο πάνω, κατά πόσο ήταν λίγες μέρες, λίγες εβδομάδες ή λίγους μήνες μετά το ατύχημα. Ο δρ. Νεοφύτου καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε και σε εκτεταμένη βλάβη των αυχενικών σπονδύλων Α4-Α5 και Α5-Α6 ως απότοκο του κατάγματος και της μη έγκαιρης διάγνωσης αυτού. Τέτοιες σωματικές βλάβες όμως δεν περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Δεν θα λάβω υπόψη επίσης τη θέση του ενάγοντα ότι λόγω της κατάστασης του πάσχει από σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές, καθότι καμία μαρτυρία ειδικού έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με το θέμα αυτό. Ο ενάγοντας για να δικαιούται σε αποζημιώσεις θα πρέπει να καταδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της επιδειχθείσας αμέλειας και των ζημιών που έχει υποστεί. Αν οι ζημιές θα παρουσιάζονταν εν πάση περιπτώσει τότε η ζημιά δεν μπορεί να αποδοθεί στους θεράποντες γιατρούς. Στην Αγγλική απόφαση Fish v Kapour[5] όπου ο γιατρός παρέλειψε να διαγνώσει το κάταγμα στη σιαγόνα της ασθενούς που προέκυψε από εξαγωγή δοντιού, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι ο γιατρός ήταν αμελής, καμία ζημιά προέκυψε από την πιο πάνω παράλειψη του καθότι ακόμη και στη περίπτωση που διαγιγνώσκετο το τραύμα δεν θα μπορούσε να το θεραπεύσει. Διαβάζουμε σχετικά στη σελίδα 178 της απόφασης τα πιο κάτω: «.an action of this sort is an action in tort and not an action in contract. Being an action in tort of this nature, breach of duty does not avail a plaintiff unless it results in damage. The result is that, as there is no proof of any damage following on that failure to diagnose - if any damage following on that failure to diagnose - if there was failure, which I do not know - it means that the plaintiff cannot succeed in respect of possible neglect which took place on May 10 in failing to diagnose the existence of the fractured law». Στην υπόθεση Robinson v Post Office[6] ο εφεσείοντας είχε τραυματισθεί στην κνήμη κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Λίγες ώρες αργότερα επισκέφθηκε το γιατρό του ο οποίος του χορήγησε ένεση αντιτετάνου αφού πρώτα του χορήγησε μικρή δόση για να δει κατά πόσο ήταν αλλεργικός στο συγκεκριμένο εμβόλιο. Ο γιατρός αντί να περιμένει τριάντα λεπτά, ως ήταν η πρακτική που εφαρμοζόταν την εποχή εκείνη, περίμενε μόνο ένα λεπτό, προτού του χορηγήσει ολόκληρη τη δόση. Ο εφεισείοντας παρουσίασε λόγω του εμβολίου, εγκεφαλίτιδα που είναι μια από τις παρενέργειες που δυνατό να προκαλέσει η χορήγηση αντιτετάνου. Πρόκειται για σπάνια παρενέργεια. Το Δικαστήριο απάλλαξε το γιατρό από οποιαδήποτε ευθύνη παρά το γεγονός ότι τον έκρινε αμελή καθότι ακόμη και στην περίπτωση που ακολουθούσε τη σωστή πρακτική και περίμενε μισή ώρα, δεν θα παρουσιαζόταν οποιαδήποτε ένδειξη ότι υπήρχε πιθανότητα να υποστεί εγκεφαλίτιδα. Τέλος, στην υπόθεση S (A Minor) v North Birmingham HA[7] η αξίωση του ενάγοντα για καταβολή αποζημιώσεων απορρίφθηκε, παρά το γεγονός ότι υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων καθότι και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν ήταν αμελείς, ο ενάγοντας δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί έγκαιρα στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών έτσι ώστε να αποφύγει την καρδιακή προσβολή. Το βάρος είναι στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και των βλαβών που υπέστη. Το γεγονός ότι αποδείχθηκε αμέλεια δεν μετατοπίζει το βάρος απόδειξης στους ώμους της υπεράσπισης[8]. Το κάταγμα στον οδόντα του αυχένα, ως τόνισα και ανωτέρω, δεν έχει προκληθεί από το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό