Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα, τόσο προσωπικά όσο και προς όφελος της Hard Rock Reasturants (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Ρένου Μιχαηλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1758/2013, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1758/2013 Μεταξύ:
- Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα, τόσο προσωπικά όσο και προς όφελος της Hard Rock Reasturants (Cyprus) Ltd κ.ά. Εναγόντων και
- Ρένου Μιχαηλίδη κ.ά. Εναγομένων ----------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 8 Απριλίου 2013 για αναστολή της διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία 28 Μαρτίου,
- Για τους Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Κ. Μιχαηλίδης με κα Μ. Κατσελλή Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Κωστακόπουλος για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση («η Αίτηση») οι Αιτητές-Εναγόμενοι («οι Αιτητές») εξαιτούνται διαταγή του Δικαστηρίου όπως η περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή ανασταλεί λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στη συμφωνία ημερ. 24.3.2010, ως λεπτομερώς αναφέρεται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του Ρένου Μιχαηλίδη και όπως όλες οι εγειρόμενες διαφορές, καθώς και η πληρωμή των ποσών που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή, παραπεμφθούν σε διαιτησία και αποφασισθούν σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Η Αίτηση εδράζεται επί του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, άρθρα 8 και 9 και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ.1, 2 και
- Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Ρένου Μιχαηλίδη, ημερ. 8.4.
- Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες («οι Καθ΄ ων η Αίτηση») αντέδρασαν στην Αίτηση με την καταχώρηση Ειδοποίησης περί Πρόθεσης Ένστασης ημερ. 16.9.2013 («η Ένσταση»). Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται να προωθήσουν την παρούσα αίτηση καθώς έχουν προβεί σε ενέργειες και/ή έχουν λάβει διαβήματα και/ή έχουν υποβάλει τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
- Η διαφορά δεν δύναται δεν είναι ορθό και δίκαιο να παραπεμφθεί σε διαιτησία, καθώς από την διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκύπτουν ζητήματα δόλου και/ή η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται και/ή βασίζεται κυρίως σε δόλο, απάτη και/ή απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, και είναι αναγκαίο όπως τα ζητήματα αυτά αποφασιστούν από το Δικαστήριο.
- Καθώς από την διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκύπτουν ζητήματα δόλου τo Δικαστήριο δύναται και/ή είναι ορθό και δίκαιο να επιληφθεί της υπόθεσης και vα διατάξει όπως, η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και/ή οποιοσδήποτε όρος για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία, παύσει vα ισχύει και/ή vα παραχωρήσει άδεια για ακύρωση oπoιoυδήπoτε συνυποσχετικού για παραπομπή σε διαιτησία πoυ έγινε βάσει της συμφωvίας και/ή του όρου αυτού.
- Καθώς από την διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκύπτουν ζητήματα δόλου τo Δικαστήριo δύναται vα αρvηθεί vα διατάξει τηv αvαστoλή της αγωγής και της παραπομπής της σε διαιτησία και/ή είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια εναντίον τέτοιας παραπομπής.
- Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
- Οι Θεσμοί και/ή νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
- Δεν συντρέχουν και/ή δεν στοιχειοθετούνται και/ή δεν ικανοποιούνται και/ή δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να διαπιστωθεί ότι οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η νομολογία ώστε να ασκηθεί η εξουσία και/ή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη (mala fides) και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στην εξασφάλιση οφέλους και/ή κέρδους στα οποία οι Αιτητές δεν δικαιούνται νόμιμα και/ή στο να εμποδιστούν οι Ενάγοντες από το να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους. Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 2, 8 και 9 του Κεφ. 4, τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση φαίνονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα, ημερ. 16.9.
- Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων που καταχωρήθηκαν. Σε αυτές, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως αυτές προβάλλονται στην Αίτηση, την Ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν ζητήθηκε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Με την Αίτηση οι Αιτητές ζητούν αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και παραπομπή των μεταξύ των μερών διαφορών σε διαιτησία λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε γραπτή τους συμφωνία, ημερ. 24.3.
