← Κύπρος

TOTALPACK (CYPRUS) LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως νομίμου αντιπροσώπου της, Αρ. Αγωγής 9660/07, 27/3/2014

TOTALPACK (CYPRUS) LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως νομίμου αντιπροσώπου της, Αρ. Αγωγής 9660/07, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 9660/07 Μεταξύ: TOTALPACK (CYPRUS) LTD Ενάγοντες Και Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως νομίμου αντιπροσώπου της Εναγομένου ---------------------------------------------------- 27 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Δ. Βάκης Για Εναγόμενους: κα Ζ. Κυριακίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου, είναι για το ποσό των €447.867,02 ως αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη ζημιά που υπέστηκαν, συνεπεία παράνομης κατάσχεσης και/ή κατακράτησης και/ή επέμβασης και/ή ιδιοποίησης προϊόντων τους, ως και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ζητούν, περαιτέρω, (α) την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείου να τους επιστρέψει τα προϊόντα τους που κατακράτησε ή/και κατείσχε στις 25.6.04, 28.6.04 και 29.7.04 δηλαδή 78.342 τεμάχια σαπούνια μάρκας «DOVE» και (β) την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει τον Εναγόμενο να τους αποκαλύψει λεπτομέρειες της καταγγελίας που έγινε εναντίον τους. Σημειώνεται ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων απέσυρε την αξίωση τους για επιστροφή των κατασχεθέντων προϊόντων. Από τη θεώρηση των δικογράφων και της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:

  1. Στις 19.4.2004, οι Ενάγοντες εισήγαγαν από το Χονκ Κονγ 2.600 κιβώτια με 249.600 σαπούνια που έφεραν το εμπορικό σήμα «DOVE». Οι Ενάγοντες παρέλαβαν τα εμπορεύματα από το Τελωνείο Λεμεσού με τη διασάφηση εισαγωγής (Τεκμήριο 8 σελ.5) αφού κατέβαλαν τον αναλογούντα για τα σαπούνια Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ύψους Λ.Κ. 2.
  2. Στις 2.6.2004 Λειτουργοί του Επαρχιακού Τελωνείου Λεμεσού, μεταξύ των οποίων και ο ΜΥ3, επισκέφθηκαν τα υποστατικά του Χρίστου Κεττή και της εταιρείας CHR. KETTIS TRADING CO LTD στη Λεμεσό, όπου εντόπισαν 63.366 τεμάχια σαπούνια που έφεραν το εμπορικό σήμα «DOVE», τα οποία και κατακράτησαν με το έντυπο Τελ. 71Α αρ. Β053953 (Τεκμήριο 18) προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσο παραβίαζαν το εμπορικό σήμα «DOVE». Ο Χρίστος Κεττής κατονόμασε, ως προμηθευτή του τους Ενάγοντες και παρέδωσε αντίγραφο του τιμολογίου τους ημερ. 20.4.2004 (Τεκμήριο 3).
  3. Στις 25.6.2004, αρμόδιος Λειτουργούς του Τελωνείου, προχώρησε με την κατάσχεση των 63.366 σαπουνιών από την εταιρεία CHR. KETTIS TRADING CO LTD, με το έντυπο Τελ. 71Α με αρ. Β.053892 (Τεκμήριο 5).
  4. Στις 28.6.2004 Λειτουργοί του Αρχιτελωνείου, μεταξύ των οποίων και ο Μ.Υ.2, επισκέφθηκαν τα υποστατικά των Εναγόντων στη Βιομηχανική Περιοχή Τσερίου, όπου εντοπίσθηκε ποσότητα 7.488 τεμαχίων (78 κιβώτια) σαπουνιών που έφεραν το εμπορικο σήμα «DOVE», τα οποία κατακρατήθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση με το έντυπο Τελ. 71Α με αρ. Β032765 (Τεκμήριο 6).
  5. Στις 29.7.2004 ο Μ.Υ.2 προχώρησε στην κατάσχεση 7.488 τεμαχίων σαπουνιών με το έντυπο Τελ.71Α με αρ. Β032772 (Τεκμήριο 7).
  6. Οι δικηγόροι των Εναγόντων, με επιστολές τους ημερ. 16.7.2004 και 27.8.2004 [Τεκμήριο 13 (Α)(Β)] αμφισβήτησαν εμπρόθεσμα, εκ μέρους των Εναγόντων, τη δήμευση των 70.854 κατασχεθέντων σαπουνιών.
  7. Ενόψει της νομότυπης αμφισβήτησης της δήμευσης των 70.854 τεμαχίων σαπουνιών (63.366+7.488), το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε στη λήψη των νενομισμένων μέτρων για τη δικαστική κήρυξη των 70.854 κατασχεθέντων σαπουνιών σε δήμευση. Προς τούτο ο Εναγόμενος καταχώρησε στις 22.10.2007 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή με αρ. 9746/07 (Τεκμήριο 21) και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους στις 11.9.2008 (Τεκμήριο 26). Είναι δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τον Σεπτέμβριο 2003 συνήψαν συμφωνία με τρίτο πρόσωπο από το εξωτερικό για την προμήθεια προς αυτούς σαπουνιών «DOVE». Η διάρκεια της συμφωνίας ήταν για 24 μήνες και η ελάχιστη ποσότητα ήταν 62.400 κιβώτια των 48 τεμαχίων σαπουνιών έκαστο. Παράλληλα οι Ενάγοντες, συνήψαν συμφωνία με πελάτη τους στην Κύπρο για προμήθεια των σαπουνιών «DOVE», με τους αντίστοιχους όρους. Μετά την παραλαβή των 2.600 κιβωτίων (με 48 τεμάχια έκαστο) τον Απρίλιο του 2004, προμήθευσαν τον πελάτη τους με 63.366 τεμάχια σαπούνια. Ισχυρίζονται ότι η κατακράτηση και κατάσχεση των σαπουνιών από το Τμήμα Τελωνείων είναι παράνομη και κανένας λόγος υπήρχε που να την δικαιολογούσε. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι και αν ακόμη αρχικά η κατάσχεση και/ή κατακράτηση των σαπουνιών ήταν δικαιολογημένη, αυτή κατέστη μεταγενέστερα παράνομη, αφού το Τμήμα Τελωνείων, παρά την αμφισβήτηση της εκ μέρους των Εναγόντων, δεν προέβηκε σε διαδικασία εξασφάλισης σχετικών διαταγμάτων δήμευσης των σαπουνιών ή/και δεν εξασφάλισαν σχετικά διατάγματα εντός ευλόγου χρόνου. Επανειλημμένα κάλεσαν τον Εναγόμενο να τους επιστρέψει τα σαπούνια, όμως αυτός παράνομα συνεχίζει να τα κατακρατεί και/ή αρνείται να τα παραδώσει. Οι ενέργειες του Εναγομένου συνιστούν παράνομη κατακράτηση και ιδιοποίηση και/ή επέμβαση στην περιουσία τους. Είναι τέλος, ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα σαπούνια είναι σήμερα μηδαμινής αξίας διότι έχουν ημερομηνία λήξης η οποία έχει παρέλθει. Λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγομένου, οι Ενάγοντες αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υπόλοιπες συμβατικές τους υποχρεώσεις με τον προμηθευτή και τον πελάτη τους, οι συμφωνίες τους με αυτούς έχουν τερματιστεί και υπέστηκαν και συνεχίζουν να υφίστανται ζημιές και/ή απώλεια κέρδους ως ακολούθως: «α) €41.687,14 (Λ.Κ.24.398,40) κόστος, πλέον απώλεια κέρδους από την ακύρωση της πώλησης και/ή τη μη πώληση των κατασχεθέντων σαπουνιών. β) €406.179,88 (Λ.Κ.237.726,52) απώλεια κέρδους από τη μη πώληση των υπόλοιπων σαπουνιών, τα οποία οι Ενάγοντες θα αγόραζαν από τον προμηθευτή τους και θα πωλούσαν στον πελάτη τους.» Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του εγείρει

(3)προδικαστικές ενστάσεις ως εξής: «α) η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου και/ή εύλογη βάση αγωγής. β) η παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή καταπιεστική διότι καταχωρήθηκε η αγωγή με αρ. 9746/07 εναντίον των Εναγόντων και γ) λανθασμένα η Αγωγή εγείρεται εναντίον του και/ή ο τίτλος είναι λανθασμένος.» Είναι η θέση του Εναγομένου ότι ενήργησε νόμιμα και νομότυπα και στη βάση ρητών νομοθετικών προνοιών, στα πλαίσια των καθηκόντων του, χωρίς να επιδείξει αμέλεια ούτε και υπήρξε πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του. Προς το σκοπό αυτό καταχώρησε την Αγωγή με αρ. 9746/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των Εναγόντων, αναφορικά με την κήρυξη των κατασχεθέντων 70.854 τεμαχίων σαπουνιών σε δήμευση, η οποία εκκρεμεί. Αρνείται ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν τις ζημιές στις οποίες αναφέρονται και ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αξιώνουν δεν δικαιολογούνται, είναι υπερβολικά και δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη γι' αυτά, αλλά ούτε και για οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα αντιμετωπίζουν σε σχέση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με τον προμηθευτή και πελάτη τους. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας: Ο Γιώργος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1). Για την πλευρά του Εναγομένου κατέθεσαν
(6)μάρτυρες: Η Μάρη Χαραλάμπους Κληριώτου (Μ.Υ.1), ο Γιώργος Παπαδόπουλος (Μ.Υ.2), ο Ανδρέας Χαραλαμπίδης (ΜΥ3), η Annuseit Hildegard (ΜΥ4), ο Δημήτρης Ιωάννου (ΜΥ5) και ο Δημήτρης Αραούζος (ΜΥ6). Ο Μ.Ε.1 είναι διευθυντής των Εναγόντων οι οποίοι διεξάγουν εμπορικές δραστηριότητες. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι μεταξύ των συνεργατών των Εναγόντων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η εταιρεία Computronics International από το Χογκ Κόνγκ, ως και η εταιρεία Chr. Kettis Trading Co Ltd. Η Computronics μπορούσε να προμηθεύει και πωλεί στους Ενάγοντες σαπούνια μάρκας Dove και η Kettis ενδιαφερόταν να αγοράσει σαπούνια από τους Ενάγοντες. Γι' αυτό και στις 1.8.2003 οι Ενάγοντες συνήψαν γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 10) με την Kettis με την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν να την προμηθεύουν και αυτή να αγοράζει από τους Ενάγοντες σαπούνια 100gr μάρκας DOVE για δύο χρόνια στην τιμή των Λ.Κ.0,17 ανά τεμάχιο. Η συμφωνηθείσα ελάχιστη ποσότητα θα ήταν 2.600 κιβώτια των 48 τεμαχίων το καθένα, κάθε μήνα, για δύο χρόνια. Έκδοσαν προς τούτο, την 1.8.2003 προτιμολόγιο για την πρώτη παραγγελία 124.800 τεμάχια σαπούνια για ποσό Λ.Κ. 24.398,40 (Τεκμήριο 1, 2). Την 16.9.2003, οι Ενάγοντες υπέγραψαν συμφωνία με την Computronics (Τεκμήρια 11 και 12) η οποία ανέλαβε να τους προμηθεύει σαπούνια DOVE 100gr, με ελάχιστη ποσότητα 2.600 κιβώτια των 48 τεμαχίων το καθένα, κάθε μήνα για δύο χρόνια. Είχε συμφωνηθεί προφορικά η τιμή αγοράς των σαπουνιών σε USD $0.
