← Κύπρος

Λουκής Λουκαίδης ν. Ιορδάνη Νικόλα Κυριάκου κ.α., Αγωγή αρ.: 7437/2008, 21/3/2014

Λουκής Λουκαίδης ν. Ιορδάνη Νικόλα Κυριάκου κ.α., Αγωγή αρ.: 7437/2008, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7437/2008 Μεταξύ: Λουκής Λουκαίδης Ενάγων Και

  1. Ιορδάνη Νικόλα Κυριάκου
  2. Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ Εναγομένων 21 Μαρτίου, 2014 Για την ενάγοντα, εμφανίζεται ο κος Χρ. Κληρίδης για τους κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον εναγόμενο αρ. 1, εμφανίζεται ο κος Α. Δημητριάδης για τους κ.κ. Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ. 2, εμφανίζεται η κα Κ. Γεωργίου για τους κ.κ. Κάλια Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Λουκής Λουκαϊδης, δημόσιο πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, ως οι ίδιοι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) παραδέχονται, ασκεί πλέον ιδιωτικώς το επάγγελμα του δικηγόρου. Τα ακαδημαϊκά προσόντα και η επαγγελματική κατάρτιση ανέδειξαν τον Λουκή Λουκαϊδη, κατά το έτος 1975, στην νεαρή ηλικία των 38 ετών, Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και, ακολούθως, Μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («το Ε.Δ.Α.Δ.»). Η θητεία του σε αυτές τις διακεκριμένες δημόσιες υπήρξε πολυετής και αδιάλειπτη. Δια της αγωγής του ο Λουκής Λουκαϊδης εγκαλεί τους εναγομένους για τα αστικά αδικήματα της δυσφήμισης (defamation) και της επιζήμιας ψευδολογίας (injurious falsehood) (άρθρα 17 και 25, αντιστοίχως, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Διεκδικεί αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα, καθώς και την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Βάση για την αγωγή αποτελεί το ακόλουθο κείμενο, το οποίο υπογράφεται από τον εναγόμενο αρ. 1 και εδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», στη σελ. 44 του φύλλου της ημερ. 21.12.2008 (τεκμήριο 1). Η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» εκδίδεται από τους εναγομένους αρ.
  3. «Πώς να βγάλετε εύκολα €50.000 Η ευήθεια, κοινώς η βλακεία, συγχωρείται. Αλλά να σου ζητάνε να πληρώνεις κι από πάνω; Ε, αυτό ξεπερνάει τα όρια! Μαθαίνω από τα ΜΜΕ ότι μια νέα φοβερή και τρομερή προσφυγή θα κατατεθεί στο ΕΔΑΔ εναντίον της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, και θα αφορά, ειδικά για το Ην. Βασίλειο, την παραβίαση της υποχρέωσής του να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Η πρωτοβουλία αυτή έχει αναδειχθεί με άρθρα στον Τύπο, με συνέντευξη σε κυριακάτικη εφημερίδα και με μια σειρά emails και ενημερωτικού υλικού που έχουν σταλεί από οργανώσεις προσφύγων. Προς εντυπωσιασμό του παραλήπτη, εμπλέκεται και όνομα νομικού διεθνούς φήμης, ο οποίος με 500 ευρώ την ώρα θα συνδράμει τον δίκαιο αγώνα όσων προσφύγουν. Το κόστος του όλου εγχειρήματος θα φτάσει στο δυσθεώρητο ύψος των 50 χιλιάδων ευρώ. Μάλιστα, ο Κύπριος δικηγόρος που θα αναλάβει την υπόθεση αναφέρει ότι 'η επιδίκαση αποζημιώσεων και εξόδων προς όφελος των αιτητών είναι, πιστεύω, εξασφαλισμένη, έστω και αν αυτό συνεπάγεται κάποιο χρονικό διάστημα, το οποίο υπολογίζω περίπου στα 2 ή το πολύ 3 χρόνια». Αρχίζω με τα θέματα επαγγελματικής τάξης: Αν αυτός ο τόπος είχε σοβαρό επαγγελματικό όργανο, κάτι τέτοιοι τύποι δεν θα μπορούσαν ούτε περίπτερο να ανοίξουν, πόσο μάλλον δικηγορικό γραφείο. Ο κώδικας δεοντολογίας των δικηγόρων, που προβλέπει ότι «ο δικηγόρος οφείλει να μη διαβεβαιοί ποτέ τον πελάτη του ότι η υπόθεσή του θα επιτύχει, αλλά οφείλει να δίδει μόνον τη γνώμη του περί του βάσιμου ή μη της υποθέσεως», προφανώς, δεν έχει εφαρμογή για μεγαλοδικηγόρους. Περαιτέρω, η άγρα πελατών, απαγορεύεται ρητά από τον ίδιο κώδικα, ωστόσο, μια άνευ προηγουμένου διαφημιστική εκστρατεία έχει αναληφθεί συντονισμένα για να πειστούν συμπολίτες μας να καταβάλουν από 350 έως 500 ευρώ για να συμπεριληφθούν στην προσφυγή. Σςςςςςςς, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος κοιμάται........ Συνεχίζω με τα θέματα ουσίας: αλήθεια, πόσες προσφυγές χρειάζονται για να δικαιωθεί ο αγώνας μας; Η δικαστηριοποίηση του Κυπριακού δεν πρόκειται να πάρει κανέναν πρόσφυγα στο σπίτι του, δεν πρόκειται να αναστήσει κανένα νεκρό, δεν πρόκειται να γυρίσει το ρολόι πίσω και δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα. Εκτός ίσως από το οικονομικό πρόβλημα ορισμένων ξεδιάντροπων, που ζητάνε λεφτά από πρόσφυγες μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες, εργάτες και, εν πάση περιπτώσει, από ανθρώπους που δεν έζησαν δημοσία δαπάνη! Όσο για τις εκκρεμούσες υποθέσεις που αφορούν την παραβίαση των περιουσιακών δικαιωμάτων των εκτοπισμένων, το μέλλον τους θα κριθεί από μια ομάδα υποθέσεων που θα εξετασθούν στους επόμενους μήνες. Με δύο (και απλά) λόγια, το αν το ΕΔΑΔ θα στρέψει το ρεύμα προσφυγών προς την «επιτροπή αποζημιώσεων», θα το ξέρουμε σύντομα. Και μαζί θα μάθουμε και τον επίλογο σε αυτή τη βιομηχανία προσφυγών, που (υποτίθεται ότι) θα γονάτιζαν την Τουρκία. Εντάξει, η ευήθεια, κοινώς η βλακεία, συγχωρείται. Αλλά να σου ζητάνε να πληρώνεις κι από πάνω; Ε, αυτό ξεπερνάει τα όρια!» Στο δημοσίευμα δεν εμφανίζεται το όνομα του ενάγοντος και ούτε εμφανίζεται, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, το πρόσωπό του. Το δημοσίευμα καταλαμβάνει το εν τρίτο περίπου της 44ης σελίδας του συγκεκριμένου φύλλου της εφημερίδας και ευρίσκεται στο άνω δεξιό μέρος αυτής. Δια της έκθεσης απαίτησης προβάλλεται η ακόλουθη βάση αγωγής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο Έλληνες Κύπριοι εκτοπισθέντες, των οποίων τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται από την Τουρκία, ανέθεσαν στον ενάγοντα την ετοιμασία σημειώματος εν σχέσει με την κατάθεση, ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ., προσφυγής εναντίον της Τουρκίας. Οι πελάτες του ενάγοντος είναι οργανωμένοι σε σύνολα ως η «Ένωση Προσφύγων και Εκτοπισμένων Κυπρίων» και η «Κίνηση Κυπρίων Κτηματιών Κατεχομένων». Ο ενάγων ετοίμασε το σημείωμα, στο οποίο περιλαμβάνεται και η εισήγηση για συμπερίληψη, στην προσφυγή, και του Ηνωμένου Βασιλείου, ως συνενόχου της Τουρκίας, και το παρέδωσε στους πελάτες του. Αυτοί το εκυκλοφόρησαν στα ενδιαφερόμενα μέλη τους. Το σημείωμα διέρρευσε στον τύπο και, λόγω της σοβαρότητας του ζητήματος και της πρωτοτυπίας της εισήγησης περί συμπερίληψης, στην προσφυγή, και του Ηνωμένου Βασιλείου, προεκάλεσε έντονο δημόσιο και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Ο τύπος εζήτησε από τον ενάγοντα περισσότερες πληροφορίες και αυτός τις έδωσε. Τα έξοδα της διαδικασίας, ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ., υπελογίσθηκαν στο ποσόν των €50.
