Αcuac, Inc, από Nέα Υόρκη ν. Frederickou Schools Co. Limited κ.α., Συν.Αγωγές 8809/03 και 4036/08, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Συν.Αγωγές8809/03 και 4036/08 Αγωγή Αρ. 8809/03 Μεταξύ: Αcuac, Inc, από Nέα Υόρκη Εναγόντων - και -
- Frederickou Schools Co. Limited, από Λευκωσία
- Μιχαήλ Φρειδερίκου, από Λευκωσία Εναγομένων ΚΑΙ Αγωγή Αρ. 4036/08 Μεταξύ: Αcuac, Inc, από Nέα Υόρκη Εναγόντων - και -
- Frederickou Schools Co. Limited, από Λευκωσία
- Μιχαήλ Φρειδερίκου, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης με κ. Π. Σπανό. Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Κληρίδης. ----------------------- A Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις ΗΠΑ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) και ασχολείται με εκπαιδευτικά θέματα ενώ η Εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία και ο Εναγόμενος 2 κατά 50% μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
- Με γραπτή Σύμβαση ημερ. 30.12.81 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα Εταιρεία προσφέρει συγκεκριμένες υπηρεσίες στη σχολή της Εναγομένης 1 έναντι αμοιβής που θα υπολογιζόταν με κριτήρια που περιέχονται στην εν λόγω Συμφωνία. Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι, ενώ αρχικά πληρώνετο κανονικά για τις υπηρεσίες της, δηλ. τα ποσά που οφείλονταν μέχρι το τέλος του σχολικού έτους 1984/85, δηλ. μέχρι το τέλος Ιουνίου του 1985, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να τους δώσουν λογαριασμούς απαραίτητους για τον υπολογισμό της αμοιβής τους και κανένα ποσό δεν τους πλήρωσαν για την περίοδο από 1.9.86 μέχρι και την 31.5.03 και εν συνεχεία για την καλοκαιρινή περίοδο του 2003 μέχρι και την ανοιξιάτικη περίοδο του 2008, δηλ. από 1.6.03 μέχρι και την 31.5.
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι Ενάγοντες ζητούν, μεταξύ άλλων: (Α) Απόδοση και/ή παράδοση Λογαριασμού (Αccount) για τη συγκεκριμένη περίοδο. (Β) Διαταγή του Δικαστηρίου για την πληρωμή από τους Εναγόμενους σε αυτούς οποιουδήποτε ποσού που θα αποδειχθεί ότι οφείλεται στους Ενάγοντες ως αποτέλεσμα της απόδοσης και/ή παράδοσης Λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν σε σχέση με την αγωγή 8809/03 μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε απατηλές δηλώσεις και/ή υποσχέσεις και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη δια του αντιπροσώπου τους πράγμα που καθιστά την επίδικη Συμφωνία άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Ακόμη ισχυρίζονται ότι η επίδικη Συμφωνία υπεγράφη από τους Εναγόμενους κάτω από πλήρη πλάνη ως προς την φύση, το χαρακτήρα και το περιεχόμενο της, γίνεται δε επίκληση της αρχής του non est factum. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η επίδικη Συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη γιατί ήταν υπό την αίρεση της εγκρίσεως της υπό της πλειοψηφίας των μελών του Δ.Σ. και της πλειοψηφίας των μετόχων της Εναγόμενης 1 η οποία δεν ικανοποιήθηκε. Ακόμη επικαλούνται την ύπαρξη δεδικασμένου στις αξιώσεις της Ενάγουσας μέχρι 31.5.92 λόγω της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απερρίφθη σειρά αγωγών που κίνησε η Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων για τον λόγο ότι η Ενάγουσα ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ακόμη προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αφ΄ ης στιγμής η Ενάγουσα εταιρεία διελύθη και διεγράφη στις 28.9.94 η επίδικη Συμφωνία ετερματίσθη και/ή έπαυσε να ισχύει και ότι δεν μπορούσε να ανανεωθεί στις 30.9.96 ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η διάλυση της ανεκλήθη στις 21.7.
- Επίσης ισχυρίζονται ότι τον Μάρτιο/Απρίλιο 1986 τερμάτισαν την επίδικη Συμφωνία ενόψει της αδυναμίας της Ενάγουσας να επιτύχει affiliation και accreditation του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 και λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν προσέφερε προς τους Εναγόμενους οιεσδήποτε υπηρεσίες. Τέλος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι από της εγκαταλείψεως του Αμερικανικού και Αγγλικού κύκλου σπουδών αρχάς του 1987 οι Εναγόμενοι δεν έχουν οιανδήποτε υποχρέωση να δώσουν στην Ενάγουσα οιονδήποτε λογαριασμό. Ως αποτέλεσμα της Υπεράσπισης αυτής οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν την ακύρωση της Συμφωνίας. Στην Υπεράσπιση που κατεχωρήθη σε σχέση με την αγωγή 4036/08 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη Συμφωνία είναι άκυρη εξ΄ υπαρχής και/ή ακυρωτέα άνευ νομικής ισχύος λόγω του ότι αυτή ήταν συμφωνία υπό αίρεση και συγκεκριμένα της έγκρισης των μελών του Δ.Σ. των Εναγομένων που έχουν πλειοψηφία ψήφου στο Δ.Σ. και επίσης και των κατόχων της πλειοψηφίας των μετοχών στις δύο εταιρείες του «Κυρίου» η οποία δεν εξεπληρώθη και/ή ότι η επίδικη Συμφωνία είναι ultra vires του Ιδρυτικού Εγγράφου της Εναγόμενης 1 και/ή λόγω συνωμοσίας δια απάτης μεταξύ της Ενάγουσας, Δρα Ν. Κλεόπα και Ανδρέα Γεωργίου και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας, και/ή ως non est factum και/ή λόγω της διαλύσεως και διαγραφής της Ενάγουσας στις 28.9.94 η επίδικη Συμφωνία τερματίστηκε μονομερώς και/ή ματαιώθηκε. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η επίδικη Συμφωνία τερματίστηκε το 1985 από τους Εναγόμενους λόγω παράβασης της από την Ενάγουσα και/ή λόγω του ότι η Ενάγουσα δεν προσέφερε στους Εναγόμενους οποιεσδήποτε υπηρεσίες από τον Μάρτιο/Απρίλιο
- Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας είναι δεδικασμένες και/ή καταχρηστικές. Τέλος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι από της εγκαταλείψεως του αμερικανικού και αγγλικού κύκλου σπουδών αρχές του 1987 οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να δώσουν την Ενάγουσα οιονδήποτε λογαριασμό ή να πληρώσουν οιονδήποτε ποσό στην Ενάγουσα η οποία από το 1986 ουδεμία υπηρεσία προσέφερε στους Εναγόμενους. Ως αποτέλεσμα της Υπεράσπισης αυτής ανταπαιτούν την ακύρωση της Σύμβασης και αποζημιώσεις για συνωμοσία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά των Εναγόντων για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά 4 μάρτυρες ως εξής: § Νεοπτόλεμος Κλεόπας (Μ.Ε.1) § Δήμητρα Κώστα (Μ.Ε.2) § Χριστιάνα Νικολαϊδου Κοτσώνη (Μ.Ε.3) § Παναγιώτης Παναγίδης (Μ.Ε.4) Από πλευράς Εναγομένων κατέθεσαν 2 συνολικά μάρτυρες ως εξής: § Μιχαήλ Φρειδερίκου (Μ.Υ.1) § Θωμάς Φρειδερίκου (Μ.Υ.2) Προχωρώ να συνοψίσω την προσαχθείσα μαρτυρία. Θα προσπαθήσουμε όσο είναι δυνατόν για σκοπούς ευχερέστερης παρουσίασης της η σύνοψη της μαρτυρίας να γίνεται σύμφωνα με τα διάφορα ζητήματα που αυτή κάλυψε. Μαρτυρία Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή Δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) η οποία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: · Η Ενάγουσα είναι εταιρεία που ασχολείτο και ασχολείται με εκπαιδευτικά θέματα. Μεταξύ άλλων παρείχε υπηρεσίες που είχαν ως στόχο την τοποθέτηση φοιτητών σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, την ετοιμασία προγραμμάτων διδασκαλίας και την παροχή συμβουλών και υποστήριξης σε σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με στόχο την αναβάθμιση του επιπέδου τους. · Ο Μ.Ε.1 εργάστηκε ως καθηγητής σε πανεπιστήμια στις ΗΠΑ και είναι εδώ και 30 χρόνια ο Chairman του Τμήματος Μαθηματικών στο Long Island University. · Περί τις αρχές του 1981 επικοινώνησε μαζί του γραπτώς ο κ. Α. Γεωργίου, τον οποίο γνώριζε ο Μ.Ε.1, και του ζήτησε να βοηθήσει τους Εναγόμενους να συνεργαστούν με το Πανεπιστήμιο του Μ.Ε.1 για την ετοιμασία ακαδημαϊκών προγραμμάτων. Η πρόταση των Εναγομένων ήταν να ενεργήσει ο Μ.Ε.1 ώστε το Κολλέγιο να συνδεθεί με Αμερικανικά Πανεπιστήμια. · Το Κολλέγιο των Εναγομένων αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα προσέλκυσης φοιτητών και σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας. Γι΄ αυτό ήθελαν να πετύχουν σύνδεση (association) του Κολλεγίου έστω και με ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής ώστε οι φοιτητές του Κολλεγίου που θα παρακολουθούσαν κύκλους σπουδών ('courses') που θα αναγνωρίζονταν από το εν λόγω Πανεπιστήμιο θα μπορούσαν να εισαχθούν σ΄ αυτό μεταφέροντας τις πιστωτικές μονάδες (τα credits) που είχαν κερδίσει στο Κολλέγιο. Οι Εναγόμενοι ήθελαν, επίσης, να αποκτήσουν ακαδημαϊκά προγράμματα πτυχιακού επιπέδου. · Κατόπιν διαβουλεύσεων συνήφθη η επίδικη Συμφωνία ημερ. 30.12.
- · Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τα καθήκοντα που ανέλαβαν με βάση την επίδικη Συμφωνία. · Συγκεκριμένα όσον αφορά την υποχρέωση να αρχίσουν συζητήσεις με υπεύθυνα πρόσωπα με στόχο τη σύνδεση (association) του Κολλεγίου με Αμερικανικά Πανεπιστήμια δυνάμει της οποίας το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο θα ανεγνώριζε τουλάχιστον ένα κύκλο σπουδών ('courses') που διδάσκετο στο Κολλέγιο και θα αποδέχετο τη μεταφορά των σχετικών πιστωτικών μονάδων ('credits') από το Κολλέγιο, οι Ενάγοντες την εκπλήρωσαν πλήρως. Οι Ενάγοντες όχι μόνο «άρχισαν συζητήσεις» αλλά πέτυχαν τη σύνδεση του Κολλεγίου με πέντε
(5)Αμερικανικά Πανεπιστήμια. · Όσον αφορά την υποχρέωση τους να αρχίσουν συζητήσεις με υπεύθυνα πρόσωπα με στόχο την ένταξη (affiliation) του Κολλεγίου σε Οργανισμό Αναγνώρισης και/ή την αναγνώριση (accreditation) του Κολλεγίου από Οργανισμό Αναγνώρισης οι Ενάγοντες την εκπλήρωσαν αφού άρχισαν τις συζητήσεις με υπεύθυνα πρόσωπα για το σκοπό αυτό. Συγκεκριμένα περί τις αρχές του 1983 οι Ενάγοντες διευθέτησαν επίσκεψη του Εκτελεστικού Συμβούλου του Κολλεγίου Α. Γεωργίου στις ΗΠΑ όπου επισκέφθηκε διάφορα Πανεπιστήμια, συνομίλησε με διάφορους αρμόδιους και έλαβε συμβουλές για το τι πρέπει να ικανοποιεί το Κολλέγιο για να γίνει accredited. Περί δε το 1985 οι Ενάγοντες διευθέτησαν την επίσκεψη του καθηγητή και μετέπειτα Πρύτανη του Πανεπιστημίου του New Haven Αμερικής στο Κολλέγιο για να παρακολουθήσει τον τρόπο εκτέλεσης των διαφόρων κύκλων σπουδών και να παράσχει συμβουλές για να ανεβεί το επίπεδο του Κολλεγίου έτσι ώστε να γίνει 'accredited'. · Πέραν τούτου ο Μ.Ε.1 ετοίμασε προγράμματα (τα λεγόμενα 'excellent programs') και τα παρέδωσε στους Εναγόμενους. Οι Ενάγοντες συνέταξαν καινούργια εκπαιδευτικά προγράμματα για διάφορους κύκλους σπουδών και αναθεώρησαν και βελτίωσαν κάποια άλλα προγράμματα έτσι ώστε αυτά να είναι άριστα προγράμματα με στόχο τη διατήρηση των συνδέσεων ('associations') που θα επιτυγχάνονταν. Γι΄αυτό όλα τα προγράμματα ('courses') του Κολλεγίου αναγνωρίστηκαν από τα Αμερικανικά Πανεπιστήμια με τα οποία οι Ενάγοντες δημιούργησαν σύνδεση ('association'). · Οι Ενάγοντες βοήθησαν, επίσης, όλους τους φοιτητές του Κολλεγίου που αποτάθηκαν κοντά τους ώστε να γίνονται αποδεκτοί από τα Αμερικανικά Πανεπιστήμια και να μεταφέρουν τα 'credits' τους από το Κολλέγιο στα Αμερικανικά Πανεπιστήμια. · Οι Εναγόμενοι 1 κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες τα ποσά που δικαιούνταν για τα ακαδημαϊκά έτη 1982/83, 1983/84 και 1984/85 με βάση τη Συμφωνία, δηλ. αμοιβή επί των διδάκτρων όλων των φοιτητών του Κολλεγίου ανεξάρτητα αν παρακολουθούσαν το αγγλικό ή το αμερικανικό σύστημα. · Από το ακαδημαϊκό έτος 1985/86 και εντεύθεν οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε αμοιβή. Γι΄ αυτό οι Ενάγοντες ήγειραν την αγωγή 4609/86 την οποία κέρδισαν τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση. · Η επίδικη Συμφωνία θα έληγε στις 30.9.96 εκτός αν οιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων την ανανέωνε για ακόμη 15 χρόνια δια γραπτής ειδοποιήσεως προς το άλλο μέρος τουλάχιστον 3 χρόνια πριν τη λήξη της αρχικής περιόδου. Οι Ενάγοντες δι΄ επιστολής τους ημερ. 11.8.93 ανανέωσαν τη Συμφωνία για ακόμη 15 χρόνια, ήτοι μέχρι τις 30.9.
- Από την αντεξέταση του Μ.Ε.1 προέκυψαν τα εξής: Το ζήτημα της εξασφάλισης του accreditation · Η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε 10.7.81 λίγες μέρες πριν την επιστολή ημερ. 28.7.81 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53) την οποία ο Μ.Ε.1 είχε αποστείλει στον Α. Γεωργίου προ της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας. Η εταιρεία δεν έχει δραστηριότητες μεταξύ της ίδρυσης της και της ημερομηνίας που ο Μ.Ε.1 απέστειλε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο Μ.Ε.1 έκανε, όμως, παρόμοια εργασία προσωπικά από το 1973, δηλ. ως άτομο. Μεταξύ της περιόδου 13.7.81 και 28.7.81 οι δραστηριότητες της εταιρείας δεν ήταν σε μεγάλη κλίμακα. Η Ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε για να συνεχίσει αυτό που ο Μ.Ε.1 έκανε προηγουμένως. · Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53 εξήγησε ότι για να εκδώσει η Ενάγουσα πιστοποιητικό ότι τα courses των Εναγομένων είναι ισάξια με τα αντίστοιχα courses που διδάσκονται σε αναγνωρισμένα Αμερικανικά Πανεπιστήμια θα έπρεπε πρώτα να πεισθούν τα Αμερικανικά Πανεπιστήμια για κάτι τέτοιο. Δεν μπορούσε η Ενάγουσα εταιρεία να εκδώσει πιστοποιητικό ότι τα προγράμματα της Εναγομένης εταιρείας είναι ισάξια με αυτά της Αμερικής αν δεν έπαιρνε πρώτα από εγκεκριμένα πανεπιστήμια της Αμερικής σχετική δήλωση που θα αναγνώριζε κάτι τέτοιο · Οι Εναγόμενοι ποτέ δεν ζήτησαν τέτοιο πιστοποιητικό. Στη Συμφωνία ζητούσαν μόνο Association. Στη Συμφωνία δεν έλεγε ότι η Ενάγουσα θα έκαμνε το «accreditation». Ούτε οι Εναγόμενοι τηρούσαν τις προϋποθέσεις για να εξασφαλίσουν 'accreditation', δηλαδή αναγνώριση πτυχίων των Εναγομένων από αρμόδιο σώμα στις ΗΠΑ που ασχολείται με αυτά τα θέματα (accrediting body). · Διαφώνησε με τη θέση ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν τα σώματα αυτά των ΗΠΑ να δεχτούν 'affiliation' και 'accreditation' της Σχολής των Εναγομένων γιατί δεν επετρέπετο με βάση τους Κανονισμούς τους για Σχολές εκτός ΗΠΑ. Δεν είναι αναγκαίο να είναι Αμερικανική η εταιρεία για να γράψεις μια σχολή στις ΗΠΑ. Η Σχολή των Εναγομένων μπορούσε να αποταθεί για να εξασφαλίσει 'accreditation' και δεν απαγορευόταν επειδή ήταν σχολή εξωτερικού. Αναφέρθηκε δε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 64 όπου διαφαίνεται ότι Σχολές στο εξωτερικό μπορούν να γίνουν 'accredited'. · Δεν λέει στην επιστολή του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53 ότι θα έκαμνε accredited τη Σχολή των Εναγομένων. Δεν είπε πουθενά ο Μ.Ε.1 ότι θα έκαμνε accreditation. Αν η Σχολή των Εναγομένων τηρούσε τους σχετικούς Κανονισμούς και προϋποθέσεις η Ενάγουσα θα βοηθούσε για την ετοιμασία του 'self-study report'. · Η εξασφάλιση του 'affiliation' ή 'accreditation' δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για σκοπούς πληρωμής με βάση την επίδικη Συμφωνία. Τι προηγήθηκε της σύναψης της Συμφωνίας- Εκδοχή της συνωμοσίας · Τον Γεωργίου ο οποίος ήταν παλιός καθηγητής του Μ.Ε.1 τον έβλεπε όταν πήγαινε ο Μ.Ε.1 στο Κτηματολόγιο όπου εργάζετο ο θείος του Μ.Ε.
