← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΕΡΙΩΤΗΣ μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου ν. EUROLIFE LTD, Αρ. Αγωγής 6226/07, 7/3/2014

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΕΡΙΩΤΗΣ μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου ν. EUROLIFE LTD, Αρ. Αγωγής 6226/07, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6226/07 ΜΕΤΑΞΥ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΕΡΙΩΤΗΣ μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου Ενάγοντας -και- EUROLIFE LTD Εναγομένη --------------------- Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης 07 Μαρτίου 2014 Για τον ενάγοντα: αυτοπρόσωπη εμφάνιση Για την εναγομένη: κα Καουτζιάνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση ο ενάγων αιτείται· «Α. Αναστολή της διαδικασίας της πιο πάνω αγωγής μέχρι την αποπεράτωση της πολιτικής έφεσης την οποία καταχώρησε ο Αιτητής κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερ. 11/11/2013, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή.» Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.36 κκ 18 και 19 και Δ.45 κκ.1, 2, 3 και 9, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμος του 1962 (Ν.39/62)και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιπλέον, τυγχάνει υποστήριξης ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Για την ώρα σημειώνω ότι το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόμενων. Η ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους, εδράζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960άρθρο 47, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 κ.18, Δ.40 κκ.1, 9 και 11, Δ.48 κκ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που επικαλούνται οι εναγόμενοι άπτονται τόσο τύπου όσο και ουσίας. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η ένσταση είναι αβάσιμη και παράτυπη εφόσον επικαλείται θεσμούς που ουδεμία σχέση έχουν με το αίτημα. Επί της ουσίας υποστηρίζουν ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Στο ίδιο πλέγμα διατείνονται ότι ο ενάγων δεν παρέθεσε λεπτομέρειες που να αποκαλύπτουν επιτυχία της έφεσης που προώθησε και πως, εν πάση περιπτώσει, η προώθηση έφεσης δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής της διαδικασίας. Τέλος, είναι η θέση των εναγομένων ότι η αίτηση σκοπεί σε καθυστέρηση της διαδικασίας, ότι αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης του ενάγοντα και ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος θα ζημιώσει τους εναγόμενους εφόσον θα παρατείνει την εκκρεμοδικία. Δεν διαπιστώνω διάσταση σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα. Εν πάση περιπτώσει όσα ο ενάγων αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση διαπιστώνονται και από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι λοιπόν γεγονός ότι την 11.11.2013 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση (ruling) σε αίτημα που υπέβαλε ο ενάγων για εξαίρεση του Δικαστή από την εκδίκαση της υπόθεσης. Με την απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα. Ακολούθως ο ενάγων καταχώρισε έφεση και παράλληλα καταχώρισε και την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται αναστολή της διαδικασίας. Η έφεση που καταχώρισε ο ενάγων επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην επίδικη αίτηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγωγή βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη ακούσει μαρτυρία, δηλαδή τη μαρτυρία του ενάγοντα. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων. Αυτό γιατί η δήλωση εξαντλείται σε επανάληψη και επεξήγηση των λόγων ένστασης και δεν προσθέτει νέα γεγονότα. Εν κατακλείδι, σημειώνω ότι καμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Το πρώτο που πρέπει να διερευνηθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από τη θέση των εναγομένων ότι η αίτηση είναι ανυπόστατη εφόσον δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Επιβάλλεται η διερεύνηση να ξεκινήσει από αυτό το ζήτημα εφόσον τυχόν θετική κατάληξη τούτου καθιστά την αίτηση ανυπόστατη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Για το λόγου το ασφαλές σχετική είναι η υπόθεση Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 393, 397, στην οποία αναφέρθηκε ότι· «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της.» Έχω αναφέρει ήδη σε ποιους ακριβώς θεσμούς και άρθρα εδράζεται η αίτηση. Παρατηρώ εν προκειμένω ότι η Δ.36, η οποία τιτλοφορείται Μαρτυρία Γενικά, αποτελείται από πέντε μόνο κανονισμούς και συνεπώς η αναφορά στην επίδικη αίτηση σε κανονισμούς 18 και 19 της Δ.36 είναι άσχετη και βεβαίως λανθασμένη. Από την άλλη η Δ.45 τιτλοφορείται Παραλήπτες και το σύνολο τούτης ουδεμία σχέση έχει με αίτημα ως το επίδικο. Εν κατακλείδι, ούτε το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος όπως ούτε το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν οιανδήποτε σχέση με το διάταγμα που επιζητείται. Εις επίμετρον, υποδεικνύω ότι ο κ.18 της Δ.35 είναι εκείνος που παρέχει δικαιοδοτικό έρεισμα εξέτασης αιτήματος για αναστολή διαδικασίας. Επιβεβαιώνεται τούτο από τα λεχθέντα στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1Α Α.Α.Δ.1147, 1150 όπου αναφέρθηκε ότι· «Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18.». Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ.592, 597 και Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Β Α.Α.Δ.591, 594. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι οι θεσμοί και τα άρθρα που αναγράφονται στην επίδικη αίτηση δεν δικαιολογούν έκδοση του διατάγματος που επιζητείται. Εφόσον στην αίτηση αναφέρεται και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου επιβάλλεται να πραγματευτώ την αίτηση και υπό το φως αυτής της παραμέτρου. Όπως κατ' επανάληψη έχει λεχθεί οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου 'δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους' (βλ. Χαραλαμπίδης v. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1Β Α.Α.Δ.724). Επιπλέον, στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ.235 λέχθηκε ότι∙ «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ.1122)». Διερεύνηση της νομολογίας του κοινού δικαίου αναφορικά με το ζήτημα που εδώ απασχολεί, οδηγεί στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England 4th ed., vol. 37, στις παραγράφους 12, 13 και
  1. Σε αυτήν την τελευταία παράγραφο, 930, παρατίθεται, εξαντλητικά, το σύνολο των περιπτώσεων που η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου δύναται να οδηγήσει σε αναστολή της διαδικασίας. Εν τούτοις, καμία από τις εκεί αναφερόμενες περιπτώσεις εδράζεται επί τω ότι καταχωρίστηκε έφεση. Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου είναι ανίσχυρη να ικανοποιήσει το επίδικο αίτημα και συνεπώς επίκληση τούτης δεν υποστυλώνει το αίτημα. Παρ' ότι η νομική βάση της αίτησης δεν δικαιολογεί το διάταγμα που επιζητείται, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι προβληματίστηκα κατά πόσο χωρεί διάταγμα τροποποίησης της αίτησης, δίκην διόρθωσης της νομικής βάσης τούτης. Αυτός ο προβληματισμός έγκειται στο ότι η αίτηση κάνει αναφορά σε κανονισμούς 18 και 19, δηλαδή τους κατάλληλους κανονισμούς αν αναφερόταν η Δ.