  4. Σχετικώς λήφθηκαν υπ΄ όψιν ο μεγάλος αριθμός των αιτητών, η ποικιλία των γεγονότων, τα έξοδα συλλογής και μελέτης ειδικών πληροφοριών (έγγραφα από κρατικά αρχεία του Ηνωμένου Βασιλείου), η περιπλοκότητα και η πρωτοτυπία των νομικών ζητημάτων, το ύψος ήδη επιδικασθέντων, από το Ε.Δ.Α.Δ., δικηγορικών εξόδων σε περιπτώσεις προσφυγών εναντίον της Τουρκίας, τα έξοδα ταξιδιού του ενάγοντος και του διεθνολόγου καθηγητή Allain Pellet, με τον οποίον ο ενάγων συνεργάσθηκε αρχικώς, καθώς και την αμοιβή του τελευταίου. Στις 21.12.2008 η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» εδημοσίευσε το επίδικο κείμενο στη σελ. 44 του φύλλου της. Παρά το ότι δεν τον κατονομάζει, το δημοσίευμα, αναφερόμενο σε «Κύπριο δικηγόρο», αποκαλύπτει σαφώς τον ενάγοντα. «..... Όλα τα μέλη των οργανωμένων συνόλων που ζήτησαν από τον ενάγοντα να αναλάβει την εν λόγω υπόθεση, το αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων που διάβασαν περί της εν λόγω υπόθεσης και του ρόλου του ενάγοντα σε σχέση με αυτή και άλλοι αντιλαμβάνονται ότι «ο Κύπριος δικηγόρος» στον οποίον αναφέρεται το δημοσίευμα είναι ο ενάγων και ότι οι υβριστικοί και δυσφημιστικοί αβάσιμοι ισχυρισμοί όπως αυτοί περιέχονται στο εν λόγω δημοσίευμα για τον εν λόγω «Κύπριο δικηγόρο» αναφέρονται στον Ενάγοντα» (δείτε στην παρά. 7 της έκθεσης απαίτησης). Οι υβριστικοί, δυσφημιστικοί και αβάσιμοι ισχυρισμοί είναι οι εξής: (α) «..... κάτι τέτοιοι τύποι δεν θα μπορούσαν ούτε περίπτερο να ανοίξουν, πόσο μάλλον δικηγορικό γραφείο ....», (β) «.... Η δικαστηριοποίηση του Κυπριακού δεν πρόκειται να πάρει κανένα πρόσφυγα στο σπίτι του, δεν πρόκειται να αναστήσει κανένα νεκρό, δεν πρόκειται να γυρίσει το ρολόι πίσω και δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα. Εκτός ίσως από το οικονομικό πρόβλημα ορισμένων ξεδιάντροπων, που ζητάνε λεφτά από πρόσφυγες μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και εργάτες και, εν πάση περιπτώσει, από ανθρώπους που δεν έζησαν δημοσία δαπάνη ....», (γ) «.... η άγρα πελατών απαγορεύεται ρητά από τον ίδιο κώδικα, ωστόσο μία άνευ προηγουμένου διαφημιστική εκστρατεία έχει αναληφθεί συντονισμένα για να πειστούν συμπολίτες μας να καταβάλουν από 350 έως 500 ευρώ για να συμπεριληφθούν στην προσφυγή ...» και (δ) «... η ευήθεια, κοινώς η βλακεία, συγχωρείται. Αλλά να σου ζητάνε να πληρώσεις κι από πάνω; Ε, αυτό ξεπερνάει τα όρια!». Οι ισχυρισμοί αυτοί παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως έναν άνθρωπο τιποτένιο, αναξιοπρεπή και ανάξιο να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα (οι υπό (α) ισχυρισμοί), ως έναν άνθρωπο ξεδιάντροπο, αδίστακτο και καιροσκόπο, ο οποίος ενεργεί με ευτελή κίνητρα και επιδιώκει να εισπράξει χρήματα από πρόσφυγες και άλλους (οι υπό (β) ισχυρισμοί), έναν δικηγόρο ο οποίος επιδίδεται σε άγρα πελατών ( οι υπό (γ) ισχυρισμοί) και ως έναν βλάκα ή ως έναν ο οποίος εκμεταλλεύεται την βλακεία των άλλων για ίδιον όφελος (οι υπό (δ) ισχυρισμοί) (δείτε στην παρά. 8 της έκθεσης απαίτησης). Το δημοσίευμα είναι ψευδές, δυσφημιστικό, συκοφαντικό, κακόβουλο, κακόπιστο και ζημιογόνο. Το δημοσίευμα προεκάλεσε ζημιά στην υπόληψη, την αξιοπιστία, το επάγγελμα και την κοινωνική θέση του ενάγοντος. Η κακή πίστη και η κακοβουλία των εναγομένων προκύπτει από τα εξής: (α) Δεν έγινε οιαδήποτε και/ή δέουσα έρευνα για να διαπιστωθούν τα πραγματικά γεγονότα και ούτε ερωτήθηκε σχετικώς ο ενάγων. (β) Το δημοσίευμα ευρίσκεται εκτός των ορίων της υπεύθυνης δημοσιογραφίας και κριτικής και συνιστά προσωπική επίθεση εναντίον του ενάγοντος. (γ) Οι εναγόμενοι δεν ανεσκεύασαν και ούτε απολογήθηκαν. (δ) Στο δημοσίευμα χρησιμοποιείται ανεπίτρεπτη και υπερβολική ορολογία π.χ. «ορισμένων ξεδιάντροπων», «κάτι τέτοιοι τύποι». Δια της κοινής υπεράσπισής τους, οι εναγόμενοι δέχονται πώς η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» εκδίδεται από τους εναγομένους αρ. 2 και πώς αυτή κυκλοφορεί παγκυπρίως. Δέχονται, επίσης, πώς ο εναγόμενος αρ. 1 είναι δικηγόρος και πληροφορούν για το γεγονός πώς αυτός αρθρογραφεί στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» από το έτος 2005, σε στήλη η οποία υπήρξε και εξακολουθεί να είναι «επιτυχημένη στήλη άποψης», ασχολουμένη με ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας, πολιτικά, κοινωνικά και νομικά (δείτε στην παρά. 3 της υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι δέχονται πώς στις 21.12.2008 εδημοσιεύθηκε, στη σελ. 44 της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», το επίδικο κείμενο. Όμως, απορρίπτουν τις αιτιάσεις του ενάγοντος εν σχέσει με το δημοσίευμα και προβάλλουν τις ακόλουθες ποικίλες, πολυσχιδείς και διαζευκτικές υπερασπίσεις:

(1)Το δημοσίευμα δεν αναφέρεται στον ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, δια της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων δεν δίδει τις απαιτούμενες πληροφορίες εν σχέσει με τα ειδικά γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να εγνώριζε κάποιος για να αντιληφθεί πώς το δημοσίευμα αναφερόταν στον ίδιο. Ούτε δίδει λεπτομέρειες εν σχέσει με την ταυτότητα των αναγνωστών οι οποίοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν τα γεγονότα αυτά, αντελήφθηκαν ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ίδιο.
(2)Η έκθεση απαίτησης είναι κακώς συντεταγμένη γιατί δεν διευκρινίζει κατά πόσον ο ενάγων βασίζεται στην φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων ή σε υπαινιγμό (innuendo). Εάν δε ισχύει το τελευταίο, δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες και /ή επαρκείς λεπτομέρειες σχετικές με τον υπαινιγμό (innuendo).
(3)Το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό.
(4)Εάν ήθελε φανεί πώς το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα και πώς αυτό είναι δυσφημιστικό, τότε ισχύουν οι υπερασπίσεις της αληθείας (justification) και/ή του έντιμου σχολίου (fair comment) και/ή του υπό επιφύλαξιν προνομίου (conditional / qualified privilege). Προβάλλοντας την υπεράσπιση της αληθείας, οι εναγόμενοι δικογραφούν ως αληθή γεγονότα τα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο εκκρεμούσαν ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. πολλές προσφυγές Ελλήνων Κυπρίων εναντίον της Τουρκίας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι προσφυγές αυτές αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο απόρριψης επειδή δεν προηγήθηκε προσφυγή στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων» που συνεστήθηκε στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων προεκάλεσε και /ή ανέχθηκε τη δημοσιότητα εν σχέσει με την πρόθεσή του να καταθέσει, ως δικηγόρος, νέα προσφυγή ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. και πάλιν εκ μέρους Ελλήνων Κυπρίων των οποίων τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται από την Τουρκία. Η νέα αυτή προσφυγή, της οποίας το κόστος θα ήταν υψηλό, ανερχόμενο στο ποσόν των €50.000, θα κατεχωρίζετο και εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο ενάγων ανέλυσε δημοσίως την σχετική προσέγγιση και μεθοδολογία του και την επαρουσίασε ως έχουσα πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο ενάγων επαρουσίασε, επίσης, την επιδίκαση αποζημιώσεων και εξόδων υπέρ των αιτητών ως εξασφαλισμένη. Αυτά πράττοντας ο ενάγων ενδεχομένως να διέπραξε «άγρα πελατών» και να παρεβίασε τις σχετικές πρόνοιες των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών. Περαιτέρω, αυτά πράττοντας, ο ενάγων προώθησε μια διαδικασία ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. αμφίβολης νομικής και πολιτικής ορθότητας και υπεστήριξε συγκεκριμένη «σχολή σκέψης», σύμφωνα με την οποίαν η μαζική προσφυγή Ελλήνων Κυπρίων ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. εναντίον της Τουρκίας είναι επωφελής γιατί θα εκθέσει την Τουρκία διεθνώς και γιατί θα την πιέσει να επιλύσει το Κυπριακό πρόβλημα. Όσον αφορά στο ζήτημα αυτό, δεύτερη «σχολή σκέψης» υποστηρίζει πώς το Κυπριακό «είναι θέμα πολιτικό και όχι νομικό και ως τέτοιο πρέπει να λυθεί», εντοπίζει δε κινδύνους εξ αιτίας της μαζικής προσφυγής Ελλήνων Κυπρίων ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. (δείτε στην παρά. 13 της υπεράσπισης). Προβάλλοντας την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου, οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν, ως αληθή γεγονότα, όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω. Προσθέτουν πώς η δεοντολογία των δικηγόρων, η λύση του Κυπριακού προβλήματος, η μέθοδος για την επίτευξη της λύσης και το είδος της, οι προσφυγές των Ελλήνων Κυπρίων ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. και τα δικηγορικά έξοδα αυτών αποτελούν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Υπό τις περιστάσεις, το δημοσίευμα αποτελεί εύλογο σχόλιο επί των εξής ζητημάτων δημόσιου ενδιαφέροντος: (α) Εγείρεται ζήτημα παραβίασης, εκ μέρους του ενάγοντος, του κώδικος δεοντολογίας των δικηγόρων, ο δε Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος αδρανεί. (β) Η καταχώριση της συγκεκριμένης προσφυγής είναι εσφαλμένη από πολιτική άποψη. (γ) Το υψηλό κόστος το οποίο συνεπάγεται η καταχώριση της συγκεκριμένης προσφυγής, το οποίο θα κληθούν να καταβάλουν οι αιτητές. Προβάλλοντας την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξιν προνομίου οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όσα αναφέρουν ως αληθή γεγονότα εν σχέσει με τις υπερασπίσεις της αληθείας και του εύλογου σχολίου και προσθέτουν τα εξής: Η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», ασχολουμένη με θέματα τα οποία ενδιαφέρουν το κοινό της Κύπρου, είχε ηθικό και /ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει το επίδικο κείμενο. Οι εναγόμενοι εδημοσίευσαν το επίδικο κείμενο εκ καθήκοντος, εκπληρώνοντας την νόμιμη υποχρέωσή τους να πληροφορούν το κοινό, αναγνωρίζοντας το νόμιμο δικαίωμα του κοινού να πληροφορείται και ασκώντας το δικαίωμά τους να μεταδίδουν πληροφορίες και απόψεις.