- Ο Γεωργίου ήξερε ότι ο Μ.Ε.1 ερχόταν στην Κύπρο για εκπαιδευτικούς σκοπούς και του είπε ότι ήταν Εκτελεστικός Διευθυντής της Σχολής Φρειδερίκου. Πριν να του στείλει ο Γεωργίου την επιστολή ημερ. 25.1.81 ο Γεωργίου ήξερε τι έκαμνε ο Μ.Ε.
- Μετά την επιστολή αυτή ο Μ.Ε.1 ήλθε στην Κύπρο και είχε επαφές με το Γεωργίου, τον Μιχάλη Φρειδερίκου και τον Γρηγορίου του Cyprus College σε ξεχωριστές συναντήσεις. Το Μιχάλη Φρειδερίκου συνάντησε στη Σχολή. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις. Ο Γεωργίου του είχε ήδη πει ότι η Σχολή περνούσε δύσκολη περίοδο και χρειαζόταν βοήθεια να σταθεί. Το ίδιο του ανέφερε και ο Μ. Φρειδερίκου. Τον ρώτησαν πώς θα ορθοποδούσε η Σχολή. Δεν υπήρχαν προδιαγραφές Πανεπιστημίου. Θα κοίταζε για σκοπούς αύξησης του αριθμού των φοιτητών αν μπορούσε ο Μ.Ε.1 να κάνει προγράμματα Πανεπιστημιακού επιπέδου, να συνδεθούν με Αμερικανικά Πανεπιστήμια και να κάνουν τα 'associations' ότι είναι ισάξια με αυτά της Αμερικής. Θα έπρεπε τα μαθήματα αυτά να διδαχθούν στο ακέραιο. Τους εξήγησε ότι είναι δύσκολο να επιτευχθεί το 'accreditation'. Άρεσε αυτή η ιδέα στους Γεωργίου και Μιχάλη Φρειδερίκου. o Του έστειλαν ένα έγγραφο με το τι περίπου ήθελαν. Βασικά ήθελαν να τους κάνει ο Μ.Ε.1 προγράμματα Πανεπιστημιακού επιπέδου γιατί δεν είχαν τέτοια προγράμματα. Αν κατάφερνε ο Μ.Ε.1 να τους έκανε τα προγράμματα και τα 'associations' θα του έδιδαν το 30% των μετοχών της Σχολής Φρειδερίκου. Αυτό λέχθηκε όταν ήταν παρόντες και ο Γεωργίου και ο Μιχαήλ Φρειδερίκου. Ο Μ.Ε.1 ρώτησε τη γνώμη του δικηγόρου Pappas που δεν ήταν της γνώμης να πάρει ο Μ.Ε.1 μετοχές. Ο Μ.Ε.1 το άφησε στους δύο τους να του δώσουν ως αμοιβή ένα ποσοστό των διδάκτρων και να μην μπει μέτοχος καθόλου. o Στην υποβολή ότι στη συνάντηση που είχε με Μιχαήλ Φρειδερίκου δεν συζητήθηκαν οποιοιδήποτε όροι συνεργασίας παρά μόνο του τονίσθηκε από τον Μιχαήλ Φρειδερίκου ότι έπρεπε να επιτευχθεί αναγνώριση πτυχίου του Frederick, δηλ. 'accreditation' ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν αναφέρθηκε καθόλου το 'accreditation'. Αυτοί πρόσθεσε ήθελαν τα προγράμματα και το 'association' και αυτά έφτιαξε ο Μ.Ε.
- o Ο Μ.Ε.1 πήρε την ουσία του τι ήθελε η Σχολή και είχε ζητήσει από τον δικηγόρο του να συντάξει ένα έγγραφο έχοντας αναφέρει σ΄ αυτό τις γενικές ιδέες και να το στείλει στον κ. Γεωργίου με παραίνεση αυτός να το συζητήσει με το Θωμά και Μιχαήλ Φρειδερίκου και να εισηγηθούν αλλαγές που ήθελαν. o Η αρχική Συμφωνία στάληκε στο Γεωργίου που ήταν ο Εκτελεστικός Διευθυντής ('Executive Director') και η τελική στο Μιχαήλ Φρειδερίκου. Αρνήθηκε ότι ήλθε λόγω των σχέσεων του με το Γεωργίου σε συνεννόηση μαζί του να ιδρυθεί η Ενάγουσα εταιρεία η οποία θα παρουσιάζετο στο Μιχαήλ Φρειδερίκου ως μία εταιρεία με πείρα στην αναγνώριση πτυχίων στο εξωτερικό η οποία θα έδιδε την αναγνώριση πτυχίων και ότι αυτά τα σχεδίασε ο Μ.Ε.1 με τον Γεωργίου. Τόνισε ότι δεν είχε καμία επαφή με τον Γεωργίου όσον αφορά τη σύσταση της εταιρείας και ούτε ο Γεωργίου είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σ' αυτό το θέμα. o Αρνήθηκε την υποβολή ότι ενώ γνώριζε ότι ήταν ανέφικτη η αναγνώριση πτυχίων της Σχολής της Εναγόμενης 1 από επίσημους οργανισμούς στις ΗΠΑ σε συνεννόηση με τον Γεωργίου με στόχο να 'απογαλακτήσουν' την Εναγομένη εταιρεία του είπε ψέματα για να πετύχει υπογραφή της Συμφωνίας. Πρόσθεσε ότι στην επιστολή ανέφερε ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν association και ότι αν η Σχολή εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις για affiliation θα βοηθούσε και ο Μ.Ε.1 στο self-study report. Τόνισε ότι ο Γεωργίου δεν είχε καμία ανάμειξη στην σύνταξη της επιστολής του. o Στην υποβολή ότι τους όρους του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 τους συμφώνησε με τον Γεωργίου πίσω από την πλάτη του Μιχαήλ Φρειδερίκου που δεν ήταν σε θέση να τους κατανοήσει, απάντησε ότι όταν έστειλε την επιστολή αρχές Σεπτεμβρίου τους είπε να τη συζητήσουν και αργότερα στάληκε η Συμφωνία στον Μιχαήλ Φρειδερίκου. o Πρόσθεσε δε ότι αυτή η Συμφωνία δούλεψε αρμονικά για 3 χρόνια, χρησιμοποίησαν τα προγράμματα, δημοσίευσαν και τα associations και καρπώθηκαν την εργασία που έκανε ο Μ.Ε.
- Πήραν το κύρος και, αφού πήραν όλα όσα ήθελαν, σταμάτησαν να πληρώνουν. o Στην υποβολή ότι τα έκλεισε όλα συνωμοτικά με το Γεωργίου γι' αυτό έστειλε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53 στον Γεώργιο προς επιβεβαίωση μυστικής συμφωνίας που έκλεισαν, απάντησε ότι δεν υπήρξε συνωμοσία και ότι οι όροι συμφωνήθηκαν με τους Γεωργίου και Μιχαήλ Φρειδερίκου. o Στην υποβολή ότι ο Γεωργίου θα έπαιρνε μέρος της προμήθειας και ότι το άφησε στον ίδιο να καθορίσει την αμοιβή, απάντησε ότι του είχαν κάνει πρόταση για μετοχές κι αυτός τους είπε να βάλουν το αντίστοιχο σε 'fees'. o Ερωτηθείς κατά πόσο όταν θα υπογράφετο η επίδικη Συμφωνία ημερ. 30.12.81 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) είχε κάνει έλεγχο στο ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της Σχολής Φρειδερίκου για να διαπιστώσει αν είχε δυνατότητα υπογραφής αυτής της Συμφωνίας απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς αν μετά την υπογραφή του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 έγινε συνεννόηση με τον Γεωργίου ή μαζί του για ενδεχόμενη τροποποίηση σκοπών της Εναγομένης εταιρείας, απάντησε αρνητικά. Αρνητική ήταν η απάντηση του και στο ερώτημα αν μέχρι τις 30.12.81 ο δικηγόρος του ή ο ίδιος ο Μ.Ε.1 συνεννοήθηκε με τον Γεωργίου για να γίνει τροποποίηση στους σκοπούς της Εναγομένης εταιρείας για να καλύπτεται νομικά και να είναι έγκυρη η Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι επιχειρήθη τροποποίηση του Ιδρυτικού από τον Γεωργίου το Μάρτιο του 1982 σε συνεννόηση με τον δικηγόρο τους ή τον Μ.Ε.1 για να καλύπτονται από τη Συμφωνία. Εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων · Οι Εναγόμενοι ζητούσαν γραπτώς αυτά που ήθελαν να γίνουν. Ό,τι ζήτησαν ο Μ.Ε.1 το εκπλήρωσε. Ποτέ δεν ζήτησαν 'affiliation' ή 'accreditation' με τα 'accrediting bodies'. Αυτά που εξαρτιόνταν από το Μ.Ε.1 τα εκπλήρωσε. Έμαθε μέσω των επαφών του με τα 'bodies' αυτά τι έπρεπε να γίνει και τι χρειαζόταν μια Σχολή για να φτάσει στο ύψος του 'affiliation'. · Αρνήθηκε ότι δεν έκανε κανένα απολύτως διάβημα «to initiate discussions with responsible bodies for the purpose of starting the process of accreditation.» και ότι ήλθε πρώτη φορά την 1.8.88 να ζητήσει πληροφορίες. · Τόνισε ότι το 'accreditation' το κάνουν τα ίδια τα σχολεία. Πρέπει να υπάρχει η ενεργός συμμετοχή τους. Έκανε συζητήσεις και από τη στιγμή που έμαθε τι χρειαζόταν για να γίνει 'accredited' η Σχολή με τα 'accrediting bodies', έκανε τα προγράμματα που ήταν απαραίτητα προς αυτή την κατεύθυνση, έφερε άτομα έμπειρα και αρμόδια για να συμβουλεύσουν τη Σχολή τι χρειαζόταν για να φθάσει σ΄ αυτό το επίπεδο και συνέχιζε να ζητά πληροφορίες από τη Σχολή Φρειδερίκου για να την προωθήσει περαιτέρω. · Με πέντε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ είχε συμπληρώσει τα προγράμματα και είχε πετύχει το 'αssociation'. · Tέλος του 1985 ο Μ. Φρειδερίκου (Μ.Υ.1) σταμάτησε να έχει επαφή με το Μ.Ε.1 και να του δίνει οποιαδήποτε πληροφορία. Ο Μ.Ε.1 έστελλε επιστολές αλλά εκείνος τον αγνοούσε, ενώ συνέχιζε να διαφημίζει τα προγράμματα σπουδών. Μετά το 1985 δεν έκανε ο Μ.Ε.1 άλλα 'syllabus'/προγράμματα σπουδών γιατί δεν του το ζητούσαν. Αυτά όμως που ο Μ.Ε.1 είχε ετοιμάσει προηγουμένως τα χρησιμοποιούσαν και συνέχισαν να τα χρησιμοποιούν. · Οι επιστολές που κατέθεσε που αφορούν περιπτώσεις που έδωσε βοήθεια σε φοιτητές του Frederick αποτελούν ένα μόνο δείγμα των φοιτητών που εξυπηρέτησε. Αρνήθηκε ότι από το 1990 και μετά δεν έδωσε καμία απολύτως βοήθεια σε φοιτητές της Σχολής. Πρόσθεσε ότι ανταποκρίθηκε πλήρως σε ό,τι του ζητήθηκε από κ. Φρειδερίκου ή φοιτητές. Δεν του ζητήθηκε να δώσει αριθμό φοιτητών που βοήθησε. · Αρνήθηκε ότι μετά το 85/86 που του είπαν ότι δεν θα τον πλήρωναν σταμάτησε να κάμνει οτιδήποτε προσθέτοντας ότι απεναντίας αναβάθμιζε τα 'associations'. · Αρνήθηκε ότι όλες οι επιστολές που αποστάληκαν από τον Μ.Ε.1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 50) αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ψευδή εντύπωση για σκοπούς προώθησης της απαίτησης του στο Δικαστήριο ότι ήταν δήθεν έτοιμος να εφαρμόσει τη Συμφωνία ενώ το έκανε ψευδώς και σκόπιμα με μοναδικό στόχο να ενισχύσει την υπόθεση του. · Αυτά όλα τα είχε κάνει μέχρι τότε και ζήτησε περισσότερα στοιχεία από τον Μ. Φρειδερίκου (Μ.Υ.1) για να δει τι θα μπορούσε να επιτευχθεί. Θέμα διάλυσης της εταιρείας o Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι ο δικηγόρος κ. Μιχαηλίδης και ο Μιχαήλ Φρειδερίκου απάντησαν στον Μ.Ε.1 όταν ο τελευταίος ανανέωσε τη Συμφωνία και τότε είπαν ότι αρνούντο ότι ήταν έγκυρη. Ήξεραν, όμως, πρόσθεσε ότι η Ενάγουσα εταιρεία ποτέ δεν είχε διαλυθεί με βάση το Αμερικανικό Δίκαιο. Πρόκειται για την επιστολή του κ. Μιχαηλίδη ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο Μ.Ε.1 πρόσθεσε ότι συνέχισε να επικοινωνεί με τους Εναγόμενους για να εκπληρώσει όλα αυτά που υπέγραψε. Έπρεπε να τηρήσει το λόγο του και τη Συμφωνία. o Αρνήθηκε ότι ενώ ήξερε ότι η Ενάγουσα εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση από 1994-1998 δεν είπε τίποτα στον Μιχαήλ Φρειδερίκου και το απέκρυψε. Πρόσθεσε ότι η εταιρεία συνέχισε να υπάρχει ωσάν να μην είχε ποτέ διαλυθεί και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ήταν καλός γνώστης αυτού βάσει του Αμερικανικού Δικαίου. o Ερωτηθείς τι υπηρεσίες προσέφερε η Ενάγουσα εταιρεία προς τους Εναγόμενους κατά την περίοδο 94-98 απάντησε ότι οτιδήποτε του ζητήθηκε ανταποκρίθηκε θετικά. Πρόσθεσε ότι σίγουρα είχε φοιτητές που εξυπηρέτησε και κάποια associations έγιναν «updated». o Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι αρνούνταν να απαντήσουν στις επιστολές του Μ.Ε.1, να πληρώσουν, ενώ συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα προγράμματα και τα associations και ο Μ.Ε.1 συνέχισε να αναβαθμίζει τα associations και να βοηθά φοιτητές. Εκδοχή του τερματισμού · Στην υποβολή ότι από το 1985 και μετά οι Εναγόμενοι κατέστησαν σαφές ότι θεωρούσαν την επίδικη Συμφωνία είτε τερματισθείσα, είτε άκυρη και ότι δεν δεσμεύονταν και ότι αυτό το κατέστησαν σαφές στο Μ.Ε.1, απάντησε ότι οι Εναγόμενοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν ό,τι τους παρείχε για να αυξάνουν τον αριθμό των φοιτητών και για να διαφημίζουν αυτά που τους έκανε με τεράστια οφέλη, ενώ δεν ανταποκρίνονταν καθόλου στις επιστολές του. Πρόσθεσε δε ότι ποτέ δεν του είπαν ότι η Συμφωνία τερματίστηκε. Μόνο όταν τους έστειλε επιστολή που τους είπε ότι ανανέωνε τη Συμφωνία, ενώ στο ενδιάμεσο χρόνο σιωπούσαν. Προφορικά ουδέποτε του είπαν ότι τερμάτισαν τη Συμφωνία. · Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου διατύπωνε ορισμένα παράπονα ακόμη και ότι ακόμη και από το στάδιο της υπογραφής της Συμφωνίας είχε πει ότι δεν ήταν απολύτως ικανοποιημένος και ότι ο Μ.Ε.1 τον διαβεβαίωνε ότι θα μπορούσε να διορθώσει τα πράγματα. Πρόσθεσε ότι ποτέ δεν έκανε παράπονα και ότι αντίθετα εξέφραζε την ευαρέσκεια του. Αρνήθηκε ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου είχε πει ότι ήταν πολύ απογοητευμένος διότι η διαδικασία 'affiliation'/'accreditation' δεν είχε καν αρχίσει. Αρνήθηκε ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου παραπονέθηκε ότι έδωσε ο Μ.Ε.1 καλύτερους όρους σε άλλη Σχολή. o Σε άλλο σημείο ανάφερε ότι αυτά τα θέματα ο Μιχαήλ Φρειδερίκου δεν τα είχε εγείρει πριν την έγερση της αγωγής του
- o Σ' άλλο σημείο ανέφερε ότι ποτέ δεν απάντησαν στις επιστολές του μετά την έγερση της αγωγής του 1986, εκτός όταν ο Μ.Ε.1 ειδοποίησε με διπλοσυστημένη επιστολή και φαξ ότι ανανέωνε τη Συμφωνία. Τότε απάντησαν λέγοντας ότι η Συμφωνία ήταν άκυρη και void ab initio (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 68). Μη ύπαρξη οφέλους o Στην υποβολή ότι τα 'associations' δεν λειτουργούσαν από το 1992-1993 επειδή τα προγράμματα της Σχολής τύγχαναν αναγνώρισης από το Υπουργείο Παιδείας και δεν χρειάζονταν πλέον, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι εξακολουθούσαν να είναι σε ισχύ. Πρόσθεσε ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου χρησιμοποίησε τα 'associations' που του είχε κάνει ο Μ.Ε.1 για να εγγράψει τα προγράμματα στο Υπουργείο Παιδείας και ότι τα 'associations' ήταν σε ισχύ ώστε οι φοιτητές να μεταφέρουν τα 'courses' τους στα Πανεπιστήμια. Τόνισε ότι ο Μ.Υ.1 χρησιμοποίησε τα προγράμματα και τα 'associations' για να στηρίξει τη Σχολή ακόμη και στο στάδιο που ενέγραψε τα προγράμματα στο Υπουργείο Παιδείας. o Αρνήθηκε ότι μετά το 1993 η Σχολή Φρειδερίκου έπαυσε να έχει οποιοδήποτε περαιτέρω όφελος από τα 'associations' ενόψει της αναγνώρισης των προγραμμάτων από το Υπουργείο Παιδείας και πρόσθεσε ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου συνέχιζε να διαφημίζει ότι είχε αυτές τις συνδέσεις με Αμερικανικά Πανεπιστήμια. o Ανέφερε, ακόμη, ότι τα 'associations' εξασφάλιζαν ότι σίγουρα γίνονταν δεκτοί τουλάχιστον σ΄ αυτά τα Πανεπιστήμια που υπήρχαν τα 'associations' και δέχονταν τα προηγούμενα προγράμματα ως βάση για να συνεχίσουν, ενώ χωρίς τα 'associations' θα υπήρχε άλλη διαδικασία. Μαρτυρία Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 είναι Λειτουργός στη Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους. Κατέθεσε στοιχεία που τηρούνται στην Υπηρεσία της αναφορικά με τον αριθμό φοιτητών στο Κολλέγιο της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2000-
- Στη Λευκωσία το Κολλέγιο των Εναγομένων 1 ονομάζεται Frederic Institute Nicosia, ενώ εκείνο που βρίσκεται στη Λεμεσό Frederick Institute Limassol. Εξήγησε ότι για την περίοδο 1979-1982 δεν υπάρχουν στοιχεία καταγραμμένα στην Υπηρεσία της Μ.Ε.
