← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Limited, η οποία βρίσκεται υπό Εξυγίανση, Αρ. Αίτησης: 55/14, 6/3/2014

Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Limited, η οποία βρίσκεται υπό Εξυγίανση, Αρ. Αίτησης: 55/14, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 55/14 Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Limited, η οποία βρίσκεται υπό Εξυγίανση (στο εξής καλούμενη η «Εταιρεία») και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113) ------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 20.1.14 από τους Πιστωτές της Cyprus Popular Bank Public Co. Limited η οποία βρίσκεται υπό εξυγίανση, κ.κ. Άδωνη Παπακωνσταντίνου και Ανδρέα Ελευθεριάδη 6 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κος Κ. Βελάρης, κ. Α. Μαρκίδης, κος Ιωαννίδης και κος Παύλου Για Καθ' ου η Αίτηση 1: κα Μυλωνά Για Καθ' ης η Αίτηση 2: κος Π. Νεοκλέους Για Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4: κα Θ. Μαυρομουστάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 198-200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και τους Κανονισμούς 3, 4 6(
  2. m)και 12 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου για σύγκληση Συνέλευσης των Πιστωτών της Cyprus Popular Bank Public Co. Limited η οποία βρίσκεται υπό εξυγίανση (στο εξής η Εταιρεία) ως καθορίζεται στο «Σχέδιο Διακανονισμού» (παράρτημα Α στην αίτηση) και με οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς τη διεξαγωγή της Συνέλευσης. Η αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενός εκ των Αιτητών Άδωνη Παπακωνσταντίνου ημερ. 20.1.14 - προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ειρένας Γεωργιάδου, Συνεργάτιδας του Υπουργού Οικονομικών, ημερ. 11.2.14. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της αίτησης, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση 2 υιοθέτησε τις θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4. Από τη θεώρηση της αίτησης και της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα: 1. Η εταιρεία είναι τραπεζικός οργανισμός εντός της έννοιας των Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997-2013 και είναι εγγεγραμμένη στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία. 2. Στις 25.3.13 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης δηλαδή το περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Limited Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 94/13), το οποίο έθετε την εταιρεία σε εξυγίανση, δυνάμει των προνοιών του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17(Ι)/2013). Με βάση το εν λόγω Διάταγμα εξυγίανσης διορίστηκε η Άντρη Αντωνιάδου ως Ειδική Διαχειρίστρια της Εταιρείας. 3. Στις 30.7.13 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης, δηλαδή το Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013), σύμφωνα με το οποίο, η Εταιρεία, από την 30.7.13 κατέχει το 18,056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως αποζημίωση για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας (ως αυτά περιγράφονται στην Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερ. 29.3.13) προς την Τράπεζα Κύπρου. 4. Στις 26.3.13 η Εταιρεία όφειλε και συνεχίζει να οφείλει στους Αιτητές που ήταν καταθέτες της τα ακόλουθα ποσά: (α) Αιτητής Άδωνις Παπακωνσταντίνου - ποσό €447.363,13 πλέον τόκο με συνδικαιούχο - πιστωτή τη θυγατέρα του (Τεκμ.Α). (β) Αιτητής Ανδρέας Ελευθεριάδης ποσό €3.459.838,89 πλέον τόκο (τεκμ.Β). Διατείνονται οι Αιτητές ότι στόχος της παρούσας αίτησης και του προτεινόμενου Σχεδίου Διακανονισμού (παράρτημα Α στην αίτηση) είναι η μεγιστοποίηση της αξίας των εναπομείναντων περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς μείωση της ζημιάς των ανασφάλιστων πιστωτών της Εταιρείας, η οποία επήλθε, μεταξύ άλλων και λόγω της έκδοσης και εφαρμογής των Διαταγμάτων Εξυγίανσης. Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι πρόταση για διακανονισμό μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών της σε σχέση με την διαχείριση του 18.05% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας στη βάση του Διατάγματος της Αρχής Εξυγίανσης ΚΔΠ279/13. Η εν λόγω πρόταση για διακανονισμό ετοιμάστηκε ως Σχέδιο Διακανονισμού με βάση το άρθρο 198 του Κεφ.113, μεταξύ της Εταιρείας και των Πιστωτών της, όπως αυτοί καθορίζονται στο προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού. Οι Αιτητές θεωρούν ότι το Σχέδιο Διακανονισμού είναι προς όφελος της Εταιρείας και των Πιστωτών της, αφού μειώνει τα έξοδα διαχείρισης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου στο ελάχιστο και επιτρέπει την διαχείριση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου από τους πιστωτές. Το Σχέδιο Διακανονισμού είναι δίκαιο και λογικό, το οποίο εν πάση περιπτώσει θα τεθεί υπό την έγκριση της Συνέλευσης των Πιστωτών της Εταιρείας. Προκείμενου το Σχέδιο Διακανονισμού να υποβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση δυνάμει του άρθρου 198

(2)του Κεφ.113, θα πρέπει αυτό να υποβληθεί και εγκριθεί σε γενική συνέλευση των Πιστωτών. Δεν είναι αναγκαίο να συγκληθεί Συνέλευση μετόχων της Εταιρείας εφόσον τα διαθέσιμα προς διανομή περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας δεν επαρκούν για να καλύψουν τους Πιστωτές και επομένως οι Μετόχοι δεν επηρεάζονται από το Σχέδιο Διακανονισμού. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τους Αιτητές, δύναται και είναι επιθυμητό να διατάξει τη σύγκληση της Συνέλευσης των Πιστωτών όπως αυτό ήθελε ορίσει και όπως καθορίσει τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί συμπεριλαμβανομένων και των ακόλουθων: i. Την από την Εταιρεία αποστολή επιστολών σε όλους τους Πιστωτές. ii. Την από την Εταιρεία δημοσίευση της σύγκλησης της Συνέλευσης, σε μια καθημερινή εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, για περίοδο 2 ημερών. iii. Την από την Εταιρεία αποστολή επεξηγηματικής έκθεσης προς όλους τους Πιστωτές (Παράρτημα Γ στην αίτηση). Οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 με την ένσταση τους εγείρουν τους ακόλουθους τρεις λόγους ένστασης:
  1. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας αίτησης.
  2. Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος 1997έως 2013 για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  3. Η Εταιρεία βρίσκεται υπό εξυγίανση και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται ο Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 αλλά ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος Ν17(Ι)/2013 όπως τροποποιήθηκε και ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος του 1997, Ν66(Ι)/1997 έως 2013, οι οποίοι περιέχουν πρόνοιες σχετικά με τα υπό εξυγίανση Πιστωτικά Ιδρύματα. Η Ειρένα Γεωργιάδου επισημαίνει στην ένορκη της δήλωση το παραδεκτό γεγονός ότι η Εταιρεία είναι Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα το οποίο βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, συνεπεία γεγονότων που περιγράφει με λεπτομέρεια και τα οποία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφέρω. Αναφέρθηκε στο Διάταγμα που έκδωσε η Αρχή Εξυγίανσης στις 30.7.13 (Κ.Δ.Π. 279/13), με βάση το οποίο η Τράπεζα Κύπρου εκδίδει και παραχωρεί στην Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης Α ονομαστικής αξίας €1 έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα την 30.7.13 να κατέχει 18.056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας και επεσήμανε ότι είναι αυτό το ποσοστό που Αιτητές - ως Πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας - επιθυμούν να διαχειρίζονται, νοουμένου ότι κάτι τέτοιο αποφασιστεί από τη συνέλευση, τη σύγκληση της οποίας ζητούν με την παρούσα αίτηση. Ισχυρίζεται ότι η σχετική νομοθεσία δεν παρέχει τέτοια ευχέρεια στους Πιστωτές, εφόσον σε περίπτωση Πιστωτικού Ιδρύματος υπό Εξυγίανση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Περί Τραπεζικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν66/97, όπως τροποποιήθηκε, ως Ειδικός Νόμος επί του θέματος. Οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 δεν εφαρμόζονται, εφόσον υπάρχει Ειδικός Νόμος ο οποίος δίδει τη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για σύγκληση πιστωτών μόνο στην Κεντρική Τράπεζα. Ο λόγος που έγινε η παραχώρηση μετοχικού κεφαλαίου 18% από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα, ήταν τα μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν και ως εκ τούτου ισχύουν οι Ειδικοί Περί Εξυγίανσης Νόμοι και όχι ο Περί Εταιρειών Νόμος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, αλλά και