  1. Στις 19.4.2004 έφτασε στην Κύπρο το πρώτο φορτίο που ήταν 2.600 κιβώτια των 96 τεμαχίων το καθένα, σύνολο 249.600 τεμάχια. Κατά την εκτελώνιση των σαπουνιών στο λιμάνι Λεμεσού στις 20.4.2004 παρουσίασε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του Πιστοποιητικού Προέλευσης και το Τελωνείο κάλεσε αρμόδιο Λειτουργό του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού ο οποίος ενώπιον του Τελώνη, του οδηγού και του ιδίου, άνοιξε τα εμπορευματοκιβώτια, έλεγξε τα εμπορεύματα και έλαβε δείγματα των σαπουνιών για να διαπιστώσει την αυθεντικότητα τους, προτού αποδεσμεύσει το φορτίο από το λιμάνι. Αφού ο Λειτουργός διαπίστωσε την αυθεντικότητα των σαπουνιών, έδωσε άδεια για την εκτελώνιση του φορτίου (Τεκμήριο 8). Από τα 249.600 τεμάχια σαπούνια, τα 124.800 τεμάχια τα παρέδωσαν στην Kettis, και τα υπόλοιπα, τα εξήγαγαν στην Ελλάδα όπου οι Ελληνικές Αρχές επίσης αποδέχθηκαν την αυθεντικότητα των σαπουνιών. Αρχές Ιουνίου 2004, κλήθηκε στο Τμήμα Τελωνείων για να δώσει κατάθεση σε σχέση με τα σαπούνια DOVE που είχαν εισάξει. Όπως προέκυψε από εγκύκλιο του Τελωνείου ημερ. 30.6.2004, είχε διαβιβαστεί στο Τμήμα Τελωνείων Πληροφορία ότι τα σαπούνια που είχαν εισάξει παραβίαζαν Πνευματικά Δικαιώματα Τρίτου Προσώπου, πράγμα που αρνείται κατηγορηματικά και ισχυρίζεται ότι τα είσηξαν νόμιμα. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του προς το Τμήμα Τελωνείων να τους δώσουν λεπτομέρειες, ουδέποτε τους ενημέρωσαν σχετικά. Προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι λόγω της κατάσχεσης στις 25.6.04 (Τεκμήριο 5) των 63.366 τεμαχίων από την Kettis, αυτή απαίτησε από τους Ενάγοντες την ακύρωση της πώλησης και επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.24.398 που τους πλήρωσε, σύμφωνα με τιμολόγιο ημερ. 20.4.2004 (Τεκμήριο 3) πράγμα που συμφώνησαν και υλοποίησαν στα πλαίσια των καλών σχέσεων τους και της συνεργασίας τους. (Τεκμήριο 4) (3 credit notes). Με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 16.7.2004, (Τεκμήριο 13Α) και 27.8.2004, (Τεκμήριο 13Β) αμφισβήτησαν την νομιμότητα της κατάσχεσης των 63.366 τεμαχίων και 7.488 τεμαχίων σαπουνιών, στις 25.6.2004 (Τεκμήριο 5) και 29.7.2004 (Τεκμήριο 7) αντίστοιχα, και κάλεσαν το Τελωνείο να τους επιστρέψει τα σαπούνια, χωρίς όμως ανταπόκριση μέχρι σήμερα. Τα σαπούνια είχαν ημερομηνία λήξης η οποία είχε παρέλθει πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Το Τελωνείο απάντησε με επιστολή του ημερ. 15.9.2004 (Τεκμήριο 13Γ) ισχυριζόμενο ότι είχε γίνει γραπτή καταγγελία για παραβίαση δικαιωμάτων πνευματιής ιδιοκτησίας, ότι έκαναν έρευνα και κατάσχαν τα σαπούνια αφού διαπίστωσαν την παραβίαση και τους ενημέρωσαν ότι λόγω των αμφισβητήσεων τους, θα προχωρούσαν σε διαδικασία για να κηρυχθεί δικαστικά η δήμευση των προϊόντων. Μέχρι την καταχώρηση της Αγωγής στις 17.10.2007, δηλαδή πέραν των 3 χρόνων, το Τελωνείο δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία, παρά τις επανειλημμένες κλήσεις των Εναγόντων τόσο προφορικά, όσο και με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 27.1.2005 (Τεκμήριο 14Α) και 25.6.2007 (Τεκμήριο 15Α). Το Τελωνείο απάντησε στις εν λόγω επιστολές, με επιστολές του ημερ. 7.2.2005 (Τεκμήριο 14Β) και ημερ. 10.7.2007 (Τεκμήριο 15Β) αλλά δεν έκανε καμία ενέργεια μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Ισχυρίστηκε ότι λόγω των ενεργειών του Τελωνείου και της εγκυκλίου ημερ. 30.6.2004, (Τεκμήριο 9) ήταν πλέον αδύνατο να εισάξουν άλλα σαπούνια DOVE με βάση τη συμφωνία τους με την Computronics, αφού ήταν προφανής η πρόθεση του Τελωνείου να κατάσχει όσα σαπούνια DOVE θα εισήγαγαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να τερματιστούν οι συμφωνίες τους με την Computronics και με την Kettis. Ισχυρίστηκε ότι το ποσό των USD$42.282,24 που είχαν καταβάλει στην Computronics για το πρώτο φορτίο, δεν τους επιστράφηκε από την Computronics αφού τα σαπούνια δεν ήταν απομιμήσεις και η Computronics δεν δεχόταν καμία ευθύνη. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αγόρασαν το κάθε τεμάχιο σαπουνιών από την Computronics για USD$0.
  2. Η ισοτιμία του δολαρίου Η.Π.Α με την Κυπριακή Λίρα, ήταν τότε 1.