- Με τη ρήτρα αυτή προβλέπεται διαιτησία στη Λευκωσία. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία οι Αιτητές υποστήριξαν ότι είναι δικαίωμά τους να εμμένουν στην επίλυση των διαφορών τους που προκύπτουν από την πιο πάνω σύμβαση με το συμφωνημένο μηχανισμό διαιτησίας. Αφού αναφέρθηκαν στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία αίτησης για αναστολή διαδικασίας, οι Καθ΄ ων η Αίτηση υπέβαλαν στο Δικαστήριο ότι οι προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται γιατί: (α) Η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά που οι Αιτητές έλαβαν νέα βήματα στη διαδικασία, ήτοι καταχώρησαν κανονικό σημείωμα εμφάνισης και συμμετείχαν σε ενδιάμεσες διαδικασίες της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα, κατ΄ ουσία, να έχουν υποβάλει τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, να έχουν απολέσει το δικαίωμά τους να αιτούνται αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία, και (β) η διαφορά των διαδίκων και η απαίτηση των Εναγόντων δεν απορρέει ούτε συνδέεται άμεσα με τις πρόνοιες της συμφωνίας στην οποία περιέχεται η ρήτρα διαιτησίας, αλλά, τουναντίον, βασίζεται κυρίως σε δόλο, απάτη και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις που στοιχειοθετούνται με ισχυρά στοιχεία ώστε να καθίσταται αναγκαίο, ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να επιληφθεί το ίδιο της ενώπιόν του διαφοράς και να μη την παραπέμψει σε διαιτησία. Έχοντας εξετάσει τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, θα επιληφθώ πρώτα του ισχυρισμού των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι οι Αιτητές καταχώρησαν κανονικό σημείωμα εμφανίσεως και έχουν λάβει νέα βήματα στη διαδικασία. Το θέμα διέπεται από το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- If any party to an arbitration agreement, or any person claiming through or under him, commences any legal proceedings in any Court against any other party to the arbitration agreement or any person claiming through or under him, in respect of any matter agreed to be referred, any party to such legal proceedings may at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings, apply to that Court to stay the proceedings, and that Court, if satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement and that the applicant was, at the time when the proceedings were commenced, and still remains, ready and willing to do all things necessary to the proper conduct of the arbitration, may make an order staying the proceedings.» Παρόμοιο θέμα εγέρθηκε και εξετάστηκε στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Πλοίου «M/V Girvas» κ.ά. (Αρ. 1)
(1999)1 ΑΑΔ 1, όπου στις σελ. 3 και 4 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρεται στον Russell on Arbitration, (ανωτέρω) στη σελ. 172, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει διαδικασία αν ο εναγόμενος αφήνει την αγωγή να προχωρήσει. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέο βήμα στη διαδικασία, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ives and Barker v. Willans [1894] 2 Ch. 478 στη σελ. 484: "The authorities show that a step in the proceedings means something in the nature of an application to the court, and not mere talk between solicitors and solicitors' clerks nor the writing of letters but the taking of some step, such as taking out a summons or something of that kind, which is, in a technical sense, a step in the proceedings". Περιπτώσεις όπου έχει θεωρηθεί ότι είχαν ληφθεί νέα βήματα στη διαδικασία αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα και μεταξύ αυτών και οι ακόλουθες: Εμφάνιση ενώπιον δικαστού και αίτημα για άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης (Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd [1940] 1 All E.R. 151) και εμφάνιση του εναγομένου στην ακρόαση αίτησης για οδηγίες με βάση την οποία εκδίδεται διάταγμα για παράταση του χρόνου για καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης (Ford's Hotel Co. Ltd. v. Bartlett [1896] A.C.1).» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην Προοδευτική Ασφαλ. Εταιρ. Λτδ v. Κουρουκλίδη κ.ά.