όπως ρητά δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο τους, η ένσταση τους δεν αφορά το ουσιαστικό μέρος του αιτήματος. Περιορίζεται στο νομικό ζήτημα που αφορά το κατά πόσο οι Αιτητές νομιμοποιούνται ή όχι στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Γι' αυτό και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, περιόρισαν τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, στο εν λόγω ζήτημα. Κατ' επέκταση το μοναδικό ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο οι Αιτητές, ως Πιστωτές της Εταιρείας - η οποία από 25.3.13 βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης - νομιμοποιούνται, με βάση το άρθρο 198 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 στο οποίο βασίζουν την αίτησή τους, στην καταχώρηση της. Είναι η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών ότι οι Αιτητές ως Πιστωτές της Εταιρείας έχουν κάθε δικαίωμα με βάση το άρθρο 198 του Κεφ.113 να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση, ζητώντας διάταγμα σύγκλησης συνέλευσης των Πιστωτών. Το άρθρο 33 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 μέχρι 2000 ως και ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 [Ν17(Ι)/13] δεν αφαιρούν ούτε περιορίζουν τα δικαιώματα των Πιστωτών ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που παρέχει το άρθρο 198
(1)του Κεφ.113. Με το άρθρο 33
(2)(α) - το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά σε εφαρμογή με τον Τροποποιητικό Νόμο 151(Ι)/2004 - προστίθεται η Κεντρική Τράπεζα στα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να αποταθούν στο Δικαστήριο για διάταγμα σύγκλησης συνέλευσης Πιστωτών, αλλά δεν αφαιρεί το δικαίωμα οποιουδήποτε από τα άλλα πρόσωπα που είχαν ήδη αυτό το δικαίωμα, να επικαλεσθούν το άρθρο 198 του Κεφ.
  1. Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17(Ι)/2013, παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να προβεί σε συγκεκριμένα μέτρα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις σε Πιστωτικά Ιδρύματα, καθορίζει ρητά την εφαρμογή ή μη εφαρμογή συγκεκριμένων προνοιών του Κεφ.113 αλλά δεν καταργεί ούτε και αναφέρεται στο άρθρο 198 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 27 του Ν17
(1)/2013 προβλέπει ρητά τους περιορισμούς σε δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, όμως καμία αναφορά γίνεται σε περιορισμό έγερσης της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 198 του Κεφ.113. Αντίθετα, είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, ότι στην προκειμένη περίπτωση η Εταιρεία βρίσκεται υπό εξυγίανση και επομένως δεν εφαρμόζεται ο Περί Εταιρειών Νόμος Κεφ.113 αλλά ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος 1997-2013 και ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος 17
(1)/2013. Με βάση το άρθρο 33
(2)(α) του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, αυτός που δικαιούται να προτείνει διακανονισμό και να αποταθεί στο Δικαστήριο με τέτοια αίτηση είναι μόνο η Κεντρική Τράπεζα και όχι οι Πιστωτές, εφόσον εφαρμόζεται ο Ειδικός Νόμος και όχι το Κεφ.113. Το εδάφιο 5 του άρθρου 198 του Κεφ.113 ερμηνεύει την έκφραση «εταιρεία» ως «οποιαδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με τον Νόμο αυτό». Στην συγκεκριμένη περίπτωση στην Εταιρεία επιβλήθηκαν Διατάγματα Εξυγίανσης και σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν17
(1)/13 είναι η Αρχή Εξυγίανσης που δικαιούται να καταχωρίσει αίτηση εκκαθάρισης τέτοιας Εταιρείας. Συνεπώς τα υπό Εξυγίανση Ιδρύματα δεν διαλύονται με βάση το Κεφ.113 και επομένως δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 198
(1)του Κεφ.113. Το άρθρο 198
(1)
(2)
(3)
(4)και
(5)του Κεφ.113 ορίζει ως ακολούθως: «
(1)Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή, σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών και των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση με τέτοιο τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(2)Αν η πλειοψηφία σε αριθμό που αντιπροσωπεύει τρία τέταρτα σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση, αποδέχονται οποιοδήποτε διακανονισμό ή συμβιβασμό, ο συμβιβασμός ή διακανονισμός, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή, σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας.