  3. Επομένως αγόρασε το κάθε σαπούνι για Λ.Κ.0,
  4. Η συμφωνία τους με την Kettis ήταν να της πωλούν το κάθε σαπούνι Λ.Κ.0.17 δηλαδή είχαν κέρδος Λ.Κ.0,08282 από κάθε τεμάχιο. Σε σχέση με το πρώτο φορτίο, με βάση τα πιο πάνω, οι Ενάγοντες απώλεσαν USD$42.282,24 δηλαδή Λ.Κ.21.683,20 (€37.047,94). Επίσης είχαν απώλεια κέρδους από τα σαπούνια που το Τελωνείο κατάσχε παράνομα, δηλαδή 70.854 τεμάχια επί Λ.Κ.0,08282, σύνολο Λ.Κ.5.868,12 (€10.026,29). Το σύνολο της ζημιάς από το πρώτο φορτίο είναι €47.074,
  5. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σε σχέση με τους υπόλοιπους 23 μήνες, για τους οποίους είχαν συμφωνηθεί ελάχιστες ποσότητες 2600 κιβώτια των 48 τεμαχίων μηνιαίως δηλαδή 124.800 τεμάχια σαπουνιών μηνιαίως, λόγω των παράνομων πράξεων του Τελωνείου, δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν τις συμφωνίες τους και έτσι είχαν απώλεια κέρδους Λ.Κ.0.08282 για κάθε τεμάχιο. Έτσι, για κάθε μήνα είχαν συνολικά απώλεια κέρδους Λ.Κ.10.335,93 (124.800 τεμάχια Χ Λ.Κ.0.08282). Για τους 23 μήνες που υπολείπονταν και δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία τους με την Kettis, το σύνολο της απώλειας τους ήταν Λ.Κ.237.726,52 (€406.179,88). Κατ' επέκταση, το σύνολο της ζημιάς τους από την παράνομη κατάσχεση των σαπουνιών και την απαγόρευση του Τελωνείου να εισάξουν άλλα σαπούνια DOVE ήταν σύνολο €453.254,
  6. Το τμήμα Τελωνείων μέχρι σήμερα δεν ακύρωσε την εγκύκλιο ημερ. 30.6.2004, ούτε τους επέστρεψε τα σαπούνια που κατακρατεί. Σήμερα οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν πλέον επιστροφή των σαπουνιών αφού πέρασαν πέραν των 8 χρόνων και είναι σίγουρα άχρηστα, επικίνδυνα και χωρίς οποιαδήποτε χρησιμότητα ή αξία. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι από τα 249.600 τεμάχια σαπούνια που οι Ενάγοντες εισήξαν, διέθεσαν 124.800 στην Kettis και από τα υπόλοιπα μια ποσότητα 121,824 τεμάχια εξήχθηκε στην Ελλάδα στις 3.5.2004, στην εταιρεία BALCO, η οποία πλήρωσε στους Ενάγοντες €0.28 το τεμάχιο, δηλαδή συνολικά €34.110,72 (Τεκμήριο 16). Επέμενε ότι τα επίδικα σαπούνια δεν είναι απομιμήσεις και εισήχθηκαν στην Κύπρο νομότυπα, με βάση όλες τις διαδικασίες εισαγωγής και εκτελωνισμού και αφού ερευνήθηκαν πρώτα από εκπρόσωπο του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού. Η πρώτη ενημέρωση που είχε ήταν τον Ιούνιο 2004 όταν επισκέφθηκε το εργοστάσιο του, το τμήμα Τελωνείων και ενημερώθηκε ότι υπήρχε καταγγελία. Κατακρατήθηκαν 7.488 τεμάχια από τις εγκαταστάσεις των Εναγόντων και παρά την επιμονή του να μάθει ποιος έκαμε την καταγγελία και τι αφορούσε, δεν του ανέφεραν οτιδήποτε. Γι' αυτό οι δικηγόροι του έστειλαν τις επιστολές ημερ. 16.7.2004 (Τεκμήριο 13Α) και 27.8.2004 (Τεκμήριο 13Β). Δεν του ζητήθηκε από το Τελωνείο μέχρι σήμερα να παρουσιάσει από τους προμηθευτές του, οποιοδήποτε έγγραφο για την αυθεντικότητα των σαπουνιών, ούτε και απευθύνθηκε σ' αυτούς, εφόσον κάτι τέτοιο δεν του ζητήθηκε κατά την εισαγωγή και εκτελώνιση τους, αλλά ούτε και μεταγενέστερα της κράτησης και κατάσχεσης τους. Δέχθηκε ότι το τμήμα Τελωνείων απάντησε στις επιστολές των δικηγόρων του Τεκμήριο 13 (Α, Β), με τις επιστολές Τεκμήριο 13 (Γ) και 14(Β), όμως δεν απάντησε σε κανένα από τα ερωτήματά τους. Ισχυρίστηκε ότι το Τελωνείο κατέστρεψε ολοκληρωτικά τους Ενάγοντες, διότι «τους έβαλε επίσημα την σφραγίδα ότι εισάγουν απομιμήσεις» με την εγκύκλιο (Τεκμήριο 9), έχουν μαυροπινακιστεί και δεν μπορούν να εισάξουν ξανά στην Κύπρο σαπούνια. Πρόσθεσε ότι το Τελωνείο αναγκάστηκε να καταχωρήσει την αγωγή 9746/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μετά από 3 ½ χρόνια και μετά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, κρατώντας τους Ενάγοντες στο σκότος μέχρι το 2012 που έγινε η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Η Μ.Υ.1 είναι Τελωνειακός Λειτουργός Α' και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένη στον Τομέα Νομικών Θεμάτων του Αρχιτελωνείου με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, και τα θέματα δικαιωμάτων Πνευματικής ιδιοκτησίας. Ανέφερε στη μαρτυρία της ότι το δικηγορικό γραφείο Χρύση Δημητριάδη και Σία, εκ μέρους των πελατών τους UNILEVER PLC, με επιστολή του ημερ. 20.5.2004, (Τεκμήριο 17) διαβίβασε στο Τμήμα Τελωνείων, καταγγελία ότι οι πελάτες τους, κάτοχοι του εμπορικού σήματος με αρ. 5644, μέσω των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο, είχαν εντοπίσει μεγάλη ποσότητα σαπουνιών στην κυπριακή αγορά, τα οποία αποτελούσαν απομίμηση των σαπουνιών «DOVE» και κατονόμασαν ως εισαγωγέα ή προμηθευτή, τον Χρίστο Κεττή ή την εταιρεία του CHR. KETTIS TRADING CO LTD. Στην ίδια επιστολή ήταν συνημμένα τα αποτελέσματα των εξετάσεων που αποστάληκαν στους αντιπροσώπους των πελατών τους στην Κύπρο ως και δείγματα του αυθεντικού σαπουνιού και του σαπουνιού που ήταν απομίμηση. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην κατακράτηση και κατάσχεση των επίδικων σαπουνιών στις 2.6.2004, (Τεκμήριο 18), 25.6.2004 (Τεκμήριο 5), 28.6.2004 (Τεκμήριο 6) και 29.7.2004 (Τεκμήριο 7) ως τα παραδεκτά γεγονότα ανωτέρω και επεξήγησε τις διαδικασίες στη βάση της σχετικής νομοθεσίας. Κατά την αντεξέτασή της, αναφέρθηκε στην επιστολή του δικηγορικού γραφείου Χρύσης Δημητριάδης και Σία (Τεκμήριο 17), με βάση την οποία έγινε η επιχείρηση του Τελωνείου στις 2.6.2004 στα υποστατικά του Χρίστου Κεττή. Επεξήγησε τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχαν σταλεί στους αντιπροσώπους της UNILEVER PLC στην Κύπρο και επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 17 και επεσήμανε τις διαφορές του αυθεντικού σαπουνιού, με αυτό που είναι απομίμηση. Διευκρίνισε ότι το Τελωνείο δεν διαθέτει εμπειρογνώμονες ώστε να είναι σε θέση να διαχωρίζει αν ένα εμπόρευμα είναι απομίμηση ή όχι, αλλά λαμβάνει πληροφορίες από τους κατόχους δικαιωμάτων και του υποδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο, εκ πρώτης όψεως, θα μπορεί να διαχωρίζει τις απομιμήσεις από τα αυθεντικά προϊόντα. Έτσι προχωρά στο πρώτο στάδιο της κατακράτησης των εμπορευμάτων και αποστέλλει δείγματα στον κάτοχο του δικαιώματος, - μέσω του αντιπροσώπου του στην Κύπρο, - ώστε να απαντήσει ως εμπειρογνώμονας, κατά πόσο παραβιάζονται τα εγγεγραμμένα στο όνομα του δικαιώματα και καλείται να απαντήσει γραπτώς. Όταν επιβεβαιωθεί ότι τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα, παραβιάζουν τα εγγεγραμμένα στο όνομα του κατόχου δικαιώματα, τότε το Τελωνείο προχωρεί με την κατάσχεση των εμπορευμάτων. Επεξήγησε ότι με το Τεκμήριο 17, στάληκαν στο Τελωνείο δείγματα αυθεντικού σαπουνιού και απομίμησης τα οποία διαβιβάστηκαν στους Τελωνειακούς Λειτουργούς της Λεμεσού που έκαναν την επιχείρηση, ώστε να είναι σε θέση να αποσύρουν από την αγορά, τα εμπορεύματα που αφορούσε η καταγγελία. Η δική της ανάμειξη άρχισε όταν ανευρέθηκε στις 2.6.2004 η μεγάλη ποσότητα σαπουνιών στα υποστατικά της CHR. KETTIS TRADING CO. LTD, που δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υποψίες, ότι παραβίαζαν τα δικαιώματα Πνευματιής ιδιοκτησίας της εταιρεία UNILEVER PLC. Τότε άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης από το Τελωνείο και τέθηκε σε εφαρμογή η διαδικασία που καθορίζει ο Νόμος. Τα κατακρατηθέντα σαπούνια στις 2.6.2004 και 28.6.2004 φυλάττονται μέχρι σήμερα στις αποθήκες του Τελωνείου Λεμεσού και Λευκωσίας ανάλογα με την κάθε επιχείρηση. Από την ποσότητα σαπουνιών που κατακρατήθηκε στις 2.6.2004 και 28.6.2004 το Τελωνείο έστειλε δείγματα στο γραφείο Χρύση Δημητριάδη και Σία με γραπτή επιστολή ημερ. 4.6.2004 και 29.6.2004 (Τεκμήριο 29 και 27), ώστε να ληφθεί η θέση του κατόχου δικαιώματος. Αυτή είναι η διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλες τις υποθέσεις που διερευνά το Τελωνείο. Στις 29.7.2004 έγινε κατάσχεση των 7.488 σαπουνιών και στις 25.6.2004 η κατάσχεση των 63.366 σαπουνιών, εφόσον το Τελωνείο είχε την επίσημη γραπτή θέση του κατόχου δικαιώματος UNILEVER PLC, μέσω των εκπροσώπων τους στην Κύπρο, [με επιστολές τους δικηγορικού γραφείου Χρύση Δημητριάδη και Σία ημερ. 15.6.2004 και 13.7.2004] (Τεκμήρια 30 και 28), ότι τα κατακρατηθέντα σαπούνια με το εμπορικό σήμα DOVE παραβίαζαν το εγγεγραμμένο επ' ονόματι τους δικαίωμα και ήταν απομιμήσεις. Για τις πιο πάνω διαδικασίες ενημέρωσαν τους δικηγόρους των Εναγόντων, εις απάντηση των επιστολών τους ημερ. 16.7.2004 και 27.8.2004, [Τεκμήρια 13 (Α)(Β)] με επιστολή τους ημερ. 15.9.2004 [Τεκμήριο 13(Γ)]. Επίσης, οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν αρχικά με τις αποδείξεις κατακράτησης (Τεκμήρια 6 και 18) και στη συνέχεια με τις αποδείξεις κατάσχεσης (Τεκμήρια 5 και 7). Περαιτέρω, ο διευθυντής των Εναγόντων (Μ.Ε.1) είχε συνάντηση με τους αρμόδιους Λειτουργούς ως και τον ανακριτή της υπόθεσης, Γιώργο Παπαδόπουλο (Μ.Υ.2), ο οποίος του έλαβε γραπτή κατάθεση στις 3.6.
