← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 64/11, 11/3/2014

Αναφορικά με την Εταιρεία ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 64/11, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 64/11 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 - και - Αναφορικά με την Εταιρεία ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ -------------------- Αίτηση της εταιρείας Α. Ξενοφώντος Λτδ ημερομηνίας 27.1.2011 Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Ν. Παπαμιχαήλ για Αριστοτέλη Βρυωνίδη Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Ν. Χατζηιωάννου για Α. Κ. Χατζηιωάννου & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ (στο εξής «η εταιρεία»). Σύμφωνα με την αίτηση, η εταιρεία ενεγράφη, ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, στις 2.10.1986 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 (στο εξής «ο Νόμος») και περί το έτος 2000 έγινε δημόσια με εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου 35-37, Μακεδονίτισσα, στη Λευκωσία και το ονομαστικό κεφάλαιο της είναι £5.000.000, ενόσω το πληρωμένο κεφάλαιο είναι £115.

  1. Σκοπός ίδρυσής της είναι η διεξαγωγή των εργασιών παραγωγής και εμπορίας πουλερικών. Στις 8.7.2009, οι αιτητές εξασφάλισαν δικαστική απόφαση εναντίον της εταιρείας στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 4019/06 και βάσει αυτής η εταιρεία οφείλει στους αιτητές το ποσό των €5.607,63, πλέον τόκο 8% ετησίως από 19.6.2006 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €882 με τόκο 8% ετησίως από 19.6.2006 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρις εξοφλήσεως. Στις 16.7.2010, οι αιτητές κατεχώρησαν εναντίον της εταιρείας ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, το οποίο στις 10.8.2010 επεστράφη ανεκτέλεστο, με την ένδειξη ότι η εταιρεία στερείται κινητής περιουσίας. Επειδή η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της και είναι δίκαιο και ορθό να διαλυθεί, οι αιτητές ζητούν διάταγμα εκκαθάρισής της καθώς και διάταγμα διορισμού του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 209, 211(ε), 212(α), 213 και 214 του Νόμου, στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933 - 1938, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1, 4-6 και 9, καθώς και στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Ξενοφώντος, ενός εκ των διευθυντών των αιτητών, ο οποίος όντας εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση, ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αναφορικά με την αγωγή με αρ. 4019/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που καταχωρήθηκε στις 19.6.2006 και στις 8.7.2009 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εταιρείας, για τα ποσά ως πιο πάνω παρατέθηκαν, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α αντίγραφο ειδοποίησης του αρμόδιου δικαστικού επιδότη, όπου, κατά τον ενόρκως δηλούντα, φαίνεται ότι στις 10.8.2010 το ένταλμα κατάσχεσης κινητών επεστράφη ανεκτέλεστο με την ένδειξη ότι η εταιρεία στερείται κινητής περιουσίας. Επισυνάπτεται, επίσης, αντίγραφο της προαναφερθείσας εκ συμφώνου εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η εταιρεία εξακολουθεί να οφείλει τα προαναφερθέντα ποσά και όσα αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση είναι αληθή. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι, λόγω απώλειας του φακέλου της υπόθεσης, η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για επίδοση για πρώτη φορά στις 29.2.2012, μετά δε από ενδιάμεση διαδικασία παραμερισμού της πρώτης επίδοσης ημερομηνίας 3.5.2012, η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε εκ νέου στις 20.11.