(3)Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο
(2)δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου επίσημο αντίγραφο του διατάγματος παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή, και αντίγραφο κάθε τέτοιου διατάγματος θα επισυνάπτεται σε κάθε αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου που εκδίδεται μετά την έκδοση του διατάγματος, ή σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει ιδρυτικό έγγραφο, σε κάθε αντίγραφο που εκδίδεται με τον τρόπο αυτό του εγγράφου που ιδρύει ή ορίζει την ίδρυση της εταιρείας.
(4)Αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο
(3), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε αντίγραφο αναφορικά με το οποίο γίνεται παράλειψη.
(5)Στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 199, η έκφραση «εταιρεία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με το Νόμο αυτό και η έκφραση «διακανονισμός» περιλαμβάνει αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την ενοποίηση μετοχών διαφορετικής τάξης ή με τη διαίρεση μετοχών σε μετοχές διαφορετικών τάξεων ή και με τις δύο αυτές μεθόδους.» Το άρθρο 33
(2)(α)(β) και
(3)και 33Α του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 έως 2000 ορίζει ως ακολούθως: «2. Σε περίπτωση λήψης μέτρων εξυγίανσης σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και - (α) που είναι- (i) η τράπεζα που συστάθηκε στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να προτείνει συμβιβασμό ή διακανονισμό, το δε Δικαστήριο δύναται με συνοπτική αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών της τράπεζας κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου ή (ii) ΣΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να προτείνει διευθέτηση, το δε Δικαστήριο δύναται με συνοπτική αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας να διατάξει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μελών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 49Β του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, και (β) το Δικαστήριο επικυρώνει τον εν λόγω συμβιβασμό ή διακανονισμό ή διευθέτηση κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α), μόνο αφού ακούσει τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(2)του άρθρου 198 του περί Εταιρειών Νόμου και του εδαφίου
(2)του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, τα οποία άρθρα εφαρμόζονται κατ' αναλογία. 3. Η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν εμποδίζει τη διάλυση του ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης του. 33Α. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 33Η, 33Θ, 33Ι, 33Κ, 33Λ, 33Ν και 33Ξ, η έκδοση απόφασης για την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία, η διαδικασία της εκκαθάρισης και τα αποτελέσματά της διέπονται από τις σχετικές διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και αφορούν ιδιαίτερα- ..........................» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, ΑΠΙ είναι το «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» και ΣΠΙ το «συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα». Τα άρθρα 27(Ι) και 31 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/2013 ορίζουν ότι: «27
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ή των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, κανένα πρόσωπο, εκτός της Αρχής Εξυγίανσης, δεν καταχωρεί αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση.» «
  1. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις των περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμων του 1997 έως 2011, των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013, καθώς και οποιουδήποτε άλλου νόμου που έρχεται σε αντίθεση με τον παρόντα Νόμο.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγήθηκαν ότι η γραμματική και απλή ερμηνεία του άρθρου 33 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου είναι σαφής και ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος καμία αναφορά κάνει στο άρθρο 198 του Κεφ.