  7. Η έρευνα που έγινε βασίστηκε στις εξουσίες που ο Ν.94(Ι)/04και Ν.5/87(άρθρο 30)παρέχει στους Τελωνειακούς Λειτουργούς. Αναφέρθηκε στην αγωγή δήμευσης με αρ. 9746/07 (Τεκμήριο 21) που καταχωρήθηκε λόγω της εμπρόθεσμης αμφισβήτησης εκ μέρους των Εναγόντων [Τεκμήριο 13(Α)] της κατάσχεσης και δήμευσης των σαπουνιών, με σκοπό να κηρυχθεί με απόφαση Δικαστηρίου, η δήμευση των εμπορευμάτων. Επεξήγησε ότι η πρώτη διερεύνηση που γίνεται από το Τελωνείο στοχεύει στο να διευκρινιστεί κατά πόσο τα εμπορεύματα θα πρέπει να κατασχεθούν. Μετά την κατάσχεση συνεχίζεται η διερεύνηση ώστε να ετοιμαστεί δικογραφικός φάκελος και να συλλεχθεί μαρτυρία προς στήριξη της δικαστικής διαδικασίας. Για να προβούν στην κατάσχεση των εμπορευμάτων, θα πρέπει να έχουν τη δήλωση του κατόχου δικαιώματος, ότι τα εμπορεύματα παραβιάζουν εγγεγραμμένα στο όνομα τους δικαιώματα. (άρθρα 103, 104 των Ν. 94(Ι)/04). Μετά την κατάσχεση των σαπουνιών, το Τελωνείο με επιστολές του ημερ. 12.4.2005 (Τεκμήριο 19) και 13.4.2005 (Τεκμήριο 20), έστειλε δείγματα, μέσω των εκπροσώπων της UNILEVER PLC στην Κύπρο, για σκοπούς χημικής ανάλυσης, η οποία κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή δήμευσης. Η απάντηση της UNILEVER δόθηκε τον Μάιο 2005 (Τεκμήριο 22). Πριν από αυτό το Τελωνείο είχε στην κατοχή του τα αποτελέσματα των εξετάσεων (Τεκμήριο 17), για σκοπούς κατάσχεσης των σαπουνιών. Η διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε με βάση το Τεκμήριο
  8. Ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός επί εμπορικών σημάτων, και οι Τελωνειακοί Λειτουργοί δεν είναι εμπειρογνώμονες για να αναγνωρίζουν αν παραβιάζεται ένα εμπορικό σήμα ή άλλο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Το πρώτο μέλημα τους είναι να εξετάσουν αν το εμπορικό σήμα είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του κατόχου. Το Τεκμήριο 17 συνοδευόταν από σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και τηλεφωνικώς επιβεβαιώθηκε από το γραφείο Εμπορικών Σημάτων ότι με τον αριθμό σήματος 5644 είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Εμπορικών Σημάτων το εμπορικό σήμα DOVE στην κλάση 3 που αφορά σαπούνια. Ο Μ.Υ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Τελωνειακός Λειτουργός στο Τμήμα Διερευνήσεων του Αρχιτελωνείου. Ανέφερε στην μαρτυρία του ότι συμμετείχε στο τελωνειακό κλιμάκιο το οποίο επισκέφθηκε στις 28.6.04 τα υποστατικά των Εναγόντων όπου και εντοπίσθηκε η ποσότητα των 7.488 τεμαχίων σαπουνιών DOVE τα οποία και κατακράτησε (Τεκμήριο 6) για περαιτέρω διερεύνηση. Στις 3.6.04 είχε ήδη λάβει μαρτυρική κατάθεση από τον Μ.Ε.1, και στις 29.7.04 προχώρησε στην κατάσχεση των 7.488 τεμαχίων σαπουνιών (Τεκμήριο 7). Μετά την αμφισβήτηση της δήμευσης των 70.854 τεμαχίων σαπουνιών από τους δικηγόρους των Εναγόντων, το τμήμα τελωνείων με επιστολή του ημερ. 12.4.05 προς το δικηγορικό γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σία (Τεκμήριο 19) ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση και με την εν λόγω επιστολή διαβίβασε δείγματα σαπουνιών ώστε να έχει αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων. Και τούτο, προκειμένου να προχωρήσει με τη δήμευση των προϊόντων δικαστικά. Αυτό ανταποκρίθηκε με την αποστολή των αποτελεσμάτων των χημικών αναλύσεων των πελατών του (Τεκμήριο 22), την αποστολή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των κατόχων του εμπορικού σήματος UNILEVER PLC και των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο P.M. TSERIOTIS LTD (Τεκμήριο 23) για τη διενέργεια χημικών αναλύσεων, τη δήλωση παραλαβής των δειγμάτων σαπουνιών από την κα Hildegard Annuseit ημερ.8.6.05 (Τεκμήριο 24) και αντίγραφο της αποστολής των δειγμάτων προς τους P.P TSERIOTIS CUSTOMER GOODS, μετά από εξέταση τους ημερ. 10.6.05 μέσω της εταιρείας DHL (Τεκμήριο 25). Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι ο ίδιος σύνταξε το Τεκμήριο 19 την οποία υπέγραψε η προϊστάμενη του. Μετά την κατακράτηση των σαπουνιών, διαβιβάστηκαν δείγματα στο δικηγορικό γραφείο Χρύση Δημητριάδη & Σία, οι οποίοι τους ενημέρωσαν ότι αυτά δεν ήταν γνήσια αλλά προϊόντα αντιγραφής και δεν είχαν κατασκευαστεί από τον κάτοχο του εμπορικού σήματος. Με αυτή την ενημέρωση προχώρησε στην κατάσχεση τους. Τα Τεκμήρια 22-25 αποτελούσαν περαιτέρω μαρτυρία για τη διαδικασία της δήμευσης. Ο ίδιος ερεύνησε το μητρώο εμπορικών σημάτων στην Κύπρο και γνωρίζει ότι υπάρχει εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα για τα προϊόντα αυτά, του οποίου δικαιούχος στην Κύπρο είναι η P.M. TSERIOTIS LTD. Σύμφωνα με την Νομοθεσία αρκούσε η δήλωση του κατόχου του δικαιώματος, ως ο πλέον αρμόδιος να εκφέρει γνώμη για τα προϊόντα που αντιπροσωπεύει. Οι δηλώσεις αυτές εξασφαλίστηκαν μετά που διαβιβάστηκαν με επιστολή του ημερ. 29.6.04 (Τεκμήριο 27) δείγματα από τα κατακρατηθέντα σαπούνια στους κατόχους του εμπορικού σήματος. Έλαβε σχετική απάντηση με επιστολή του δικηγορικού γραφείου Χρύση Δημητριάδη & Σία ημερ. 13.7.04 (Τεκμήριο 28). Ο Μ.Υ.3 είναι Τελωνειακός Λειτουργός το Τμήμα Τελωνείου Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Κλάδο Διερευνήσεων του Τελωνείου Λεμεσού. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι στις 2.6.04 συμμετείχε σε τελωνειακό κλιμάκιο το οποίο επισκέφθηκε τα υποστατικά της εταιρείας Chr. Kettis Trading Co Ltd για διερευνούμενη υπόθεση που σχετιζόταν με την εισαγωγή και διάθεση σαπουνιών με το εμπορικό σήμα DOVE. Η επιχείρηση διενεργήθηκε μετά από καταγγελία του Δικηγορικού Γραφείου Χρύση Δημητριάδη & Σία που ενεργούσε εκ μέρους των πελατών τους UNILEVER PLC και των αντιπροσώπων/εισαγωγέων τους στην Κύπρο P.M. TSERIOTIS LTD, ότι εντόπισαν να κυκλοφορούν στην κυπριακή αγορά σαπούνια με το εμπορικό σήμα DOVE. Κατά την επίσκεψη τους εντοπίστηκε ποσότητα 63.366 τεμαχίων (660 κιβώτια) σαπουνιών με το εμπορικό σήμα DOVE. Κατακρατήθηκε η ποσότητα (Τεκμήριο 18) και ο Χριστόφορος Κεττής, ιδιοκτήτης της εν λόγω εταιρείας - οποίος υπέγραψε και παρέλαβε το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 18 - κατονόμασε ως προμηθευτή του τους Ενάγοντες. Τα παρακρατηθέντα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη του Τελωνείου στο λιμάνι Λεμεσού για φύλαξη και περαιτέρω διερεύνηση. Με επιστολή του ημερ. 4.6.04 (Τεκμήριο 29) έστειλε δείγματα από την εν λόγω ποσότητα στο πιο πάνω δικηγορικό γραφείο για εξασφάλιση μαρτυρίας αναφορικά με την αυθεντικότητα των εμπορευμάτων. Το δικηγορικό γραφείο με επιστολή του ημερ. 15.6.04 (Τεκμήριο 30) πληροφόρησε το Τμήμα Τελωνείων ότι τα δείγματα σαπουνιών DOVE παραβιάζουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των πελατών τους. Έτσι προχώρησε στις 25.6.04 με την κατάσχεση της πιο πάνω ποσότητας σαπουνιών (Τεκμήριο 5 το οποίο παρέλαβε ο Χρ. Κεττής). Στη συνέχεια, με επιστολή του ημερ. 13.4.05 (Τεκμήριο 20) προς το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, έστειλε δείγματα σαπουνιών από τα κατασχεθέντα και ζήτησε τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων των πελατών τους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος της αποθήκης Τελωνείου όπου μεταφέρθηκαν τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα στο λιμάνι Λεμεσού και αυτή ήταν υπό τον έλεγχο του. Βασιζόμενος στην απαντητική επιστολή ημερ. 15.6.04 (Τεκμήριο 30) προχώρησε στην κατάσχεση των σαπουνιών (Τεκμήριο 5). Η Μ.Υ.4 είναι χημικός και εργάζεται για 33 χρόνια στο εργοστάσιο της εταιρείας UNILEVER στο Mannheim στη Γερμανία ως διευθύντρια της διασφάλισης και ελέγχου ποιότητας των προϊόντων της εταιρείας. Είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία παραγωγής σαπουνιών στο Mannheim, που αρχίζει με την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν, την εξαγωγή και διάθεση του. Αναγνώρισε τα επισυνημμένα στα Τεκμήρια 17 και 22 ως και το Τεκμήριο 23 που αποτελεί δική της αλληλογραφία με τους υπεύθυνους για την εξαγωγή του προϊόντος στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία Unilever είναι η μοναδική εταιρεία που παράγει τα σαπούνια DOVE και επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί όταν εξετάζει δείγματα σαπουνιών. Ειδικότερα ανέφερε ότι κατ' αρχήν εξετάζει την συσκευασία των δειγμάτων προκειμένου να εντοπίσει πιθανές οπτικές διαφορές με τα αυθεντικά - τονίζοντας ότι η δική τους συσκευασία είναι μοναδική - και στη συνέχεια προχωρά στη χημική ανάλυση. Η σελ.3 του Τεκμηρίου 22 αποτελεί τις χημικές αναλύσεις του αυθεντικού σαπουνιού ως και της απομίμησης, - τις οποίες επεξήγησε με λεπτομέρεια ενώπιον του Δικαστηρίου - και ανέφερε ότι ο «εγχάρακτος αριθμός 31172ΜΑ» που αναφέρεται στην στήλη της απομίμησης, είναι ο ίδιος που αναφέρεται και στα Τεκμήρια 19 και 20, που αποτελούν επιστολές του Τμήματος Τελωνείου προς το δικηγορικό γραφείο Χρύσης Δημητριάδης, και στις οποίες εσωκλείονται δύο δείγματα σαπουνιών με τον ίδιο εγχάρακτο αριθμό ώστε να τύχουν χημικής ανάλυσης από τους πελάτες τους. Το Τεκμήριο 31 αποτελεί ένα Dove Cream bar σε συσκευασία και ισχυρίστηκε ότι αποτελεί ένα από αυτά που της στάληκαν για να προβεί σε χημικές αναλύσεις. Σε πρώτο στάδιο εξέτασε τη συσκευασία εξωτερικά και διαπίστωσε ότι τα χρώματα δεν συμπίπτουν με την αυθεντική. Συγκεκριμένα το «περιστέρι» και η «σταγόνα» κάτω από το όνομα, δεν εξέχουν όπως στην αυθεντική. Εξέτασε επίσης την κωδικοποίηση η οποία διαφέρει από την πρωτότυπη και στο σημείο που είναι κολλημένο το κουτί του Τεκμηρίου 31 φαίνονται ίχνη γόμας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στη συσκευασία χρησιμοποιήθηκε ψυχρή γόμα, ενώ η δική τους εταιρεία χρησιμοποιεί ζεστή γόμα, η οποία προκαλεί την αποκόλληση του χαρτιού. Η εταιρεία της χρησιμοποιεί επίσης ένα είδος χαρτιού που ονομάζεται «σάντουιτς» το οποίο είναι επικολλημένο με πολυαιθυλένιο. Εξετάζοντας το ίδιο το σαπούνι (Τεκμήριο 31), ισχυρίστηκε ότι αυτό οπτικά είναι γυαλιστερό και δεν ανταποκρίνεται στην ποιότητα του αυθεντικού. Διαπίστωσε ότι υπήρχαν ίνες από γόμα παντού και στο εσωτερικό του κουτιού. Ανέφερε ότι οι χημικές αναλύσεις γίνονται στο εργαστήριο της εταιρείας της, όμως στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ακολουθώντας συγκεκριμένη διαδικασία, προέβηκε σε μέτρηση του ΡΗ του σαπουνιού. Επεξήγησε ότι η κλίμακα του ΡΗ είναι από το μηδέν μέχρι το
  9. Στο 7 είναι τα ουδέτερα υλικά, από μηδέν μέχρι 6.9 είναι τα όξινα υλικά και από 7 μέχρι 14 είναι τα αλκαλικά. Τα πολύ όξινα και πολύ αλκαλικά είναι βλαβερά για τον άνθρωπο και προκαλούν τσούξιμο στα μάτια και στο δέρμα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 ένα αυθεντικό σαπούνι Dove Beauty bar που παράχθηκε στο Mannheim της Γερμανίας. Ανοίγοντας το κουτί του Τεκμηρίου 32, επεξήγησε ότι αποκολλάται το χαρτί χωρίς να υπάρχουν υπολείμματα γόμας, το χαρτί εσωτερικά δεν είναι άσπρο αλλά ελαφρώς γκρίζο και λόγω της επικάλυψης του σαπουνιού με πολυαιθυλένιο αυτό είναι ελαφρώς γυαλιστερό και η αφή του είναι εντελώς διαφορετική. Το χρώμα του αυθεντικού σαπουνιού είναι άσπρο, παρόλο που το Τεκμήριο 32 λόγω ηλικίας κιτρίνισε ελαφρώς, όμως το άρωμα του παραμένει αναλλοίωτο. Το χρώμα του χρυσού στη συσκευασία του Τεκμηρίου 32 είναι διαφορετικό από τη συσκευασία του Τεκμηρίου
  10. Η μέτρηση του ΡΗ [στην αίθουσα του Δικαστηρίου, (Τεκμ. 32(α), 33)] του σαπουνιού (Τεκμήριο 32) ήταν
  11. Αυτό σημαίνει ότι το σαπούνι Τεκμήριο 32, όταν διαλυθεί στο νερό έχει ΡΗ 7 δηλαδή είναι ουδέτερο. Επομένως, το Τεκμήριο 32 είναι αυθεντικό. Εφαρμόζοντας την ίδια διαδικασία μέτρησε και το ΡΗ του Τεκμηρίου 31, το οποίο ήταν 10 [Τεκμήριο 31(α), 33)]. Ισχυρίστηκε ότι τα σαπούνια που της στάληκαν δύο φορές για εξέταση (Τεκμήριο 17 4η σελίδα και Τεκμήριο 22) με βάση τα ευρήματα της, αποτελούν απομιμήσεις. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι είναι χημικός και με βάση το Τεκμήριο 23 έλεγξε τα σαπούνια που της στάληκαν, και σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων, κατέληξε ότι αυτά δεν κατασκευάστηκαν στο εργοστάσιο στο Mannheim και είναι απομίμηση. Ισχυρίστηκε ότι τα αποτελέσματα με πεχαμετρικό χαρτί (Τεκμήριο 33) είναι επιστημονικά αποδεκτά. Πρόσθεσε ότι με την πάροδο του χρόνου το ΡΗ του σαπουνιού δεν αλλάζει, άσχετα με το τόπο που είναι εκτεθειμένο και την έκθεση του σε ψηλές θερμοκρασίες. Το χρώμα όμως της συσκευασίας μπορεί να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου και σε ψηλές θερμοκρασίες. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το Τεκμήριο 31 είναι ακριβώς το ίδιο με τα συσκευασμένα σαπούνια που της στάληκαν και εξέτασε στο Mannheim και δεν εξέτασε αυτό το ίδιο το Τεκμήριο 31, για τις διαφορές του οποίου με το αυθεντικό σαπούνι, αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επεξήγησε ότι μόνο στο εργοστάσιο στο Mannheim κατασκευάζονται 8 είδη σαπουνιών DOVE. Η εταιρεία Unilever έχει εργοστάσια που κατασκευάζουν σαπούνια DOVE και στις ΗΠΑ και Βραζιλία, όμως η βασική πρώτη ύλη ημικατεργασμένη, όλων των σαπουνιών γίνεται στο Mannheim και αποστέλλεται στις ΗΠΑ και Βραζιλία όπου πρεσάρεται μόνο σε πλάκες. Στα εργοστάσια της Unilever στις ΗΠΑ και Βραζιλία κατασκευάζονται, εκτός από τα 8 είδη σαπουνιών DOVE, και άλλα είδη σαπουνιών DOVE που διατίθενται μόνο στις τοπικές αγορές. Ο Μ.