του Νοσοκομείου. Εάν αυτοί ήταν αμελείς να το διαγνώσουν, δεν είναι αρκετό μόνο να αποδειχθεί ότι η κατάσταση του ενάγοντα θα χειροτέρευε κατά την περίοδο της καθυστέρησης, θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί έγκαιρα και με την έγκαιρη αντιμετώπιση του θα αποφεύγετο η ζημιά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι ο ενάγοντας δεν έχει καθήκον να αποδείξει με απόλυτη βεβαιότητα ότι αν υπήρχε έγκαιρη διάγνωση η ζημιά θα αποφευγόταν αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι η ζημιά πιο πιθανόν θα αποφευγόταν αν υπήρχε έγκαιρη διάγνωση. Ως αναφέρει χαρακτηριστικά η Baroness Hale στην υπόθεση Gregg v Scott:[9] «. Damage is the gist of the action in negligence. The defendant owes a duty to take reasonable care of the claimant, the breach of which has caused the claimant actionable damage. The primary facts of what took place must be proved on the balance of probabilities. It must also be shown on the balance of probabilities that what the defendant negligently did or failed to do caused the claimant's damage. As Tony Weir (Tort Law
(2002)) pp 74-75) puts it: Classically all that need be shown is that it would probably have made a difference if the defendant had not been in breach of duty. Certainty is not required. The essential thing is to persuade the judge that the harm would probably have been avoided if the defendant had acted properly: it does not matter whether he is easily persuaded, because it is obvious, or is persuaded only with difficulty, because the matter is far from clear. The tendency to state the matter in terms of percentage is to be avoided. "More likely than not" is a matter of persuasion, not of proof». Ήταν η θέση του Δρ. Νεόφυτου Νεοφύτου, ότι αν το κάταγμα εντοπιζόταν έγκαιρα τότε ο ενάγοντας θα υποβαλλόταν άμεσα σε χειρουργική επέμβαση με τον τρόπο που είχε περιγράψει, ήτοι κάνοντας τομή από το μπροστινό μέρος του αυχένα και στηρίζοντας τον οδόντα με κοχλία. Σε περίπτωση που διενεργείτο η πιο πάνω επέμβαση τότε η κατάσταση του θα ήταν καλύτερη από τη κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Η επέμβαση αυτή δεν είναι, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, επέμβαση ρουτίνας αλλά επέμβαση που διενεργείται από εξειδικευμένο προσωπικό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης το συγκεκριμένο τραύμα απαιτούσε τη «.χρησιμοποίηση και ή άσκηση εξειδικευμένης ιατρικής δεξιότητας ή/και επιδεξιότητας ή/και εμπειρίας ή/και ικανότητας» και ιατρό, «.τοιαύτης εξειδικευμένης ή και κατάλληλης ειδικότητας ή/και εμπειρίας ή/και ικανότητας». Καμία μαρτυρία έχει τεθεί όμως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο η συγκεκριμένη επέμβαση με την τεχνοτροπία που περιέγραψε ο μάρτυρας θα μπορούσε να γίνει στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ή σε οποιοδήποτε ιατρικό κέντρο στην Κύπρο, δημόσιο ή ιδιωτικό. Το μόνο σχετικό επί του σημείου αυτού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δήλωση του Δρ. Νεοφύτου ότι «.η θεραπεία ποικίλλει αναλόγως των ικανοτήτων της κάθε κλινικής, σε μια νευροχειρουργική κλινική η οποία έχει ένα υπόβαθρο αυτό το κάταγμα έχρηζε χειρουργικής επέμβασης με την οποία θα σταθεροποιείτο ο οδόντας». Όλη η μαρτυρία του δρ. Νεοφύτου επικεντρώθηκε στο συγκεκριμένο σημείο, ήτοι ότι αν ο ενάγοντας υποβαλλόταν άμεσα στη συγκεκριμένη εγχείρηση η κατάσταση του θα ήταν πολύ καλύτερη παρά σήμερα, μετά από την επέμβαση με τη τεχνική της σπονδυλοδεσίας. Πουθενά όμως στη μαρτυρία του αναφέρει ότι υπήρχε οποιονδήποτε ιατρικό κέντρο που είχε τον αναγκαίο εξοπλισμό