(5)Η έκθεση απαίτησης είναι κακώς συντεταγμένη όσον αφορά στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Κατεχωρίστηκε απάντηση δια της οποίας ο ενάγων παραπέμπει στο αρχικό δικόγραφό του και απορρίπτει τις υπερασπίσεις. Επιμένει πώς το δημοσίευμα αναφέρεται στον ίδιο και πώς είναι ψευδές, παραπλανητικό, αυθαίρετο, κακόβουλο και κακόπιστο και συνιστά προσωπική επίθεση εναντίον του. Ως λεπτομέρειες της κακοπιστίας και κακοβουλίας των εναγομένων ο ενάγων επικαλείται τα εξής:
(1)Το δημοσίευμα είναι διατυπωμένο σε ύφος επιθετικό, προκλητικό, ειρωνικό και υβριστικό, και δεν συνάδει με το πρότυπο της υπεύθυνης δημοσιογραφίας.
(2)Το δημοσίευμα δεν αποδίδει τα πραγματικά γεγονότα για τα οποία οι εναγόμενοι αδιαφόρησαν.
(3)Δεδομένου του ύφους, του ήθους και του περιεχομένου του, το δημοσίευμα στόχευε στην προσωπική επίθεση εναντίον του ενάγοντος, τον οποίον παρουσιάζει να παρανομεί, να συμπεριφέρεται αντιδεοντολογικά, να ενεργεί με ιδιοτέλεια και να συμμετέχει σε οικονομική διαπλοκή. Κρίνεται απαραίτητη η σκιαγράφηση του πλαισίου εκδίκασης υποθέσεων ως η προκειμένη όπου αιτία αγωγής αποτελούν τα αστικά αδικήματα της δυσφήμισης (defamation) και της επιζήμιας ψευδολογίας (injurious falsehood), όπου το επίδικο δημοσίευμα δεν κατωνομάζει τον ενάγοντα και ούτε παρουσιάζει την όψη του, και όπου οι εναγόμενοι προβάλλουν τις υπερασπίσεις της αληθείας (justification), του έντιμου σχολίου (fair comment) και του προνομίου υπό επιφύλαξη (conditional / qualified privilege). Για να επιτύχει στις αξιώσεις του επί τη βάσει του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης ο ενάγων θα πρέπει, κατ' αρχάς, να αποδείξει ότι το επίδικο κείμενο (α) εδημοσιεύθηκε, δηλαδή μετεδόθηκε σε ένα τουλάχιστον άτομο πλην του ιδίου, (β) αναφέρεται σε αυτόν, δηλαδή δηλώνει την ταυτότητά του, και (γ) είναι δυσφημιστικό (άρθρο 17 του Κεφ. 148). Εφ' όσον οι λέξεις δεν είναι αφ' εαυτών δυσφημιστικές, προηγείται η εξέταση του κατά πόσον το επίδικο κείμενο, πράγματι, εδημοσιεύθηκε και, πράγματι, αναφέρεται στον ενάγοντα. Στην περίπτωση κατά την οποίαν το δημοσίευμα δεν αναφέρει το όνομα του ενάγοντος και ούτε παρουσιάζει το πρόσωπό του, θεωρείται ότι αυτό αναφέρεται στον ενάγοντα εάν ο μέσος συνετός αναγνώστης, ο οποίος γνωρίζει ειδικά γεγονότα, θα μπορούσε εύλογα να αντιληφθεί, και, πράγματι, αντελήφθηκε, το επίδικο δημοσίευμα να αναφέρεται σε αυτόν. Ως μέσος συνετός αναγνώστης θεωρείται αυτός που βρίσκεται μεταξύ των υπερβολικώς καχυπόπτων και των υπερβολικώς αφελών. Ο ενάγων δικαιούται να καλέσει μάρτυρες για να βεβαιώσουν τον ισχυρισμό του ότι αντελήφθηκαν τα επίδικα δημοσιεύματα να αναφέρονται σε αυτόν. Τα ειδικά γεγονότα, τα οποία μνημονεύονται πιο πάνω, είναι ουσιώδη και, κατ΄ αρχήν, πρέπει να δικογραφηθούν και να αποδειχθούν με μαρτυρία. Επιπλέον, ο ενάγων οφείλει, κατ΄ αρχήν, να αποκαλύψει, δια των δικογράφων του, ποία συγκεκριμένα πρόσωπα εγνώριζαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα ειδικά αυτά γεγονότα και, έτσι, διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα, αντελήφθηκαν ότι αυτό τον αφορούσε. Σε αυτές τις κατ΄ αρχήν υποχρεώσεις του ενάγοντος καταλήγει το Αγγλικό Εφετείο στην απόφαση Fullum v. NewcastleChronicle
(1977)3 All E.R. 32. Η απόφαση αυτή αφορά σε δημοσίευμα το οποίο δεν ήταν εξ όψεως δυσφημιστικό (ex facie defamatory) και επί τη βάσει των εκεί λεχθέντων προκύπτουν στα εξής: Παρά το ότι στις αγωγές που αφορούν σε δημοσιεύματα δεν αποτελεί συνήθη πρακτική η δικογράφηση των ειδικότερων ενεργειών της δημοσίευσης, εντούτοις, εάν στο δημοσίευμα δεν κατωνομάζεται ο ενάγων και εάν η αναγνώρισή του απαιτεί τη γνώση ειδικών γεγονότων, τότε, επιπλέον της δικογράφησης των ειδικών αυτών γεγονότων, απαιτείται και η δικογράφηση των ονομάτων όσων εδιάβασαν το επίδικο δημοσίευμα, οι οποίοι επειδή ακριβώς εγνώριζαν τα γεγονότα αυτά, το αντελήφθηκαν να αναφέρεται στον ενάγοντα. Σε τέτοια περίπτωση τόσον τα ειδικά γεγονότα όσον και η ταυτότητα των αναγνωστών αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία πρέπει, κατ΄ αρχήν, να δικογραφούνται (Δ.19 Θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών - δείτε, επίσης, την απόφαση Morgan v. Odhams Press Ltd
(1971)2 ALL E.R. 1156, Halsbury's Laws of England, fourth edition, Vol. 28, παρά. 39, Winfield and Jolowicz on Tort, sixteenth edition, Sweet and Maxell, 2002, σελ. 421-3). Ο γενικός αυτός κανόνας παρουσιάζει εξαίρεση. Στην περίπτωση κατά την οποίαν το επίδικο κείμενο δημοσιεύεται σε εφημερίδα γενικής και ευρείας κυκλοφορίας, αυτό περιέχει αρκετά στοιχεία αναγνώρισης του ενάγοντος και ο τελευταίος βασίζεται στη συνήθη και φυσική έννοια των λέξεων και όχι σε οιονδήποτε υπονοούμενο, τότε, δεν υφίσταται η υποχρέωση της περαιτέρω δικογράφησης, ως η υποχρέωση αυτή αναλύεται πιο πάνω. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Στυλιανού
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 632, 638-9: «Ο γενικός κανόνας αναφορικά με την Έκθεση Απαιτήσεως σε υποθέσεις δυσφήμισης αναφέρεται στο σύγγραμμα Duncan and Neill, Defamation
(1978)στη σελ. 37, όπου αναγράφεται ότι όταν ο ενάγων στηρίζεται σε αληθινό υπονοούμενο, το οποίο ονομάζεται και νομικό υπονοούμενο, είναι, γενικά, απαραίτητο ο ενάγων να περιλάβει στο δικόγραφο του και να αποδείξει (α) ότι οι λέξεις απευθύνονταν προς συγκεκριμένο άτομο ή άτομα, και (β) ότι το συγκεκριμένο άτομο ή άτομα γνώριζαν τα ειδικά γεγονότα που θα τους έδιναν τη δυνατότητα να αντιληφθούν πώς οι λέξεις στο υπονοούμενο αναφέρονταν στον ενάγοντα. Ουσιαστικές για το θέμα αυτό είναι και οι αποφάσεις Fullam v. Nwecastle Chronicle and Journal Ltd
(1977)1 W.L.R. 651 και Grappelli v. Derek Block Ltd