Υ.5 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι από το 1980 μέχρι το 2006 εργαζόταν ως διευθυντής στην εταιρεία P.M. Tseriotis Ltd, στο τμήμα καταναλωτικών αγαθών. Η εν λόγω εταιρεία, αντιπροσώπευε στην Κύπρο την εταιρεία Unilever - που είχε την έδρα της στο Bristol στην Αγγλία - και διαχειριζόταν μεταξύ άλλων και τα σαπούνια DOVE. Ισχυρίστηκε ότι περί το 2004-2005 και σε σχέση με τα σαπούνια DOVE είχαν μια καταγγελία από κάποιο καταναλωτή σε σχέση με την ποιότητα του σαπουνιού DOVE. Διερεύνησαν την καταγγελία και άλλος υπάλληλος αγόρασε από τις αποθήκες του ιδίου εμπόρου στη Λεμεσό, κιβώτια με σαπούνια DOVE, τα οποία πωλούντο πολύ φθηνά. Ο διευθυντής της Unilever κ. Andy Lamont, επισκέφθηκε τα γραφεία τους και αφού εξέτασε τα σαπούνια, ανέφερε ότι αυτά ήταν απομιμήσεις. Απ' ότι γνωρίζει ο ίδιος, το σαπούνι DOVE κατασκευαζόταν για την Unilever από ένα μόνο εργοστάσιο σε μια πόλη στη Γερμανία. Με οδηγίες του κ. Lamont, απέστειλαν για εξέταση στο εργοστάσιο στη Γερμανία ένα ή δύο κιβώτια με τα αγορασθέντα σαπούνια DOVE. Με e-mail πήραν τα αποτελέσματα (Τεκμήριο 17, σελ. 4-7) από τους κατασκευαστές, σύμφωνα με τα οποία τα αποσταλέντα σαπούνια ήταν απομίμηση. Με οδηγίες των προμηθευτών τους, απευθύνθηκαν στους δικηγόρους τους για τα περαιτέρω. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην αγορά των κιβωτίων σαπουνιών από τον επαρχιακό διευθυντή Λεμεσού και στο σχετικό τιμολόγιο [ημερ. 21.5.04 (Τεκμήριο 34(Α)]. Έστειλαν δείγματα σαπουνιών από την ποσότητα που αγόρασαν με το Τεκμήριο 34(Α) στους προμηθευτές τους στη Γερμανία για χημικές αναλύσεις και έλαβαν τα αποτελέσματα (Τεκμήριο 17 σελ.4-7). Ο Μ.Υ.6 ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1991και είναι ένας από τους μετόχους της δικηγορικής εταιρείας Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι τον Μάιο 2004 ζητήθηκε από το γραφείο του, από την εταιρεία P.M. Tseriotis Ltd - οι οποίοι ήταν αντιπρόσωποι στην Κύπρο των προϊόντων της Αγγλικής εταιρείας Unilever PLC - όπως έλθουν σε επαφή με το Τμήμα Τελωνείων και στις 20.5.04 απέστειλε προς τούτο επιστολή (Τεκμήριο 17) στη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείου, με επισυνημμένες φωτογραφίες και δείγματα σαπουνιών (ένα αυθεντικό και ένα απομίμηση), υποβάλλοντας παράπονο εκ μέρους των πελατών τους ότι είχαν πληροφορίες ότι είχαν διοχετευθεί στην κυπριακή αγορά σαπούνια DOVE, τα οποία ήταν απομίμηση των γνήσιων σαπουνιών που παράγονταν από την Unilever PLC και παραβίαζαν επίσης το εμπορικό σήμα με αρ. εγγραφής 5644 που είχε εγγραφεί επ' ονόματι της στο Γραφείο του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων. Οι πληροφορίες που είχε από τους πελάτες του ήταν ότι ο εισαγωγέας και/ή ο προμηθευτής ήταν κάποιος Χρίστος Κεττής, Π. Πολεμίδια Λεμεσός ή η εταιρεία CHR. KETTIS TRADING CO LTD. Οι φωτογραφίες, το Πιστοποιητικό Εγγραφής Εμπορικού Σήματος, τα δύο δείγματα σαπουνιών και η ταυτότητα του εμπόρου που προωθούσε στην αγορά τα σαπούνια απομιμήσεις, του παραδόθηκαν από τους πελάτες του και τα διαβίβασε στο Τμήμα Τελωνείων με το Τεκμήριο
  12. Στις 26.5.04 και μετά από οδηγίες των πελατών τους, η δικηγόρος Α. Κακογιάννη απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 35) προς το Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας και ζήτησε την άμεση δήμευση και κατάσχεση των μη αυθεντικών σαπουνιών DOVE. Στο Τεκμήριο 35, είχε επισυναφθεί το τιμολόγιο πώλησης σαπουνιών από την εταιρεία CHR. KETTIS TRADING CO LTD ημερ. 21.5.04 [(Τεκμήριο 34(Α)] από τους οποίους οι πελάτες τους αγόρασαν πρόσθετα τέτοια σαπούνια DOVE. Το Τμήμα Τελωνείων απέστειλε στο γραφείο τους επιστολή ημερ. 4.6.04 (Τεκμήριο 29) μαζί με δείγματα σαπουνιών τα οποία αποτελούσαν μέρος της ποσότητας σαπουνιών DOVE που κατακρατήθηκε από τα υποστατικά της Chr. Kettis Trading Co Ltd και τους ζητείτο να τους πληροφορήσουν κατά πόσο παραβίαζαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των πελατών τους. Με επιστολή του ημερ. 15.6.04 (Τεκμήριο 30) απάντησε προς το Τμήμα Τελωνείων καταφατικά και ζήτησε τη μη αποδέσμευση των κατακρατηθέντων εμπορευμάτων επιστρέφοντας τα δείγματα σαπουνιών. Στις 29.6.04 παρέλαβαν από το Τμήμα Τελωνείων επιστολή (Τεκμήριο 27) μαζί με δύο δείγματα σαπουνιών από ποσότητα που κατακρατήθηκε και τους ζητήθηκε να πληροφορηθούν κατά πόσο αυτά παραβίαζαν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των πελατών τους. Η δικηγόρος Α. Κακογιάννη απάντησε με επιστολή της ημερ. 13.7.04 (Τεκμήριο 28), ως και με επιστολή της ημερ. 10.9.04 (Τεκμήριο 36). Αναφέρθηκε επίσης στις επιστολές του Τμήματος Τελωνείων ημερ. 12.4.05 (Τεκμήριο 19) και 13.4.05 (Τεκμήριο 20), στις οποίες εσωκλείοντο δύο δείγματα σαπουνιών DOVE σε κάθε μια, τα οποία είχαν κατασχεθεί από τα υποστατικά εισαγωγέα στις 25.6.04 και 29.7.04 αντίστοιχα, και ζητούσαν όπως τους προμηθεύσουν με χημικές αναλύσεις των εν λόγω σαπουνιών από τους πελάτες τους. Ζήτησε από τους πελάτες του να παραλάβουν τα δείγματα για να γίνει η χημική ανάλυση τους και προς τούτο τους απέστειλε φαξ ημερ. 13.4.05 (Τεκμήριο 37). Σχετική είναι η δήλωση παραλαβής και παράδοσης ημερ. 17.5.05 όπου καταγράφεται η πορεία των σαπουνιών που παρέλαβε από το Τμήμα Τελωνείων και παρέδωσε στους πελάτες του (Τεκμήριο 38). Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι το δείγμα σαπουνιού (απομίμηση) που αναφέρει στο Τεκμήριο 17 όπως ενημερώθηκε από τους πελάτες του, το προμηθεύτηκαν αυτοί από την εταιρεία Chr. Kettis Trading Ltd εφόσον αυτήν την εταιρεία κατονόμαζαν ως εισαγωγέα και προμηθευτή των μη αυθεντικών σαπουνιών και αυτήν κατονόμασε και ο ίδιος στο Τεκμήριο
  13. Οι πελάτες του τον εφοδίασαν με το τιμολόγιο (Τεκμήριο 34(Α) και με δική του παρότρυνση προέβηκαν στην αγορά των σαπουνιών από την Chr. Kettis Trading Ltd και εξασφάλισαν το Τεκμήριο 34(Α). Το μη αυθεντικό σαπούνι που εσωκλείει στο Τεκμήριο 17 δεν προερχόταν από την ποσότητα του τιμολογίου Τεκμήριο 34(Α) αφού το Τεκμήριο 17 φέρει ημερ. 20.5.04 και το Τεκμήριο 34(Α) ημερ. 21.5.