ως επίσης και το αναγκαίο ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό για να διενεργήσει τη συγκεκριμένη επέμβαση. Ενόψει τούτου, παραμένει άγνωστο κατά πόσο οποιαδήποτε νευροχειρουργική κλινική στην Κύπρο είχε το αναγκαίο «υπόβαθρο» για να διενεργήσει τέτοια επέμβαση κατά το συγκεκριμένο χρόνο, ήτοι αμέσως μετά το ατύχημα ή έστω και λίγο χρόνο αργότερα. Με βάση τη μαρτυρία του ιδίου γιατρού, προκύπτει έμμεσα ότι οι γιατροί στη Σουηδία που είχαν εκτελέσει τη σπονδυλοδεσία ήταν σε θέση το Μάιο του 2008 να εκτελέσουν και τη συγκεκριμένη επέμβαση, επέλεξαν όμως να μη το πράξουν λόγω του ορατού κινδύνου να δημιουργηθούν περισσότερες νευρολογικές απώλειες. Το γεγονός ότι οι Σουηδοί γιατροί ήταν σε θέση να εκτελέσουν την πιο πάνω επέμβαση το Μάιο του 2008, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι θα ήταν σε θέση να την εκτελέσουν και το Σεπτέμβριο του 2006 ή έστω λίγους μήνες αργότερα. Και αν ακόμη θεωρήσω ότι ήταν εις θέση να την εκτελέσουν το Σεπτέμβριο του 2006, αυτό δεν εξυπακούει ότι θα ήταν αντικειμενικά εφικτό ο ενάγοντας να μεταφερόταν στη Σουηδία και υποβαλλόταν σε εγχείρηση από τους Σουηδούς γιατρούς εντός δύο ημερών από την ημέρα του ατυχήματος ή έστω λίγο χρόνο αργότερα. Υπενθυμίζω ότι το βάρος ήταν στους ώμους του ενάγοντα να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία, πράγμα που παρέλειψε να πράξει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αφ΄ ης στιγμής καμία μαρτυρία έχει προσκομισθεί ότι η εξειδικευμένη αυτή εγχείρηση θα ήταν αντικειμενικά εφικτό να γίνει άμεσα ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των γιατρών και των ανατομικών αλλοιώσεων της σπονδυλικής στήλης του ενάγοντα και συγκεκριμένα των πρόωρων εκφυλιστικών αλλοιώσεων των κήλων των δίσκων στα επίπεδα Α2/3 και Α3/4 με ανάστροφη κυρτότητα στο επίπεδο Α1-Α2, και της στένωσης του σπονδυλικού σωλήνα, αλλοιώσεις οι οποίες θα αποφεύγονταν μόνο με τη διενέργεια της συγκεκριμένης επέμβασης. Και αν ακόμη δεχόμουνα ότι θα ήταν εφικτό ο ενάγοντας να υποβαλλόταν σε επέμβαση στην Κύπρο ή ακόμη και στο εξωτερικό σε κάποιο στάδιο αργότερα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία πότε ακριβώς αυτό θα ήταν εφικτό. Ο χρόνος στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν σύμφωνα με το δρ. Νεοφύτου υψίστης σημασίας καθότι οι πιθανότητες επιτυχίας της συγκεκριμένης επέμβασης μειώνονταν μέρα παρά μέρα. Διαφορετική θα ήταν η κατάσταση του αν υποβαλλόταν σε επέμβαση εντός δύο ημερών από την ημέρα του ατυχήματος παρά αν υποβαλλόταν εντός πέντε ημερών από την ημέρα του ατυχήματος. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω επίσης ότι κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει σε τι θα διέφερε η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα αν η διάγνωση γινόταν έγκαιρα. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα έπρεπε να απαντηθεί πρώτα το ερώτημα πότε θα ήταν εφικτό να γινόταν η επέμβαση. Αναλόγως της απάντησης στο πιο πάνω ερώτημα το Δικαστήριο θα ελάμβανε υπόψη τη κατάσταση του ως αυτή θα διαμορφωνόταν μετά την επέμβαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όλη η μαρτυρία του δρ. Νεοφύτου περιορίσθηκε σε μια μόνο περίπτωση, πώς θα ήταν η κατάσταση του ενάγοντα αν υποβαλλόταν σε επέμβαση εντός δύο ημερών από την ημέρα του ατυχήματος. Καμία θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ποια θα ήταν η κατάσταση του αν υποβαλλόταν σε επέμβαση μερικές μέρες ή μερικές εβδομάδες ή μήνες αργότερα, πέραν της γενικής δήλωσης ότι ο χρόνος λειτουργούσε σε βάρος της κατάστασης του. Το μόνο που ανέφερε ήταν ότι αν γινόταν