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1374. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διάδικους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλα βήματα στη διαδικασία, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας. (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Είναι προφανές από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου ότι αυτές αναφέρονται σε εμφάνιση, κανονική εμφάνιση, και όχι σε εμφάνιση υπό όρους (conditional appearance). Αν σκοπός του νομοθέτη ήταν η καταχώρηση εμφάνισης υπό όρους θα το ανέφερε ρητώς στο άρθρο. Στην υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε κανονικό σημείωμα εμφανίσεως στις 8.4.2013 και ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και η παρούσα Αίτηση. Όταν όμως η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους είχε ήδη εκδοθεί, στη βάση μονομερούς αιτήσεως των Εναγόντων, προσωρινό διάταγμα που ήταν επιστρεπτέο και για το οποίο θα έπρεπε να καταχωρηθεί ένσταση διότι διαφορετικά θα παρέμενε σε ισχύ, έστω και αν το Δικαστήριο διέτασσε την αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή. Η ένσταση στο προσωρινό διάταγμα καταχωρήθηκε στις 11.4.2013 και με αυτή εζητείτο η ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του Ρένου Μιχαηλίδη ημερ. 10.4.2013, που συνόδευε την ένσταση, διευκρινίζετο ότι η εμφάνιση στη διαδικασία ακυρώσεως του εκδοθέντος μονομερώς προσωρινού διατάγματος εγένετο χωρίς να θεωρείται ότι οι Εναγόμενοι ελάμβαναν οποιοδήποτε βήμα στην αγωγή εφόσον καταχώρησαν ήδη αίτηση αναστολής της διαδικασίας και παραπομπή των απαιτήσεων των Εναγόντων σε διαιτησία. Περαιτέρω, όλες οι εμφανίσεις που έγιναν σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα ήσαν υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος ότι δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν τέτοιες εμφανίσεις ως νέο βήμα στη διαδικασία. Το ότι η διαδικασία ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδίδεται σε μια αγωγή δεν αποτελεί μέρος της διαδικασίας στην αγωγή, αλλά αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία, επιβεβαιώνεται και από την απόφαση στην αγγλική υπόθεση Mercedes Benz A.G. v. Leiduck
(1995)3 All E.R. 929 (P.C.), όπου στη σελ. 942 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «With a Mareva injunction the right to the injunction and the ultimate right to damages or whatever else is claimed in the action are wholly disconnected.» Με βάση όλα τα οποία ανέλυσα πιο πάνω, θεωρώ ότι ορθώς καταχωρήθηκε κανονική εμφάνιση στην αγωγή. Επίσης θεωρώ ότι η λέξη "proceedings" που απαντάται στο άρθρο 8, Κεφ. 4, αναφέρεται στην αγωγή και όχι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οποιαδήποτε εμφάνιση εγένετο από τους Αιτητές-Εναγόμενους στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος μέχρι την ακύρωσή του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λήψη οποιουδήποτε βήματος από πλευράς τους στη διαδικασία της αγωγής. Κατά λογική συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης κρίνεται ανυπόστατος και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι το γεγονός πως τόσο στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, όσο και στις ένορκες δηλώσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα, ημερ. 7.3.2013 και 13.3.2013, που συνοδεύουν την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 7.3.2013 και στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 16.9.2013, που συνοδεύει την Ένσταση, προβάλλονται ισχυρισμοί για απάτη, δόλο, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κλοπή, συνωμοσία κτλ από πλευράς των Αιτητών, καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχώρησαν μάλιστα σε σχετικές καταγγελίες εναντίον των Αιτητών στην Αστυνομία, οι οποίες διερευνώνται, αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως διαφορά που περιέχει ζητήματα που αφορούν δόλο και/ή απάτη κτλ από πλευράς των Αιτητών και, ως εκ τούτου, η πιο πάνω διαφορά δεν ενδείκνυται να αποφασιστεί με δαιτησία. Η πιο πάνω θέση αναγνωρίζεται και από τον ίδιο τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 9
(2)
(3)το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «9.
(2)Where an agreement between any parties provides that disputes which may arise in the future between them shall be referred and a dispute which so arises involves the question whether any such party has been guilty of fraud, the Court shall, so far as may be necessary to enable that question to be determined by the Court, have power to order that the agreement shall cease to have effect and power to give leave to revoke any arbitration agreement made thereunder.
(3)In any case where by virtue of this section the Court has power to order that an arbitration agreement shall cease to have effect or to give leave to revoke an arbitration agreement, the Court may refuse to stay any action brought in breach of the agreement.» Σε μετάφραση:
(2)Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε τέτοια διαφορά που αναφύεται στη συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου, το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.