  14. Όταν έστειλε το Τεκμήριο 17 στο Τμήμα Τελωνείων, οι πελάτες του είχαν ήδη στην κατοχή τους δείγματα από μη αυθεντικά σαπούνια και η πληροφορία που του έδωσαν αφορούσε σαπούνια DOVE που βρέθηκαν στην κατοχή Chr. Kettis Trading Ltd και ήταν απομιμήσεις. Διευκρίνισε ότι του δόθηκαν σαπούνια από το Τελωνείο σε διάφορες ημερομηνίες, και συγκεκριμένα με την επιστολή ημερ. 29.6.04 (Τεκμήριο 27) με τις επιστολές ημερ. 12.4.05 και 13.4.05 (Τεκμήρια 19 και 20) και με επιστολή ημερ. 4.6.04 (Τεκμήριο 29) και ζητούσε κάθε φορά τις θέσεις των πελατών του σε σχέση με τα εν λόγω δείγματα. Τα δείγματα σαπουνιών που παρέλαβε με τα Τεκμήρια 27 και 29, παραλήφθηκαν από τους πελάτες του, τα εξέτασαν και του τα επέστρεψαν, θεωρώντας τα ως απομιμήσεις. Μετά την παράθεση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με τις δύο προδικαστικές ενστάσεις που ο Εναγόμενος εγείρει στην Υπεράσπιση του, οι οποίες είναι οι ακόλουθες και λόγω της φύσης τους κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστούν ταυτόχρονα: - Η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου και/ή δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής. - Η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή καταπιεστική διότι καταχωρήθηκε η αγωγή αρ.9746/07 από το Τμήμα Τελωνείων εναντίον των Εναγόντων η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι ενέργειες των Λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων που οδήγησαν στην κατακράτηση και ακολούθως στην κατάσχεση των επίδικων προϊόντων, είναι παραδεκτές, σύμφωνα με τα παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα ανωτέρω και σχετικά είναι τα Τεκμήρια 18, 5, 6 και
  15. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004)και ειδικότερα τα άρθρα 3, 4
(2), 76, 80
(1), 103
(1)και 104(δ)(ι) που ορίζουν ως εξής: «3. Το τελωνειακό έδαφος περιλαμβάνει το χερσαίο τμήμα, τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της Δημοκρατίας. Οι ελεύθερες ζώνες και ελεύθερες αποθήκες αποτελούν τμήματα ή χώρους του τελωνειακού εδάφους της Δημοκρατίας, χωρισμένα από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος. .............................4.
(2)Το Τμήμα Τελωνείων είναι επίσης αρμόδιο, δια του Διευθυντή του στα σημεία εισόδου και εξόδου, στους τελωνειακούς περιβόλους και στο εν γένει τελωνειακό έδαφος, για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου, να ελέγχει πρόσωπα, αποσκευές, εμπορεύματα και μεταφορικά μέσα, για τον εντοπισμό αφ' ενός παράνομης διακίνησης ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ή τοξικών ουσιών, όπλων, εκρηκτικών, πυρηνικών υλικών, κεφαλαίων προερχόμενων από οικονομικές εγκληματικές δραστηριότητες, πολιτιστικών αγαθών, πειρατικών προϊόντων, προϊόντων παραποίησης ή απομίμησης, ασέμνων ειδών, και αφετέρου τελωνειακών και άλλων παραβάσεων και ποινικών αδικημάτων που αφορούν μεταφορές, αλιεία, προστασία περιβάλλοντος, διακίνηση ειδών πνευματικής ιδιοκτησίας, άγριας πανίδας και χλωρίδας, προδρόμων ουσιών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων τελωνειακών και άλλων παραβάσεων και ποινικών αδικημάτων που δεν κατονομάζονται στο εδάφιο αυτό και διαπιστώνονται κατά τους ελέγχους που του έχουν ανατεθεί με ειδικές διατάξεις της Κοινοτικής και Κυπριακής Νομοθεσίας, Διεθνείς Συνθήκες και Συμφωνίες για την προστασία των συμφερόντων της Δημοκρατίας και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ........................... 76. Οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί για να διαπιστώσουν ή εξασφαλίσουν την τήρηση της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, δύνανται να διενεργούν ελέγχους επί όλων των εμπορευμάτων που σχετίζονται τόσο με την είσοδο ή εισαγωγή, έξοδο ή εξαγωγή, ή διακίνηση ή εναπόθεση σε χώρους επιχειρηματικής δραστηριότητας και επί οποιωνδήποτε αρχείων, βιβλίων, εγγράφων ή στοιχείων, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου: Νοείται ότι, οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί έχουν εξουσία να ζητούν κάθε πληροφορία που έχει σχέση με τα πιο πάνω. ............................................................ 80.-
(1)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη εξουσία που παραχωρείται από τον παρόντα Νόμο, εφόσον υπάρχει εύλογη υποψία ότι οποιαδήποτε εμπορεύματα τα οποία υπόκεινται εις δήμευση, δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, ή οποιοδήποτε αρχείο, βιβλίο, έγγραφο ή στοιχείο, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, που σχετίζεται με τη διάπραξη αδικήματος που σχετίζεται με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία, φυλάττεται ή αποκρύπτεται σε οποιοδήποτε οίκημα, με εξαίρεση την κατοικία, οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να εισέλθει στο οίκημα αυτό, κατά οποιοδήποτε χρόνο, κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύκτας και να ελέγξει, ερευνήσει, κατακρατήσει, κατάσχει ως υποκείμενα εις δήμευση ή μετακινήσει οποιαδήποτε τέτοια εμπορεύματα ή και κατακρατήσει ή κατάσχει οποιαδήποτε αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία, έστω και αν τηρούνται σε μηχανογραφημένη μορφή, επιπρόσθετα δε, κατά την έκταση που είναι εύλογα αναγκαίο για το σκοπό αυτό, να παραβιάσει οποιαδήποτε πόρτα, παράθυρο ή δοχείο καθώς και να παραβιάσει και μετακινήσει οποιοδήποτε άλλο κώλυμα θα παρουσιασθεί. ........................... 103.-
(1)Οποιοδήποτε εμπόρευμα υπόκειται εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, είναι δυνατό να κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ή κατακρατηθεί από το Διευθυντή ή τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό: ........................... 104. Εμπορεύματα κατακρατούνται ή κατάσχονται ως υποκείμενα εις δήμευση σε περίπτωση - (δ) εισαγωγής ή εξαγωγής τους κατά παράβαση απαγορευτικής διάταξης ή περιορισμού που προβλέπονται από την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία· (ι) κατοχής, μεταγωγής, μεταφοράς, αποθήκευσης, στέγασης, φύλαξης, απόκρυψης, εμπορίας τους, όταν έχει ή πρόκειται να αποφευχθεί η καταβολή του δασμού ή και φόρου ή όταν αυτά παραβιάζουν απαγορευτική διάταξη ή περιορισμό που προβλέπεται από την άλλη νομοθεσία.» Μετά την κατάσχεση και κατακράτηση των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Ν.94(Ι)/2004 και εφόσον αμφισβητηθεί γραπτώς η διαδικασία της κατάσχεσης και δήμευσης τους από τον εισαγωγέα ή κάτοχο των εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 103
(5)του Νόμου, η διαδικασία για την κατάσχεση και δήμευση εμπορευμάτων καθορίζεται στο Παράρτημα του Νόμου. Στις Διατάξεις 6 και 12 του Παραρτήματος προνοούνται τα ακόλουθα: «
  1. Σε περίπτωση επίδοσης έγγραφης αμφισβήτησης αναφορικά με οποιοδήποτε εμπόρευμα, σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις του Παραρτήματος αυτού, ο Διευθυντής οφείλει να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης του εμπορεύματος αυτού και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης το εμπόρευμα υπόκειτο πράγματι εις δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή του.
  2. Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειάς της, λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη.» Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων αμφισβήτησαν εμπρόθεσμα τη δήμευση των κατασχεθέντων προϊόντων [Τεκμ.13(Α) (Β)] και έτσι το Τμήμα Τελωνείων καταχώρησε, με βάση τις πρόνοιες του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 στις 22.10.2007, την αγωγή με αρ. 9746/07 (Τεκμ.21) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης των επίδικων εμπορευμάτων. Όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 9746/07 (Τεκμ.21) η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων αξιώνει: «Απόφαση που να κηρύσσει και/ή επικυρώνει τη δήμευση 70.854 τεμαχίων σαπουνιών που φέρουν το εμπορικό σήμα «DOVE» τα οποία εισήγαγαν στην Κύπρο οι Εναγόμενοι, εκ των οποίων ποσότητα 63.366 τεμαχίων κατασχέθηκαν στις 25.06.2004 και ποσότητα 7.488 τεμαχίων στις 29.07.2004 δυνάμει των εντύπων Τελ.71Α με αρ. Β053892 και Τελ.71Α αρ.Β032772 αντίστοιχα.» Από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων στην αγωγή 9746/07, (Εναγόντων στην παρούσα αγωγή) προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί για παράνομη και αδικαιολόγητη κατάσχεση και κατακράτηση των επίδικων σαπουνιών, ως και ισχυρισμός περί κωλύματος του Τμήματος Τελωνείου να προωθήσει την εν λόγω αγωγή λόγω παρέλευσης του ευλόγου χρόνου, εντός του οποίου θα μπορούσε να την καταχωρήσει. Η βάση της παρούσας αγωγής είναι η ισχυριζόμενη παράνομη κατάσχεση και/ή κατακράτηση των επίδικων εμπορευμάτων από το Τμήμα Τελωνείων στη βάση της οποίας οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις. Στην Έκθεση Απαίτησης τους προβάλλουν τον ισχυρισμό περί παράνομης κατακράτησης και κατάσχεσης των επίδικων σαπουνιών και διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η κατακράτηση και κατάσχεση τους κατέστη μεταγενέστερα παράνομη διότι το Τμήμα Τελωνείων δεν προέβηκε στην διαδικασία εξασφάλισης διαταγμάτων δήμευσης των σαπουνιών εντός ευλόγου χρόνου. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έχει την εξουσία να εξετάσει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί παράνομης κατακράτησης και κατάσχεσης εκ μέρους του Τμήματος Τελωνείων των επίδικων εμπορευμάτων ή κατά πόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί - που ήδη αποτελούν ισχυρισμούς των Εναγόντων στην Υπεράσπιση τους στην αγωγή 9746/07 - μπορούν και/ή επιβάλλεται να εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής αρ. 9746/07 για έκδοση απόφασης για τη δήμευση των προϊόντων. Σχετική και υποβοηθητική επί του θέματος είναι η απόφαση Αριστοτέλους ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 279, και τα πιο κάτω αποσπάσματα από τις σελ.287-289: «Η κατάσχεση προς δήμευση, διενεργούμενη κατά τις διατάξεις του άρθρου 170 του Νόμου, άγει σε περίπτωση αμφισβήτησης σε δικαστική διαδικασία προς έκδοση δικαστικής απόφασης "επί του θέματος της δημεύσεως"». ......................... «Ο Νόμος εισάγει μηχανισμό αδιαίρετο. Η κατάσχεση δεν αποτελεί την ενέργεια που αφ' εαυτής, κατά το Νόμο, επιφέρει τη δήμευση και δεν επάγεται συνέπειες ως προς το δικαίωμα της κυριότητας επί του εμπορεύματος που κατάσχεται. Το εμπόρευμα περιέρχεται ή δεν περιέρχεται στην κυριότητα της Δημοκρατίας ανάλογα με την αντίδραση του κυρίου του ή την κατάληξη της τελωνειακής δίωξης.» ......................... «Αποτελεί όρο του Νόμου να διενεργείται η κατάσχεση όχι για να επέλθουν εξ αυτής της ίδιας όποια έννομα αποτελέσματα, εννοείται άλλα από όσα συνδέονται προς την προσωρινή κατοχή του εμπορεύματος στα οποία θα επανέλθουμε, αλλά για να ακολουθήσουν όσα προνοούνται ως συνέχεια κατά το νόμο.» ......................... «Είναι γεγονός ότι η κατάσχεση αφ' εαυτής στερεί την κατοχή του εμπορεύματος που κατάσχεται αλλά δεν είναι εξ αυτού του λόγου εκτελεστή διοικητική πράξη ενόψει της άρρηκτης σύνδεσής της προς τη δικαστική διαδικασία που προνοείται» Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η υπόθεση Αριστοτέλους (ανωτέρω) αφορούσε θέματα κατάσχεσης και δήμευσης εμπορευμάτων με βάση τον προηγούμενο Νόμο, δηλαδή τον Περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμο του 1967 (Ν.82/67), ο οποίος καταργήθηκε από την ημερομηνία δημοσίευσης του Περί Τελωνειακού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004 (Ν.265(Ι)/2004). Ωστόσο, είναι προφανές από την εν λόγω υπόθεση Αριστοτέλους ότι η κατάσχεση εμπορευμάτων, οδηγούσε σε περίπτωση αμφισβήτησης, σε δικαστική διαδικασία για έκδοση δικαστικής απόφασης επί του θέματος της δήμευσης, όπως συμβαίνει και με βάση τις πρόνοιες του Ν.94(Ι)/2004 ως ανωτέρω, που εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση. Έχοντας κατά νου ότι - με βάση την απόφαση Αριστοτέλους (ανωτέρω) - η κατάσχεση εμπορευμάτων δεν επιφέρει από μόνη της τη δήμευση των εμπορευμάτων αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την δήμευση για την οποία πρέπει να ακολουθηθεί η δικαστική διαδικασία που προνοείται από τον Νόμο, αλλά και τις ίδιες τις πρόνοιες του Ν.94(Ι)/2004 και ιδιαίτερα του παραρτήματος ως ανωτέρω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το κατά πόσο η κατακράτηση και κατάσχεση των επίδικων σαπουνιών ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη ή όχι, ως και οι τυχόν συνέπειες από την ισχυριζόμενη παράλειψη του Τμήματος Τελωνείων να καταχωρήσει την αγωγή 9746/07 εντός ευλόγου χρόνου, είναι θέματα που θα πρέπει να εξεταστούν και αποφασιστούν στα πλαίσια της αγωγής 9746/07 που αφορά τη διαδικασία κήρυξης των εμπορευμάτων σε δήμευση και όχι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σημαντική είναι η Διάταξη 12 του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 η οποία, επαναλαμβάνω, ορίζει ότι: «Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειάς της, λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη.» Είναι επομένως, κατά την άποψη μου φανερό ότι, η κατάσχεση εμπορευμάτων, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της, μόνο στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας που αφορά τη δήμευση εμπορευμάτων μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο και στη συγκεκριμένη περίπτωση στα πλαίσια της αγωγής 9746/07. Κατ' επέκταση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να εξεταστεί ούτε και το κατά πόσο τα επίδικα σαπούνια είναι αυθεντικά ή απομιμήσεις, τονίζοντας συγχρόνως ότι ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων ότι τα επίδικα σαπούνια δεν ήταν απομιμήσεις αλλά αυθεντικά, δεν προβάλλεται καν στην Έκθεση Απαίτησης τους και είναι παραδεκτό εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου τους ότι αυτό δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Για όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται σε αξίωση αποζημιώσεων ως και στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων ως ανωτέρω, βασιζόμενοι σε παράνομη κατακράτηση και κατάσχεση των επίδικων εμπορευμάτων, εφόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί τους - που αποτελούν και την αιτία αγωγής τους - δεν μπορούν επαναλαμβάνω, να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης και απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, παρά μόνο στα πλαίσια της αγωγής αρ.9746/07. Κατ' επέκταση η αξίωση των Εναγόντων παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη, χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο ούτε και θα ήταν ορθό, να προχωρήσει στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές. Για όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων και προς όφελος του Εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.