έγκαιρα χειρουργική επέμβαση, χωρίς σπονδυλοδεσία με βίδες και πλατίνες, «θα αποφεύγονταν οι ζημιές που είχαν διαπιστωθεί ή θα αποφεύγονταν σε αυτό το σημαντικό βαθμό». Ούτε αυτή η δήλωση είναι βοηθητική για το Δικαστήριο καθότι πέραν του γεγονότος ότι δεν διευκρινίζει τη λέξη «έγκαιρα» τίθενται δύο εντελώς διαφορετικές θέσεις, ήτοι ότι θα αποφεύγονταν οι ζημιές και διαζευκτικά ότι θα αποφεύγονταν σε σημαντικό βαθμό. Σε σχέση δε με τη δεύτερη θέση δεν διευκρινίστηκε τι εννοούσε «σημαντικό βαθμό». Τις ίδιες αδυναμίες έχω εντοπίσει και σε σχέση με τη μαρτυρία του όσον αφορά τις επιπτώσεις που θα είχε η επέμβαση στην κατάσταση του ενάγοντα αν αυτή γινόταν άμεσα. Τις αδυναμίες αυτές τις περιγράφω αναλυτικά ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Επισημαίνω τα πιο πάνω για να καταδείξω τις δυσκολίες της υπό κρίση υπόθεσης όσον αφορά τον υπολογισμό των ζημιών, δυσκολίες που συχνά συναντούμε σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις που αφορούν ιατρικά θέματα. Παρόμοιο θέμα προβλημάτισε τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Gregg v Scott[10]. Η υπόθεση αφορούσε αγωγή εναντίον γιατρού για αμέλεια καθότι αυτός απέτυχε να αναγνωρίσει κατά την εξέταση του ασθενή ότι αυτός πιθανόν να είχε καρκίνο. Όταν ο ενάγοντας υπέδειξε στο γιατρό ότι, ήτοι τον εναγόμενο κάποιο όγκο, ο τελευταίος του είπε ότι πρόκειται για λίπωμα. Αυτή ήταν η πιο πιθανή εξήγηση, δυστυχώς όμως ήταν λανθασμένη. Ο ενάγοντας είχε καρκίνο στους λεμφαδένες, γεγονός που ανακαλύφθηκε ένα χρόνο αργότερα από κάποιο άλλο γιατρό. Μέχρι τότε ο όγκος είχε εξαπλωθεί και στο στήθος. Ο ενάγοντας είχε έντονους πόνους και αναγκάσθηκε να υποβληθεί σε έντονη χημειοθεραπεία. Η θεραπεία προσωρινά κατέστρεψε τον όγκο, υπήρξε όμως υποτροπή της κατάστασης του με αποτέλεσμα οι πιθανότητες επιβίωσης του ενάγοντα να περιορισθούν σε μεγάλο βαθμό. Ο ενάγοντας στην αγωγή που κατεχώρησε εναντίον του γιατρού προέβαλε τη θέση ότι αν η διάγνωση γινόταν έγκαιρα τότε υπήρχε μεγάλη πιθανότητα θεραπείας του. Η καθυστέρηση που προκλήθηκε μείωσε την προοπτική του για θεραπεία σε ποσοστό κάτω από το 50%. Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα που κατέθεσε η «θεραπεία» ισοδυναμούσε στο να κρατηθεί ο ασθενής στη ζωή για πάνω από 10 έτη. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο από τους εκατόν ασθενείς που προσβάλλονταν από τη συγκεκριμένη ασθένεια μόνο οι σαρανταδύο κατάφεραν να κρατηθούν στη ζωή για πάνω από δέκα χρόνια, νοουμένου ότι υποβάλλονταν άμεσα σε θεραπεία. Η καθυστέρηση στη διάγνωση στη συγκεκριμένη περίπτωση μείωσε τις πιθανότητες του ενάγοντα να κρατηθεί στη ζωή για τουλάχιστο 10 έτη από 42% σε 25%. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία ο Δικαστής έκρινε ότι η καθυστέρηση στη διάγνωση δεν αποστέρησε από τον ενάγοντα την προοπτική για θεραπεία καθότι πιθανόν να μην θεραπευόταν εν πάση περιπτώσει. Ενόψει τούτου απέρριψε την αγωγή. Ενώπιον του Εφετείου όσο και ενώπιον της Βουλής των Λόρδων προωθήθηκαν οι δύο πιο κάτω θέσεις: Ι. Ο ενάγοντας απέδειξε ότι η καθυστέρηση του προκάλεσε ζημιά καθ΄ ότι ο Δικαστής είχε δεχθεί ότι αν ελάμβανε θεραπεία νωρίτερα, ο καρκίνος δεν θα εξαπλωνόταν τόσο γρήγορα. Ενόψει τούτου εδικαιούτο αποζημιώσεις για αυτή τη ζημία η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει την μείωση της πιθανότητας να παραμείνει εν ζωή. ΙΙ. Η μείωση των πιθανοτήτων να παραμείνει εν ζωή, από μόνη της, αποτελούσε ζημιά η οποία θα μπορούσε να αποζημιωθεί. Και οι δύο πιο πάνω θέσεις απορρίφθησαν από την πλειοψηφία του Εφετείου και την πλειοψηφία της Βουλής των Λόρδων. Αποφασίστηκε ότι δεν μπορούσαν να επιδικασθούν αποζημιώσεις για τη μείωση καλύτερων προοπτικών για ένα θετικό αποτέλεσμα και δεν υπήρχε οποιαδήποτε δικαιολογία για την εισαγωγή στο κοινοδίκαιο τέτοιας ευθύνης. Ο Lord Hoffmann[11] προβαίνει σε ανάλυση διαφόρων αποφάσεων όπου είχε γίνει λάθος διάγνωση και συνοψίζοντας καταλήγει ότι όλα εξαρτώνται από την αιτιώδη συνάφεια. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω στη σελίδα 830, παρ. 79: «What these cases show is that, as Helen Reece points out in an illuminating article ("Losses of Chances in the Law
(1996)59 MRL 188) the law regards the world as in principle bound by laws of causality. Everything has a determinate cause, even if we do not know what it is. The fact that proof is rendered difficult or impossible because no examination was made at the time, as in Hotson' case, or because medical science cannot provide the answer, as in Wilsher's case, makes no difference. There is no inherent uncertainty about what caused something to happen in the past or about whether something which happened in the past will cause something to happen in the future. Everything is determined by causality. What we lack is knowledge and the law deals with lack of knowledge by the concept of the burden of proof». Στην ίδια απόφαση τονίζονται οι κινδύνοι από την υιοθέτηση διαφορετικής προσέγγισης και αναφέρονται χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «.a wholesale adoption of possible rather than probable causation as the criterion of liability would be so radical a change in our law as to amount to a legislative act. It would have enormous consequences for insurance companies and the National Health Service. .I think that any such change should be left to Parliament». Καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείτο ότι θα ήταν εφικτό όπως αυτός υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση με τον τρόπο που περιέγραψε ο δρ. Νεοφύτου, ήτοι με την τοποθέτηση κοχλία για στήριξη του οδόντα αμέσως μετά το ατύχημα ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Πέραν τούτου η μαρτυρία του ως προς το ποια θα ήταν η κατάσταση του αν αυτός υποβαλλόταν στη συγκεκριμένη επέμβαση είναι ασαφής και αόριστη. Για τους λόγους, αυτούς κρίνω ότι δεν είναι πρακτικά εφικτό να υπολογίσω τις γενικές αποζημιώσεις αν και αναγνωρίζω αυτό θα ήταν πολύ βοηθητικό σε περίπτωση που η απόφαση μου ανατρεπόταν κατ΄ έφεση. Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις παρατηρώ ότι αυτές έχουν συμφωνηθεί και δηλωθεί μεταξύ των μερών κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα τη 12.7.2013 και ως εκ τούτου ούτε το θέμα αυτό χρήζει εξέτασης. Ο ενάγοντας αξιώνει επίσης τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η επιδίκαση τέτοιας φύσεως αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σκοπό έχουν τη τιμωρία του παραβάτη. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εξαιρετικών αυτών περιπτώσεων. Η παράλειψη των θεραπόντων γιατρών είναι κατακριτέα όχι όμως σε βαθμό που να δικαιολογούσε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1838)8C P 475 [2] [1957] 1 W.L.R. 582,
- [3] The Times, November 6,
- [4]Medical Negligence Michael Jones, para. 4-02, Φ. Κωνσταντά και Α. Διέτη, του Ε.Δ. Λευκωσίας 9607/04 ημερ. 29.8.
- [5] [1948] 2 All ER
- [6] [1974] 2 All ER
- [7]
(1998)40 B.M.L.R. 103 CA. [8] Βλέπετε σχετικά Bonniungton Casting Ltd v Wardlaw [1956] 1 All ER 615, Bryce v Swan Hunter Group PLC [1988] 1 All ER
- [9] [1995] 4 All ER σελ.
- [10] [2005] 4 All ER
- [11] Απόφαση πλειοψηφίας σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο