← Κύπρος

NORDELIA HOLDINGS κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3113/13, 20/3/2014

NORDELIA HOLDINGS κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3113/13, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3113/13 Μεταξύ

  1. NORDELIA HOLDINGS
  2. NOVASTAR LTD Εναγόντων Και
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC LTD
  4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  5. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ
  6. ΒΑΝΚ OF CYPRUS (UK) LTD
  7. KENTΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  8. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων 20 Μαρτίου, 2014 Αίτηση ημερομηνίας 17/5/2013 για προσωρινό διάταγμα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Καραβιώτου για κ. Στ. Αμερικάνο Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Σιμάκης για κ.κ. Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Χατζηπίττα για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Για την Εναγόμενη 3 - Καθ'ης η Αίτηση: Καμιά εμφάνιση (η αίτηση δεν προωθήθηκε) Για την Εναγόμενη 4 - Καθ'ης η Αίτηση: Καμιά εμφάνιση (η αίτηση δεν προωθήθηκε) Για την Εναγόμενη 5 - Καθ'ης η Αίτηση: κα Ε. Στυλιανού για κ. Αλ. Ευαγγέλου Για τον Εναγόμενο 6: - Καθ' ου η Αίτηση: κα Δ. Έλληνα για κα Μαυρομουστάκη, για τη Δημοκρατία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H ενάγουσα 1 και η ενάγουσα 2 είχαν κατατεθειμένα το Μάρτιο 2013 στην εναγόμενη 1, (που πάρακατω θα αναφέρεται ως η «Λαϊκή»), μεγάλα χρηματικά ποσά. Οι λογαριασμοί τους έχουν υποστεί απομείωση από την εφαρμογή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Νόμος 17(Ι)/2013 και από τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου αυτού. Το ιστορικό θέσπισης του εν λόγω νόμου που εκτυλίχθηκε στα πλαίσια της εικόνας που προέκυπτε περί βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής και κατά συνέπεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εγγυητού της, παρατέθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη θεμελιακή απόφαση της πλειοψηφίας η οποία δόθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή, στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. (Υπόθεση Αρ. 551/2013 κ.ά.) ημερομηνίας 7/6/
  9. Επί τη βάσει του εν λόγω Νόμου η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα: - Το περί Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 93/2013, 25.3.2013). - Το περί πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 94/2013, 25.3.2013). - Το περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 96/2013, 26.3.2013). - Το περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 97/2013, 26.3.2013). - Το περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 103/2013, 29.3.2013). - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013, 29.3.2013). - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 105/2013, 1.4.2013). Είναι η θέση των εναγουσών ότι η απομείωση των καταθέσεων τους, συνιστά κατάφορη παραβίαση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων, αλλά και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Με την αγωγή ζητούν δηλώσεις, διατάγματα και αποζημιώσεις περιλαμβανομένης δήλωσης ότι η πώληση των εργασιών της Λαϊκής δυνάμει των διαταγμάτων 97/2013, 104/2013 και 105/2013 είναι άκυρη βασικά λόγω παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων τους. Παράλληλα, με την παρούσα αίτηση, ζητούν προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να προβούν στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εξυγίανσης σε σχέση με τις καταθέσεις τους προς εφαρμογή του εν λόγω Νόμου και των σχετικών Διαταγμάτων ή να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την υλοποίηση των διαταγμάτων και προσωρινό διάταγμα απαγορεύον την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν με τα διατάγματα διά των οποίων η περιουσία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου (εναγόμενη 2). Το Δικαστήριο, (υπό άλλη σύνθεση) επελήφθη της αίτησης άνευ ειδοποιήσεως και εξέδωσε διατάγματα ως άνω. Οι εναγόμενοι 1, 2, 5 και 6 έφεραν ένσταση. Μεταξύ άλλων οι εναγόμενοι 1 προέβαλαν τη θέση ότι τα διατάγματα βρίσκονται σε πλήρη ισχύ και παράγουν έννομα αποτελέσματα και ως εκ τούτου οι ίδιοι οφείλουν να συμμορφωθούν και να τα εφαρμόσουν. Παρόμοια θέση προέβαλαν οι εναγόμενοι
  10. Η εναγόμενη 5 προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι τα υπό αμφισβήτηση δικαστικά διατάγματα αντιβαίνουν προς τις πρόνοιες της νομοθεσίας και νομολογίας. Από την ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα σημειώνεται η θέση πως η αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον τα μέτρα τέθηκαν σε ισχύ στις 29/3/2013, ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 17/5/
  11. Η νομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι καταθέτες της Λαϊκής που επηρεάστηκαν δυσμενώς από την πώληση των εργασιών της σε σχέση με τις θεραπείες που ενδεχομένως να δικαιούνται, έχουν επεξηγηθεί στην εν λόγω υπόθεση Χριστοδούλου όπου ελέχθη ότι τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους εμπίπτουν: «στα πλαίσια αστικών διαδικασιών εναντίον της ίδιας της Λαϊκής στη βάση της συμβατικής σχέσης ή στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης και κατ΄επέκταση και της Δημοκρατίας ως έχουσας, δια της παρέμβασης της αυτής μέσω της Κεντρικής Τράπεζας στα της Λαϊκής, ενδεχομένως προκαλέσει ζημία στους καταθέτες. Είναι σε εκείνα τα πλαίσια που θα μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των ενεργειών της Δημοκρατίας δυνάμει των Διαταγμάτων και η όποια ζημία έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες από τις ενέργειες εκείνες, περιλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν τον όποιο επηρεασμό των προτεραιοτήτων και εξασφαλίσεων, τον επηρεασμό ως εκ της ενδεχομένως μη συμφέρουσας αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων (με αναφορά και στα τρία Διατάγματα 97, 105 και 103), τον επηρεασμό ως εκ της ανισότητας μεταχείρισης που μπορεί να προκύπτει ως εκ της επιλεκτικής μεταβίβασης υποχρεώσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στις μη μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις δυνάμει του Παραρτήματος ΙΙ) και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής. Και είναι στα ίδια εκείνα πλαίσια που θα μπορούν να κριθούν οι όποιες άλλες αστικές ευθύνες ήθελαν αποδοθεί από προηγούμενες ενέργειες είτε στη Δημοκρατία είτε στην ίδια τη Λαϊκή, στις οποίες και σε τελευταία ανάλυση παραπέμπουν προσφυγές με αναφορά στα γεγονότα στα οποία βασίζονται, περιλαμβανομένης της όποιας προηγηθείσας ευθύνης για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και της όποιας αποτυχίας κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης. Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3