(3)Σε οποιαδήποτε περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου αυτού έχει εξουσία να διατάξει όπως συνυποσχετικό παύσει να ισχύει ή να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση συνυποσχετικού, δύναται να αρνηθεί να διατάξει την αναστολή οποιασδήποτε αγωγής που ασκήθηκε για παράβαση της συμφωνίας. Παρόμοια πρόνοια συναντούμε και στο άρθρο 24
(2)
(3)της αγγλικής Arbitration Act, 1950. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου εξετάστηκαν στην υπόθεση Ψηλογένη κ.ά. v. Νέας Συνεργ. Εταιρείας Π. Πλατρών
(2004)1(Α) ΑΑΔ 243, στην οποία κρίθηκε πως σκοπός του άρθρου είναι η παροχή διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να αποτρέπει ή εμποδίζει τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου. Υιοθετώντας την αγγλική υπόθεση Russell v. Russell
(1880)14 Ch. D. 471, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 252 και 253: «Στην Russell v. Russell [1880] 14 Ch. D. 471 ο Jessel M.R. αποφάσισε ότι: "In the case where fraud is charged, the Court will in general refuse to send the dispute to arbitration if the party charged with the fraud desires a public inquiry. But where the objection to arbitration is by the party charging the fraud, the Court will not necessarily accede to it, and will never do so unless a prima facie case of fraud is proved." Σε μετάφραση: "Σε υπόθεση όπου διατυπώνεται κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο γενικώς θα αρνηθεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία αν ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα. Πλην όμως όπου η ένσταση στη διαιτησία εγείρεται από το διάδικο που διατυπώνει την κατηγορία για δόλο, το δικαστήριο δεν θα δεχθεί κατ΄ ανάγκη την ένσταση, και δεν θα το πράξει ποτέ, εκτός αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου." Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Cunningham-Reid and Another v. Buchanan-Jardine [1988] 2 All E.R. 438.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στη Χριστοδούλου v. Σ.Π.Ε. Πολεμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 242, όπου στις σελ. 246 και 247 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας προκύπτει καθαρά ότι τα δικαστήρια δεν έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν μια διαιτητική διαδικασία που βασίζεται . και στο Άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, αλλά εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ότι ένας από τους συμβαλλόμενους είναι ένοχος δόλου, έχουν την υποχρέωση να ακυρώσουν τη συμφωνία παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του εφεσείοντος για την ύπαρξη δόλου, η διαφορά που προέκυψε θα πρέπει να εκδικαστεί από τα Δικαστήρια. Η ύπαρξη κατ΄ ισχυρισμό δόλου δεν παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, αλλά αντίθετα υποχρέωση να ακυρώσει τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία και τη διαδικασία που ακολουθεί. Η αναστολή δεν θεραπεύει το πρόβλημα αλλά αντίθετα το διαιωνίζει. .......... Αυτός δεν ήταν ο σκοπός του νομοθέτη. Η έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται και εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία και της διαδικασίας της διαιτησίας.» Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία ημερ. 24.3.2010 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση Ρένου Μιχαηλίδη ημερ. 8.4.2013) δεν αμφισβητείται, το κείμενο δε του σχετικού όρου στο οποίο η ρήτρα περιέχεται έχει ως ακολούθως: «ΑΡΘΡΟ 8: ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ "Παράγραφος 8.1 Διαιτησία. (α) Τα Συμβαλλόμενα Μέρη προσπαθούν να επιλύσουν φιλικά και γρήγορα με διαπραγμάτευση οποιαδήποτε διαφορά, διευθετήσουν οποιαδήποτε αντιδικία ή αξίωση, οι οποίες απορρέουν ή σχετίζονται με αυτή την Συμφωνία («Διαφορά»). Όλες οι διεξαχθείσες διαπραγματεύσεις σύμφωνα με αυτή την παράγραφο είναι εμπιστευτικές και ως εκ τούτου καμία μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή σε οποιαδήποτε επακόλουθη διαιτησία. (β) Οποιαδήποτε