(1981)1 W.L.R. 822 στις οποίες επιβεβαιώθηκε ο προαναφερόμενος γενικός κανόνας, όμως οι Δικαστές Scarman L.J. στην πρώτη υπόθεση και Dunn L.J. στην δεύτερη υπόθεση εξέφρασαν τη θέση ότι υπάρχουν υποθέσεις που συνιστούν εξαίρεση στο γενικό κανόνα και τέτοιες υποθέσεις είναι εκείνες όπου το δημοσίευμα γίνεται σε εφημερίδα εθνικής εμβέλειας με ευρεία κυκλοφορία, στις οποίες η μόνη εύλογη υπόθεση που μπορεί να γίνει είναι ότι κάποιοι από τους αναγνώστες της εφημερίδας πρέπει να είχαν γνώση των γεγονότων εκείνων που ήταν απαραίτητα για να αντιληφθούν σε ποιον αναφέρεται το υπονοούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση το δημοσίευμα έγινε σε εφημερίδα που κυκλοφορεί σε ολόκληρη την Κύπρο και που δημοσιεύεται και στο διαδίκτυο. Κρίνουμε επομένως ότι η Έκθεση Απαιτήσεως του εφεσίβλητου - ενάγοντα δεν ήταν ελαττωματική ούτε ανεπαρκής και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν απαραίτητο ο εφεσίβλητος - ενάγων να περιλάβει στο δικόγραφο του ειδικά γεγονότα ούτε και να συγκεκριμενοποιήσει άτομα ή κατηγορίες ατόμων που γνώριζαν τέτοια γεγονότα και μπορούσαν να αντιληφθούν σε ποιον αναφερόταν το δημοσίευμα. Στην υπόθεση αυτή το δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» έδινε επαρκή στοιχεία που φωτογράφιζαν τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, ότι δηλαδή ήταν Ανώτατος Αξιωματούχος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού ο οποίος μερικούς μήνες προηγουμένως είχε τελέσει εγκαίνια μάντρας πολυτελών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και είναι λογικό να βασιστούμε στην υπόθεση ότι κάποιοι από τους αναγνώστες της εφημερίδας αυτής γνώριζαν τα στοιχεία αυτά και επομένως μπορούσαν να αντιληφθούν πώς το δημοσίευμα αναφερόταν στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, στον οποίο αποδιδόταν ότι ως αμοιβή για τα εγκαίνια που τέλεσε πήρε δύο δωρεάν αυτοκίνητα. Ακόμα παρατηρούμε πώς ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν βασίστηκε, στην Έκθεση Απαίτησης του, σε οποιοδήποτε αληθινό ή νομικό υπονοούμενο (το οποίο έπρεπε να αποδείξει) αλλά στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Επομένως κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης αβάσιμο». Στις περιπτώσεις όπου το εγκαλούμενο δημοσίευμα δεν κατονομάζει τον ενάγοντα, η πρόθεση του συντάκτη είναι αδιάφορη. Είναι αδιάφορο το κατά πόσον ο συντάκτης είχε τον ενάγοντα ως στόχο του κειμένου του. Κρίσιμο παραμένει το γεγονός κατά πόσον ένας λογικός αναγνώστης θα αντιλαμβανόταν το δημοσίευμα να αναφέρεται, να στοχεύει τον ενάγοντα (απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 15/2009 Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, 20.07.2012). Ορισμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό όταν τείνει να θίξει τη φήμη και την αξιοπρέπεια του ενάγοντος ως ατόμου και/ή ως επαγγελματία. Για να κριθεί κατά πόσον ορισμένο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι η γνώμη του ενάγοντος και άλλων συγκεκριμένων προσώπων είναι αδιάφορη. Το ζήτημα κρίνεται από το Δικαστήριο, η θέση του οποίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 116/2008 Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.α., ημερ. 15.3.2011). Το Δικαστήριο εξετάζει, κατ' αρχάς, ποιά σημασία έχουν οι λέξεις για το μέσο συνετό ενήλικα. Και η σημασία αυτή δεν προκύπτει από μία νομική ερμηνεία των λέξεων εφ' όσον ο μέσος συνετός ενήλικας ερμηνεύει τις λέξεις με περισσότερη ελευθερία απ' ό,τι οι νομικοί. Ο μέσος συνετός ενήλικας αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεων επί τη βάσει των γενικών γνώσεων και εμπειριών του για τα όσα συμβαίνουν παγκοσμίως. Εάν οι λέξεις έχουν περισσότερες της μίας σημασίες, θετικές και αρνητικές, τότε το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιορίζεται στις αρνητικές για να καταλήξει να αποδώσει δυσφημιστικό χαρακτήρα σε αυτές. Επίσης, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην ερμηνεία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον τόπο και τον χρόνο του δημοσιεύματος καθώς και την κρατούσα κοινή γνώμη επί του ζητήματος (απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 118/2008 Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη, ημερ. 4.3.2012). Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει τη σημασία των λέξεων, τότε προχωρεί να αποφασίσει κατά πόσον αυτές δυσφημούν τον ενάγοντα (Halsbury's (ανωτέρω), παρά. 42 επ.). Στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 856, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι, κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης, απασχολεί η προστασία και η εξισορρόπηση δύο ανθρώπινων δικαιωμάτων: (α) του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («η Σύμβαση») και (β) του δικαιώματος της προστασίας της φήμης και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 2 της Σύμβασης. Ανατρέχοντας δε στη νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. σημείωσε την τάση του να περιορίζει το δικαίωμα της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο αναγνωρίζεται υψηλή αξία. Ο εναγόμενος, με τη σειρά του, ο οποίος προβάλλει την υπεράσπιση της αληθείας (justification), θα πρέπει να δικογραφήσει και να αποδείξει πως τα όσα ο ενάγων θεωρεί ως δυσφημιστικά είναι αληθή ή επί της ουσίας αληθή (άρθρο 19(α) του Κεφ. 148, Halsbury's (ανωτέρω), παρα. 108 επ. και Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ. 429 επ.). Η υπεράσπιση της αληθείας, στην περίπτωση που ορισμένο δημοσίευμα κριθεί ως δυσφημιστικό για συγκεκριμένο πρόσωπο, πετυχαίνει εφ΄ όσον τόσον οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσον και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα τα οποία εξάγονται από το δημοσίευμα αυτό αποδεικνύονται αληθή ή επί της ουσίας αληθή (Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1124, 1130, Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ. 429-435). Η υπεράσπιση της αληθείας αφορά μόνον σε δηλώσεις γεγονότων και όχι σε σχόλια (Τ.Μ.P. Agents v. SABA and Co. (T.M.P.)