(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ΄επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Έχω υπόψη μου το σύνολο της αίτησης, των ενστάσεων και των αγορεύσεων. Δεν είναι όμως αναγκαίο να επεκταθώ σε όλη την έκταση των θεμάτων που έχουν εγερθεί. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών ανεγνώρισε την αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση A. Efthymiou Enterprises Ltd v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1596, 1601 ότι «Η αμφισβήτηση της αντισυνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός.» Στη συνέχεια επικαλέστηκε τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο δικαστής κάθε βαθμού μπορεί να κρίνει τη αντισυνταγματικότητα νόμου και να μην εφαρμόσει νόμο που θεωρεί αντισυνταγματικό. Αυτή όμως η εξουσία κάθε δικαστή δεν αναιρεί την προηγούμενη αρχή που καθιερώνει τεκμήριο νομιμότητας μέχρι το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά. Εν προκειμένω, στο προδικαστικό αυτό στάδιο η έκδοση διατάγματος, όπως ζητείται, που να απαγορεύει στους εναγόμενους τη λήψη των μέτρων που θεσπίστηκαν δυνάμει του νόμου, θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του τεκμηρίου της συνταγματικότητας, εφόσον δεν θα αποτελούσε παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Αυτή ήταν η θέση του παρόντος Δικαστηρίου και στην υπόθεση Fransa Enterprises Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. αρ. αγωγής 2306/13 ημερ. 19/12/2013. Πέραν τούτου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως η συνήθης έννοια της ενδιάμεσης συντηρητικής θεραπείας είναι η διατήρηση του status quo ante (Kοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η νομική σχέση καταθέτη και Λαϊκής έχει και πάλι εξηγηθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου, όπου ελέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα. Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.» Συνεπώς το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη του συγκεκριμένου ποσού στο λογαριασμό του καταθέτη, του οποίου το δικαίωμα είναι για αποζημιώσεις με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου με «κυρίαρχο στοιχείο ότι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας». Oι δε αιτήτριες δεν έχουν στοιχειοθετήσει την προϋπόθεση περί αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ό,τι επικαλέστηκαν ήταν η οικονομική κατάσταση της Κύπρου κατά το χρόνο της αίτησής τους με εισήγηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση περί της αφερεγγυότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή όμως είναι μια γενικότητα που παραβλέπει τη μεγάλη προσπάθεια, ακριβώς, για ανοικοδόμηση της οικονομίας. Και εν πάση περιπτώσει δεν στοιχειοθετεί αδυναμία αποζημιώσεων στο τέλος. Η απάντηση των αιτητών στη θέση ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, ήταν ότι μέχρι τις 17/5/2013 ημέρα καταχώρισης της αίτησης οι λογαριασμοί των εναγόντων ήταν άθικτοι και ότι τα μέτρα εξυγίανσης επρόκειτο να εφαρμοστούν επί των λογαριασμών αυτών στις 18-19/5/2013. Εκείνο όμως που έχει σημασία δεν είναι η λογιστική πράξη της απομείωσης, αλλά το νομικό γεγονός της απομείωσης το οποίο έγκειται στο ότι η απομείωση και η μετατροπή των καταθέσεων συντελέστηκε κατά το χρόνο εφαρμογής του σχετικού Διατάγματος, ήτοι στις 29/3/2013 και ώρα 06.00. Για όλους τους πάραπανω λόγους η αίτηση θα απορριφθεί. Ως προς τα έξοδα, θα ακολουθηθεί η ίδια προσέγγιση όπως και στην υπόθεση Fransa: «.. Οι αιτητές βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ιδιόμορφη και πρωτόγνωρη κατάσταση υπό τη φοβερή πίεση της οποίας προσπάθησαν να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους, όπως τα αντιλαμβάνονται, μέχρι την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Υπό τέτοιες ιδιάζουσες περιστάσεις κρίνεται εύλογο και δίκαιο να μην δοθεί διαταγή για έξοδα». Η αίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. Τα διατάγματα παύουν να ισχύουν. (υπ.) ............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.