διαφορά δεν επιλύεται με διαπραγματεύσεις, εντός 30 ημερών αφ΄ ότου το Συμβαλλόμενο Μέρος έχει λάβει σχετική ειδοποίηση για αυτή τη Διαφορά, διευθετείται εν κατακλείδι με διαιτησία, σύμφωνα με τους Κανόνες διαιτησίας του σχετικού Νόμου Κεφ. 4, της Κυπριακής νομοθεσίας (ο «Νόμος»), εκτός τροποποίησης σε αυτό το έγγραφο. (γ) Η διαιτησία λαμβάνει χώρα στη Λευκωσία της Κύπρου. held in Nicosia, Cyprus. Υπάρχει ένας διαιτητής και με αυτή την ιδιότητα διορίζεται κατόπιν συμφωνίας των Συμβαλλομένων Μερών. Εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν δύνανται να καταλήξουν σε συμφωνία αναφορικά με τον ένα και μοναδικό διαιτητή, εντός 30 ημερών αφ΄ ότου ο (οι) καθ΄ ου η αίτηση λάβουν την ειδοποίηση διαιτησίας, τότε ένας τέτοιος διορισμός γίνεται σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία. (δ) Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αποποιούνται οποιωνδήποτε δικαιωμάτων παραπομπής σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δικαστικό σώμα αρμόδιας δικαιοδοσίας σχετικά με οποιοδήποτε νομικό ζήτημα, το οποίο εγείρεται κατά τη διάρκεια της διαιτησίας ή αναφορικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ληφθεί εκτός αναφορικά με μετοχές σχετικά με επιβολή της συμφωνίας διαιτησίας ή της διαιτητικής απόφασης. Το διαιτητικό δικαστήριο έχει πλήρη εξουσία να παρέχει προσωρινές θεραπείες και να λαμβάνει διαιτητικές αποφάσεις για αποζημίωση για μη σεβασμό εκ μέρους οποιουδήποτε Συμβαλλόμενου Μέρους των σχετικών εντολών του διαιτητικού δικαστηρίου. (ε) Η διαιτητική απόφαση είναι οριστική και δεσμευτική για τα Συμβαλλόμενα Μέρη και αποτελεί τη μοναδική και αποκλειστική θεραπεία μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών αναφορικά με οποιεσδήποτε αξιώσεις, ανταξιώσεις, θέματα ή αναφορά ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου.» Η έκδοση διατάγματος αναστολής δικαστικής διαδικασίας, λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ασκείται κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ασκείται στην περίπτωση αναστολής λόγω ύπαρξης ρήτρας ξένης δικαιοδοσίας. Οι αρχές εκείνες υπαγορεύουν ότι, σε γενικές γραμμές, η διακριτική εξουσία πρέπει να ασκείται υπέρ της απόδοσης αναστολής, εκτός αν καταδεικνύεται ισχυρός λόγος περί του εναντίον, και το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου λόγου, εναποτίθεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641]. Στην υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 815, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 821: «Συμφωνία για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της. Η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη των λόγων αυτών βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου [βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, Third Edition, Vol. 2, pp. 24-28, Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290, The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concord Express Liners και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 1030].» Στη United Feeder Serv. Ltd. v. Πλοίου "Anna Elisabeth"
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1946, 1953, 1954, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή διαδικασίας: «Στην υπόθεση Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή διαδικασίας με βάση το Άρθρο 4
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, όπως αυτές εκτίθενται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 19th Edition, page 175, και έχουν ως εξής:
- Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
- Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έναρξη δικαστικής διαδικασίας από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό.
- Η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με διαφορά που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί.
- Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία.
- Υποβολή της αίτησης μετά την καταχώρηση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία.