  2. Επομένως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε διαφορετική θεωρητική ερμηνεία μακριά από τα γραφόμενα του Νόμου. Προς τούτο παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην Απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων ν. Κλαύδιου Αντωνιάδη
(2001)Α.Α.Δ 195 όπου αποφασίστηκε ότι: «η διατύπωση του κανονισμού είναι καθαρή, η πρόθεση του συντάκτη είναι σαφής, δεν επιτρέπεται απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις όταν αυτές είναι σαφείς. Βλέπε επίσης Φρίξος Κωνσταντίνου Μιχάλη Αντωνιάδη 1998 1 Α.Α.Δ.120» Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ 528: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά απέδωσε στο επίδικο άρθρο το σύνηθες νόημα των λέξεων. Με βάση τις αρχές που έχουν διατυπωθεί από τη νομολογία, όπου το λεκτικό του νόμου είναι σαφές τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. (Βλέπε: Μακεδόνας ν. Δημοκρατία, Α.Ε. 1796, ημερ. 25.2.1998, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας, Α.Ε. 1804, ημερ. 20.5.1998 και ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλος
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, όπου στη σελίδα 89 αναφέρονται και τα εξής:- "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη. Στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες της επιφύλαξης είναι σαφείς και δεν επιδέχονται άλλης ερμηνείας εκτός αυτής που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτή που προβλέπει η διάταξη.» Περαιτέρω στην υπόθεση Pratt v. South Eastern Rly
(1897)1 QB 718 σελ. 721 αποφασίστηκε ότι: "No form of words has ever been framed by human ingenuity with regard to which some ingenious counsel could not suggest a difficulty" και στην υπόθεση R v. IRC, ex p Rossminster Ltd
(1980)AC 952 σελ. 1008 "..must not be over-zealous to search for ambiguities or obscurities in words which on the face of them are plain, simply because the members of the court are out of sympathy with the policy which the Act appears to give effect". Έγινε περαιτέρω εισήγηση από τους Αιτητές, ότι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ότι μόνο η Κεντρική Τράπεζα έχει δικαίωμα να προβεί σε συμβιβασμό ή διακανονισμό με τους πιστωτές, παραβιάζει κάθε αρχή λογικής. Και τούτο γιατί, ένας συμβιβασμός προερχόμενος από τους πιστωτές επιλύει πλήρως ή μερικώς τα προβλήματα που δημιουργούνται και για τα οποία προκύπτει η ανάγκη λήψης μέτρων εξυγίανσης. Ο λόγος ύπαρξης μέτρων εξυγίανσης είναι ακριβώς ο διακανονισμός με τους πιστωτές αφού το κύριο ζήτημα που μπορεί να προκύπτει σε μια τράπεζα είναι να μην μπορεί να πληρώσει τους πιστωτές της (καταθέτες). Επομένως είναι αντίθετο με κάθε λογική ο νομοθέτης να ήθελε με το άρθρο 33 (ανωτέρω) να αποκλείσει τους ίδιους τους πιστωτές από του να προτείνουν λύση στο πρόβλημα που κυρίως αφορά τους ίδιους. Ο αποκλεισμός των πιστωτών από του να προτείνουν συμβιβασμό δεν συμβάλλει σε οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό αφού οποιοσδήποτε συμβιβασμός ή διακανονισμός θα εγκριθεί από τους ίδιους τους πιστωτές με βάση το άρθρο 33. Έγινε τέλος, εισήγηση εκ μέρους των Αιτητών ότι ελλείψει ρητής πρόνοιας στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο και στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο, που να καταργεί τα δικαιώματα των πιστωτών Τραπεζών του άρθρου 198 του Κεφ.113, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δύο αυτοί νόμοι καταργούν σιωπηρά το άρθρο 198 σε σχέση με πιστωτές τράπεζας. Σχετική είναι η υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ιωάννη Αγαθαγγέλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 198 και το ακόλουθο απόσπασμα: «..Μπορεί, βέβαια, ένας νόμος να καταργηθεί σιωπηρά. Όπως όμως τονίζεται σταθερά από τη νομολογία, είναι απρόθυμα τα Δικαστήρια να συμπεράνουν τέτοια κατάργηση. Ιδίως όταν το νομοθέτημα, που φέρεται να έχει καταργηθεί σιωπηρά, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, όπως πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι το Άρθρο 46. Το τεκμήριο είναι πως, όποτε ο νομοθέτης θέλει να καταργήσει νόμο το λέγει ρητά. Εξυπακουομένως δε, μόνο αν καθαρά ο μεταγενέστερος νόμος δεν είναι δυνατό να συμβιβαστεί προς τον προγενέστερο, ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν. (Βλ. Attorney-General v. Pouris and Others