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 448). Εφ' όσον η επί της ουσίας αλήθεια ορισμένου δημοσιεύματος επαρκεί για τη θεμελίωση της υπεράσπισης της αληθείας ο εναγόμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει ότι κάθε επιμέρους δήλωση, περιεχομένη στο δημοσίευμα, η οποία δεν προσθέτει στην κατηγορία εναντίον του ενάγοντος ή η οποία δεν είναι αφ' εαυτής αγώγιμη, είναι αληθής. Εν πάση περιπτώσει, οι δημοσιογράφοι δικαιούνται να είναι, σε κάποιο βαθμό, υπερβολικοί ακόμα και όταν αναφέρονται σε γεγονότα (Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (ανωτέρω)). Κατά την εξέταση της υπεράσπισης της αληθείας κρίσιμη είναι μόνον η αλήθεια του δημοσιεύματος. Το κατά πόσον το δημοσίευμα αφορά σε ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και το κατά πόσον ο εναγόμενος υπήρξε κακόπιστος δεν ενδιαφέρουν (Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. (ανωτέρω), 1130-1). Ο εναγόμενος ο οποίος προβάλλει την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου (fair comment) θα πρέπει να δικογραφήσει και να αποδείξει πώς το δημοσίευμα συνιστά (α) σχολιασμό, (β) επί θέματος δημοσίου συμφέροντος, (γ) ο οποίος βασίζεται σε γεγονότα τα οποία είναι αληθή και (δ) ο οποίος είναι δίκαιος, υπό την ευρεία έννοια του όρου (άρθρο 19(β) του Κεφ. 148, Halsbury's (ανωτέρω), παρά. 131 επ., T.M.P. Agents v. Saba and Co (T.M.P.) (ανωτέρω), απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 54/2006 Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλα Παπαδόπουλου, ημερ. 30.01.2012). Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εξουδετερώνεται εάν ο ενάγων αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε με καλή πίστη. Η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξιν προνομίου (conditional / qualified privilege), ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 21
(1)(α) του Κεφ. 148, προϋποθέτει (α) την ύπαρξη ειδικής σχέσης μεταξύ του προσώπου το οποίο προβαίνει στη δημοσίευση και του προσώπου το οποίο την λαμβάνει, συνεπαγομένη το νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον του πρώτου να δημοσιεύσει το συγκεκριμένο κείμενο και το αντίστοιχο συμφέρον του δευτέρου να το λάβει, (β) ότι η δημοσίευση δεν έγινε κακόπιστα και (γ) ότι η δημοσίευση περιορίζεται στα σχετικά και ανάλογα (Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτης
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1803). Το δυσφημιστικό κείμενο, το οποίο δημοσιεύεται στα πλαίσια μιας αναγνωρισμένης σχέσης, όπως π.χ. της σχέσης μεταξύ δημοσιογράφου και αναγνωστικού κοινού, και το οποίο δεν είναι κακόπιστο, χαρακτηρίζεται ως υπό επιφύλαξιν προνομιούχο και προστατεύεται από τις νομικές κυρώσεις, σε όση έκταση αυτό περιορίζεται στα σχετικά και ανάλογα. Οι έννοιες της σχετικότητας και της αναλογικότητας (relevance and proportionality) είναι κρίσιμες. Ένα κατ΄ αρχήν προνομιούχο δημοσίευμα δεν συνεπάγεται αυτομάτως την προστασία καθετί που έχει γραφεί. Σε ένα κατ΄ αρχήν προνομιούχο δημοσίευμα προστατεύονται μόνον τα σχετικά και ανάλογα (Gatley on Libel and Slander, Sweet and Maxwell, 2008, σελ. 496 επ.). Περαιτέρω, η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξιν προνομίου, όταν αυτή προβάλλεται εν σχέσει με δημοσιογραφικό κείμενο, συνδέεται στενά με το προτέρημα της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Η νομολογία θεωρεί ως γνωρίσματα της υπεύθυνης δημοσιογραφίας (α) την προηγούμενη επικοινωνία με το πρόσωπο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του δημοσιεύματος και/ή την προηγούμενη διασταύρωση των πληροφοριών που αφορούν στο πρόσωπο αυτό και (β) τη συγγραφή του κειμένου κατά τρόπον ώστε να προβάλλεται μεν το δημόσιου ενδιαφέροντος ζήτημα με την απαιτούμενη δύναμη, χωρίς, όμως, να εισέρχεται σε αυτό εχθρότητα, έκδηλη ή λανθάνουσα. Απόκλιση του συντάκτη του κειμένου από την υποχρέωση της προηγούμενης επικοινωνίας και/ή διασταύρωσης των πληροφοριών μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον στις επείγουσες περιπτώσεις. Παρατίθεται σχετικώς το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Phileleftheros Public Company Ltd v. Ανδρέας Χριστοδούλου (ανωτέρω): «Οι Εφεσίβλητοι δεν μπορούν να πιστωθούν με καλή πίστη, εφόσον μετά που έλαβαν την αρχική αόριστη πληροφορία και ενώ παρήλθαν μερικές μέρες, από το υποτιθέμενο συμβάν μέχρι το δημοσίευμα, δεν φρόντισαν να επαληθεύσουν την ακρίβεια των πληροφοριών τους, οι οποίες σε ό,τι αφορά τον Εφεσίβλητο ήταν αναληθείς. Ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των Εφεσειόντων ότι έγινε προσπάθεια επιβεβαίωσης του συμβάντος ..... Ακόμα και αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον στο θέμα και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η τάση της νομολογίας είναι να μην περιορίζει χωρίς λόγο το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και του τύπου, έναντι του οποιουδήποτε ιδιωτικού συμφέροντος, εντούτοις η υποχρέωση για υπεύθυνη δημοσιογραφία και επαλήθευση των γεγονότων μετά από εύλογη έρευνα, δεν ατονεί (βλ. απόφαση Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Alithia Publishing Company Ltd and Constantinides v. Cyprus, Appl. No. 17550/03, ημερ. 22.05.2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεύθυνη δημοσιογραφία απαιτούσε είτε επαλήθευση των στοιχείων, είτε συγγραφή του δημοσιεύματος με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετούσε το δημόσιο ενδιαφέρον για την ασφάλεια των πτήσεων, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά σε γεγονότα που, όχι μόνο δεν είχαν επαληθευθεί πλήρως, αλλά και δεν ήταν απολύτως αναγκαία για την προβολή του θέματος στη γενικότητά του. Πέραν τούτου το θέμα δεν ήταν επείγον, ώστε να δικαιολογηθεί η μη πλήρης επιβεβαίωση των γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνουμε να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις όπως υπήρχαν στην υπόθεση Times Newspaper Ltd v. U.K., Appl. Nos 23676/03 και 3002/03, ημερ. 11.10.2005 του Ε.Δ.Α.Δ. ώστε να δικαιολογηθεί η εκτροπή του συντάκτη από το αναγνωρισμένο καθήκον του να επιβεβαιώνει τα γεγονότα που ενδεχομένως να συνιστούν δυσφήμιση. Υπό τις περιστάσεις, το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά την κρίση μας, δεν αποδέχθηκε την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου». Η κακή πίστη, η οποία εξουδετερώνει την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου και του υπό επιφύλαξιν προνομίου, και την οποίαν βαρύνεται να στοιχειοθετήσει ο ενάγων, ορίζεται στο άρθρο 21
(2)του Κεφ. 148. Πρόκειται για ορισμό ενδεικτικό και όχι εξαντλητικό (δείτε την απόφαση του Εντίμου Δικαστή κ. Ναθαναήλ στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 343/2008 κ.α. Θεοφάνης Καραβίας ν. Σταύρου Σταύρου κ.α., ημερ. 20.03.2012). Σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)η δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει εάν (α) το κείμενο είναι αναληθές και ο εναγόμενος δεν επίστευε ότι αυτό είναι αληθές, ή (β) το κείμενο είναι αναληθές και ο εναγόμενος το εδημοσίευσε χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση της αλήθειας ή αναλήθειας του, ή (γ) δημοσιεύοντας το κείμενο, ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στο πρόσωπο του ενάγοντος σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπον σημαντικά διαφορετικό του ευλόγως αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος εν σχέσει με το οποίο προβάλλει προνόμιο. Το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας (άρθρο 25 του Κεφ. 148) συνδέεται στενά με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση ψευδούς δήλωσης, προφορικώς ή άλλως πώς, η οποία αφορά (α) στο επάγγελμα ή το επιτήδευμα ή την εργασία ή την ενασχόληση ή τη θέση άλλου ή (β) τα αγαθά του ή (γ) τον τίτλο κυριότητάς του (απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 51/2008 Χρυσόστομος Ηλία και Υιοί Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερ. 17.11.2011). Όσον αφορά στη δημοσίευση της δήλωσης, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής τα ισχύοντα για την δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Δεν αποκλείεται τα ίδια γεγονότα να στοιχειοθετούν τόσον το αδίκημα της δυσφήμησης όσον και το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Τέλος, σε περίπτωση επιτυχίας υπόθεσης η οποία αφορά σε αστικό αδίκημα η κύρια θεραπεία συνίσταται στην επιδίκαση αποζημιώσεων (compensation). Οι αποζημιώσεις αυτές θα πρέπει να είναι δίκαιες και εύλογες. Ως δίκαιη θεωρείται η αποζημίωση οποία αποκαθιστά το θύμα του αστικού αδικήματος, στον βαθμό, βεβαίως, που αυτό είναι εφικτό μέσω του χρήματος. Εύλογη είναι η αποζημίωση η οποία ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο (Λουκαϊδης κ.α. ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 22, 48-9). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, η αποζημίωση σκοπόν έχει την αποκατάσταση της υπόληψης και της φήμης του ενάγοντος καθώς και την επούλωση των θιγμένων συναισθημάτων του. Κατά δε τον υπολογισμό της κρίσιμα είναι στοιχεία τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, στη διαγωγή, τη φήμη και τη θέση του ενάγοντος, τη συμπεριφορά του εναγομένου, συμπεριλαμβανομένων του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης, της απολογίας και της προσφοράς ή όχι για επανόρθωση, καθώς και την έκταση της κυκλοφορίας του δυσφημιστικού δημοσιεύματος (Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 95(β) 966-7). Αποτυχία θεμελίωσης της υπεράσπισης της αληθείας ενδεχομένως να ληφθεί υπ΄ όψιν και να οδηγήσει σε επαύξηση των αποζημιώσεων (Halsbury's (ανωτέρω), παρά. 82). Θεραπεία δυνατόν να αποδοθεί και υπό τη μορφή έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος (injunction). Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται εάν υπάρχει ένδειξη επανάληψης της δυσφήμισης ή δημοσίευσης νέας (Halsbury's (ανωτέρω), παρά. 249 επ.) Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσε μόνον ο ενάγων Λουκής Λουκαϊδης (Μ.Ε.1) και για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κατέθεσαν ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1), ο Γιάννης Νεάρχου (Μ.Υ.2), δημοσιογράφος ο οποίος εργάζεται στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», και ο Διονύσης Διονυσίου (Μ.Υ.3), επίσης δημοσιογράφος και σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και σωρεία εγγράφων. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα και των επιμελημένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, και εξετάσθηκε η προσαχθείσα μαρτυρία. Κρίνεται ευχερέστερο η μαρτυρία να παρουσιασθεί και να σχολιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση εκάστου των επίδικων ζητημάτων. Ας σημειωθεί πώς ουσιώδη γεγονότα, καθοριστικά για να διαπιστωθούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, δεν αμφισβητούνται: Όσον αφορά στην προκαταρκτική υπεράσπιση για ανεπάρκεια των δικογράφων του ενάγοντος, γιατί απουσιάζουν από αυτά λεπτομέρειες σχετικές με τα ειδικά γεγονότα, τα οποία θα έπρεπε να εγνώριζε κάποιος για να αντιληφθεί πώς το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα, καθώς επίσης και λεπτομέρειες σχετικές με την ταυτότητα των αναγνωστών οι οποίοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν τα γεγονότα αυτά, αντελήφθηκαν το δημοσίευμα να αναφερόταν στον ενάγοντα, τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα σχετικά απεφασίσθηκαν στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Στυλιανού (ανωτέρω). Όπως στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ ν. Στυλιανού (ανωτέρω) έτσι και στην προκειμένη, όπου στο επίδικο δημοσίευμα ο ενάγων δεν κατονομάζεται και ούτε παρουσιάζεται, (α) υπήρξε δημοσίευση σε εφημερίδα γενικής και ευρείας κυκλοφορίας και, μάλιστα, σε στήλη άποψης με ευρύ αναγνωστικό κοινό, (β) το δημοσίευμα εγκαλείται ως δυσφημιστικό κατά τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και των φράσεων και (γ) αυτό δίδει επαρκή στοιχεία αναγνώρισης του ενάγοντος: Το γεγονός πώς η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» είναι γενικής και ευρείας κυκλοφορίας ομολογείται από τους εναγομένους και αποδεικνύεται από τη βεβαίωση ημερ. 22.03.2013 του διευθύνοντος συμβούλου της «Hellenic Distribution Agency Cyprus Ltd» (τεκμήριο 21). Οι εναγόμενοι, δια της υπεράσπισης τους, δέχονται πώς η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» κυκλοφορεί παγκυπρίως και πώς η στήλη του εναγομένου αρ. 1, όπου εφιλοξενήθηκε το επίδικο κείμενο, είναι «επιτυχημένη στήλη άποψης», δηλ. έχει ευρύ αναγνωστικό κοινό. Περαιτέρω, το τεκμήριο 21, επιμαρτυρεί πώς η έκδοση της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερ. 21.12.2008 εκυκλοφόρησε σε 13,597 φύλλα εκ των οποίων επωλήθηκαν τα 9,
  1. Περαιτέρω, δια της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων καθιστά σαφές πώς εγκαλεί τα τέσσερα συγκεκριμένα χωρία του δημοσιεύματος ως δυσφημιστικά κατά τη φυσική και σύνηθη έννοια των λέξεων και των φράσεων, την οποίαν, μάλιστα, παραθέτει, και όχι ως υπαινικτικά. Τέλος, επικαλούμενο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αναφερόμενο σε Κύπριο δικηγόρο, ο οποίος ανέλαβε να καταχωρίσει, ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. και εκ μέρους Ελλήνων Κυπρίων, νέα προσφυγή εναντίον της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και ο οποίος συνεργάζεται με νομικό διεθνούς φήμης, το επίδικο δημοσίευμα δίδει επαρκή στοιχεία για την αναγνώριση του ενάγοντος. Ας σημειωθεί πώς ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) απεκάλυψε πώς «μόνη αφορμή για να γράψ(ει) το επίδικο, ήταν μια συνέντευξη του κου Λ. Λουκαϊδη στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, που διάβασ(ε) λίγες ημέρες προηγουμένως, το τεκμήριο
  2. Επίσης ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που είδ(ε), από τον Πρόεδρο μιας κίνησης προσφύγων, το τεκμήριο
  3. Πριν το γράψ(ει), έκαν(ε) και μια έρευνα στο διαδίκτυο και διεπίστωσ(ε) ότι η συνέντευξη αυτή και τα όσα αναφέρονται σε αυτό το email είχαν αναπαραχθεί από διάφορα blogs και ειδησιογραφικές ιστοσελίδες. Αναφέρε(ται) στα τεκμήρια 8-15 (δείτε στην παρά. 4 του εγγράφου αρ. 2). Τα τεκμήρια 7 έως και 16, τα οποία ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) προσδιορίζει ως τη μόνη πηγή της πληροφόρησής του, αναφέρονται αποκλειστικώς στον ενάγοντα και σε κανέναν άλλο Κύπριο δικηγόρο. Με αυτά τα δεδομένα είναι λογική η υπόθεση πώς κάποιοι από το ευρύ αναγνωστικό κοινό της στήλης του εναγομένου αρ. 1 είχαν προηγουμένως διαβάσει τη συνέντευξη του ενάγοντος στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», ημερ. 23.11.2008 (τεκμήριο 7) και / ή είχαν προηγουμένως διαβάσει την επιστολή της «Ένωσης Προσφύγων και Εκτοπισμένων Κύπρου», ημερ. 22.11.2008, η οποία απευθύνεται στα μέλη της καθώς και στους «Προέδρους και τα Μέλη των Συνεργαζομένων Οργανώσεων» (τεκμήριο 16) και /ή είχαν προηγουμένως ενημερωθεί για το περιεχόμενο αυτής της συνέντευξης (τεκμήριο 7) και αυτής της επιστολής (τεκμήριο 16) δια της αναπαραγωγής τους σε ιστοτόπους στο διαδίκτυο (τεκμήρια 8 έως και 15) με αποτέλεσμα, διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα, αυτοί να το αντιληφθούν ως αναφερόμενο στον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται πώς το επίδικο κείμενο δεν περιγράφει και δεν στοχεύει τον ενάγοντα όταν ο ίδιος ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) αποκαλύπτει και ομολογεί πώς μόνη αφορμή για να το γράψει ήταν η, την κατά τον ουσιώδη χρόνο, και διαμέσου των τεκμηρίων 7 έως και 16, ευρέως διαδεδομένη και ευρέως γνωστή δραστηριότητα του ενάγοντος σχετικώς με την καταχώριση νέας προσφυγής ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ., εκ μέρους Ελλήνων Κυπρίων εναντίον της Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) δεν επικαλείται τη σχετική δραστηριότητα οιουδήποτε άλλου Κύπριου δικηγόρου και ούτε επικαλείται οιανδήποτε άλλην πηγή πληροφόρησης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι «Όλα τα μέλη των οργανωμένων συνόλων που ζήτησαν από (τον ενάγοντα) να αναλάβ(ει) την εν λόγω υπόθεση, το αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων που διάβασαν περί της εν λόγω υπόθεσης και του ρόλου (του ενάγοντος) σε σχέση με αυτή ..... αντιλαμβάνονται ότι «ο Κύπριος δικηγόρος» στον οποίον αναφέρεται το δημοσίευμα» είναι ο ενάγων, δηλώνεται και από τον ίδιο (δείτε στη παρά. 7 του εγγράφου αρ. 1). Και η δήλωση αυτή του ενάγοντος Λουκή Λουκαϊδη (Μ.