  2. Προφανώς η παραπομπή στη Δ.36, που όπως προανέφερα δεν αποτελείται από δεκαεννέα κανονισμούς, συνιστά τυπογραφικό λάθος. Τούτο χωρίς να παραγνωρίζω ότι και η άλλη διαταγή που αναφέρεται στην αίτηση, Δ.45, επίσης είναι λανθασμένη, γεγονός που φανερώνει ότι το σφάλμα δεν οφείλεται σε εκτύπωση αλλά σε δικανική άγνοια. Η εξουσία για έκδοση διατάγματος διόρθωσης αίτησης έχει τύχει επεξήγησης στην υπόθεση Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1A A.A.Δ. 366, 376. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εντελώς λανθασμένη. Μπορεί κάποια στοιχεία να συνηγορούν σε τυπογραφικό λάθος, ως πιο πάνω έχει επεξηγηθεί, γεγονός όμως είναι πως καμία από τις διατάξεις των θεσμών ή τα άρθρα που αναφέρονται δικαιοδοτούν το αιτούμενο διάταγμα. Αυτή η παρατυπία εντοπίστηκε από τους εναγόμενους και μετουσιώθηκε σε λόγο ένστασης. Παρ' ότι η ένσταση καταχωρίστηκε την 20.01.2014 και επιδόθηκε στον ενάγοντα την 30.01.2014, ο τελευταίος δεν αποτάθηκε για διόρθωση του σχετικού ζητήματος. Κατ' επέκταση, εφόσον οι εναγόμενοι δεν παραιτήθηκαν του σφάλματος που από την πρώτη στιγμή εντόπισαν, ο ενάγων δεν έλαβε μέτρα διόρθωσής του, το σφάλμα έχει καταλυτική σημασία για την παραπέρα πορεία της αίτησης και τέλος, είναι αμφισβητούμενο κατά πόσο πρόκειται για παρατυπία καθ' ότι το σύνολο της νομικής βάσης είναι εσφαλμένο, κρίνω ορθό να μην ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία διορθώνοντας τη νομική βάση της αίτησης. Ως εκ των πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι η αίτηση είναι ανυπόστατη και ως τέτοια δεν δικαιολογεί και δεν υποστηρίζει το αίτημα. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, κρίνω ορθό να μην αφήσω αδιαπραγμάτευτη την ουσία της αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί 'Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό (νοείται στον κ.18 της Δ.35 που τυγχάνει εφαρμογής) σε stay of proceedings under the decision appealed from .δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση'. Το εν λόγω απόσπασμα εντοπίζεται στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 692. Αξίζει να επισημανθεί ότι στην υπόθεση Παπακόκκινου επιζητείτο η αναστολή της αγωγής μέχρι εκδικάσεως της έφεσης που αμφισβήτησε απόφαση του Δικαστηρίου όπως μη εξαιρεθεί από την εκδίκαση της αγωγής. Σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεως) Λτδ v. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1384, 1386. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) Η Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ. 18.» Από τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι ακόμη και αν η νομική βάση της επίδικης αίτησης ήταν ορθή, και πάλιν θα απορρίπτετο εφόσον η ενδιάμεση απόφαση για μη εξαίρεση δεν δημιουργεί και δεν επιβάλλει θετική υποχρέωση στα μέρη, ενώ από την άλλη η συνέχιση της ακρόασης και η ολοκλήρωση της εκκρεμοδικίας δεν είναι διαδικασία που εκπορεύεται από την απόφαση που έχει εφεσιβληθεί. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης είναι πανομοιότυπα με εκείνα της υπόθεσης Παπακόκκινου, πιο πάνω, όπου η αίτηση απορρίφθηκε και η απόρριψη επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ως εκ των πιο πάνω, ακόμη και αν η νομική βάση της αίτησης δικαιολογούσε τη θεραπεία που ζητείται, η αίτηση θα απορρίπτετο για λόγους ουσίας, ως έχει επεξηγηθεί. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως χρόνος καταβολής των εξόδων καθορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.