(1979)2 C.L.R. 15, Louca and Another ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 386, Vasiliko Cement Works v. Republic
(1983)3 C.L.R. 719, Εύρηκα Λτδ v. Unilever, Π.Ε. 7768, ημερομηνίας 23.2.94, Francis Bennion Statutory Interpretation, 2η Έκδοση, σ.205, Craies on Statute Law, 7η Έκδοση, σ.366, κ.επ., Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η Έκδοση (σ.191 κ.επ.).» Ακόμα και στις περιπτώσεις που η γραμματική ερμηνεία θα μπορούσε να δώσει δύο πιθανές ερμηνείες του νόμου, θα πρέπει να προτιμηθεί η ερμηνεία που προκαλεί τον μικρότερο επηρεασμό του υφιστάμενου νομικού καθεστώτος. Σχετική είναι η υπόθεση George Whimpey & Co Ltd v. British Overseas Airways Corp. (BOAC)
(1955)AC 169 όπου αποφασίστηκε ότι: ".in such case as this, I think right to hold that, if the arguments are fairly evenly balanced, that interpretation should be chosen which involves the least alteration of the existing law." Στη βάση των πιο πάνω αυθεντιών, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, εισηγήθηκαν ότι το άρθρο 198 του Κεφ.113 δεν λειτουργεί ανασταλτικά και δεν συγκρούεται με τους δύο πιο πάνω νόμους, αλλά υπάρχει παράλληλη εφαρμογή της δυνατότητας της Κεντρικής Τράπεζας και της Αρχής Εξυγίανσης. Και τούτο γιατί η ίδια η Κεντρική Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε πρόταση για διακανονισμό ή συμβιβασμό με τους πιστωτές και να προχωρήσει σε αίτηση στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 33
(2)(ανωτέρω) και να ζητήσει σύγκληση συνέλευσης Πιστωτών. Περαιτέρω, η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορούσε να προβεί σε περαιτέρω μέτρα εξυγίανσης με βάση το σχετικό νόμο, είτε πριν είτε εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 παρέπεμψε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Αντέννα Λτδ ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)3 Α.Α.Δ. 29, Μιχαήλ Σάουρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)4 Α.Α.Δ. 394 και Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, Αρ. Υποθ. 739/97 ημερ. 26.2.99 στις οποίες υιοθετήθηκε η νομική αρχή αναφορικά με την ερμηνεία των νόμων, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου νόμου. Όταν δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο Νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο, υπερισχύει του νόμου που ρυθμίζει γενικά το αντικείμενο. Στην υπόθεση Αντέννα Λτδ (ανωτέρω) έγινε αναφορά στον «ειδικότερο νόμο» ο οποίος υπερισχύει βάσει της γνωστής ερμηνευτικής νομικής αρχής «lex specialis derogat legi generali.» Στην υπόθεση Μ. Σάουρου (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι: «Στην ειδική περίπτωση του αιτητή, οι υπηρεσίες του οποίου τερματίστηκαν με βάση το Νόμο 57/1978, δεν τυγχάνει εφαρμογής η ΚΔΠ 382/
  1. Εφαρμογής τυγχάνει η ειδική πρόνοια (lex specialis) του άρθρου 14(η) του Νόμου 07(Ι)/97..». Τέλος, στην υπόθεση Αρχής Λιμένων (ανωτέρω) έγινε επίσης αναφορά στο αξίωμα της ιεράρχησης των κανόνων δικαίου ότι ο ειδικός νόμος κατισχύει του γενικού (lex specialis derogat legi generali). Έχω εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τις θέσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα των δύο πλευρών. Στο εδάφιο 5 του άρθρου 198 του Κεφ.113 ορίζεται ότι η έκφραση «εταιρεία» στο άρθρο 198 σημαίνει οποιαδήποτε εταιρεία που «δύναται να διαλυθεί» σύμφωνα με το Κεφ.
  2. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρεία που βρίσκεται σε εξυγίανση, μπορεί να θεωρηθεί ως εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με το Κεφ.
  3. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, αυτό θα συνεπάγεται ότι εφαρμόζεται, σε τέτοια περίπτωση το εδάφιο 1 του άρθρου 198 στο οποίο οι Αιτητές βασίζουν την αίτηση τους. Στο άρθρο 203 του Κεφ.113 καθορίζονται οι τρόποι εκκαθάρισης εταιρείας ως ακολούθως: «
(1)Η εκκαθάριση εταιρείας δύναται να γίνει είτε- (α) από το Δικαστήριο· (β) εκούσια· ή (γ) με την επίβλεψη του Δικαστηρίου.