Ε.1) κρίνεται ως αξιόπιστη. Η δήλωση αυτή, η οποία συνάδει με την κοινή εμπειρία και την κοινή λογική και η οποία γίνεται από ένα πρόσωπο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπον τεκμηριωμένο και ορθολογικό και που εδημιούργησε θετική εντύπωση, κρίνεται ως αξιόπιστη. Διαπιστώνεται, έτσι, πώς παρά το ότι το δημοσίευμα δεν κατονομάζει και ούτε παρουσιάζει τον ενάγοντα, εντούτοις, αυτό αναφέρεται στον ενάγοντα και τον στοχεύει. Περαιτέρω, διαπιστώνεται πώς το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό εφ΄ όσον θίγει την τιμή, τη φήμη και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ως επαγγελματία: Το πρώτο χωρίο του δημοσιεύματος, το οποίο ο ενάγων εγκαλεί ως δυσφημιστικό, όπου ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει πώς «.... κάτι τέτοιοι τύποι δεν θα μπορούσαν ούτε περίπτερο να ανοίξουν, πόσο μάλλον δικηγορικό γραφείο ...», κατά τη φυσική και συνήθη έννοιά του, δηλώνει απαξίωση και εμπαιγμό του δικηγόρου ενάγοντος ο οποίος προκρίνει την καταχώριση προσφυγών ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. εναντίον της Τουρκίας ως μέτρο αποκατάστασης των παραβιασθέντων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελλήνων Κυπρίων και ως μέτρο πίεσης της Τουρκίας για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Ο δικηγόρο αυτός («ο τύπος»), δηλ. ο ενάγων, είναι ικανός μόνον να ασχοληθεί με το λιγότερο υπεύθυνο και λιγότερο απαιτητικό επάγγελμα της πώλησης μικροαντικειμένων σε ένα περίπτερο. Δεν είναι ικανός να εφαρμόσει την επιστήμη την οποίαν έχει διδαχθεί και ούτε είναι ικανός να ασκήσει το επάγγελμα στο οποίο έχει εκπαιδευθεί. Ο δικηγόρος αυτός, δηλ. ο ενάγων, δεν δικαιούται αναγνώρισης και αποδοχής. Το δεύτερο χωρίο του δημοσιεύματος, το οποίο ο ενάγων εγκαλεί ως δυσφημιστικό, όπου ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει πώς «.... Η δικαστηριοποίηση του Κυπριακού δεν πρόκειται να πάρει κανένα πρόσφυγα στο σπίτι του, δεν πρόκειται να αναστήσει κανένα νεκρό, δεν πρόκειται να γυρίσει το ρολόι πίσω και δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα. Εκτός ίσως από το οικονομικό πρόβλημα ορισμένων ξεδιάντροπων, που ζητάνε λεφτά από πρόσφυγες μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και εργάτες και, εν πάση περιπτώσει, από ανθρώπους που δεν έζησαν δημοσία δαπάνη ....», κατά τη φυσική και συνήθη έννοιά του δηλώνει, ομοίως, απαξίωση και εμπαιγμό του δικηγόρου ενάγοντος ο οποίος κατείχε προηγουμένως δημόσιες θέσεις και αξιώματα, άρα, ελάμβανε μισθό από το δημόσιο ταμείο («δημοσία δαπάνη»), και ο οποίος προωθεί την καταχώριση προσφυγών ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. όχι προς το συμφέρον των οικονομικώς ασθενών πελατών του αλλά με αποκλειστικό σκοπό τον πλουτισμό εις βάρος τους. Ο δικηγόρος αυτός, δηλ. ο ενάγων, είναι «ξεδιάντροπος», δηλαδή πρόσωπο χωρίς ηθικές αναστολές, το οποίο συμπεριφέρεται απρεπώς (δείτε στο σχετικό λήμμα στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ.Δ. Μπαμπινιώτη, Αθήνα 1998). Ας σημειωθεί πώς η λέξη «ξεδιάντροπος» είναι μονοσήμαντη και κακόσημη. Το τρίτο χωρίο του δημοσιεύματος, το οποίο ο ενάγων εγκαλεί ως δυσφημιστικό, όπου ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει πώς «.... η άγρα πελατών απαγορεύεται ρητά από τον ίδιο κώδικα, ωστόσο μία άνευ προηγουμένου διαφημιστική εκστρατεία έχει αναληφθεί συντονισμένα για να πειστούν συμπολίτες μας να καταβάλουν από 350 έως 500 ευρώ για να συμπεριληφθούν στην προσφυγή ...», κατά τη φυσική και συνήθη έννοιά του, προσάπτει σοβαρή μομφή στον δικηγόρο ενάγοντα, ο οποίος, ενώ γνωρίζει πώς η «άγρα πελατών» (το «κυνήγι» ή το «ψάρεμα» πελατών) απαγορεύεται από τους κανόνες δεοντολογίας του δικηγορικού επαγγέλματος, εντούτοις, κατά τρόπον επίμονο και αντιδεοντολογικό, διαφημίζει τις υπηρεσίες του και επιχειρεί να πείσει συμπατριώτες του να του αναθέσουν την υπόθεσή τους έναντι υπερβολικής αμοιβής. Τέλος, το τέταρτο χωρίο του δημοσιεύματος το οποίο ο ενάγων εγκαλεί ως δυσφημιστικό, όπου ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει πώς «.... η ευήθεια, κοινώς η βλακεία συγχωρείται. Αλλά να σου ζητάνε να πληρώσεις και από πάνω; Ε, αυτό ξεπερνάει τα όρια ...», κατά τη συνήθη και φυσική έννοιά του, προσάπτει, επίσης, σοβαρή μομφή στον ενάγοντα τον οποίον χαρακτηρίζει, στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν αφελή, απλοϊκό και εύπιστο και, στην χειρότερη, ως έναν ανόητο (δείτε στο σχετικό λήμμα στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» (ανωτέρω)). Ακόμη, στη συνήθη και φυσική έννοια του το χωρίο αυτό προσάπτει στον ενάγοντα την σοβαρή μομφή της οικονομικής εκμετάλλευσης των αφελών, απλοϊκών, εύπιστων ή ανόητων συμπατριωτών του. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω εξετάζονται, στη συνέχεια, οι υπερασπίσεις: Η υπεράσπιση της αληθείας θα επετύγχανε εάν οι εναγόμενοι δικογραφούσαν και απεδείκνυαν πώς όσα ο ενάγων θεωρεί ως δυσφημιστικά αποτελούν δηλώσεις γεγονότων και συμπεράσματα αληθή ή επί της ουσίας αληθή. Αυτό δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν την αλήθεια ή, έστω, την επί της ουσίας αλήθεια των δικογραφημένων κεντρικών θέσεων τους (α) πώς ο ενάγων προεκάλεσε ή ανέχθηκε τη δημοσιότητα εν σχέσει το ζήτημα της συγκεκριμένης προσφυγής ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ., (β) πώς η αμοιβή των €50.000 ήταν, υπό τις περιστάσεις, υπερβολική και (γ) πώς ο ενάγων, κατά τρόπον επίμονο και αντιδεοντολογικό, διεφήμισε τις συγκεκριμένες υπηρεσίες του και επεδίωξε και επέτυχε την προσέλκυση πελατών με αθέμιτα μέσα: Δηλώνοντας, κατά τρόπον ρητό και σαφή, πώς την «εικόνα ως προς τα γεγονότα» την εσχημάτισε «Διαβάζοντας την .... συνέντευξη (του ενάγοντος) στον Φιλελεύθερο βλέποντας τα blogs και το email των πελατών του» (δείτε στην παρά. 8 του εγγράφου αρ. 2), ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) αποκαλύπτει πώς (α) ουδεμία απόδειξη ανεζήτησε και ουδεμία απόδειξη είχε για τα όσα υπέθεσε για προσπάθειες του ενάγοντος να διαφημίσει τον εαυτό του και την πρότασή του για τη συγκεκριμένη προσφυγή, (β) ουδεμία απόδειξη ανεζήτησε και ουδεμία απόδειξη είχε για τα όσα υπέθεσε για προσπάθειες του ενάγοντος να προσεγγίσει πελάτες και (γ) ουδεμία απόδειξη ανεζήτησε και ουδεμία απόδειξη είχε για τα όσα υπέθεσε σχετικώς με το ύψος της δικηγορικής αμοιβής. Όσα ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) αποδίδει στον ενάγοντα είναι εικασίες οι οποίες διαψεύδονται, κατά πρώτον, από τον ενάγοντα Λουκή Λουκαϊδη (Μ.Ε.1). Ας σημειωθεί πώς ενώπιον του Δικαστηρίου ο Λουκής Λουκαϊδης (Μ.Ε.1) διέψευσε κατηγορηματικά τα όσα οι εναγόμενοι παρουσιάζουν ως αληθή γεγονότα και τα οποία τον εκθέτουν ως άνθρωπο και ως επαγγελματία. Ως μάρτυρας, ο ενάγων Λουκής Λουκαϊδης (Μ.Ε.1) υπήρξε άμεσος, σαφής και κατατοπιστικός ως προς τα αληθή γεγονότα, τα οποία είναι ως τα δικογραφεί, και έπεισε για τη γνησιότητα της έκπληξης, της δυσαρέσκειας και της έντονης ενόχλησης τις οποίες εβίωσε και εξακολουθεί να βιώνει εξ αιτίας των ανακριβειών που περιέχονται στο δημοσίευμα εις βάρος του. Επιπροσθέτως, τα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) αποδίδει στον εναγόμενο, διαψεύδονται από τα ίδια τα έγγραφα τα οποία αυτός επικαλείται: Το σημείωμα το οποίο ετοίμασε ο ενάγων για τους πελάτες του (τεκμήριο 2) καθώς και η συνέντευξη αυτού στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», ημερ. 23.11.2008 (τεκμήριο 7) περιορίζονται στην παρουσίαση επιστημονικών απόψεων επί του ζητήματος της καταχώρισης της συγκεκριμένης προσφυγής ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. Πρόκειται για κείμενα ενημερωτικά όπου οι νομικές προσεγγίσεις του ενάγοντος διατυπώνονται μεν κατά τρόπον σταθερό και συχνά ενθαρρυντικό, όμως, σε καμία περίπτωση υπερβολικό, αθέμιτο ή προπαγανδιστικό. Άλλωστε, ο ενάγων ερωτήθηκε από τους πελάτες του να εκφέρει άποψη και όχι να την αποσιωπήσει. Περαιτέρω, το άρθρο στο έντυπο «Κερυνιώτικη Ηχώ» (τεκμήριο 18), τα δημοσιεύματα στους ιστοτόπους «Το λιμέρι» (τεκμήριο 10) και «Σκεφτόμαστε Ελληνικά» (τεκμήριο 14) καθώς και η επιστολή του προεδρείου της «Ένωσης Προσφύγων και Εκτοπισμένων Κύπρου» προς τα μέλη της και προς τους «Προέδρους και τα Μέλη των Συνεργαζομένων Οργανώσεων» ημερ. 22.11.2008 (τεκμήριο 