- Όσον αφορά την περίοδο 1990-2000 ανέφερε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία και ότι τα ηλεκτρονικά αρχεία δεν είναι προσβάσιμα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία και ότι εκείνο που γνωρίζει είναι μόνο την ονομασία του Πανεπιστημίου. Μαρτυρία Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 είναι Διοικητικός Λειτουργός στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας. Εξήγησε ότι οι ιδιωτικές Σχολές Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης υποχρεούνται κάθε έξι μήνες να αποστέλλουν στο Υπουργείο Παιδείας στοιχεία που συμπεριλαμβάνουν αριθμό φοιτητών που είναι εγγεγραμμένοι σ΄ αυτές. Στις Σχολές αυτές συμπεριλαμβάνεται και το Frederick Institute of Technology που έχει έδρα τη Λευκωσία και παράρτημα στη Λεμεσό. Η Μ.Ε.3 εξήγησε, επίσης, ότι οι ιδιωτικές Σχολές ενεγράφησαν στα μητρώα του Υπουργείου Παιδείας από το 1991 λόγω της σχετικής Νομοθεσίας. Η Μ.Ε.3, αφού ανέφερε ότι οι φάκελοι με τα στοιχεία για την περίοδο που ζητήθηκε να προσκομίσει στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των φοιτητών στην ιδιωτική Σχολή Frederick Institute of Technology στάληκαν στο Κρατικό Αρχείο, εξήγησε τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για να μπορούν να εξασφαλιστούν τα στοιχεία που επιθυμούσαν οι Ενάγοντες να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Εν τέλει η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι τα ζητηθέντα από τους Ενάγοντες στοιχεία θα τα παρουσίαζε ο οικείος Λειτουργός της Σχολής Π. Παναγίδης ο οποίος είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια από την Νομική Υπηρεσία για να καταθέσει στο Δικαστήριο, όπως κι έγινε. Πρόκειται για τον Μ.Ε.4 στη μαρτυρία του οποίου θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Αντεξεταζόμενη εξήγησε ότι τα στοιχεία λειτουργίας της Σχολής αποστέλλονταν στο Υπουργείο Παιδείας δύο φορές τον χρόνο και συμπεριλαμβάνουν αριθμό φοιτητών που είναι εγγεγραμμένοι στη Σχολή για συγκεκριμένο εξάμηνο και έτος. Τα στοιχεία αυτά ζητούνται για υποβοήθηση στην επιθεώρηση που γίνεται από το Υπουργείο Παιδείας. Το Υπουργείο Παιδείας καταχωρεί τα στοιχεία αυτά σε συγκεκριμένους γενικούς φακέλους της κάθε Σχολής που βρίσκεται στο Υπουργείο μέχρι κάποιο χρονικό στάδιο και από κει και πέρα πηγαίνουν στο Κρατικό Αρχείο. Μαρτυρία Μ.Ε.4 Ο Μ.Ε.4 εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης. Εντός των καθηκόντων του εμπίπτει η τήρηση στοιχείων αναφορικά με τον αριθμό φοιτητών σε Σχολές Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Όπως εξήγησε κάθε Σχολή στέλλει στοιχεία λειτουργίας της στο Υπουργείο Παιδείας. Κάθε λειτουργός έχει υπό την εποπτεία του ένα αριθμό Σχολών. Υπό την εποπτεία του ο Μ.Ε.4 έχει και το Frederick Institute of Technology Λευκωσίας και Λεμεσού. Όπως ανέφερε όλες οι σχολές ξεκίνησαν από το 1991 και εντεύθεν να εγγράφονται στο Μητρώο της Διεύθυνσης Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου. Στο Δικαστήριο κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 76 επιστολή στην οποία συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ένας Πίνακας για τον αριθμό των φοιτητών του Frederick Institute of Technology (Λευκωσία) για τα ακαδημαϊκά έτη από 1990-2008 και ένας Πίνακας για τον αριθμό φοιτητών του Frederick Institute of Technology (Λεμεσός) για την ίδια χρονική περίοδο. Ο Μ.Ε. 4 ανέφερε ότι για την περίοδο από 1979 έως 1991 η Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν τηρεί στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των φοιτητών της Σχολής Frederick Institute of Technology καθότι η Σχολή ενεγράφη στο μητρώο της Διεύθυνσης Ανώτερης και Ανώτατης εκπαίδευσης το
- Ο Μ.Ε.4 ανέφερε, επίσης, ότι ιδιοκτήτης της Σχολής Frederick Institute of Technology (Λευκωσία και Λεμεσός) είναι η εταιρεία Σχολαί Φρειδερίκου. Αναφερόμενος στη μείωση των φοιτητών κατά το ακαδημαϊκό έτος 1991-1992 και 2007-2008 εξέφρασε την άποψη ότι πιθανόν να οφείλεται καθ' όσον αφορά την περίοδο 91-92 στο γεγονός ότι ήταν το έτος ίδρυσής του Πανεπιστημίου Κύπρου και το Πανεπιστήμιο Κύπρου απορρόφησε μεγάλο αριθμό φοιτητών, ενώ για την περίοδο 2007-2008 ότι μεγάλος αριθμός φοιτητών πήγε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ως μεταγραφή ή νέα εγγραφή για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Μαρτυρία Μιχαήλ Φρειδερίκου (Μ.Υ.1) Ο Μιχαήλ Φρειδερίκου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του γραπτή δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 2) το οποίο, όπως μπορώ να συνοψίσω, έχει ως εξής: o ο Μιχαήλ Φρειδερίκου είναι Διοικητικός Σύμβουλος και 50% μέτοχος της εταιρείας Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ η οποία ιδρύθηκε το
- Ο αδερφός του Μιχαήλ Φρειδερίκου Θωμάς Φρειδερίκου μετέχει εξίσου στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας και είναι και αυτός Διοικητικός Σύμβουλος. o Είναι ανακριβής ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι στον ουσιώδη χρόνο
(1981)η Σχολή αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα προσέλκυσης φοιτητών και σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας. Ούτε ο Μιχαήλ Φρειδερίκου, ούτε ο Θωμάς Φρειδερίκου ανέφεραν κάτι τέτοιο στο Μ.Ε.
- Όταν υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας ο Θωμάς Φρειδερίκου δάνειζε την εταιρεία τα αναγκαία χρήματα. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε. 1 ότι η Σχολή ουσιαστικά "διεσώθη" από την οικονομική κρίση με την επίδικη Συμφωνία είναι ανυπόστατος. o Η επίδικη Συμφωνία είναι το προϊόν συνωμοσίας της Ενάγουσας, του Μ.Ε.1 και του Α. Γεωργίου οι οποίοι συνεννοήθηκαν να επιβάλουν μέσω της δυσβάστακτους και ετεροβαρούς όρους στους Εναγομένους για το δικό τους όφελος και σε βάρος των Εναγομένων. o Οι Εναγόμενοι δεν είχαν ανάγκη τον Μ.Ε.1 ή την Ενάγουσα για να κάνουν 'Αssociation Agreements' με Αμερικανικά Πανεπιστήμια. Μπορούσαν να το κάνουν και μόνοι τους με τη βοήθεια των Αμερικανικών Πανεπιστημίων απευθείας όπως το είχαν κάνει με άλλα Πανεπιστήμια χωρίς την εμπλοκή του Μ.Ε.1 και της Ενάγουσας. o Το 1977 η εταιρεία άρχισε να λειτουργεί με το όνομα Higher College of Technology και με την ακαδημαϊκή συνεργασία του Πολυτεχνείου Αγγλίας North East London Polytechnic UK (NELP) να προσφέρει στην Κύπρο εκπαιδευτικά προγράμματα σπουδών επιπέδου Ανώτερου Διπλώματος (Higher Diploma - HD). Τα προγράμματα αυτά ήταν αξιολογημένα και πιστοποιημένα από τον κρατικό φορέα αξιολόγησης/πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών Πολυτεχνείων και άλλων ιδρυμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου (Council of National Academic Awards UK - CNAA) και τα διπλώματα του Κολλεγίου έφεραν την επικύρωση ή διαβεβαίωση του Αγγλικού Πολυτεχνείου ότι ήταν ισοδύναμα με τα Αγγλικά HND διπλώματα. o Περαιτέρω κατά τους ουσιώδεις χρόνους η εταιρεία συνεργαζόταν και συνδεόταν με Πανεπιστήμια στην Αμερική και δεχόταν φοιτητές και από την Αφρική. Ιστορικό επίδικης Συμφωνίας - Το ζητούμενο ήταν η διαπίστευση ('accreditation') o Το ζητούμενο ήταν πάντοτε και το 1981 το 'accreditation' δηλαδή η πλήρης αναγνώριση των πτυχίων της Σχολής. Αυτό δεν το εξασφάλισε η Ενάγουσα παρά τις υποσχέσεις του Μ.Ε.1 ο οποίος γνώριζε εξαρχής ότι απαραίτητη προϋπόθεση της όποιας συμφωνίας ήταν το 'accreditation'. Αυτό το εξασφάλισε η ίδια η εταιρεία από μόνη της με διαδικασίες που ξεκίνησαν το 1987 στην Κύπρο μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Η εταιρεία κανένα όφελος δεν είχε από την επίδικη Συμφωνία από τουλάχιστον το
- o Στις 25.1.81 ο Ανδρέας Γεωργίου γαμπρός επ' αδερφής του Μ.Υ.1 απέστειλε μια επιστολή στον πρώην μαθητή του Μ.Ε.1 που ήταν εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη για να διερευνήσει τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ του Κολλεγίου της εταιρείας και του Πανεπιστημίου που εργαζόταν ο Μ.Ε.1 ώστε με την ακαδημαϊκή συνεργασία του Πανεπιστημίου εκείνου (Long Island University) το Kολέγιο να προσφέρει στην Κύπρο πτυχιακά προγράμματα σπουδών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). o Ο Μ.Ε.1 ήρθε στην Κύπρο περί την Άνοιξη έως Καλοκαίρι του 1981 και είχε διάφορες επαφές με τον Ανδρέα Γεωργίου και Μιχαήλ Φρειδερίκου. Ο Μ.Υ.1 εξήγησε στον Μ.Ε.1 ότι ήθελε να αναβαθμίσει το Κολλέγιο ώστε να προσφέρει στην Κύπρο αναγνωρισμένα πτυχιακά προγράμματα σπουδών και για τον σκοπό αυτό επιζητούσε να γίνει το Κολλέγιο 'affiliated' και 'accredited' από αρμόδια Επιτροπή ή Συμβούλιο Αξιολογήσεως/Πιστοποιήσεως στην Αμερική. Το πρωταρχικό ήταν το 'affiliation'/'accreditation' και όχι το 'association'. Τη σύνδεση μπορούσαν να την πάρουν εύκολα χωρίς τη μεσολάβηση οποιουδήποτε τρίτου. Δεν υπήρχε, όμως, τότε στην Κύπρο η δυνατότητα αναγνώρισης του Ιδρύματος ως τριτοβάθμιου από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτό ήταν το ζητούμενο να επιτευχθεί από τα αρμοδία σώματα στις ΗΠΑ. Αυτά ήταν γνωστά στον Ανδρέα Γεωργίου και κατέστησαν γνωστά στον Μ.Ε.1 από Μιχαήλ Φρειδερίκου (Μ.Υ.1). o Η επιστολή του Μ.Ε.1 ημερ. 28.7.81 απευθυνόμενη προς Ανδρέα Γεωργίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53) είχε ψευδές και παραπλανητικό περιεχόμενο. Το περιεχόμενο της διεβιβάσθη στον Μ.Υ.1 από τον Ανδρέα Γεωργίου. o Ο Ανδρέας Γεωργίου διαβεβαίωσε τον Μ.Υ.1 ότι ο Μ.Ε.1 μπορούσε να εξασφαλίσει 'affiliation' και 'accreditation' του Κολλεγίου από αρμόδια Επιτροπή ή Συμβούλιο Αξιολόγησης/Πιστοποίησης στις ΗΠΑ. Και τούτο παρόλο ότι ο Μ.Ε.1 γνώριζε ότι ούτε 'affiliation', ούτε 'accreditation' του Κολλεγίου μπορούσε να εξασφαλίσει. Μόνο κάποιας μορφής 'association'. o O Μ.Ε.1 τόσο με την πιο πάνω επιστολή του προς τον Ανδρέα Γεωργίου και προφορικά προς τον Μιχαήλ Φρειδερίκου παρέστησε ψευδώς ότι η Ενάγουσα ήταν ένας πολυετής εκπαιδευτικός οργανισμός με παράδοση και εκτόπισμα στα αμερικανικά εκπαιδευτικά δρώμενα που ειδικευόταν στην εξασφάλιση 'association', 'affiliation' και 'accreditation'. o Ο Ανδρέας Γεωργίου, χωρίς την έγκριση και εξουσιοδότηση των Εναγομένων, είχε "κλείσει" με την Ενάγουσα και Μ.Ε.1 επαχθείς όρους ως διεπιστώθη εκ των υστέρων. Ο Μ.Ε.1 δεν ζήτησε να έρθει σε επαφή ούτε με τον Μιχαήλ Φρειδερίκου, ούτε με τον Θωμά Φρειδερίκου που γνώριζε ότι ήσαν η διεύθυνση της Σχολής. Συνεργάστηκε με το συνωμότη του. o Στις 30.9.81 ο Μ.Ε.1 έστειλε και άλλη επιστολή στον Ανδρέα Γεωργίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 57) την οποία και πάλι πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων μετά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας στην οποία έγραψε ότι εσώκλειε συμφωνία σε δύο αντίτυπα για θεώρηση και εκτέλεση από τους Μιχαήλ Φρειδερίκου, Θωμά Φρειδερίκου και Ανδρέα Γεωργίου η οποία πίστευε ότι αντικατόπτριζε την συναντίληψη και θα πετύχαινε τους στόχους που οι Μ.Ε.1 και Ανδρέας Γεωργίου είχαν συζητήσει. Στην επιστολή αυτή ο Μ.Ε.1 ζήτησε, επίσης, από τον Ανδρέα Γεωργίου να συμπληρώσει το κενό στο έγγραφο της Συμφωνίας στην παράγρ. 3 κάτω από τον τίτλο Αμοιβή (compensation) καταχωρώντας ένα ακριβές ποσοστό αριθμητικώς και ολογράφως που ο Ανδρέας Γεωργίου θα έκρινε κατάλληλο. o Κατ΄ ακολουθίαν των ως άνω ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του Μ.Ε.1 ο Μ.Υ.1 υπέγραψε στις 30.12.81 το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Δεν του εδόθη νωρίτερα να το μελετήσει ή να πάρει την έγκριση του Δ.Σ της Εταιρείας. Το υπόγραψε χωρίς να έχει επαρκείς γνώσεις της αγγλικής και στηριζόμενος στις διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν από Μ.Ε.1 και Ανδρέα Γεωργίου ότι με αυτό θα εξασφαλίζετο η αναγνώριση των πτυχίων της Σχολής ('αccreditation'). Ο Θωμάς Φρειδερίκου υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του Μ.Υ.