(2)Οι διατάξεις του Νόμου αυτού σχετικά με εκκαθάριση, εφαρμόζονται στην εκκαθάριση εταιρείας με οποιοδήποτε από εκείνους τους τρόπους, εκτός αν φαίνεται το αντίθετο.» Στο άρθρο 211 του Κεφ.113 καθορίζονται οι περιπτώσεις που η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: «(α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από επτά στην περίπτωση δημόσιας εταιρείας. Το Δικαστήριο χορηγεί στην εταιρεία επαρκή κατά την κρίση του προθεσμία για την άρση του λόγου διαλύσεως, και προχωρεί στην διάλυση μόνο αν η εταιρεία είτε δηλώσει εξ αρχής αδυναμία να αυξήσει τον αριθμό των μελών της, είτε δεν δυνηθεί να τον αυξήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία· (ζ) η SE αποτυγχάνει να επανορθώσει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν17
(1)/13 μόνο η Αρχή Εξυγίανσης νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. Ο τρόπος αυτός εκκαθάρισης εταιρείας υπό καθεστώς εξυγίανσης, δεν συμπεριλαμβάνεται στους τρόπους εκκαθάρισης που καθορίζει το άρθρο 203 του Κεφ.113 (ανωτέρω). Επομένως, έχω την άποψη ότι, εφόσον την δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας σε εξυγίανση, την έχει μόνο η Αρχή Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 27 (ανωτέρω), η εν λόγω εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με το Κεφ.113». Ως εκ τούτου δεν συμφωνώ με την αντίθετη εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, οι οποίοι παρέπεμψαν το Δικαστήριο στο άρθρο 33Α του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (ανωτέρω), σύμφωνα με το οποίο η έκδοση απόφασης για την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης ΑΠΙ, η διαδικασία της εκκαθάρισης και τα αποτελέσματα της διέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Κεφ.113, εφαρμόζονται κατ' αναλογία και αφορούν ιδιαίτερα τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παρ. α-ζ. Έχω την άποψη ότι το εν λόγω άρθρο 33Α αναφέρεται στο διαδικαστικό μέρος και όχι στο ουσιαστικό που αφορά την δυνατότητα για εκκαθάριση εταιρείας υπό καθεστώς εξυγίανσης. Το διαδικαστικό μέρος έπεται του ουσιαστικού που προνοεί τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να πυροδοτηθεί ο μηχανισμός εκκαθάρισης, που σ' ότι αφορά τις εταιρείες σε εξυγίανση, μόνο κατόπιν αίτησης της Αρχής Εξυγίανσης μπορεί να τεθεί σε λειτουργία. Αφού τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός εκκαθάρισης, τότε είναι που τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών που αφορούν το διαδικαστικό μέρος. Είναι επομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, με δεδομένο ότι την δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης εταιρείας που βρίσκεται σε εξυγίανση, - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - την έχει μόνο η Αρχή Εξυγίανσης, [σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27
(1)του Ν.17
(1)/2013, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης τέτοιων εταιρειών και δεν συμπεριλαμβάνεται στο άρθρο 203 του Κεφ.113], η εταιρεία υπό καθεστώς εξυγίανσης «δεν δύναται να διαλυθεί» σύμφωνα με το Κεφ.113 αλλά σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν17
(1)/13. Κατ' επέκταση καταλήγω ότι, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 198
(1)του Κεφ.113 και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Οι πιστωτές εταιρείας υπό καθεστώς εξυγίανσης, δεν έχουν το δικαίωμα να προτείνουν συμβιβασμό ή διακανονισμό ως και να αποταθούν στο Δικαστήριο για να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών με βάση το άρθρο 198
(1)του Κεφ.113, αλλά τέτοιο δικαίωμα έχει μόνο η Κεντρική Τράπεζα, με βάση το άρθρο 33
(2)(α) του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (ανωτέρω). Πρόκειται για Ειδικό Νόμο επί του θέματος, ο οποίος, - σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 - υπερισχύει του γενικότερου Νόμου, δηλαδή του Κεφ. 113. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Σ' ότι αφορά το θέμα των εξόδων, λόγω του πρωτοφανούς νομικού ζητήματος που αφορούσε η παρούσα αίτηση, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της και αυτή είναι η διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) .................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.