16), τα οποία ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) προσδιορίζει, ως πηγή της πληροφόρησής τους, ρητώς καταγράφουν πώς η «Ένωση Προσφύγων και Εκτοπισμένων Κύπρου» απετάθηκε στον ενάγοντα για το ζήτημα και όχι το αντίθετο, ως οι εικασίες των εναγομένων. Οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποδείξουν την αλήθεια των ως άνω κεντρικών θέσεων τους εάν επαρουσίαζαν συγκεκριμένη, θετική και αξιόπιστη μαρτυρία περί του ότι (α) ο ίδιος ο ενάγων, με συγκεκριμένες ενέργειές του, προεκάλεσε το ενδιαφέρον των πελατών του για τη νέα προσφυγή ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ. και αυτός εμεθόδευσε και προώθησε την ενασχόληση των μέσων μαζικής ενημέρωσης με το ζήτημα, (β) ο ίδιος ο ενάγων απευθύνθηκε σε συγκεκριμένα σύνολα («Ένωση Προσφύγων και Εκτοπισμένων Κύπρου» και «Κίνηση Κυπρίων Κτηματικών Κατεχομένων») και σε άλλους Έλληνες Κύπριους, θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους από την Τουρκία, διεφήμισε τις υπηρεσίες του και τους προέτρεψε να καταχωρίσουν την νέα προσφυγή και (γ) η αμοιβή των €50.000 για την καταχώριση της προσφυγής είναι υπερβολική λαμβανομένων υπ΄ όψιν των σχετικών οδηγών για το ύψος της εκάστοτε δικηγορικής αμοιβής. Όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να παρουσιάσουν τέτοια συγκεκριμένη, θετική και αξιόπιστη μαρτυρία με αποτέλεσμα να αποτύχουν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης. Δεδομένης της διαπίστωσης πώς οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν την αλήθεια ή την επί της ουσίας αλήθεια των προαναφερθέντων κεντρικών ισχυρισμών τους περί τα γεγονότα και δεδομένου του ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται τα ίδια γεγονότα ως υποστηρικτικά της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, έπεται πώς και η υπεράσπιση αυτή είναι αβάσιμη. Επιπροσθέτως, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εξουδετερώνεται και γιατί ο ενάγων απέδειξε πώς οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με καλή πίστη εφ΄ όσον δεν κατέβαλαν εύλογη φροντίδα για τη διαπίστωση της αλήθειας (άρθρο 21
(2)του Κεφ. 148). Στην προκείμενη περίπτωση ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1), ο οποίος απεφοίτησε από το Τμήμα Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το έτος 2003 και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στο ευρωπαϊκό δίκαιο από το Πανεπιστήμιο του Leiden το έτος 2005 (δείτε στην παρά. 1 του εγγράφου αρ. 2), ασχολήθηκε, το Δεκέμβριο του έτους 2008, με ένα πρωτότυπο και σύνθετο νομικό ζήτημα διεθνούς δικαίου, το οποίο αφορά στην ευαίσθητη πτυχή της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ελλήνων Κυπρίων συνεπεία της Τουρκικής εισβολής και κατοχής, βασιζόμενος σε δημοσιεύματα, κυρίως στο διαδίκτυο (τεκμήρια 7 έως και 16). Το ζήτημα, αν και επίκαιρο και δημοσίου ενδιαφέροντος, δεν απαιτούσε επείγουσα κάλυψη. Όφειλε, συνεπώς, ο εναγόμενος αρ. 1 Ιορδάνης Νικόλας Κυριάκου (Μ.Υ.1) να απευθυνθεί στον ενάγοντα και να ζητήσει ενημέρωση ή, τουλάχιστον, όφειλε να διασταυρώσει τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τα δημοσιεύματα αυτά. Αυτό απαιτούσε η υπεύθυνη δημοσιογραφία {(Phileleftheros Public Company Ltd v. Ανδρέα Χριστοδούλου (ανωτέρω)}. Η διαπίστωση πώς, εν προκειμένω, οι εναγόμενοι παρέβηκαν την υποχρέωση της προηγούμενης επικοινωνίας με τον ενάγοντα και/ή την υποχρέωση της προηγούμενης διασταύρωσης των πληροφοριών οι οποίες τον αφορούσαν αφαιρεί από το επίδικο δημοσίευμα το γνώρισμα της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Επιπλέον, η χρησιμοποίηση, στο δημοσίευμα, λέξεων και φράσεων όπως «κάτι τέτοιοι τύποι δεν θα μπορούσαν ούτε περίπτερο να ανοίξουν», «ξεδιάντροποι» και «βλακεία» δεικνύουν πώς το δημοσίευμα υπερέβηκε τα σχετικά και αναγκαία. Με αυτά τα δεδομένα απορρίπτεται και η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξιν προνομίου. Εφ΄ όσον απεδείχθηκε, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πώς το επίδικο κείμενο εδημοσιεύθηκε, αναφέρεται στον ενάγοντα και τον στοχεύει και είναι δυσφημιστικό, και εφ΄ όσον οι προβληθείσες υπερασπίσεις της αληθείας, του έντιμου σχολίου και του υπό επιφύλαξιν προνομίου έχουν εξουδετερωθεί, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης έχει στοιχειοθετηθεί, ο δε ενάγων δικαιούται θεραπείας. Η δημοσίευση του επίδικου κειμένου, το οποίο περιέχει ψεύδη και το οποίο, εξ αιτίας της παράλειψης των εναγομένων να καταβάλουν εύλογη φροντίδα για να εξακριβώσουν την αλήθεια ή αναλήθειά του, κρίνεται και ως κακόπιστο, αφορά στον ενάγοντα και ως επαγγελματία. Κατά συνέπειαν, η δημοσίευση του επίδικου κειμένου στοιχειοθετεί και το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει ένδειξη για επανάληψη της δημοσίευσης, εκ μέρους των εναγομένων, δυσφημιστικών κειμένων εις βάρος του ενάγοντος. Η δήλωση του Διονύση Διονυσίου (Μ.Υ.3) πώς η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» δεν εχθρεύεται τον ενάγοντα (δείτε στην παρά. 4 του εγγράφου αρ. 4) κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Ο Διονύσης Διονυσίου (Μ.Υ.3) κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με λόγο συγκροτημένο, ήπιο και άμεσο και δεν άφησε αμφιβολίες όσον αφορά στις προθέσεις των υπευθύνων της εφημερίδας έναντι του ενάγοντος. Άλλωστε, ο μάρτυρας κατέθεσε, ως τεκμήριο 32, το φύλλο της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερ. 29.04.2012 στο οποίο δημοσιεύεται άρθρο του ενάγοντος για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις σχετικές πρόνοιες του «Σχεδίου Ανάν». Η πεποίθηση αυτή δεν κλονίζεται από το περιεχόμενο κειμένων του Γιάννη Νεάρχου (Μ.Υ.2), τα οποία εδημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», τα οποία αφορούν σε πολύκροτη δικαστική υπόθεση και στα οποία γίνεται αναφορά στον ενάγοντα (τεκμήρια 28 έως και 31). Ο Γιάννης Νεάρχου (Μ.Υ.2) εξήγησε, με επάρκεια και πειστικότητα, τη μέθοδο εργασίας του και ουδεμίαν αμφιβολία άφησε για το γεγονός πώς οι προθέσεις του έναντι του ενάγοντος είναι καλές. Κατά συνέπειαν, υπό τις περιστάσεις, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος δεν παρουσιάζεται ως εύλογη και δικαιολογημένη. Κρίνεται, όμως, εύλογη και δικαιολογημένη η επιδίκαση υπέρ του ενάγοντος αποζημιώσεων ύψους €40.000. Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λήφθηκαν υπ΄ όψιν το παραδεδεγμένο εγνωσμένο κύρος του ενάγοντος, δηλ. η παραδεδεγμένη αναγνωρισμένη αξία και υπόληψή του, η αποδεδειγμένη ευρεία κυκλοφορία του φύλλου της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερ. 21.12.2008 και το παραδεδεγμένο ευρύ αναγνωστικό κοινό της στήλης, η οποία εφιλοξένησε το δημοσίευμα, καθώς επίσης και το γεγονός πώς οι εναγόμενοι δεν απελογήθηκαν και ούτε προσεφέρθηκαν να επανορθώσουν. Οι αποζημιώσεις είναι επαυξημένες, δεδομένης της μέχρι τέλους επιμονής των εναγομένων να προβάλλουν αβασίμως την υπεράσπιση της αληθείας. Η επιμονή αυτή συνιστά παράγοντα επιβαρυντικό για την ευθύνη των εναγομένων (Εταιρεία Δημοσιογραφικά Χ.Λ.Σ. Λιμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι) (ανωτέρω) και Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία κ.α. ν. Αλωντεύτη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1863). Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λήφθηκε υπ΄ όψιν, ως ελαφρυντικός παράγοντας, το γεγονός πώς το επίδικο δημοσίευμα υπήρξε μεμονωμένο. Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λήφθηκε, τέλος, υπ΄ όψιν η ακόλουθη διαπίστωση στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία κ.α. ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, 291: «Η υπόσταση του ανθρώπου είναι συνυφασμένη με την υπόληψη του στην κοινωνία. Προσβολή της υπόληψης συντελεί στον κοινωνικό εξοστρακισμό και συγχρόνως αποτελεί δοκιμασία για τα συναισθήματα του ανθρώπου. Η αποζημίωση είναι το μέσο που παρέχει ο νόμος για την αποκατάσταση του δυσφημισθέντα». Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, προσωπικώς και/ή αλληλεγγύως, για το ποσόν των €40.000, το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 23.12.2008, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, προσωπικώς και/ή αλληλεγγύως. (Υπ.) ............................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.