- Ο αιτητής να είναι πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας» Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1), καταχωρηθέν στις 7.3.2013, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, μεταξύ άλλων θεραπειών, «απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €490.000 ως αποζημιώσεις για παράνομη οικειοποίηση χρημάτων και/ή κλοπής και/ή υπεξαίρεσης και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως ποσό που αποσπάστηκε παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή με δόλο και/ή συνέπεια απάτης και/ή συνομωσίας και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλως πως». Περαιτέρω, οι Ενάγοντες αξιώνουν, τόσο υπέρ τους όσο και προς όφελος της Εναγομένης 4, «γενικές, ειδικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου 1 και/ή της Εναγομένης 2 και/ή Εναγομένης 3 για τη ζημιά που υπέστησαν ο Ενάγοντας 1 και/ή η Ενάγουσα 2 και/ή η Εναγόμενη 4 εταιρεία στη βάση απάτης και/ή δόλου και/ή συνομωσίας και/ή λόγω παράνομης πρόκλησης σε αυτούς ζημιάς και/ή οικονομικής βλάβης και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή αλλιώτικα.» Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα, ημερ. 16.9.2013, που συνοδεύει την Ένσταση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες ήγειραν σαφώς θέματα απάτης, δόλου, συνωμοσίας κτλ. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 4, 5, 7, 8 και 9 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες:
- Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μεταξύ άλλων υπάρχουν στον φάκελο του Δικαστηρίου τα ακόλουθα έγγραφα, το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 07/03/2013 (στο εφεξής καλούμενο το «Κλητήριο Ένταλμα»), η μονομερής αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 07/03/2013 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (στο εφεξής καλούμενη η «Αίτηση ημερομηνίας 07/03/2013») και η ένορκη δήλωση μου προς υποστήριξη της Αίτησης ημερομηνίας 07/03/2013 (στο εφεξής καλούμενη η «Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 07/03/2013»), καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 07/03/2012, ημερομηνίας 13/03/2013 (στο εφεξής καλούμενη η «Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση»). Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης υιοθετώ και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 07/03/2013 και ειδικά όλες τις αναφορές και τα επισυνημμένα τεκμήρια που αποδεικνύουν την ύπαρξη δόλου εκ μέρους των Αιτητών και ιδιαίτερα τις παραγράφους 2 - 54 τις Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 07/03/
- Από τα πιο πάνω έγγραφα και τα τεκμήρια που τα συνοδεύουν προκύπτει ξεκάθαρα ότι η οποιαδήποτε απαίτηση και διαφορά μεταξύ των διαδίκων και η αιτία της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίων των Εναγομένων δεν αφορά σε διαφορά που συνδέετε άμεσα με τις συμφωνίες οι οποίες προνοούσαν για διαιτησία, αλλά πηγάζει από τις δόλιες, παράνομες και αντισυμβατικές πράξεις του Εναγόμενου 1 κ. Μιχαηλίδη που είχαν ως αποτέλεσμα την υπεξαίρεση από εμένα αλλά και την Εναγόμενη 4 εταιρεία HARD ROCK RESTAURANTS (CYPRUS) LTD (στο εφεξής καλούμενη η «Εταιρεία») σημαντικών ποσών χρημάτων.
- Θέλω να αναφερθώ και να παραπέμψω το δικαστήριο στο Κλητήριο Ένταλμα όπου στην παράγραφο (Α) οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: «Απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €490.000 ως αποζημιώσεις για παράνομη οικειοποίηση χρημάτων και/ή κλοπής και/ή υπεξαίρεσης και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως ποσό που αποσπάστηκε παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή με δόλο και/ή συνέπεια απάτης και/ή συνομωσίας και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλως πως» Και στην παράγραφο (Δ) οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: «Γενικές, ειδικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου 1 και/ή της Εναγομένης 2 και/ή Εναγομένης 3 για τη ζημιά που υπέστησαν ο Ενάγοντας 1 και/ή η Ενάγουσα 2 και/ή η Εναγόμενη 4 εταιρεία στη βάση απάτης και/ή δόλου και/ή συνομωσίας και/ή λόγω παράνομης πρόκλησης σε αυτούς ζημιάς και/ή οικονομικής βλάβης και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή αλλιώτικα»
- Από τα πιο πάνω προκύπτει καθαρά πιστεύω ότι η απαίτηση των Εναγόντων προκύπτει κατά κύριο λόγο από την ύπαρξη δόλου και απάτης και ψευδών παραστάσεων από τον Εναγόμενο
- Συγκεκριμένα και καθώς προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 07/03/2013 και την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν, ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζοντας ψευδείς και πλαστά έγγραφα και με ψευδείς δηλώσεις κατάφερε να αποσπάσει από τους Ενάγοντες και/ή την Εναγόμενη 4 το ποσό των €490,
- Περαιτέρω και καθώς οι πράξεις του Εναγομένου 1 αποτελούν και ποινικά αδικήματα, στις 20/02/2013 και πριν ακόμη καταχωρήσω την παρούσα αγωγή μετέβηκα μαζί με τον δικηγόρο μου κ. Σταύρο Παύλου σε Αστυνομικό Σταθμό στη Λευκωσία και προέβηκα σε σχετική κατάθεση στις 22/02/2013 επί του θέματος. Εξ όσων γνωρίζω η αστυνομία είναι σε διαδικασία διερεύνησης των καταγγελιών εναντίων των Εναγομένων.