  2. Η εταιρεία στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής της, που καταχωρήθηκε στις 18.1.2013, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, ως συνοψίζονται: · το εκδομένο κεφάλαιο της εταιρείας υπερβαίνει τα €5.000.000 και το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας · η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και είναι αδικαιολόγητη και ανεπαρκής · οι ισχυρισμοί των αιτητών είναι μετέωροι και ατεκμηρίωτοι, δεν βασίζονται στα αναγκαία στοιχεία και οι περισσότεροι δεν είναι αληθείς · η αίτηση είναι νομικά λανθασμένη και/ή αντικανονική και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών · οι αιτητές δεν αποδεικνύουν ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της δεδομένου ότι είναι αξιόχρεη και κατέχει ακίνητη περιουσία που υπερβαίνει τα €10.000.000 · οι αιτητές δεν αποδεικνύουν ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να διαλυθεί η εταιρεία και · η αίτηση είναι εκβιαστική, καταχωρήθηκε δε ως μοχλός πίεσης. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και Δ.64, στα άρθρα 2, 209, 210, 211(ε), 212-214, 260 και 372 του Νόμου, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς του 1933 όπως τροποποιήθηκαν, στα άρθρα 1-11 και 14 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, στα άρθρα 2, 9, 11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου Ν.33/64, στα άρθρα 1-3, 21, 22, 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Ανδρέα Παπαναστασίου, υπαλλήλου της εταιρείας, ο οποίος όντας ενήμερος των γεγονότων και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, διαφωνεί με το περιεχόμενο της αίτησης και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω παρατεθέντες λόγους ένστασης, προσθέτοντας ότι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας δεν επεστράφη ανεκτέλεστο αλλά επειδή η εταιρεία δεν είχε κινητή περιουσία στην δοθείσα διεύθυνση και οι αιτητές, αν και μπορούσαν, δεν έδωσαν άλλη διεύθυνση ώστε αυτό να εκτελεστεί. Τονίζοντας ότι η εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και εκβιαστική, κατεχωρήθη δε για να προκληθεί ζημιά στην εταιρεία, επηρεάζοντας τα συμφέροντα της δυσμενέστατα με αποτέλεσμα «τον εκμηδενισμό της δυνατότητας της να εξοφλήσει την τυχόν οφειλή της, αν υπάρχει». Κατά την ακρόαση της αίτησης, κατόπιν κοινής αντίληψης των συνηγόρων των διαδίκων ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία. Αποτέλεσε μόνο παραδεκτό γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε μία καθημερινή εφημερίδα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, και τα σχετικά έντυπα κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια. Ο συνήγορος των αιτητών στη γραπτή του αγόρευση εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι η εταιρεία επικεντρώθηκε στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης και υποστηρίζοντας ότι η εκ παραδρομής και/ή εκ τυπογραφικού λάθους αναφορά στη νομική βάση της αίτησης του άρθρου 212(α) αντί του άρθρου 212(β) του Νόμου δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.

(1990)1 Α.Α.Δ. 965, εφόσον πρόκειται περί εναρκτήριας κλήσης και το πιο πάνω σφάλμα δεν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας ώστε να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Αντίθετα, η συνήγορος της εταιρείας στη γραπτή της αγόρευση, επισημαίνοντας αρχικά ότι οι αιτητές εσφαλμένα ζητούν στην παράγραφο 9 της αίτησης την διάλυση της εταιρείας, υπέδειξε ότι δεν απεδείχθη ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει των νομοθετικών προνοιών, στις οποίες οι αιτητές βασίζουν την αίτηση τους και πιο συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 212(α) του Νόμου, με αναφορά σε σχετική νομολογία, και υποστηρίζοντας ότι η χρήση της παρούσας διαδικασίας είναι καταχρηστική εφόσον έγινε για σκοπούς πίεσης της εταιρείας, εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αρχικά, είναι ορθή η επισήμανση της συνηγόρου της εταιρείας ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν θα έπρεπε να ζητείται διάλυση της εταιρείας αλλά εκκαθάριση της, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, στη σελ. 994. Θεωρώ όμως ότι το θέμα αυτό δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο εφόσον, παρά το ότι στην αρχή της αίτησης αναφέρεται ότι είναι «αίτηση . για διάλυση» και στην παράγραφο 9 ότι «είναι δίκαιο και πρέπον να διαλυθεί η εταιρεία», οι αιτητές, με το αιτητικό Α, ζητούν διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, οπότε εύλογα συνάγεται ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί αίτηση εκκαθάρισης, ως είναι η ορθή και ακριβής ορολογία. Ως προς τη νομική πτυχή, με το άρθρο 211 του Νόμου παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την εκκαθάριση μιας εταιρείας για έναν από τους έξι λόγους που καθορίζονται σ' αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο (ε) του άρθρου αυτού, διάταγμα εκκαθάρισης μπορεί να εκδοθεί όταν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του άρθρου 212 του ίδιου Νόμου, όπου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αν πιστωτής που του χρωστά η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις £500, επέδωσε σ' αυτήν παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της, απαίτηση υπογραμμένη απ' αυτόν με την οποία απαιτείται από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το εν λόγω ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή (βλ. σχετικά, GIP Constructions v. Κοιν. Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, M. Moulettaris Machin. Co. Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649 και Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358). Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φ.Π.Α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1796, λέχθηκε ότι το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) του Νόμου. Το άρθρο 212(α) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(ε) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση που, σύμφωνα με το Νόμο, η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Στην υπό κρίση αίτηση, παρά το ότι, όπως εξειδικεύεται, η εταιρεία θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) του Νόμου, λόγω του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) του Νόμου, το οποίο όπως αναφέρθηκε περιλαμβάνεται στη νομική της βάση, δεν έχουν τεθεί από τους αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία προς απόδειξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το άρθρο 212(α). Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των αιτητών προβάλλει ότι επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 212(β) του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο συνήγορος των αιτητών αναγνωρίζοντας ότι λανθασμένα γίνεται αναφορά στη νομική βάση της αίτησης στο άρθρο 212(α) αντί του άρθρου 212(β) του Νόμου, κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει ως απλή παρατυπία το σφάλμα αυτό και να εξετάσει τα τεθέντα ενώπιον του στοιχεία προς έγκριση της αίτησης. Η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αρχικά επισημαίνεται ότι, όπως κρίθηκε στην υπόθεση GIP Constructions v. Κοιν. Ασφαλίσεων (πιο πάνω) στη σελ. 19, η παράλειψη του αιτητή να αναφέρει ως βάση της αίτησης τη διάταξη 212(β) του Νόμου δεν του παρέχει τη δυνατότητα να στηριχθεί σ' αυτήν σαν εξειδικευμένη ένδειξη αδυναμίας πληρωμής χρεών από την εταιρεία. Παρόμοια εισήγηση με αυτήν του συνηγόρου των αιτητών είχε γίνει και στην υπόθεση C. Phasarias (Autom. Centre) Ltd ν. Ετ. Σκυροποιΐας «Λεωνίκ» Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1457, την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος της εταιρείας, όπου επιβεβαιώνεται ότι η παράλειψη αναφοράς στη νομική βάση της αίτησης της εξειδικευμένης περίπτωσης οποιασδήποτε εκ των παραγράφων (α), (β) και (γ) του άρθρου 212 του Νόμου, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η παραληφθείσα διάταξη εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις γίνονται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Οι εφεσείοντες στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους στον ισχυρισμό ότι η αίτηση διάλυσης είναι πρωτογενής διαδικασία προσδιοριστική των επίδικων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση και η μη παράθεση της νομικής βάσης δεν καθιστά την αίτηση άκυρη. Η αντιμετώπιση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι απόλυτα ορθή. Μετά την απόρριψη της αίτησης με βάση το 212 (α) λόγω της μη προβλεπόμενης από το άρθρο επίδοσης της απαίτησης, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, το δικαστήριο εξέτασε το άρθρο 212 (β) επί του οποίου επίσης στηριζόταν η αίτηση. Το άρθρο προβλέπει ότι εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που ελήφθη με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικώς ή μερικώς ανικανοποίητη. Πολύ ορθά το δικαστήριο κατέληξε ότι είναι προφανές ότι μια τέτοια μαρτυρία ελλείπει παντελώς στο πλαίσιο της αίτησης και συνεπώς οι δύο εξειδικευμένες διατάξεις του άρθρου 212, τις οποίες οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν για να στηρίξουν την αίτησή τους, δεν ικανοποιούνταν. Στη συνέχεια το δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε το επιχείρημα του δικηγόρου των εφεσειόντων όπως το δικαστήριο εξετάσει την αίτηση στο γενικότερο πλαίσιο του άρθρου 211 (ε) ή και με βάση το άρθρο 212 (γ), γιατί η παράλειψη αναφοράς του στην αίτηση ήταν απλή παρατυπία. Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796, όπου η μόνη αναφορά που υπήρχε στην αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ήταν ότι η εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει το χρέος της, κρίθηκε ότι τούτο δεν ήταν επαρκές εφ' όσον θα έπρεπε να προσδιορίζεται για ποια από τις τρεις περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 212 επρόκειτο. Ήταν λοιπόν σφάλμα να θεωρηθεί ότι η αίτηση μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια του άρθρου 211(ε) γενικά, ουσιαστικά δηλαδή στη βάση του άρθρου 212(γ), εφ' όσον, ούτε επαρκής αναφορά έγινε στην αίτηση, ούτε σχετική μαρτυρία δόθηκε. Σφάλμα ήταν επίσης και κατ' ακολουθία να αποφασιστεί η επιτυχία της αίτησης στη βάση αυτή, με μόνο δεδομένο την παράλειψη πληρωμής του συγκεκριμένου χρέους. Αν επιδιώκεται όπως η αίτηση βασιστεί γενικά στην ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212 (γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά στην παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει χρέος της, αλλά επιβάλλεται, στα πλαίσια στάθμισης της γενικότερης φερεγγυότητάς της, αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των υποχρεώσεών της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών. Είχε προηγηθεί η υπόθεση G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, όπου αποφασίστηκε ότι μαρτυρία μπορούσε να γίνει αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της, δυνάμει του άρθρου 211 του Κεφ. 113, έστω κι' αν η μαρτυρία κάλυπτε και μια από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου που δεν είχε εγερθεί στην αίτηση διάλυσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο προνοιών, τόνισε το δικαστήριο, συνίσταται στο ότι η απόδειξη μιας των εξειδικευμένων περιπτώσεων του άρθρου 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ενώ στην εξέταση με βάση το γενικό ισχυρισμό του άρθρου 211, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πως θα αξιοποιηθούν τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία, περιλαμβανομένων και εκείνων που τυχόν θα προβάλει η εταιρεία. Στην Αγγλία, από όπου έλκουν την καταγωγή τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας νόμου, τα οποία είναι ουσιαστικά αντιγραφή των αντίστοιχων αγγλικών, έχει αποφασιστεί ότι η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών μιας εταιρείας. Δηλαδή, εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Παραδείγματα από την αγγλική νομολογία παρατίθενται στην απόφαση G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανωτέρω, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση M. Moulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλη Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649. Ορθά λοιπόν το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο οι πρόνοιες του άρθρου 212 (γ) εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση, εφ' όσον δεν γίνεται ρητή επίκληση του άρθρου και δεν αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης. Τελικά το δικαστήριο έκρινε ότι η απλή δήλωση ότι η εφεσίβλητη εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στους εφεσείοντες και ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της, δεν είναι επαρκής για να αποδειχθούν στο δικαστήριο τα δεδομένα εκείνα αναφορικά με την κατάσταση της εταιρείας που θα βοηθούσαν το δικαστήριο ενδεχομένως να καταλήξει κατά πόσο η εφεσίβλητη αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της. Ορθά το δικαστήριο κατέληξε ότι εκτός από τη νομική βάση ελλείπει παντελώς και το πραγματικό υπόβαθρο και μαρτυρία που θα διαφώτιζαν το δικαστήριο για την κατάσταση της εταιρείας.» Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ακόμη και αν θα μπορούσε να εξεταστεί η συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 212(β) του Νόμου παρά το ότι δεν γίνεται ρητή επίκληση του στη νομική βάση της αίτησης, παρατηρείται, ως ορθά εγείρεται στην ένσταση της εταιρείας, ότι από το Τεκμήριο Α που συνοδεύει την αίτηση, συνάγεται ότι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας της εταιρείας δεν επεστράφη ανεκτέλεστο. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο Α, σύμφωνα με τον Δικαστικό Επιδότη η εταιρεία δεν είχε κινητή περιουσία στην δοθείσα διεύθυνση και εζητείτο να υποδειχθεί εκ μέρους των αιτητών, εντός 15 ημερών, άλλη κινητή περιουσία και νέα διεύθυνση της εταιρείας με την επισήμανση ότι: «διαφορετικά το ένταλμα αυτό θα επιστραφεί ανεκτέλεστο». Άλλωστε, συνεπεία της έλλειψης οποιωνδήποτε άλλων δεδομένων αναφορικά με την κατάσταση της εταιρείας, πέραν των όσων έχουν πιο πάνω παρατεθεί και προκύπτουν από την αίτηση αλλά και την ένσταση, και με μόνο δεδομένο την παράλειψη πληρωμής του συγκεκριμένου χρέους, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στο εύρημα ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) του Νόμου. Συνεπεία των πιο πάνω διαπιστώσεων, παρέλκει η εξέταση της εισήγησης εκ μέρους της εταιρείας περί καταχρηστικής ή εκβιαστικής καταχώρησης της υπό κρίσης αίτησης. Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ της εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.