- Η Συμφωνία υπεγράφη στο σπίτι του Ανδρέα Γεωργίου. Τη Συμφωνία ο Μ.Υ.1 δεν τη διάβασε. Στηρίχθηκε στον Ανδρέα Γεωργίου και όσα ανάφερε. Τερματισμός της Συμφωνίας o Από το 1985 η Εναγομένη 1 και ο Μ.Ε.1 διέκοψαν σχέσεις με την Ενάγουσα όταν έγινε πλήρως αντιληπτό ότι η Ενάγουσα αδυνατούσε να εξασφαλίσει 'accreditation' του Κολλεγίου. Τερμάτισε ο Μ.Υ.1 προφορικά τη Συμφωνία και γι΄ αυτό καταχωρήθηκε και η πρώτη αγωγή από την Ενάγουσα. o Μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας το 85/86 αρνήθηκε ο Μ.Υ.1 να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Η Ενάγουσα ουδεμία υπηρεσία πρόσφερε μετά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας 86/
- o Η επίδικη Συμφωνία είναι άκυρη και ατελής εφόσον δεν υπάρχουν σ΄ αυτές οι υπογραφές του Γραμματέα της Εναγομένης 1 και της NELPCO, ενώ δεν υπεγράφη από την πλειοψηφία των μετόχων και Δ.Σ της Εναγομένης 1 και NELPCO. Περιεχόμενο Επίδικης Συμφωνίας - Κατά πόσο υπήρξε εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. o Καμία συζήτηση δεν έκανε η Ενάγουσα εταιρεία ή ο Μ.Ε.1 ούτε εισήξε τέτοια συζήτηση με οποιοδήποτε Οργανισμό για διαπίστευση/αναγνώριση του Κολλεγίου. Δεν τήρησε τον όρο
(1)(a)(ii) της επίδικης Συμφωνίας. Αν το έκανε θα τους το έλεγε και δεν θα τους ζητούσε χρόνια μετά την απαραίτητη πληροφόρηση για να το πράξει (επιστολή ημερ. 1.8.88 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 50). o Ο όρος
(1)(b) της Συμφωνίας καθορίζει την υποχρέωση της Ενάγουσας να παρέχει διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών και βοήθεια και να αξιολογεί τα υφιστάμενα και μελλοντικά προγράμματα σπουδών στις ΗΠΑ και στο Κολλέγιο με σκοπό τη διατήρηση του 'association' και του 'accreditation'. Διά τον ίδιο σκοπό η Ενάγουσα θα ετοιμάζει τα προγράμματα σπουδών. Αυτή τη συνεχή υποχρέωση για ετοιμασία του curricula η Ενάγουσα δεν εκπλήρωσε. Δεν αρκεί η Ενάγουσα να εξασφαλίσει άπαξ το 'association' για να εισπράττει για 30 χρόνια αμοιβή. Η Ενάγουσα δεν προσέφερε τις υπηρεσίες που αναφέρονται στον όρο
(1)(b). Aκόμη και αν εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που δημιουργεί ο όρος
(1)(a)(i) και
(1)(a)(ii) σε πρώτη φάση δεν σημαίνει ότι θα δικαιούται να παίρνει αμοιβή για 30 χρόνια. Θα έπρεπε η Ενάγουσα για να έχει αξίωση για αμοιβή να βοηθά ώστε να συντηρούνται το 'association', 'affiliation' και 'accreditation'. Η Ενάγουσα έπρεπε να παρέχει πληροφορίες για νέα προγράμματα που υπάρχουν στην Αμερική, να αναθεωρεί τα προγράμματα του Κολλεγίου, να καταρτίζει νέα προγράμματα σπουδών για το Κολλέγιο και να μπορεί να διατηρεί το 'association', 'affiliation' και 'accreditation'. Αυτό μπορούσε να γίνει χωρίς τη συνεργασία των Εναγομένων. Η Ενάγουσα ουδέν έπραξε μετά το 1985. Καμμία εισήγηση, καμμία υπηρεσία δεν πρόσφερε την περίοδο 1986-2008. o Η φερόμενη υποχρέωση της Ενάγουσας δυνάμει του όρου
(1)(c) της Συμφωνίας αναφέρεται σε συμβατικές επί ατομικής βάσης σχέσεις φοιτητών του Κολλεγίου με την Ενάγουσα για υπηρεσία που θα τους πρόσφερε. Κάθε φοιτητής θα πλήρωνε την Ενάγουσα το ίδιο τίμημα που θα πλήρωνε και κάθε άλλος τρίτος φοιτητής που ζητούσε την ίδια υπηρεσία την Ενάγουσα. Το γεγονός ότι πιθανόν κάποιοι φοιτητές να ζήτησαν τη βοήθεια Μ.Ε.1 και την πρόσφερε δεν ήταν βάση του όρου
(1)(c). Δεν ενημέρωσε ποτέ τους Εναγομένους η Ενάγουσα περί τούτου. Ούτε εισέπραξε αμοιβή προφανώς. Προφανώς προσωπικά να βοήθησε κάποιους φοιτητές ο Μ.Ε.1 αλλά όχι στο πλαίσιο των συμβατικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας. o Για να επιτευχθεί 'association' του Κολλεγίου με Πανεπιστήμια από Επιτροπή Αξιολόγησης/Πιστοποίησης και για να ανανεώνονται αυτές οι σχέσεις πρέπει να ακολουθείται ορισμένη διαδικασία που δεν έλαβε χώρα ποτέ. o Η εξασφάλιση 'αccreditation' διαπιστώνεται από το Πιστοποιητικό Αξιολόγησης/Πιστοποίησης που εκδίδει η αρμόδια Επιτροπή. Η Ενάγουσα ουδέποτε εξασφάλισε 'accreditation' του Κολλεγίου από Επιτροπή Αξιολόγησης/ Πιστοποίησης στις ΗΠΑ. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 50, επιστολή 1.8.88) Δεν ήταν δυνατή η αναγνώριση της Σχολής από Αμερικανικό Σώμα Αναγνώρισης Σχολών στην Αλλοδαπή. Ο όρος
(1)(α)(ii) δεν υλοποιήθηκε αλλά ήταν και ανέφικτος. Εν πάση περιπτώσει προϋπόθεση καταβολής οποιουδήποτε ποσού σύμφωνα με τον όρο
(3)είναι η εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων από την Ενάγουσα κάτι το οποίο δεν έγινε. Περαιτέρω πρέπει να αποδεικνύεται όφελος προς τους αντισυμβαλλόμενους. Οι Ενάγοντες ουδέν απολύτως όφελος είχαν την επίδικη περίοδο. Πληρωμή Αμοιβής μέχρι το 1980 o Ο Ανδρέας Γεωργίου παρότρυνε τον Μ.Υ.1 να πληρώσει αμοιβή στην Ενάγουσα και αυτό έπραξε καλόπιστα μέχρι το Μάρτιο
- Όταν το 1985/86 ύστερα από συζητήσεις που είχε με Μ.Ε.1 αντελήφθηκε ο Μ.Υ.1 ότι η Ενάγουσα αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υπηρεσίες που υπεσχέθη και ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης από τον Μ.Ε.1, τον πληροφόρησε ότι η εταιρεία δεν θα συνέχιζε να πληρώνει και τερμάτισε την πληρωμή αμοιβής. Ο Μ.Ε.1 περιόρισε την επαφή και επικοινωνία του με την εταιρεία σε μία ετήσια στερεότυπη επιστολή με την οποία ζητούσε: · την πληρωμή των οφειλόμενων διδάκτρων · την κατάθεση αίτησης στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου για τη μεταφορά χρημάτων στη Νέα Υόρκη · κατάλογο με τα ονόματα των φοιτητών που παρακολουθούσαν όλα τα προγράμματα σπουδών του Κολλεγίου και τα ποσά που ο κάθε φοιτητής πλήρωσε. o Χρειάστηκαν 7 χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας για να θυμηθεί ο Μ.Ε.1 ότι είχε αναλάβει να προωθήσει την εξασφάλιση 'accreditation' για το Κολλέγιο με την επιστολή ημερ. 1.8.88 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 50). o Η εταιρεία για την επιβίωση του Κολλεγίου της, όταν αντελήφθη ότι ο Μ.Ε.1/Ενάγουσα αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τα συμφωνηθέντα, συνήψε συμφωνίες συνεργασίας με το University of Wales, UK το οποίο αξιολόγησε, πιστοποίησε τα προπτυχιακά, πτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα και πιστοποιούσε τους τίτλους σπουδών του Κολλεγίου ως ισοδύναμους με τους δικούς του αντίστοιχους τίτλους σπουδών. Οι υπηρεσίες της Ενάγουσας κατέστησαν ούτως ή άλλως αχρείαστες o Με τη θέσπιση του περί Σχολών Τριτοβάθμια Εκπαίδευση Νόμο 1/87 το Κολλέγιο υπεβλήθη στην προβλεπόμενη διαδικασία και εξασφάλισε αξιολόγηση/πιστοποίηση (αναγνώριση) των προγραμμάτων σπουδών του από τον Κυπριακό Κρατικό φορέα Αξιολόγησης/Πιστοποίησης ΣΕΚΑΠ Τα πτυχία που απονέμει το Κολλέγιο πιστοποιήθηκαν ότι είναι πανεπιστημιακού επιπέδου. Συνεπώς οι υπηρεσίες που η Ενάγουσα υπεσχέθη και δεν εκτέλεσε ήταν πλέον αχρείαστες για την Εναγομένη
- Περαιτέρω με το Ν.1/87η Εναγομένη 1 κατήρτισε δικά της προγράμματα ως Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και τα προγράμματα του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 αξιολογούνται και πιστοποιούνται από το αρμόδιο Συμβούλιο Αξιολόγησης και Πιστοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και γίνονται διεθνώς αποδεκτά από Πανεπιστήμια. Τα προγράμματα διδασκαλίας στο Κολλέγιο της Εναγομένης 1 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με 'association' και 'affiliation' και 'accreditation' Αμερικάνικων Οργανισμών που συμφώνησε να εξασφαλίσει η Ενάγουσα και δεν εξασφάλισε. Οι νέοι κύκλοι σπουδών του Κολλεγίου της εταιρείας δεν απεστάλησαν στα Αμερικανικά Κολέγια/Πανεπιστήμια ή Οργανισμό αξιολόγησης. o Από το 1991 και έπειτα υπήρχε πλήρης αναγνώριση των πτυχίων της Σχολής. Άρα και αν ακόμη η Συμφωνία δεν είχε τερματιστεί ή είναι έγκυρη, κατέστη εκ των πραγμάτων ανενεργός. o Μετά τα 1987 με την αναγνώριση των πτυχίων της Σχολής από την Κυπριακή Κυβέρνηση ήταν παντελώς αχρείαστη η εμπλοκή της Ενάγουσας εταιρείας. Οι φοιτητές του Κολλεγίου φοιτούσαν γιατί τα πτυχία της Σχολής ήσαν αναγνωρισμένα στην Κύπρο και γιατί μπορούσαν να φοιτήσουν για μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών σε άλλες χώρες. Διαγραφή Ενάγουσας - Απόρριψη αγωγών της Ενάγουσας. o Η Ενάγουσα διεγράφη από το Μητρώο Εταιρειών Νέας Υόρκης στις 28.9.
- Συνεπώς η επίδικη Συμφωνία τερματίστηκε εφόσον δεν μπορούσε πλέον να υλοποιηθεί από ανύπαρκτο πρόσωπο την περίοδο της ανυπαρξίας της (1994-1998). Μπορούσε να λειτουργήσει μόνο για σκοπούς εκκαθάρισης. Κατά την ίδια περίοδο η Ενάγουσα προσέφυγε στα Κυπριακά Δικαστήρια εξ΄ ονόματος και για λογαριασμό της ανύπαρκτης Ενάγουσας και ζητούσε πληρωμή της αμοιβής. Οι αγωγές της Ενάγουσας απερρίφθησαν όταν διαπιστώθηκε η ανυπαρξία της. Πρόκειται για τις ακόλουθες αγωγές: - 3543/87, 8842/87, 9510/88, 9545/89,5647/91, 9752/
- o Αφού οι Εναγόμενοι στις 25.5.98 καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο διάταγμα για τη διαγραφή και/ή απόρριψη όλων των πιο πάνω αγωγή λόγω διαλύσεως της Ενάγουσας ως νομικού προσώπου την 28.9.94 με βάση τους νόμους της Νέας Υόρκης, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 14.7.98 απέρριψε τις εν λόγω αγωγές διότι η Ενάγουσα ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. o Κατά συνέπεια η αξίωση της Ενάγουσας μέχρι 31.5.92 είναι δεδικασμένη και η Ενάγουσα δεν δικαιούται να διεκδικεί τις ίδιες θεραπείες με την παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα ισχυρίσθη σε άλλη διαδικασία ότι η διάλυση της δια προκηρύξεως ανεκλήθη στις 21.7.
- Η Ενάγουσα ως ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο μεταξύ της περιόδου 28.9.94 και 21.7.98 δεν μπορούσε να προσφέρει και δεν πρόσφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες προς τους Εναγόμενους κατά την περίοδο αυτή. Η Ενάγουσα, αφ΄ ης στιγμής διελύθη και διεγράφη στις 28.9.94 η Συμφωνία τερματίσθηκε και/ή έπαυσε να ισχύει έστω και αν υφίστατο για σκοπούς εκκαθάρισης. Οι Εναγόμενοι λένε ότι δεν μπορούσε να ανανεωθεί από 30.9.96 η Συμφωνία αφού δεν υπήρχε τότε στις 30.9.96 εν ζωή η Ενάγουσα παρά μόνο για σκοπούς εκκαθάρισης. Συμφωνία με Γρηγορίου o Κατά τη διάρκεια της ισχύος της Συμφωνίας, όπως αναφέρει ο όρος
(2)του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 η Ενάγουσα δικαιούταν να υπογράψει άλλη μία συμφωνία για να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες σε πρόσωπο η Οργανισμό στην Κύπρο, αλλά το δικαίωμα θα έπρεπε να το ασκήσει μέχρι 1.6.
- o Όταν στις 30.12.81 η Ενάγουσα υπέγραψε την επίδικη Συμφωνία είχε ήδη στις 10.12.81 υπογράψει άλλη συμφωνία με ανταγωνιστικό Κολλέγιο στην Κύπρο, πράγμα που ο Μ.Ε.1 και Ανδρέας Γεωργίου απέκρυψαν από την Εναγομένη 1 και τον Μ.Υ.
- Επιχειρηθείσα Ανανέωση o Γύρω στις 11.8.93 η Ενάγουσα επιχείρησε να αποστείλει ειδοποίηση μονομερούς ανανέωσης για 15 χρόνια της επίδικης Συμφωνίας μέχρι 30.9.11 ενώ βρισκόταν σε εκκρεμοδικία και εξέλιξη η αγωγή του 1986 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 49). Η εν λόγω επιχειρηθείσα ανανέωση είναι άκυρη επειδή: (α) Δεν απεστάλη με διπλοσυστημένη επιστολή σε όλους τους συμβαλλόμενους. (β) Η επίδικη Συμφωνία είχε ήδη τερματισθεί από το 1985/
- (γ) Η επίδικη Συμφωνία ήταν άκυρη για όλους τους προαναφερθέντες λόγους (σχετική είναι η απάντηση της εταιρείας ημερ. 9.9.93 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 68). (δ) Την περίοδο ανανέωσης, δηλ. από 30.9.96 και έπειτα, η εταιρεία μόνο για σκοπούς εκκαθάρισης υπήρχε. Ultra Vires o Στις 3.3.82 ο Α. Γεωργίου ενώ δεν ήταν Γραμματέας της εταιρείας κατέθεσε χωρίς αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση με αρ. 23/83 για την τροποποίηση του άρθρου 3 του Ιδρυτικού της εταιρείας και επεσύναψε πλαστό ειδικό ψήφισμα Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης Μετόχων της εταιρείας το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ως Γραμματέας της Εναγόμενης 1 στο οποίο ανέφερε ότι στις 3.11.81 σε δήθεν Έκτακτη Γενική Συνέλευση απεφασίσθη ομόφωνα η τροποποίηση του Καταστατικού της εταιρείας. Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση ουδέποτε συνήλθε. Χωρίς την τροποποίηση του Καταστατικού η επίδικη Συμφωνία ήταν άκυρη διότι ήταν ultra vires. Ο Α. Γεωργίου έσπευσε κρυφά και παράνομα χωρίς τη γνώση και έγκριση του Δ.Σ. και με πλαστό ειδικό ψήφισμα που κατασκεύασε τροποποίησε το Καταστατικό. Το πλαστό ειδικό ψήφισμα που ο Α. Γεωργίου επεσύναψε στην αίτηση για τροποποίηση του άρθρου 3 του Ιδρυτικού που κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο στις 3.3.82 είχε ημερ. 3.11.81, δηλ. το προχρονολόγησε πριν την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας. Μαρτυρία Θωμά Φρειδερίκου (Μ.Υ.2) Ο Θωμάς Φρειδερίκου υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του το ΕΓΓΡΑΦΟ 3 στο οποίο αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: § Είναι και ήταν μέτοχος 50% και είναι εκ των Δ.Σ της εταιρείας Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ η οποία ιδρύθηκε το
- § Από την ίδρυση της εταιρείας τη στήριξε οικονομικά. Συμμετείχε στη Διεύθυνση της Σχολής σαν Διευθυντής συνδιαχειριστής με τον αδελφό του με τον οποίο διατηρούσε τακτική επικοινωνία και όταν ακόμη απουσίαζε στο εξωτερικό. Το ζητούμενο ήταν η διαπίστευση (accreditation) § Το 1981 εκείνο το οποίο τους ενδιέφερε ήταν η διαπίστευση των πτυχίων του Πανεπιστημίου, δηλ. αναγνώριση από ξένους οίκους/κυβερνήσεις καθότι αρχές του '80 και μέχρι το 87 δεν υπήρχε δυνατότητα τα πτυχία της Σχολής να αναγνωριστούν από την Κυπριακή Δημοκρατία ελλείψει της απαραίτητης νομοθεσίας η οποία εν τέλει θεσπίστηκε το
- § Δεν τους απασχολούσε η σύναψη των λεγόμενων 'association agreements' γιατί αυτά μπορούσαν να την κάνουν και μόνοι τους χωρίς τη βοήθεια του Κλεόπα. § Τα προγράμματα του Κολλεγίου ήταν αξιολογημένα και πιστοποιημένα από τις αρμόδιες αγγλικές αρχές και έφεραν επιβεβαίωση του NELP ότι ήταν ισοδύναμα με τα αγγλικά HND (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 81). § Περαιτέρω το 1981 είχαν σχέσεις και με τη Νιγηρία και το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Παιδείας της Νιγηρίας αναγνώρισε τα προγράμματα της Σχολής ως ισοδύναμα με της Νιγηρίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 86). § Όταν κάποιος φοιτητής ήθελε να πάει σε Πανεπιστήμιο της Αμερικής ο Ανδρέας Γεωργίου απέστελλε συγκεκριμένη επιστολή και ζητούσε αναγνώριση του πτυχίου και συνέχιση των σπουδών του στις ΗΠΑ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 87). Συνθήκες υπογραφής της Συμφωνίας § Πριν την υπογραφή της συμφωνίας ουδέποτε του ανέφερε ο Κλεόπας οτιδήποτε, ούτε ήλθε σε επαφή μαζί του. Σε κάποια φάση ο αδερφός του Μιχαήλ Φρειδερίκου μετά τις επαφές του με τον Κλεόπα του είπε ότι εξασφάλισαν αναγνώριση από τις αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ των πτυχίων του Κολλεγίου και ο Ανδρέας Γεωργίου του ζήτησε να απογράψει το επίδικο έγγραφο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) στις 30.12.81 όταν ήταν στο σπίτι της αδελφής του και συζύγου του Ανδρέα Γεωργίου μαζί με τον Μιχαήλ Φρειδερίκου. Ο Θωμάς Φρειδερίκου δεν διάβασε το έγγραφο καθότι ο Ανδρέας Γεωργίου τους είπε ότι επρόκειτο για συμφωνία συνεργασίας του Κολλεγίου με Αμερικανικό Οργανισμό αναγνώρισης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτό εξασφάλιζε την αναγνώριση των πτυχίων από τις ΗΠΑ. § Ο Θωμάς Φρειδερίκου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο γαμπρό του Ανδρέα Γεωργίου ο οποίος βοηθούσε στο Κολλέγιο ιδιαίτερα στις σχέσεις του με αγγλόφωνα Κολλέγια ή Πανεπιστήμια και επιλαμβανόταν όλης της αλληλογραφίας στα αγγλικά δεδομένου ότι ο Μιχαήλ Φρειδερίκου δεν είχε επαρκείς γνώσεις της αγγλικής. § Ο Μιχαήλ Φρειδερίκου έριξε μια ματιά στη Συμφωνία και την υπόγραψε όπως την υπόγραψε και ο Θωμάς Φρειδερίκου ενόψει των διαβεβαιώσεων που είχαν. § Πριν την υπογραφή της Συμφωνίας ο Θωμάς Φρειδερίκου δεν είχε ενημερωθεί, ούτε είδε την ανταλλαγείσα επιστολογραφία μεταξύ Ανδρέα Γεωργίου και Κλεόπα και την αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου της Ενάγουσας και του Μιχαήλ Φρειδερίκου. Η αλληλογραφία που προηγήθηκε της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας παρελήφθη και τηρείτο από τον Ανδρέα Γεωργίου. § Ο Ανδρέας Γεωργίου γνώριζε πολύ καλά ότι το ζητούμενο ήταν η αναγνώριση των πτυχίων του Κολλεγίου. § Άρχισε ο Μ.Υ.2 να υποψιάζεται τον Ανδρέα Γεωργίου από τότε που είδε για πρώτη φορά τα έγγραφα αυτά. Ένεκα της ανησυχίας και αμφιβολίας που είχε για το ρόλο του Ανδρέα Γεωργίου ζήτησε από τον Μιχαήλ Φρειδερίκου να ερωτηθεί αν οι οργανισμοί αξιολόγησης μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους τίτλους σπουδών του Κολλεγίου. Γι΄αυτό εξασφαλίστηκαν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 108 και
- § Στην πορεία ανακάλυψαν την εκ των υστέρων τροποποίηση με ψευδή έγγραφα και χωρίς τη γνώση τους του Ιδρυτικού της εταιρείας (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 104Α, 104Β και 105). § Ο Θωμάς Φρειδερίκου και Μιχαήλ Φρειδερίκου αποφάσισαν το 1985 γύρω στο Σεπτέμβρη να τερματιστεί πάραυτα η Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) διότι δεν εξασφαλίστηκε το 'accreditation' το οποίο τους είχε διαβεβαιώσει ο Ανδρέας Γεωργίου και ο Κλεόπας τον Μιχαήλ Φρειδερίκου ότι η Συμφωνία αυτή θα εξασφάλιζε. Είναι γεγονός ότι πληρώθηκαν ορισμένα ποσά και τούτο μετά από επιμονή του Ανδρέα Γεωργίου. § Το 1987 όταν θεσπίστηκε νομοθεσία για την αναγνώριση πτυχίων τριτοβάθμιου Κολλεγίου οι Εναγόμενοι υπέβαλαν αμέσως αίτημα και από το 1991 η Σχολή ενεγράφη στο Μητρώο του αρμοδίου Υπουργείου. Ακόμη και πριν τη θέσπιση της νομοθεσίας κατέστη ευρέως γνωστό στην Κύπρο ότι τα Κολλέγια θα αναγνωρίζονταν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι φοιτητές που φοίτησαν από το 1986/87 και έπειτα το έκαναν με την προοπτική αναγνώρισης του πτυχίου τους. Δεν χρειάζονταν οι Εναγόμενοι πλέον τις υπηρεσίες της Ενάγουσας. § Ο Κλεόπας ουδέποτε έκανε οποιαδήποτε προγράμματα μετά το
- Ουδέποτε γνωστοποίησε στους Εναγόμενους για οποιουσδήποτε φοιτητές που τοποθέτησε ή βοήθησε να τοποθετηθούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε Αμερικανικά Πανεπιστήμια. Τα προγράμματα τα ετοίμασε η Σχολή για να εγκριθούν από το Υπουργείο σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ενέκρινε το Υπουργείο και όχι σύμφωνα με τις προδιαγραφές των Αμερικανικών Πανεπιστημίων. Ούτε απέστειλε οποιεσδήποτε νέες συνεργασίες με νέα Πανεπιστήμια ούτε και πριν ή μετά τον τερματισμό. § Για πρώτη φορά θυμήθηκε ο Κλεόπας με επιστολή του τον Αύγουστο του 1988 (μέρος του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 50) μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και ενώ υπήρχε εκκρεμοδικία να επιζητήσει δήθεν στοιχεία για να ξεκινήσει δήθεν τη διαδικασία 'αffiliation'/'accreditation'. Συνωμοτικές ενέργειες Α.Γεωργίου και Κλεόπα § Οι υποψίες του Θωμά Φρειδερίκου για τις σχέσεις Ανδρέα Γεωργίου με Κλεόπα εντάθηκαν. Αναφέρθηκαν στον δικηγόρο Μιχαηλίδη ο οποίος δεν ήθελε να έλθει σε ρήξη με τον Ανδρέα Γεωργίου λόγω στενών σχέσεων μαζί του. Γι΄ αυτό αργότερα παραιτήθηκε ο Μιχαηλίδης από δικηγόρους των Εναγομένων και ανέλαβε ο Χρ. Κληρίδης ο οποίος στα πλαίσια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του 2008 ήγειρε θέμα συνομωσίας Ανδρέα Γεωργίου. § Ο Ανδρέας Γεωργίου ενεπλάκη μετά του Κλεόπα σε διάφορες ενέργειες σε βάρος των συμφερόντων των Εναγομένων οι οποίες ήταν συνωμοτικές ως εξής: (α) εξασφάλισε την υπογραφή της Συμφωνίας την οποία υπέγραψε ως γραμματέας της εταιρείας με ψευδείς δηλώσεις ότι την είχαν εγκρίνει όλοι οι μέτοχοι και Δ.Σ, ενώ αυτό ήταν ψέμα καθότι η Συμφωνία δόθηκε την υστάτη κατά την υπογραφή της στο Μιχαήλ Φρειδερίκου (β) Απέκρυψαν από τους Θωμά και Μιχαήλ Φρειδερίκου την αλληλογραφία μεταξύ τους (γ) Απέκρυψαν από τους Θωμά και Μιχαήλ Φρειδερίκου ότι ο Κλεόπας τον είχε εξουσιοδοτήσει να καθορίσει εκείνος το ποσοστό της αμοιβής (δ) Απέκρυψαν από τους Θωμά και Μιχαήλ Φρειδερίκου ότι η Ενάγουσα είχε ιδρυθεί από τον Κλεόπα πολύ λίγες μέρες πριν να αποσταλεί η επιστολή του προς Ανδρέα Γεωργίου ημερ. 28.7.81 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 53). (ε) Απέκρυψαν από τους Θωμά και Μιχαήλ Φρειδερίκου το κείμενο της Συμφωνίας και ο Ανδρέας Γεωργίου παρέλαβε τις επιστολές ΤΕΚΜΗΡΙΟ 57 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 89 και δεν είπε απολύτως τίποτα, ούτε συζήτησε το περιεχόμενο της με τους Μιχαήλ και Θωμά Φρειδερίκου. (στ) Εξασφάλισε με τη γνώση του Κλεόπα με ψευδείς δηλώσεις και ψευδή πρακτικά τροποποίηση του Καταστατικού της εταιρείας χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε (ζ) Ψευδώς και εν γνώσει του με τον Κλεόπα διαβεβαίωνε ότι θα εξασφαλίζετο affiliation/accreditation από Οίκους Αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ενώ αμφότεροι γνώριζαν ότι τούτο ήταν αδύνατο ή όφειλαν να το γνωρίζουν. § Ο Ανδρέας Γεωργίου γνώριζε ότι την Συμφωνία την υπέγραψε μόνο ο Μιχαήλ Φρειδερίκου που δεν ήταν μέτοχος με πλειοψηφία μετοχών γιατί είχε μόνο 50%, ούτε πλειοψηφία μελών Δ.Σ γιατί ήταν ένας από τα τρία μέλη. Γνώριζε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν ήταν Γραμματέας της εταιρείας και υπόγραψε ως Γραμματέας. Ultra vires. § Η Συμφωνία ήταν άκυρη γιατί ήταν ultra vires του Καταστατικού της εφόσον αυτό δεν επέτρεπε τη δραστηριότητα που αποσκοπούσε η επίδικη Συμφωνία. Ανέλαβε ο Ανδρέας Γεωργίου να διορθώσει την ατέλεια και υπέβαλε μέσω δικηγόρου αίτηση στο Ε.Δ. Λευκωσίας αφού παρουσίασε πλαστό έγγραφο δήθεν Ε.Γ.Σ. της εταιρείας που δήθεν έγινε στις 3.11.81 ότι η εταιρεία αποφάσισε την αλλαγή του Άρθρου 3 του Καταστατικού της. Διάλυση εταιρείας § Από τότε που η Ενάγουσα διελύθη (28.9.94) δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ανταποκριθεί συμβατικά αν η επίδικη Συμφωνία δεν είχε ήδη τερματισθεί από το 1985 και/ή αν βρισκόταν σε ισχύ σαν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ανανεωθεί η Συμφωνία από 1.10.96 εφόσον τότε η Ενάγουσα ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. § Από στοιχεία που ζήτησε ο Μ.Υ.2 για την Ενάγουσα εξασφαλίστηκαν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 112 -
- Σύνδεση και/ή ταύτιση της Εναγόμενης 1 εταιρείας με την εταιρεία υπό την επωνυμία Frederickou Schools Ltd. Η Εναγόμενη εταιρεία στην αγόρευση της[1] ήγειρε ευθύς εξ αρχής ζήτημα σε σχέση με την σύνδεση και ταύτιση της με την εταιρεία που έχει την επωνυμία Frederickou Schools Ltd. Αρνείται δε- κατηγορηματικά- ότι υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφη συμφωνία με ημερ.30.12.
- Προέκταση δε αυτού του ισχυρισμού ήταν η άρνηση ότι η Εναγόμενη εταιρεία έχει αναλάβει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έναντι της Ενάγουσας, ενώ καθόσον αφορά τις αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή 4609/86 και του Εφετείου στις Εφέσεις 8266 και 8530 ισχυρίζεται ότι αυτές αφορούσαν την Frederickou Schools Co Ltd. Ακόμη αναφέρεται ότι πουθενά δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης ή στην Απάντηση ότι η Frederickou Schools Co Ltd είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο με την Εναγομένη 1 εταιρεία. Τέλος προβάλλεται η θέση ότι οποιαδήποτε μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που συνηγορεί υπέρ διαπίστωσης λάθους του ονόματος και/ή ότι πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ελλείψει του απαραίτητου υποβάθρου, δηλ. της δικογραφίας. Όπως πολύ ορθά, κατά τη θέση μου, επεσήμαναν οι συνήγοροι της Ενάγουσας στην Αγόρευση τους[2], η τροποποίηση είτε του τίτλου, είτε των δικογράφων ανατρέχει στον χρόνο καταχώρησης του αρχικού κλητηρίου εντάλματος και θεωρείται ότι τα δικόγραφα είχαν καταχωρηθεί από την αρχή με ενσωματωμένες σε αυτά τις σχετικές τροποποιήσεις που έγιναν. Όπως συναφώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Νικόλας Γ. Σοφοκλέους κ.α. v. Χρίστου Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ.81 στη σελ.90΄ «Μακρά σειρά νομολογίας θέλει την τροποποίηση να ανατρέχει στο χρόνο της κατάρτησης της αρχικής.» Επίσης στην υπόθεση Gaber Alian Ali Al Somrani v.The Cyprus Ship "Poseidonia" και άλλοι,
(1990)1 Α.Α.Δ 990 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η τροποποίηση και το τροποποιημένο κλητήριο αναφέρονται στην ημερομηνία έκδοσης του αρχικού κλητηρίου και η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση περιλαμβανόταν από την αρχή..» Κατ' εφαρμογή λοιπόν της πιο πάνω αρχής ενόψει της τροποποίησης του τίτλου που μεσολάβησε με την έκδοση σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.16.9.13 και της αντικατάστασης του ονόματος Frederickou Schools Co Ltd με το όνομα ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ, όπου αναφέρεται στα δικόγραφα 'Οι Ενάγομενοι 'ή 'Εναγόμενοι 1' θεωρείται πλέον ότι γίνεται αναφορά στο όνομα ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ. Όσον αφορά δε τις προηγούμενες αποφάσεις που εξεδόθηκαν και αναφέρονται στα δικόγραφα των συνεκδικαζόμενων αγωγών αυτές πλέον θεωρείται ότι αφορούσαν από τη μια πλευρά τους Ενάγοντες και από την άλλη την εταιρεία ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ και τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Όσον αφορά την προσαχθείσα μαρτυρία έχει κατατεθεί από τον Μ.Υ.1 ενώπιον του Δικαστηρίου το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 90 από το οποίο προκύπτει ότι Διευθυντές της εταιρείας ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ είναι ο Μ.Υ.1 και ο Μ.Υ.2 από 1.1.1980 μέχρι 5.3.2013 ενώ για την περίοδο από 18.6.1980 μέχρι 29.7.1989 ήταν επίσης Διευθυντής και η Μαίρη Γεωργίου μαζί με τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
- Επίσης η επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) υπεγράφη από τον Μ.Υ.1 εκ μέρους της εταιρείας ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ. Μάλιστα στο μέρος εκεί όπου υπογράφεται από τον Μ.Υ.1 εκ μέρους της εταιρείας Frederickou Schools Co Ltd η σφραγίδα που τοποθετήθηκε αναγράφει και το όνομα ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ. Επίσης να επισημάνουμε ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 αναφερόμενος στην Εναγόμενη εταιρεία κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 το πιστοποιητικό σύστασης της όπου αναγράφεται το όνομα ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ. Δεν υπήρξε δε οποιαδήποτε αμφισβήτηση κατά πόσο όταν έγινε αναφορά στην επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) και στο στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 ότι η εταιρεία που αναφέρεται Frederickou Schools Co Ltd ήταν άλλη οντότητα από την εταιρεία ΣΧΟΛΑΙ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΛΤΔ. Παρά μόνο προεβλήθη ισχυρισμός κατά το στάδιο που κατέθετε ο Μ.Υ.1 ότι η εταιρεία Frederickou Schools Co Ltd είναι ανύπαρκτη. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η πιο πάνω εισήγηση των Εναγομένων δεν ευσταθεί και, επομένως, απορρίπτεται. ΕΓΕΡΘΕΝΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έχοντας παραθέσει σε συντομία τη μαρτυρία που προσφέρθηκε και από τις δύο πλευρές προχωρούμε στην αξιολόγηση της. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και την αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και την αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[3]. Ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση εγείρονται διάφορα ζητήματα θεωρούμε ότι θα'ταν πιο πρόσφορο η αξιολόγηση που ακολουθεί να γίνεται κατά θέμα. Πρέπει να επισημάνουμε από την αρχή ότι ένα από τα σημαντικά ζητήματα που εγέρθηκαν ήταν και αυτό που αναφέρεται στο δεδικασμένο. Αποτέλεσε κύρια βάση της επιχειρηματολογίας της πλευράς των Εναγόντων ότι πλείστες από τις Υπερασπίσεις που οι Εναγόμενοι ήγειραν στα δικόγραφά τους δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα υπόθεση για το λόγο ότι, ενώ θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν εγερθεί στα πλαίσια της αγωγής 4609/86, αυτό δεν έγινε με αποτέλεσμα αυτές να εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του δεδικασμένου. Κρίνουμε, επομένως, σκόπιμο να ασχοληθούμε πρώτα με εκείνες τις Υπερασπίσεις που εγέρθηκαν από τους Εναγόμενους και για τις οποίες η πλευρά των Εναγόντων υποστήριξε ότι δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στην παρούσα υπόθεση ένεκα δεδικασμένου. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τα ακόλουθα ζητήματα: (i) Η υπεράσπιση ότι η Συμφωνία κατέστη ακυρώσιμος ένεκα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους Εναγόντων. (ii) Η υπεράσπιση του non est factum. (iii) Η υπεράσπιση ότι η επίδικη Συμφωνία ήταν ultra vires των σκοπών της Εναγομένης
- (iv) H υπεράσπιση ότι η επίδικη συμφωνία δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ διότι δεν ικανοποιήθηκε η προϋπόθεση έγκρισης της από την πλειοψηφία των μετόχων και Διευθυντών της Εναγομένης 1 (όρος 8 της επίδικης Συμφωνίας). ü ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Προτού προχωρήσουμε με την εξέταση του καθενός από τα πιο πάνω ζητήματα ξεχωριστά είναι, πιστεύουμε, αναγκαία η παράθεση του νομικού πλαισίου που διέπει το δεδικασμένο. Ο Κανόνας του δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) έχει τις εξής δύο εκφάνσεις: α) Κώλυμα εν σχέσει με αιτίαν αγωγής (cause of action estoppel). β) Κώλυμα εν σχέσει με επίδικο θέμα (cause of issue estoppel). Με άλλα λόγια το θέμα της έγερσης ισχυρισμού περί δεδικασμένου (res judicata) μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή και μπορεί να αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (issue estoppel)[4]. Στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας των Τ/Κυπριακών Περιουσιών V Θεοδόση Μυλωνά,
(2002)1 Α.Α.Δ. 120 ο Δικαστής κ. Κραμβής αναφέρει σχετικά με αυτά τα δύο είδη δεδικασμένου τα εξής: "Η έννοια του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής γνωστού ως cause of action estoppel, αποδίδεται λιτά με τρόπο περιγραφικό από τον Lord Denning M.R. στην Fidelitas Shipping Co Ltd V V/O Exportchleb
(1965)2 All E.R. 4 στη σελίδα 8 ως εξής: "If one party brings an action against another for a particular cause and judgement is given on it, there is a strict rule of law that he cannot bring another action against the same party for the same cause." Ένα άλλο είδος κωλύματος που εντάσσεται, όπως και το προαναφερθέν cause of action estoppel, στην ευρύτερη έννοια του estoppel by record ή estoppel per rem judicatam είναι το κώλυμα που αφορά το επίδικο θέμα γνωστό ως issue estoppel την έννοια του οποίου απέδωσε ο Diplock L.J. στην Mills V Cooper
(1967)2 Q.B. 459 στη σελίδα 468 ως εξής: "Α party to civil proceedings is not entitled to make, as against the other party, an assertion, whether of fact or of the legal consequences of facts, the correctness of which is an essential element in his cause of action or defence, if the same assertion was an essential element in his previous cause of action or defence in previous civil proceedings between the same parties or their predecessors in title, and was found by a court of competent jurisdiction in such previous civil proceedings to be incorrect, unless further material which is relevant to the correctness or incorrectness of the assertion by that party in the previous proceedings has since become available to him." Από τη σχετική επί του θέματος αναφορικά με το δεδικασμένο νομολογία προκύπτει ότι το δεδικασμένο αφορά όχι μόνο τα θέματα που αποτελούσαν επίδικα ζητήματα στην πρώτη υπόθεση αλλά και θέματα τα οποία λογικά θα έπρεπε να εγερθούν και αντικειμενικά ήταν δυνατόν να εγερθούν αλλά δεν εγέρθησαν. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 563, δεδικασμένο εγείρεται, πλην ειδικών περιπτώσεων, όχι μόνο στα σημεία στα οποία το προηγούμενο Δικαστήριο έχει κληθεί από τους διαδίκους να εκδώσει την απόφαση του αλλά και σε κάθε σημείο το οποίο δεόντως ανήκει στο θέμα υπό αμφισβήτηση και το οποίο οι διάδικοι ενεργούντες επιμελώς, μπορούσαν να προβάλουν τότε[5]. Για το σκοπό αυτό παραπέμπω στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 16, σελ.1029, παρά.1529: «In all cases where the cause of action is really the same and has been determined on the merits and not on same ground (such as the non-expiration of the term of credit) which has ceased to operate when the second action is brought the plea of res judicata should succeed. The doctrine applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment and which the party had an opportunity of bringing before the Court. If, however, there is matter subsequent which could not be brought before the Court at the time, the party is not estopped from raising it.» Περαιτέρω στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 1033, παρά.1533, κάτω από τον τίτλο «Raising issues available in former action» διαβάζουμε: «A party cannot in a subsequent proceeding raise a ground of claim or defence which upon the pleadings or the form of the issue was open to him in the former one. ... .» Επομένως η αρχή του δεδικασμένου δεν καλύπτει μόνο ζητήματα που είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Αυτό τονίσθηκε τόσο σε Αγγλική όσο και σε Κυπριακή νομολογία. Μια από τις πλέον αυθεντικές διατυπώσεις της αρχής αυτής έγινε από τον Sir James Wigram, V-C στην αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson (1843-1860) All E.R.(Rep.)378, όπου στη σελ.381 λέχθηκαν τα εξής: «I state the rule of the court correctly when I say that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence or even accident omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.» (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Όπως τονίστηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ. 131/03 Αναφορικά με την Αίτηση του Refaat Barquwi
(2004)1 Α.Α.Δ. 1, με αναφορά στην προαναφερθείσα υπόθεση Henderson v. Henderson : «Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου». Η ίδια αρχή εφαρμόστηκε και σε μεταγενέστερη αγγλική νομολογία όπως στην υπόθεση Greenhalgh v. Mallard
(1947)2 All E.R.255[6] όπου στη σελίδα 257 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «I think that on the authorities to which I will refer it would be accurate to say that res judicata for this purpose is not confined to the issues which the Court is actually asked to decide but that it covers issues or facts which are so clearly part of the subject matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the Court to allow a new proceeding to be started in respect of them.» (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Παρόμοια αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα Spencer-Bower and Turner, Res Judicata, 2η Έκδοση, παρά.197, κάτω από τον τίτλο «Questions omitted to be raised in the earlier proceedings». Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή: «Questions omitted to be raised in the earlier proceedings». 197. Whenever it is shown that the party against whom a judicial decision is ultimately pronounced omitted to raise by pleading, argument, evidence or otherwise some question, or issue, or point which he could have raised in his favour by way of defence or support to his case without detriment to his position or interests in the pending, or in future proceedings and which, therefore, it was his duty (in a sense) to have them raised, the adverse general decision though it contains no express declaration to that effect, is deemed to carry with it a particular adverse decision on the question, issue or point so omitted to be raised, just as much as if it had been expressly raised by the party and expressly determined against him. And this is so whether the question or issue is simply passed over through inadvertence, or is made the subject of express or implied assumption or admission.» Στην υπόθεση Barrow v. Bankside Agency Ltd
(1996)1 W.L.R.257, στη σελ. 260 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «The rule in Henderson v. Henderson
(1843)Hare 100 is very well known. It requires the parties, when a matter becomes the subject of litigation between them in a court of competent jurisdiction, to bring their whole case before the court so that all aspects of it may be finally decided (subject, of course, to any appeal) once and for all. In the absence of special circumstances, the parties cannot return to the court to advance arguments, claims or defences which they could have put forward for decision on the first occasion but failed to raise. The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue or cause of action estoppel. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do. That is the abuse at which the rule is directed." Στο ίδιο Σύγγραμμα (ανωτέρω) εξετάζεται και η περίπτωση όπου υπήρξε άγνοια του θέματος που δεν είχε εγερθεί στην προηγούμενη διαδικασία. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου. Παραθέτω πιο κάτω τη σχετική περικοπή στην παράγρ. 204 κάτω από τον τίτλο "Ignorance of the matter previously omitted": "Ignorance of the matter previously omitted 204. If the party, though omitting to bring to the notice of the judicial tribunal some fact or matter which he desires to establish or raise in subsequent litigation, can show that at the time of the former proceedings he was not only in fact, but also excusably, ignorant thereof, and that such fact or matter, if then proved, would have altered the whole aspect of the case, he is entitled to claim that no estoppel by implied res judicata shall take effect, or other adverse inference of any kind shall be made against him, by reason of such omission. Such an answer to an exceptio rei judicatae is known to Schottish jurisprudence as res noviter venies ad notitiam, or as a new medium consludendi. If any of the above elements be wanting the estoppel remains unaffected: if, for instance, there never was any newly discovered fact of the nature alleged, or if the fact was newly discovered only in the sense that the party "newly" realised its importance as constituting an additional element in proof or disproof of an issue determined by the judicial decision, or if the party had at the date of the former proceedings actual knowledge of the fact, or might by the exercise of reasonable diligence have acquired knowledge thereof; or, if the fact is not shown to have been, not merely material, but of such vital and essential materiality that its establishment must have altered the whole aspect of the case." Επίσης να πούμε ότι η ανακάλυψη νέας μαρτυρίας η οποία δεν θα μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί με εύλογη επιμέλεια προηγουμένως ή η αλλαγή στο Νόμο μετά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης συνιστούν στοιχεία, ή, καλύτερα, ειδικές περιστάσεις (special circumstances) που μπορεί να δικαιολογήσουν τη μη εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου. Παραπέμπουμε σχετικά στο Σύγγραμμα Phipson on Evidence, 17η Έκδοση, παρα. 43-43, σελ. 1448 κάτω από τον τίτλο "Fresh evidence and other special circumstances". "43.43 Fresh evidence and other special circumstances. Cause of action estoppels are an absolute bar to further proceedings on the same cause of action. An issue decided in previous litigation, or which ought to have been raised then if it was to be raised at all, may be reopened upon the discovery of fresh evidence. The exception to the general rule is not easily invoked. The litigant must show that the evidence he intends to bring "entirely changes the aspect of the case" and could not by reasonable diligence have been discovered previously by him. In Arnold v. National Westminster Bank Plc the House of Lords held that a change in the law subsequent to a decision on a particular issue was also a special circumstance which could justify allowing that issue to be re-opened in subsequent litigation. It was conceded in the case that the presentation of a new argument or discovery of a previously overlooked authority would not suffice and that a new decision would be necessary." Στην υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 All E.R.341 ο Λόρδος Diplock εκδίδοντας την απόφαση του Court of Appeal ανέφερε τα εξής: «I wish to add that there is a wider sense in which the doctrine of res judicata may be appealed to, so that it becomes an abuse of process to raise in subsequent proceedings matters which could and therefore should have been litigated in earlier proceedings.» Όπως προκύπτει θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) να εγερθούν σε μεταγενέστερη διαδικασία ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν και θα έπρεπε, επομένως, να εκδικαστούν σε προγενέστερη αγωγή. Στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.670 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης επανέλαβε την αρχή ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δυο εκφάνσεις του δεδικασμένου, δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Theori (πιο πάνω) ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Λοίζου τόνισε ότι το μέρος που καταχωρεί τη δεύτερη αγωγή έχει χρέος να συμπεριλάβει όλα τα επίδικα ζητήματα στην πρώτη αγωγή ώστε να αποφύγει πολλαπλές διαδικασίες («it was in our view, their duty to include it in such action so as to avoid multiplicity of proceedings»). Αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία επεκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής του δεδικασμένου στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. Κ.Α. ν. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 Α.Α.Δ.309 έχει λεχθεί στη σελίδα 312: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ'επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Ο Κανόνας του δεδικασμένου βασίζεται σε δύο αρχές: (
- i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
- ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexani pro eadem causa)[7]. Η αρχή του δεδικασμένου στοχεύει στο να προστατεύσει κάποιο διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές[8]. Η αρχή του δεδικασμένου έχει εξετασθεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, όπου έγινε μια ανασκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά στο Σύγγραμμα του Spencer Bower and Handley "Res Judicata", σελ.94: «Βinnie J said in the Supreme Court of Canada: "The law rightly seeks a finality to litigation ... it requires litigants to put their best foot forward ... when first called upon to do so. A litigant ... is only entitled to one bite of the cherry." Και στη σελ. 95 διαβάζουμε τα εξής: «BAR ABSOLUTE 7.04 The bar created by a cause of action estoppel is absolute with no exception for special circumstances. In Arnold Lord Keith said: "Cause of action estoppel arises where the cause of action in the later proceedings is identical to that in the earlier proceedings, the latter having been between the same parties or their privies and having involved the same subject matter. In such a case the bar is absolute ... unless fraud or collusion is alleged, such as to justify setting aside the earlier judgment. The discovery of new factual matter which could not have been found out by reasonable diligence for use in the earlier proceedings does not, according to the law of England, permit the latter to be reopened ... The principles upon which cause of action estoppel is based are expressed in the maxims nemo debet bis vexari pro una et eadem cαusa and interest rei publicae ut finis sit litium. Cause of action estoppel extends also to points which might have been but were not raised and decided in the earlier proceedings for the purpose of establishing or negativing the existence of a cause of action." (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC
(1991)2 Α.C.93H.L. δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Τhe "Indian Grace"
(1994)2 Lloyd's Rep. 331 κρίθηκε ότι, κατ΄ εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί. Στην υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, καταγράφηκαν τα ακόλουθα (στη σελίδα 1303): «Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. .................. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α. Π.Ε. 151/10, ημερ. 7.3.14 λέχθηκαν εκ νέου τα εξής: «Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν .......» (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Συμπερασματικά, μπορεί να λεχθεί ότι για να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή δεδικασμένου και estoppel σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει: α Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες και αυτό περιλαμβάνει και τις διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν καταστεί αντικείμενο της προηγηθείσας διαδικασίας. β. Το υπό εξέταση επίδικο θέμα θα πρέπει να έχει εξετασθεί και αποφασισθεί στην προηγηθείσα διαδικασία από Δικαστήριο με αρμοδιότητα και δικαιοδοσία. γ. Το υπό εξέταση επίδικο θέμα θα πρέπει να είχε αποφασισθεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά. δ. Οι διάδικοι θα πρέπει και στις δύο διαδικασίες να είναι οι ίδιοι. Þ ΑΠΑΤΗ ΚΑΙ/Η ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ Στην αγωγή 4609/86 ένα από τα θέματα που εξετάσθηκαν από το Δικαστήριο ήταν και ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι είχαν τερματίσει την επίδικη Συμφωνία το 1985 λόγω του ότι οι Ενάγοντες είχαν προβεί σε ψευδείς παραστάσεις και/ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Στις σελ. 13 της Απόφασης η συγκεκριμένη αυτή βάση της Υπεράσπισης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ως ακολούθως: «Η δεύτερη βάση υπεράσπισης που εγείρουν οι εναγόμενοι είναι ότι υπογράψαν τη συμφωνία, τεκμ. 2, ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων (misrepresentation and/or concealment of material facts) εκ μέρους των εναγόντων. Στις λεπτομέρειες των ισχυρισμών αυτών της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρεται ότι οι ενάγοντες ψευδώς παράστησαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη παρόμοια συμφωνία με άλλα πρόσωπα στην Κύπρο ενώ γνώριζαν ότι είχαν τέτοια συμφωνία με άλλη σχολή, ιδιοκτήτης της οποίας ήταν κάποιος Γρηγορίου και/ή απόκρυψαν το γεγονός αυτό. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ψευδώς παράστησαν ότι εξασκούσαν εργασίες εκτίμησης προγραμμάτων σπουδών πανεπιστημίων εντός και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι βοηθούσαν φοιτητές εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών να εγγράφονται και να μεταφέρουν τα αποτελέσματα σπουδών τους (credits) εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, τα οποία να λαμβάνονται υπόψη για πτυχία που δίδονταν από πανεπιστήμια εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ στην πραγματικότητα δεν διεξήγαγαν αυτή την εργασία. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι και η αιτουμένη θεραπεία τους για ακύρωση της σύμβασης μεταξύ τους.» Αφού εξετάσθηκε λοιπόν η πιο πάνω βάση Υπεράσπισης σε συνάρτηση με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία κρίθηκε ότι δεν ευσταθούσε και το Δικαστήριο απεφάνθη ότι, ως εκ τούτου, δεν εδίδετο στους Εναγόμενους οποιοδήποτε δικαίωμα για ακύρωση της Σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση και στις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές προβλήθηκε εκ νέου μεταξύ των διαφόρων βάσεων Yπεράσπισης και αυτή που αναφέρεται στην ύπαρξη απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους των Eναγόντων. Συγκεκριμένα, στην Υπεράσπιση της αγωγής 4036/08 προβλήθηκε στα δικόγραφα ο ισχυρισμός ότι η επίδικη Συμφωνία είναι άκυρος και/ή πρέπει να ακυρωθεί γιατί, μεταξύ άλλων, υπεγράφη κατόπιν απάτης και/ή απατηλών δηλώσεων, διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγόντων και του Κλεόπα που ενεργούσε για τους Ενάγοντες ότι οι Ενάγοντες μπορούσαν και θα εξασφάλιζαν το «affiliation» και «accreditation» του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 από τους αρμόδιους οργανισμούς αξιολόγησης, πιστοποίησης και αναγνώρισης των ΗΠΑ, ενώ οι Ενάγοντες και ο Κλεόπας γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήτο αδύνατο να εξασφαλίσουν τέτοιο «affiliation» και «accreditation»[9]. Επίσης ως απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις που προηγήθηκαν της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας επικαλέστηκαν το ότι οι Ενάγοντες και ο Κλεόπας που ενεργούσε εκ μέρους τους ψευδώς δήλωναν και παρίσταναν ότι οι Ενάγοντες ήτο ένας διεθνής οργανισμός που ειδικεύετο στην προσφορά των υπηρεσιών που συνεφώνησε να προσφέρει, ενώ αυτή ήταν στην πραγματικότητα ο Κλεόπας με εταιρική συγκρότηση νεοσύστατη και ότι ούτε οι Ενάγοντες, ούτε ο Κλεόπας προηγουμένως προσέφεραν τις υπηρεσίες που υπόσχονταν και διαβεβαίωναν τους Εναγόμενους ότι δύναντο να προσφέρουν[10]. Όσον αφορά την Υπεράσπιση στην αγωγή 8809/03 προβάλλεται κατά παρόμοιο τρόπο ανάμεσα στις διάφορες βάσεις Υπεράσπισης και αυτή που αφορά την απάτη και τις ψευδείς παραστάσεις. Συγκεκριμένα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη Συμφωνία είναι άκυρος και/ή ότι πρέπει να ακυρωθεί γιατί αυτή υπεγράφη κατόπιν απάτης και/ή απατηλών δηλώσεων, διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων και/ή ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας διά του αντιπροσώπου και/ή ιδιοκτήτου και/ή μόνον διοικητικού συμβούλου αυτής Κλεόπα[11]. Ειδικότερα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Κλεόπας ψευδώς, απατηλώς και δολίως παρέστησε και διαβεβαίωσε τον Ανδρέα Γεωργίου και, κατ' επέκταση, τους Εναγομένους ότι αυτός μπορούσε να εξασφαλίσει «affiliation» και «accreditation» του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 από αρμόδιαν Επιτροπή ή Συμβούλιο αξιολόγησης και πιστοποιήσεως στις ΗΠΑ ενώ καλώς γνώριζε και/ή έπρεπε να γνωρίζει ότι ούτε «affiliation», ούτε «accreditation» του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 μπορούσε να εξασφαλίσει και ότι ουδέποτε αποκάλυψε στους Εναγόμενους ότι το μόνο που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ήταν ένα «association» με ένα Αμερικανικό Κολλέγιο το οποίο δεν ενδιέφερε τους Εναγόμενους, ούτε και είχε οιαδήποτε σημασία και ότι το πρωταρχικό ενδιαφέρον και κύριος σκοπός των Εναγομένων ήταν η εξασφάλιση «accreditation» του Κολλεγίου της Εναγομένης 1[12]. Επίσης στην ίδια αγωγή προβάλλεται ότι ο Κλεόπας παρέστησε ψευδώς, δολίως και απατηλά ότι οι Ενάγοντες ήταν ένας εκπαιδευτικός οργανισμός υπό το νομικό μανδύα εταιρείας που ειδικεύεται στην εξασφάλιση «association», «affiliation» και «accreditation» αποκρύβοντας στον ουσιώδη χρόνο ότι οι Ενάγοντες ιδρύθηκαν μόλις στις 10.7.81 και ότι ήταν το «alter ego» του Κλεόπα αφού ο Κλεόπας ήταν ο μόνος μέτοχος και ο μόνος Διοικητικός Σύμβουλος των Εναγόντων[13]. Όπως αναφέρεται δε στη συνέχεια, κατ' ακολουθίαν των ως άνω ψευδών, δολίων και απατηλών παραστάσεων, διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων και βασιζόμενοι οι Εναγόμενοι σ' αυτές υπέγραψαν στις 30.12.81 την επίδικη Συμφωνία[14]. Είναι φανερό ότι στην προηγούμενη υπόθεση στην αγωγή 4609/86 δεν είχαν προβληθεί στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε οι πιο πάνω ισχυρισμοί στα πλαίσια της επίκλησης της ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας. Οι λεπτομέρειες που είχαν προβληθεί τότε ήταν διαφορετικές. Εκείνο που δεν έπραξαν οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 ήταν να δικογραφήσουν την ισχυριζόμενη αδυναμία εξασφάλισης του 'accreditation' ως απάτη ή ως ψευδείς παραστάσεις και περιορίστηκαν να την δικογραφήσουν ως αδυναμία εκτέλεσης συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας ή καλύτερα ως μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της με βάση την επίδικη Συμφωνία. Είχε δε τότε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι με βάση τη Συμφωνία θα έπρεπε να επιτευχθεί τόσο σύνδεση ('association') με Αμερικανικά Πανεπιστήμια όσον και 'affiliation' και/ή 'accreditation'. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν ότι για να θεωρείται ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν τις υποχρεώσεις τους ώστε οι Εναγόμενοι να οφείλουν να πληρώσουν την αμοιβή τους, θα έπρεπε να ικανοποιούνται τόσον οι πρόνοιες για 'association' όσον και 'affiliation' and/or 'accreditation'. Με άλλα λόγια ότι οι σχετικές πρόνοιες της Συμφωνίας θα έπρεπε να ερμηνευθούν συσσωρευτικά. Το ερώτημα που εγείρεται, ωστόσο, είναι κατά πόσο τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί. Τούτο διότι η αρχή του δεδικασμένου δεν καλύπτει μόνο ζητήματα που είχαν εγερθεί σε προηγούμενη δίκη αλλά, επίσης, και ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί. Ήδη προσεκτική εξέταση της σχετικής με το δεδικασμένο νομολογίας αναδεικνύει ότι αυτό καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής ή υπεράσπισης που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφά του πέραν εκείνων που έχει στην πραγματικότητα περιλάβει. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Με αυτό δε τον τρόπο, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω στο στάδιο που σκιαγραφούσαμε την αρχή του δεδικασμένου, προστατεύεται ένας διάδικος από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές. Όπως προκύπτει από την ίδια την Απόφαση στην Αγωγή 4609/86[15], όπου σχολιάζεται η μαρτυρία η οποία είχε δοθεί από τον Καθηγητή Kenneth Abrams που κατέθεσε στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ως Μ.Υ.1, είχε δοθεί μαρτυρία από πλευράς της Εναγομένης από την οποία προέκυπτε ότι το Κολλέγιο της Εναγόμενης 1, με βάση τη δομή του, συμπεριλαμβανομένων και των προσόντων των καθηγητών του, ήταν τέτοιο που δεν θα του επέτρεπε να επιτύχει 'accreditation'. Επίσης από την εν λόγω μαρτυρία προέκυπτε ότι το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτριες Εναγόμενες εταιρείες δεν ήταν Αμερικανικές ήταν κάτι που απέκλειε τέτοια σύνδεση. Υπήρξε δε εύρημα του Δικαστηρίου στη βάση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα που, όπως έχει επισημανθεί δεν έχει αμφισβητηθεί, σύμφωνα την οποία, όπως ήταν τότε το Κολλέγιο των Εναγομένων, δεν θα μπορούσε να επιτύχει 'affiliation' και 'accreditation'. Ο κ. Χρ. Κληρίδης, ισχυρίσθηκε ότι το Δικαστήριο στην αγωγή 4609/96 δεν άγγιξε το θέμα της διαπίστευσης ("accreditation") τελεσίδικα και ότι το άφησε ανοικτό[16]. Δεν θα συμφωνήσουμε με αυτή τη θέση. Στην υπόθεση εκείνη εγέρθηκε από τους Εναγόμενους θέμα μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Εναγόντων κάτω από την επίδικη Συμφωνία. Ήταν συγκεκριμένα η θέση των Εναγομένων ότι σύμφωνα με τη Συμφωνία θα έπρεπε να είχε επιτευχθεί τόσο σύνδεση ("association") με Αμερικανικά πανεπιστήμια όσο και "affiliation" και/ή "accreditation"[17]. Το Δικαστήριο εξετάζοντας λοιπόν αυτό το θέμα και ερμηνεύοντας την επίδικη Συμφωνία κατέληξε ότι η επίτευξη των σχέσεων του Κολλεγίου των Εναγομένων με τα Αμερικανικά πανεπιστήμια θα ικανοποιείτο όχι μόνο συσσωρευτικά αλλά και διαζευκτικά, δηλ. με απλή σύνδεση ("association") ή με "affiliation" ή με "accreditation"[18]. Ως εκ τούτου η μη επίτευξη "accreditation" δεν συνιστούσε παράβαση της Συμφωνίας εφόσον είχε επιτευχθεί το "association". Όπως τονίστηκε δε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης στην αγωγή 4609/86 παρέμενε ισχύουσα η πρόνοια για καταβολή ολοκλήρου της αμοιβής έστω και αν η Εφεσίβλητη, δηλαδή η Ενάγουσα εταιρεία, δεν προσέφερε τις υπηρεσίες για 'accreditation'. Έγινε δε αναφορά στην παρά.
(3)(d) της επίδικης Συμφωνίας ως αίρουσας κάθε πιθανή αμφιβολία ως προς το αληθινό νόημα του όρου
(1)(α). Η παρά.
(3)(d) μεταξύ άλλων, διαλαμβάνει ότι: «...Principal shall be obligated to make the payments required by this paragraph
(3), even if Agent does not perform the service described in subparagraphs
(1)(a)(ii) (to secure accreditation), and even if the ownership, management or name of Agent or Principal changes.» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο στην Απόφαση του (ΤΕΜΗΡΙΟ 47) στη σελίδα 23 αναφέρει ότι δεν θα αποφανθεί επί του θέματος της διαπίστευσης ('accreditation') υπό την έννοια ότι οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ως ουσιώδες γεγονός όταν υπογράφετο η Συμφωνία ότι θα έπρεπε να ήταν γνωστό στους Ενάγοντες ότι ουδέποτε θα μπορούσε να επιτευχθεί 'affiliation' και 'accreditation', γεγονός το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει τη Συμφωνία ακυρώσιμη. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε δεν υπήρχε αφενός οποιοσδήποτε ισχυρισμός και αφετέρου οποιαδήποτε απαίτηση για θεραπεία βασιζόμενη στο λόγο αυτό. Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά του Δικαστηρίου η οποία έχει ως εξής: «Ενόψη όμως των ευρημάτων μας πιο πάνω, αναφορικά με την ερμηνεία της σύμβασης που αφορά την διαζευκτικότητα ή συσσωρευτικότητα των όρων της, η μαρτυρία αυτή χάνει βασικά τη σημασία της. Θα ήταν σημαντική η μαρτυρία αν στη δικογραφία γινόταν αναφορά στην κατάσταση αυτή και αν υπήρχε ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι θεωρούσαν ως ουσιώδες το γεγονός ότι όταν υπογράφετο η σύμβαση θα έπρεπε να ήταν γνωστό στους ενάγοντες ότι ουδέποτε θα μπορούσε να επιτευχθεί 'affiliation' και 'accreditation'. Δεν υπάρχει όμως οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να είχε καταστήσει ακυρώσιμη τη σύμβαση, ούτε και υπάρχει απαίτηση για θεραπεία βασιζόμενη στο λόγο αυτό. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα πιο πάνω ως θέμα το οποίο πρέπει να αποφασίσει και ως εκ τούτου δεν θα αποφανθούμε επί του θέματος.» Προφανώς αυτή η αναφορά του Δικαστηρίου κρίθηκε από τους Εναγόμενους ότι τους παρείχε τη δυνατότητα να περιλάβουν στις Υπερασπίσεις που καταχώρησαν στις υπό εκδίκαση συνεκδικαζόμενες αγωγές την απάτη και/ή τις ψευδείς παραστάσεις. Αυτό, όμως, το γεγονός δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση εφόσον παραμένει το ζήτημα που ήδη θέσαμε πιο πάνω. Ότι, δηλαδή, αυτή η βάση Υπεράσπισης με τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες που δικογραφήθηκαν στις υπό εκδίκαση αγωγές θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε προβληθεί στα πλαίσια της αγωγής 4609/
- Ουδεμία δε σημασία έχει το γεγονός ότι τότε το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε - ελλείψει της απαραίτητης δικογράφησης των σχετικών λεπτομερειών αυτής της Υπεράσπισης - να αποφανθεί επί του θέματος. Η αρχή του δεδικασμένου, όπως ήδη αναλύθηκε σε έκταση ανωτέρω, δεν καλύπτει μόνο τα ζητήματα που αποφασίσθηκαν αλλά και όλα τα ζητήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στην προηγηθείσα δικαστική διαδικασία. Με βάση όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν κάλλιστα στα πλαίσια της Υπεράσπισης που είχαν καταχωρήσει στην αγωγή 4609/86 να είχαν εγείρει θέμα ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης με τον τρόπο που δικογραφείται η εν λόγω Υπεράσπιση στις υπό εκδίκαση αγωγές. Υπήρχε η απαραίτητη προς τούτο μαρτυρία την οποία, όπως επισημάναμε, είχαν προσκομίσει στο Δικαστήριο. Δεν επρόκειτο, όπως διεφάνη, για ένα ζήτημα το οποίο προέκυψε αργότερα αλλά αφορούσε ζήτημα το οποίο θα μπορούσαν λογικά να εγείρουν αλλά δεν το έπραξαν. Τούτου δοθέντος με βάση την αρχή του δεδικασμένου, όπως την αναλύσαμε ανωτέρω, δεν μπορεί πλέον το ζήτημα αυτό να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Þ NON EST FACTUM Στην Αγόρευση της η πλευρά των Εναγομένων[19] υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι πείσθηκαν από την Ενάγουσα ότι υπέγραψαν έγγραφο για την εξασφάλιση διαπίστευσης της Σχολής και αναγνώρισης της από Αμερικανικό Αρμόδιο Οίκο. Όπως τίθεται το όλο ζήτημα, υπεγράφη έγγραφο το οποίο οι Εναγόμενοι νόμιζαν, όπως τους παρουσιάστηκε, ότι προνοούσε για διαπίστευση ενώ στην πραγματικότητα, όπως ερμηνεύθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, προνοούσε για διαζευκτικές υποχρεώσεις που συμπεριλάμβαναν ως θέμα συζητήσεων με στόχο τη διαπίστευση και ότι, συνεπώς, οι Εναγόμενοι άλλο πράγμα πείσθηκαν να υπογράψουν από αυτό που νόμιζαν και τους ελέχθη ότι υπέγραψαν. Στην Υπεράσπιση στην αγωγή 8809/03 η υπεράσπιση του non est factum προβάλλεται στην παράγρ. 18 όπου ο δικογραφημένος ισχυρισμός είναι ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν το έγγραφο της επίδικης Συμφωνίας κάτω από πλήρη πλάνη ως προς τη φύση, το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του. Όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός που προβάλλεται, ο Εναγόμενος 2, του οποίου οι γνώσεις της Αγγλικής ήταν πτωχαί, το υπέγραψε πιστεύοντας μετά τις ψευδείς/δόλιες/απατηλές παραστάσεις/διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Κλεόπα, που ενεργούσε για την Ενάγουσα εταιρεία, ότι η Ενάγουσα μπορούσε και θα εξασφάλιζε σωρευτικά 'association', 'affiliation' και 'accreditation' του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 από αρμόδια επιτροπή ή Συμβούλιο αξιολογήσεως ή πιστοποιήσεως στην Αμερική. Παρομοίως στην Υπεράσπιση στην αγωγή 4036/08 στις παραγρ. 37-40 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το επίδικο έγγραφο συνετάχθη στην Αγγλική από το Δρ Νέο Κλεόπα και ότι παρουσιάσθηκε προς υπογραφή στον Εναγόμενο 2 του οποίοι οι γνώσεις της Αγγλικής ήταν πτωχές και ότι ο Εναγόμενος 2 το υπόγραψε πιστεύοντας μετά τις ψευδείς/δόλιες/απατηλές παραστάσεις, διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Κλεόπα, που ενεργούσε για την Ενάγουσα, ότι η Ενάγουσα μπορούσε και θα εξασφάλιζε σωρευτικά 'association', 'affiliation' και 'accreditation' του Κολλεγίου της Εναγομένης 1 από αρμόδια επιτροπή ή Συμβούλιο αξιολογήσεως/πιστοποιήσεως στην Αμερική. Εν πρώτοις το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η Υπεράσπιση του non est factum θα μπορούσε να εγερθεί στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας που προηγήθηκε στην αγωγή 4609/
- Και τούτο διότι η αρχή του δεδικασμένου, όπως ήδη επισημάναμε, δεν καλύπτει μόνο ζητήματα που είχαν εγερθεί στην προηγούμενη δίκη αλλά επιπροσθέτως και ζητήματα που θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν συμπεριληφθεί. Ήδη έχουμε σ΄ άλλο σημείο της Απόφασης αναφερθεί στη μαρτυρία του Καθηγητή Kenneth Abrams που η πλευρά των Εναγομένων είχε προσκομίσει στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 στη βάση της οποίας προέκυπτε ότι το 'accreditation' της Σχολής των Εναγομένων ήταν αδύνατο να επιτευχθεί. Εφόσον, λοιπόν, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι όταν υπέγραψαν την επίδικη Συμφωνία πίστευαν ότι με αυτή εξασφάλιζαν τη διαπίστευση της Σχολής τους και την αναγνώριση της από Αμερικανικό Αρμόδιο Οίκο αξιολόγησης ή διαπίστευσης και εφόσον ήταν στη γνώση τους όταν εκδικάζετο η αγωγή 4609/86 ότι το 'accreditation' ήταν αδύνατο να εξασφαλιστεί και προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του καθηγητή Abrams, τότε, αναπόφευκτα, προκύπτει ότι θα μπορούσαν από τότε να είχαν εγείρει την υπεράσπιση του non est factum κάτι που παρέλειψαν να πράξουν και το εγείρουν σήμερα στις Υπερασπίσεις που καταχώρησαν στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων επίδικων αγωγών. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω διαπίστωσης καταλήγω ότι δεν μπορεί να τύχει εξέτασης στην παρούσα διαδικασία η προβαλλόμενη υπεράσπιση του non est factum ένεκα ύπαρξης δεδικασμένου. Þ ULTRA VIRES Ένα από τα ζητήματα που εγέρθηκαν στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στην αγωγή με αριθμό 4036/08 είναι ότι η επίδικη Συμφωνία είναι Ultra Vires του Ιδρυτικού εγγράφου της Εναγομένης 1 εταιρείας εφόσον αφορά πανεπιστημιακού επιπέδου δραστηριότητες και/ή θέματα που δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο τότε Καταστατικό της Εναγομένης
- Η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίστηκε στην Αγόρευση της ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να εγερθεί γιατί εμπίπτει στη σφαίρα του δεδικασμένου εφόσον θα μπορούσε με τη δέουσα επιμέλεια να είχε εγερθεί και εξετασθεί στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 αλλά δεν εγέρθηκε[20]. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Θωμά Φρειδερίκου[21] εκ των υστέρων διεπιστώθη ότι υπήρχαν πλαστογραφημένα πρακτικά και Ειδικό Ψήφισμα με το οποίο εξασφαλίστηκε τροποποίηση του Καταστατικού της Εναγομένης 1 εταιρείας. Στη δε αγόρευση των Εναγομένων αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν τα σχετικά γεγονότα μετά την εκδίκαση της αγωγής 4609/
- Σε σχέση με το επιχείρημα αυτό λέμε, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξαν οι συνήγοροι των Εναγόντων, ότι αυτό βασίζεται στο τι προβλέπετο στο αρχικό Ιδρυτικό της Εναγομένης 1 εταιρείας ως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του και όχι στο Ιδρυτικό όπως αυτό διαμορφώθη μετά την τροποποίηση του. Με άλλα λόγια η όλη επιχειρηματολογία τους στηρίχθηκε στο ότι η επίδικη Συμφωνία ήταν ultra vires του Ιδρυτικού Εγγράφου της Εναγομένης 1 εταιρείας όπως αυτό ίσχυε κατά την ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας και ουδεμία σημασία μπορεί να έχει το γεγονός ότι εκ των υστέρων ήλθαν στη γνώση των Εναγομένων κάποιες ενέργειες του Ανδρέα Γεωργίου - τις οποίες χαρακτηρίζουν παράτυπες και δόλιες - για τροποποίηση του Ιδρυτικού Εγγράφου της Εναγομένης 1 εταιρείας. Τούτου λεχθέντος προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν κάλλιστα να εγείρουν στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 τον ισχυρισμό ότι η επίδικη Συμφωνία ήταν ultra vires του Ιδρυτικού της και, επαναλαμβάνω, ουδεμία σημασία είχε το τι έλαβε χώρα μεταγενέστερα και αφορούσε την τροποποίηση του Ιδρυτικού. Η πιο πάνω διαπίστωση έχει λοιπόν ως αποτέλεσμα και συνέπεια να μην μπορεί να τύχει εξέτασης στην παρούσα διαδικασία η προβαλλόμενη υπεράσπιση ένεκα ύπαρξης δεδικασμένου. Þ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ - ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Στην Αγόρευση των Εναγομένων προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι υπήρξε παραβίαση του όρου 8 της επίδικης Συμφωνίας με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να εφαρμοσθεί και/ή ότι κατέστη μη εφαρμόσιμη ("ineffective")[22]. Περαιτέρω εγείρουν θέμα ότι ο Ανδρέας Γεωργίου που υπέγραψε την επίδικη Συμφωνία ως Γραμματέας δεν ήταν Γραμματέας της εταιρείας, ότι δεν προηγήθηκε απόφαση του Προέδρου της Εναγόμενης 1 εταιρείας για να μπει η σφραγίδα της εταιρείας και ότι θα έπρεπε στη Συμφωνία να έμπαινε το "common seal" των Εναγομένων 1, ενώ δεν μπήκε. Όσον αφορά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που είναι σχετικοί με το πιο πάνω θέμα παραπέμπω καθόσον αφορά την Υπεράσπιση στην αγωγή 8809/03, στις παραγρ. 21 και 22 στις οποίες καταγράφονται τα εξής: «
- Η φερόμενη ως συμφωνία ήτο περαιτέρω υπό την αίρεσιν της εγκρίσεως της υπό της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και της πλειοψηφίας των μετόχων της Εναγομένης
- Η φερομένη όμως, ως ανωτέρω, συμφωνία δεν ενεκρίθη ούτε υπό της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ούτε υπό της πλειοψηφίας των μετόχων της Εναγομένης
- Παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε σε παράρτημά του ως άνω εγγράφου ότι κατείχε την πλειοψηφίαν των μετοχών της Εναγομένης 1 και είχε την πλειοψηφίαν του διοικητικού συμβουλίου της, τούτο δεν ήτο ορθόν και κατά συνέπειαν η ως άνω φερομένη ως συμφωνία ήτο εξ υπαρχής άκυρος και ή ανίσχυρος και δεν ετέθη σε ισχύν και κατ' ακολουθίαν και δι' αυτόν τον λόγον η αξίωσις της Εναγούσης κατά των Εναγομένων στερείται νομίμου βάσεως, αφού δεν ικανοποιήθη η ως άνω αίρεσις.» Σε σχέση με την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στην αγωγή 4036/08 οι σχετικοί ισχυρισμοί διατυπώνονται στις παραγρ. 20, 21 και 22 τις οποίες παραθέτω: «
- Ήταν επίσης ρητή πρόνοια της Συμφωνίας ότι υπόκειτο στην αίρεση έγκρισης μεταξύ άλλων των Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων που έχουν την πλειοψηφία ψήφου στο Διοικητικό Συμβούλιο ως επίσης και των κατόχων της πλειοψηφίας των μετοχών στις δύο εταιρείες του "Κυρίου».
- Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι θα ισχυριστούν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο την επίδικη Συμφωνία υπέγραψε εκ μέρους της Εναγομένης 1 και της εν λόγω εταιρεία Nelpco (Cyprus) Ltd μόνο ο Μιχάλης Φρειδερίκου ο οποίος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της πιο πάνω ρήτρας η οποία υπό τας περιστάσεις και στην πραγματικότητα ουδέποτε τηρήθηκε και σαν αποτέλεσμα η επίδικη Συμφωνία δεν ετέθη νομότυπα σε ισχύ και οποιεσδήποτε πράξεις έγιναν δήθεν δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας δεν έγιναν δυνάμει αυτής αλλά μόνο στη βάση της θέλησης και καλής πίστης των Εναγομένων και/ή εν πάση περιπτώσει στην βάση της αμοιβαία επικρατούσης λανθασμένης εντύπωσης ότι η επίδικη συμφωνία βρισκόταν σε ισχύ. Σαν αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι θα ισχυρισθούν ότι δεν είναι δυνατόν η Ενάγουσα να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση ως η απαίτηση της στη βάση της επίδικης Συμφωνίας. ..
- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι θα ισχυρισθούν ότι η Συμφωνία για να είναι έγκυρη θα έπρεπε να φέρει την επίσημη σφραγίδα (ανάγλυφη) της Εναγόμενης εταιρείας και της Nelpco (Cyprus) Ltd και συμφώνως καταστατικού θα έπρεπε να υπογράφεται από Διοικητικό Σύμβουλο και Γραμματέα της εταιρείας πλην όμως ουδέποτε υπεγράφη από τον Γραμματέα της Εταιρείας αλλά και για τις δύο Εταιρείες του 'Κυρίου' υπεγράφη από τον Ανδρέα Γεωργίου σαν δήθεν Γραμματέα των Εταιρειών ενώ στην πραγματικότητα κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός δεν ήταν ή έπαυσε να είναι Γραμματέας των εταιρειών αυτών.» Ο όρος 8 της επίδικης Συμφωνίας έχει ως ακολούθως: «
(8)Approval of Directors and Shareholders - The effectiveness of this Agreement shall be conditioned on the approval of this Agreement by the members of the corporate Agent's Board of Directors and the members of the corporate Principals' Boards of Directors, in each case, who hold a majority of the voting power of all members of the Board, and the holders of a majority of each class of voting shares of the corporate Agent and the holders of a majority of each class of voting shares of the corporate Principals, all as evidenced by the signatures of such members and shareholders at the spaces provided therefor at the end of this Agreement.» (δικές μου υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (Μιχαήλ Φρειδερίκου), η οποία δεν αμφισβητήθηκε, αλλά και τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επί τούτου[23]: · Ο Ανδρέας Γεωργίου υπέγραψε στην επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) ημερ. 30.12.81 ως Γραμματέας της Εναγομένης 1 και της Nelpco (Cyprus) Ltd · Κατά τον ουσιώδη χρόνο (30.12.81) Γραμματέας της Εναγομένης 1 ήταν ο Μανώλης Βασιλείου[24] και Γραμματέας της Nelpco (Cyprus) Ltd ο Μιχαήλ Φρειδερίκου[25] · Ο Μιχαήλ Φρειδερίκου υπέγραψε σε παράρτημα του εγγράφου της επίδικης Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) ότι κατείχε την πλειοψηφία του Δ.Σ και την πλειοψηφία των μετοχών της Εναγομένης 1 (σελ. 9 και 10 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4) ενώ στην πραγματικότητα ο Μιχαήλ Φρειδερίκου ήταν ένα από τα τρία
(3)μέλη του Δ.Σ. της Εναγομένης 1[26] και μόνο κατά 50% μέτοχος σ΄ αυτή[27]. Ήταν η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων στην Αγόρευση τους[28] ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν εγερθεί στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 αλλά δεν εγέρθηκαν. Είναι γεγονός ότι τα πιο πάνω ζητήματα δεν τέθηκαν στα πλαίσια της προηγούμενης δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή 4609/86 για να εξετασθούν και, ως εκ τούτου, δεν έτυχαν εξέτασης. Όπως ήδη επισημάναμε στο στάδιο που σκιαγραφούσαμε τις αρχές που διέπουν το δεδικασμένο, αυτό καλύπτει όχι μόνο τα θέματα που ήσαν επίδικα στην προηγούμενη διαδικασία αλλά και εκείνα τα οποία λογικά θα έπρεπε και αντικειμενικά ήταν δυνατό να εγερθούν αλλά δεν ηγέρθηκαν. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί παραβίασης του όρου 8 της επίδικης Συμφωνίας όπως και τα υπόλοιπα ζητήματα που τέθηκαν θα μπορούσαν, με εύλογη επιμέλεια, να είχαν τεθεί στα πλαίσια της αγωγής 4609/86 αλλά δεν εγέρθησαν. Χωρίς δυσκολία η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, με αποτέλεσμα αυτοί οι ισχυρισμοί να μην μπορούν πλέον να εγερθούν εφόσον καλύπτονται από το δεδικασμένο. Μη αξιολόγηση μαρτυρίας που αφορά ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο. Έχοντας καταλήξει ότι τα πιο πάνω ζητήματα καλύπτονται από το δεδικασμένο παρέλκει η αξιολόγηση ενός μεγάλου μέρους από την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία είναι σχετική με αυτά. Πιο συγκεκριμένα λέμε ότι ένα μεγάλο κεφάλαιο από πλευράς προσαχθείσας μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση αποτέλεσε το τι προηγήθηκε της σύναψης της επίδικης Συμφωνίας και ειδικότερα του κατά πόσο προηγήθηκαν οποιεσδήποτε παραστάσεις από την πλευρά της Ενάγουσας προς την πλευρά των Εναγομένων οι οποίες είχαν ως συνέπεια οι Εναγόμενοι να οδηγηθούν στην υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας. Στη βάση δε της εκδοχής που προωθήθηκε από πλευράς Εναγομένων της σύναψης της επίδικης Συμφωνίας προηγήθηκαν ψευδείς παραστάσεις και απάτη οι οποίες συνίσταντο στο ότι επίδικη Συμφωνία μπορούσε και θα διασφάλιζε το λεγόμενο 'accreditation' των προγραμάτων σπουδών του Κολλεγίου των Εναγομένων από αρμόδια Επιτροπή ή Συμβούλιο Αξιολογήσεως/ Πιστοποιήσεως στην Αμερική ενώ κάτι τέτοιο ήτο ανέφικτο. Στόχος και προοπτική αυτής της εκδοχής που προωθήθηκε από τους Εναγομένους ήταν, βεβαίως, η τεκμηρίωση της υπεράσπισης που εγείρετο στα δικόγραφα των Υπερασπίσεων στις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές ότι η επίδικη Συμφωνία κατέστη ακυρώσιμος ένεκα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους της Ενάγουσας. Ένα άλλο μέρος μαρτυρίας που προσφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αυτή που αφορούσε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η επίδικη Συμφωνία στο σπίτι του Α. Γεωργίου και η εκδοχή που προωθήθηκε ότι αυτή υπεγράφη χωρίς να διαβασθεί από τον Μ.Υ.1 ο οποίος δεν είχε επαρκείς γνώσεις της Αγγλικής γλώσσας και ο οποίος είχε στηριχθεί στις διαβεβαιώσεις που προηγήθηκαν από τον Μ.Ε.1 και Α.Γεωργίου ότι με αυτή τη Συμφωνία εξασφαλίζετο η αναγνώριση των πτυχίων της Σχολής ('accreditation'). Επίσης ότι ούτε από τον Μ.Υ.2, ο οποίος είχε υπογράψει ως μάρτυρας, είχε διαβασθεί. Αυτή η εκδοχή και η σχετική μαρτυρία την πλαισίωνε προσφέρθηκε μέσα στα πλαίσια της υπεράσπισης του non est factum. Επίσης μαρτυρία προσφέρθηκε αναφορικά με το Ιδρυτικό Έγγραφο της Εναγόμενης εταιρείας και κατά πόσο η επίδικη Συμφωνία που συνήφθη ήταν ή όχι ultra vires αυτού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια προσφέρθηκε και μαρτυρία σχετικά με διάφορες παράτυπες- όπως ήταν η εκδοχή των Εναγομένων-ενέργειες που έγιναν μετά τη σύναψη της Συμφωνίας για τροποποίηση εκ των υστέρων των σκοπών του Ιδρυτικού για να αντιμετωπισθεί το πιο πάνω πρόβλημα. Όπως είναι αντιληπτό όλη αυτή η μαρτυρία αποσκοπούσε στην προώθηση της υπεράσπισης του ultra vires. Αυτή η μαρτυρία χρησιμοποιείται παράλληλα και προς τον σκοπό προώθησης του ισχυρισμού για ύπαρξη συνωμοσίας. Διευκρινίζεται ότι το θέμα αυτό εξετάζεται μόνο στα πλαίσια της ισχυριζόμενης συνωμοσίας. Δηλαδή κατά πόσο οι παράτυπες ενέργειες που αποδίδονται στον Ανδρέα Γεωργίου είχαν γίνει εν γνώσει του Μ.Ε.1 και σε συνεννόηση μαζί του. Τέλος προσφέρθηκε μαρτυρία σε σχέση με το ποια άτομα υπέγραψαν την επίδικη Συμφωνία και υπό ποίαν ιδιότητα στον ουσιώδη χρόνο στα πλαίσια της εκδοχής των Εναγομένων ότι η επίδικη Συμφωνία ενώ υπόκειτο στην έγκριση τν μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων που έχουν την πλειοψηφία ψήφου στο Διοικητικό Συμβούλιο ως επίσης και των κατόχων της πλειοψηφίας των μετοχών στις δύο εταιρείες του Principal, δηλ. των Εναγομένων, αυτή η πρόνοια δεν ετηρήθη με αποτέλεσμα η Συμφωνία να μην μπορεί να εφαρμοσθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η αξιολόγηση που θα γίνει στην παρούσα υπόθεση θα αφορά τα ζητήματα εκείνα που δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο και τα οποία, όπως ήδη αναφέραμε ανωτέρω, εξετάζονται κατά θέμα. Επισημαίνεται ότι σε αρκετά από αυτά τα ζητήματα η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένων περιείχε αναφορές που είχαν να κάνουν περισσότερο με τη δική τους αντίληψη για το πώς θα έπρεπε να ερμηνευθεί η επίδικη Συμφωνία παρά αναφορές επί των γεγονότων. Αξιολόγηση μαρτυρίας σχετικά με αριθμό φοιτητών Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι η μαρτυρία των M.E. 2, 3, και 4 που αφορούσε τον αριθμό των φοιτητών στο Κολλέγιο της Εναγομένης 1 κατά τα έτη 1990 - 2008 προσκομίσθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας τους να αποδείξουν τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παρά. 21 της Απάντησης στην αγωγή 4036/08[29] ότι και μετά το 1985 απεκόμιζαν οι Ενάγοντες οικονομικό όφελος και αυτό ένεκα της αύξησης του αριθμού των φοιτητών τους. Πρώτα από όλα να πούμε ότι η μαρτυρία και των τριών αυτών μαρτύρων κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους ήλθαν και κατέθεσαν αυτά τα στοιχεία που ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν. Από πλευράς Υπεράσπισης δεν εντοπίσαμε να έχουν τύχει αμφισβήτησης οι αναφορές τους για τον αριθμό των φοιτητών. Όσον αφορά δε τη Μ.Ε.3 επισημαίνουμε ότι, τελικώς, δεν ήταν αυτή που κατέθεσε τα σχετικά στοιχεία στο Δικαστήριο αλλά συνάδελφός της ο Μ.Ε.4 ο οποίος είχε εξασφαλίσει άδεια από τη Νομική Υπηρεσία για να καταθέσει και να παρουσιάσει τα ζητηθέντα στοιχεία. Κατά την αντεξέταση η Μ.Ε.3 ρωτήθηκε για τη διαδικασία που ακολουθείται με βάση τη σχετική νομοθεσία για αποστολή από την κάθε Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας στοιχείων όπως ο αριθμός των φοιτητών. Η Μ.Ε.3 εξήγησε με σαφήνεια τη σχετική διαδικασία τονίζοντας ότι αυτά τα στοιχεία εμπίπτουν στα λεγόμενα στοιχεία λειτουργίας τα οποία αποστέλλονται από τις Σχολές δύο φορές το χρόνο και ζητούνται από το Υπουργείο για σκοπούς υποβοήθησης της επιθεώρησης που διενεργεί το Υπουργείο. Όσον αφορά δε τον Μ.Ε. 4, ο οποίος ήταν, τελικώς, ο Λειτουργός που κατέθεσε τα ζητηθέντα στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των φοιτητών της Σχολής της Εναγόμενης 1 εταιρείας για την περίοδο 1990-2008, ήταν σαφής ότι αυτά ενέπιπταν στα στοιχεία λειτουργίας που υπέβαλε η Σχολή στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Δεν έχω ούτε εδώ διαπιστώσει αυτά τα στοιχεία να έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης παρά μόνον να ερωτάται ο μάρτυρας κατά την διάρκεια της αντεξέτασης περαιτέρω λεπτομέρειες και διευκρινίσεις τις οποίες έδωσε και εξήγησε επαρκώς τη διαδικασία που ακολούθησε προς το σκοπό εξασφάλισης των ζητηθέντων στοιχείων. Ένα άλλο ζήτημα που κάλυψε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ήταν να σχολιάσει περαιτέρω την αναφορά του που είχε κάνει στην κυρίως εξέταση του ότι κατά το έτος 1991-1992 υπήρχε μείωση στον αριθμό των φοιτητών της Σχολής της Εναγομένης 1 εταιρείας λόγω ιδρύσεως του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι πρόκειται για προσωπική του εκτίμηση. Δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε σε σχέση με άλλα Κολλέγια αναφορικά με αύξηση φοιτητών και αν αυτό οφείλετο στο γεγονός του ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία διαπίστευσης και αναγνώρισης πτυχίων από Σχολές Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που ενεγράφοντο βάσει της σχετικής Νομοθεσίας. Όπως και να έχει επαναλαμβάνουμε ότι η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κρίνεται αξιόπιστη και, επομένως, γίνεται αποδεκτή. Επισημαίνουμε, ωστόσο, ότι στη βάση αυτής της μαρτυρίας δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι άμεσα συνυφασμένο με αυτό που είχε υποστηριχθεί ότι ήταν και ο λόγος προσκόμισης από τους Ενάγοντες αυτής της μαρτυρίας, δηλαδή της απόδειξης ότι στο βαθμό που υπήρχε αύξηση στον αριθμό των φοιτητών της Σχολής των Εναγομένων, οφείλετο στο ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν και/ή διαφήμιζαν τα εκπαιδευτικά προγράμματα και/ή σχέσεις (associations) που διενήργησαν γι' αυτούς οι Ενάγοντες. Να σημειώσουμε ότι ούτε υπήρξε, τελικώς, στο στάδιο των Αγορεύσεων οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση προς το Δικαστήριο. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκαν κάποιοι αριθμοί οι οποίοι, βασικά, δεν έτυχαν κάποιας ανάλυσης ή επεξεργασίας για να μπορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Οι δε πιθανές εξηγήσεις του Μ.Ε.4 για μείωση του αριθμού των φοιτητών σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους αφορούν, όπως προέκυψε, καθαρά προσωπικές εκτιμήσεις του ιδίου. Να σημειώσω ότι και πλευράς Υπεράσπισης κατατέθηκαν μετά τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 χωρίς να υπάρξει ένσταση από πλευράς των Εναγόντων δύο βεβαιώσεις που αφορούν τον αριθμό των φοιτητών στο Cyprus College την περίοδο 1990 μέχρι 2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 117Α) και για το Intercollege την περίοδο 1992 μέχρι 2008 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 117Β). Η δε πλευρά των Εναγόντων έκανε παραδεκτό γεγονός ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στις εν λόγω βεβαιώσεις είναι ακριβή. Ούτε αυτά τα στοιχεία έτυχαν οποιουδήποτε σχολιασμού είτε από τη μια πλευρά, είτε από την άλλη κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ενώ δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε ανάλυση ή επεξεργασία τους η οποία θα μπορούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει στην εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ (Αξιολόγηση μαρτυρίας σχετικά με την υπεράσπιση περί ύπαρξης συνωμοσίας μεταξύ Εναγόντων, Μ.Ε.1 και Ανδρέα Γεωργίου) Μεγάλο μέρος της Υπεράσπισης των Εναγομένων περιστρέφεται γύρω από την Υπεράσπιση της συνωμοσίας. Ήταν η εισήγηση της πλευράς των Εναγομένων ότι το θέμα της συνωμοσίας δεν μπορούσε να είχε εγερθεί ενωρίτερα στην αγωγή του 1986 και ότι είχε διαπιστωθεί στην πορεία. Ηγέρθη δε για πρώτη φορά στην αγωγή του 2008. Συγκεκριμένα η Υπεράσπιση αυτή περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στην αγωγή 4036/08, όχι όμως και στην αγωγή 8809/03. Ήταν η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες συνωμότησαν με τον Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος τύγχανε γαμπρός του Εναγόμενου 2, για να αποκομίσουν οι ίδιοι αμοιβαίο προσωπικό όφελος οικονομικής φύσης το οποίο θα καλείτο να κατέβαλλε το Κολλέγιο της Εναγόμενης 1 εταιρείας και/η να προκαλέσουν οικονομική ζημιά στους Εναγόμενους. Ισχυρίζονται δε ότι η επίδικη Συμφωνία υπεγράφη κατόπιν συνωμοσίας μεταξύ της Ενάγουσας, του Κλεόπα και Ανδρέα Γεωργίου και ότι στο πλαίσιο αυτής της συνωμοσίας και για προώθηση της προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από τους Εναγόμενους. Ως ήταν φυσικό και αναμενόμενο ένα μεγάλο μέρος της κατάθεσης τόσο του Μ.Υ.1 όσο και του Μ.Υ.2 επικεντρώθηκε στην εκδοχή τους περί ύπαρξης συνωμοσίας μεταξύ του Κλεόπα και του Ανδρέα Γεωργίου η οποία διεφάνη στην πορεία στη βάση διαφόρων ενεργειών τις οποίες εξειδίκευσαν. Προτού ασχοληθούμε με το κύριο ζήτημα που απασχόλησε κατά το στάδιο της αντεξέτασης αμφοτέρων των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 και ήταν ουσιαστικά η εκδοχή που τους ετέθη ότι, η θεωρία της συνωμοσίας ήταν μία εκ των υστέρων προσπάθεια και επινόηση για να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις της Ενάγουσας, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που αφορά τις κατ' ισχυρισμό συνωμοτικές ενέργειες του Ανδρέα Γεωργίου μετά του Κλεόπα. Ένας από τους ισχυρισμούς που τέθηκαν από πλευράς Υπεράσπισης ήταν ότι ο Ανδρέας Γεωργίου με τη γνώση του Μ.Ε.1 με ψευδείς δηλώσεις και ετοιμασία ψευδών πρακτικών τροποποίησε το Καταστατικό της Ε