- Από τα πιο πάνω και τα όσα βρίσκονται ήδη μέσα στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι η παρούσα αγωγή και απαίτηση των Εναγόντων προκύπτει από τις δόλιες πράξεις των Εναγομένων και ειδικότερα του Εναγομένου 1, των συνεργατών του και των εταιρειών υπό των έλεγχο του. Περαιτέρω εξ' όσων καλύτερα πιστεύω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως παρουσιάζονται στην παρούσα ένορκη δήλωση, στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 07/03/2013 και την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου. Θα ήθελα να παραπέμψω το Δικαστήριο στην Ένορκη μου Δήλωση ημερομηνίας 07/03/2013 την οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και συγκεκριμένα στην παράγραφο 42 όπου περιγράφεται η δόλια πλαστογραφία τιμολογίου από τον Εναγόμενο 1, με σκοπό να αποσπάσουν χρήματα από τους Ενάγοντες, στις παραγράφους 43 και 44 όπου φαίνεται ο δόλιος τρόπος με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 και/ή η Εναγόμενη 3 εκδώσαν πλαστά τιμολόγια και επιταγές τις οποίες στη συνέχεια ακύρωσαν με σκοπό να ξεγελάσουν τους Ενάγοντες και να τους αποσπάσει χρήματα, καθώς και στην παράγραφο 48 όπου εξηγείται πως οι τρίτοι στην επίδικη διαφορά, Hard Rock Café International (STP) INC επιβεβαίωσαν και αποκάλυψαν ότι ήταν δόλιες και παραπλανητικές οι παραστάσεις του Εναγομένου στην βάση των οποίων κατέβαλαν οι Ενάγοντες τα αξιούμενα από αυτούς ποσά στην παράγραφο (α) του αιτητικού μέρους της αγωγής τους.
- Περαιτέρω και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, σύμφωνα με τον Νόμο και την νομολογία, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προκύπτει από δόλο, και ειδικά όταν βάση της μαρτυρίας μπορεί να εξαχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου, ανεξαρτήτου του ότι οι διάδικοι δεσμεύονται από ρήτρα διαιτησίας το Δικαστήριο δύναται και είναι δίκαιο: Α. Να επιληφθεί της υπόθεσης και να αποφασίσει κατά πόσο προκύπτουν ζητήματα δόλου, Β. Να ακυρώσει οποιοδήποτε όρο και/ή συμφωνία και/ή συνυποσχετικό που παραπέμπει την διαφορά των διαδίκων σε διαιτησία, και Γ. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση για αναστολή της υπόθεσης και παραπομπή της σε διαιτησία, vα αρνηθεί vα διατάξει τηv αναστολή της αγωγής και της παραπομπής της σε διαιτησία.
- Ως εκ τούτων, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου σύμφωνα με τον νόμο και την νομολογία, και καθώς η επίδικη διαφορά προκύπτει και η αιτία αγωγής βασίζεται κυρίως σε δόλο, και καθώς υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετή μαρτυρία που στοιχειοθετεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου, το Δικαστήριο είναι δίκαιο να αρνηθεί να αναστείλει την υπόθεση και να την παραπέμψει σε διαιτησία και οφείλει να ακούσει την υπόθεση και να αποφασίσει σε σχέση με τα ζητήματα δόλου και συνεπακόλουθα οφείλει να απορρίψει την Αίτηση των Εναγομένων. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις παραγράφους 2-54 της ένορκης δήλωσης του Κλεάνθη (Άκη) Έλληνα ημερ. 7.3.
- Έχοντας εξετάσει, με ιδιαίτερη προσοχή, το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων είμαι ικανοποιημένος ότι αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ύπαρξη δόλου εκ μέρους των Αιτητών. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων. Συνεπώς, δεν θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της δικαστικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται και η συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία ακυρώνεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε καταβλητέα στο πέρας της διαδικασίας. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο