← Κύπρος

PANIMA LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5040/10, 21/3/2014

PANIMA LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5040/10, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5040/10 Μεταξύ: 1. PANIMA LIMITED εκ Λευκωσίας 2. ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------------------------------------------------ Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 9.8.13 για Προσωρινά Διατάγματα 21 Μαρτίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ε. Μελεάγρου Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίητης: κος Κουρσάρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 15.6.10 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αιτούνται Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο (α) να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή εξαλείφει της συμφωνίες Υποθήκης Υ10263/94 και Υ4284/93, (β) να διαγράφει το ισχυριζόμενο χρέος των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους ύψους €96.674 πλέον τόκους ως και το ισχυριζόμενο χρέος που αφορά τους λογαριασμούς (
  2. i)αρ. λογαριασμού 00156-22-000064, (
  3. ii)αρ. λογαριασμού 0184-22-014531, (iii) αρ. συναλλαγματικής Β/Δ.110/106943 λήψης ημερομ. 15-2-1996 σε σχέση με τον λογαριασμό 0184-22-014531, (γ) να διατάσσει την επιστροφή στους Ενάγοντες του ποσού των ΛΚ1.500 και (δ) να διαγράφει τις παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό αρ. 0110-18-060460. Περαιτέρω αξιώνουν Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις ως και αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντα κέρδη. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και αφού η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία αιτούνται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους η περαιτέρω ή/και συνεχιζόμενη προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των κτημάτων των Εναγόντων υποθηκευμένων προς όφελος των Εναγομένων, υποθήκες Υ4284/93, ημερομηνίας 25.5.1993 και Υ10623/94, ημερομηνίας 29.11.1994, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η προαναφερθείσα ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα/Αιτητή 1. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν διαθέσουν ή/και καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του Ενάγοντος 2 και είναι υποθηκευμένη προς όφελος τους, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η προαναφερθείσα ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα/Αιτητή 2. Με οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους, (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.48 Θ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχαήλ Ιωαννίδη Αιτητή 2, ημερ. 9.8.13. Ο Αιτητής 2 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας που παρουσιάζεται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 6.2.13 (Τεκμήριο 1). Στις 25.5.93 υπέγραψε ως ενυπόθηκος οφειλέτης το έγγραφο της υποθήκης Υ4284/93 προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2) και στις 29.11.94 υπέγραψε το έγγραφο υποθήκης Υ10263/94 (Τεκμήριο 3), προς εξασφάλιση δανείων που παραχωρήθηκαν στους Αιτητές 1. Στις 2.12.97 οι Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν τις αγωγές 14771/97 και 14772/97 (Τεκμήριο 4) με τις οποίες αξίωναν οφειλόμενα ποσά και δήλωναν ότι θα προχωρήσουν μέσω του Κτηματολογίου για την εκποίηση των υποθηκών. Όπως προκύπτει από τις επιστολές ημερ. 24.11.97 και 25.11.97 (Τεκμήριο 5) οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ήδη καταθέσει αίτηση στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας για την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Στις 18.12.98 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έκδοσε εκ συμφώνου αποφάσεις στις αγωγές 14771/97 και 14772/97 όπως και σε τρεις άλλες αγωγές. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με τις αποφάσεις στις αγωγές 14771/97 και 14772/97, καταβάλλοντας συνολικό ποσό που υπερκάλυπτε όχι μόνο τα ποσά που είχαν εξασφαλιστεί με τις πιο πάνω υποθήκες αλλά - όπως προκύπτει και από παραδοχή των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 7) - και το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τις αποφάσεις στις αγωγές 14771/97 και 14772/97. Εντούτοις, οι Καθ' ων η Αίτηση συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αρνούνται εξάλειψη και/ή ακύρωση των υποθηκών. Το Φεβρουάριο 2013 έλαβε ειδοποιήσεις (Τεκμήριο 8) από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με τις οποίες πληροφορείτο ότι στις 8.2.13 είχε προγραμματιστεί επιτόπια έρευνα για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης των υποθηκευμένων ακινήτων του. Παρευρέθηκε ο ίδιος και επιβεβαίωσε ότι η εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο. Πριν τις εν λόγω ειδοποιήσεις (Τεκμήριο 8) δεν γνώριζε τις ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση για εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του. Από έρευνα στο Κτηματολόγιο, ενημερώθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ζητήσει την εκποίηση από τον Νοέμβριο 1997 και κακόπιστα συνέχισαν με τη διαδικασία παρόλο που είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου αποφάσεις στις αγωγές 14771/97 και 14772/97. Το Φεβρουάριο 2013 πληροφορήθηκε ότι σύμφωνα με τους φακέλους του Κτηματολογίου, οι Καθ' ων η Αίτηση ανανέωσαν τον Φεβρουάριο 2010 την απαίτηση τους για εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων, μερικούς μόνο μήνες μετά την επιστολή τους (Τεκμήριο 7) με την οποία αναγνώριζαν εξόφληση των χρεών που εξασφάλιζαν οι υποθήκες στις αγωγές 14771/97 και 14772/97. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένσταση τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους για απόρριψη της αίτησης: Α) Οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και δεν αποτάθηκαν σ' αυτό με καθαρά χέρια. Β) Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ούτε και αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Γ) Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Δ) Οι Καθ' ων η Αίτηση με την παρούσα αίτηση αιτούνται τις ίδιες θεραπείες που ζητούν και στην Έκθεση Απαίτηση τους. Ε) Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι γενική, ασαφής, αόριστη, παντελώς ελλιπής κα ατεκμηρίωτη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Δώρου Πολυδώρου υπαλλήλου των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 5.12.13. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα δηλαδή (α) ότι ο Αιτητής 2 κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή διότι τελεί υπό πτώχευση από τις 16.11.95 και δεν έχει λάβει την απαιτούμενη συγκατάθεση από τον Επίσημο Παραλήπτη και/ή άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και (β) ότι δεν τηρήθηκε η Συμφωνία για την εξάλειψη των Υποθηκών. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποκαλύψουν με την αίτηση τους αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Ειδικότερα, τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν Υποθήκες που εξασφαλίζουν και άλλες αγωγές εναντίον των Αιτητών δηλαδή αυτές που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην παρούσα αγωγή κανένα μέτρο εκτέλεσης εναντίον της περιουσίας του Αιτητή 2 έχει προωθηθεί και επομένως η οποιαδήποτε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα έπρεπε να γίνει στα πλαίσια των εν λόγω αγωγών. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν εξηγούν γιατί δεν προχώρησαν με αίτηση για αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων στις αγωγές που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και στις οποίες οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν δικαίωμα για εκποίηση των Υποθήκων. Με την παρούσα αίτηση ουσιαστικά επιζητούνται διατάγματα τα οποία είναι η αξίωση των Αιτητών και εκλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών ανέπτυξε τις θέσεις των Αιτητών σε εμπεριστατωμένη αγόρευση επικαλούμενη σωρεία αυθεντιών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση περιορίστηκε στο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της ένστασής τους. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Αποτελεί λόγον ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση υπό παρ. Α ανωτέρω ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβηκαν σε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Είναι καλώς γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάζει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το Δικαστήριο πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Παρατίθεται επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena Πολ. Έφεση 130/09 ημερ. 21.1.10 που επαναλαμβάνει ό,τι προηγούμενες αποφάσεις καθιέρωσαν: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.

(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Σχετικά παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:- «.Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISTRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/09, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά (ανωτέρω) (σελ.4). «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ.7) «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598).» Οι Καθ' ων η Αίτηση εξειδικεύουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους, τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό τους οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, ως ακολούθως:
  1. Απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι ο Αιτητής 2 κωλύεται από το να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι τελεί υπό πτώχευση από τις 16.11.95 και δεν έχει λάβει την απαιτούμενη συγκατάθεση από τον Επίσημο Παραλήπτη κα/ή άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή.
  2. Δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι δεν τηρήθηκε η Συμφωνία για την εξάλειψη των Υποθηκών που αναφέρονται στην αίτηση τους. Με βάση την πιο πάνω νομολογία, το Δικαστήριο θέτει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας, όταν διαπιστώνει απόκρυψη και μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, στην περίπτωση που ο διάδικος προσφεύγει στο Δικαστήριο και πετυχαίνει στην έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση τους, όμως δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και διατάχθηκε από το Δικαστήριο η επίδοση της αίτησης στους Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των Αιτητών σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, όπου το Δικαστήριο εξετάζει πλέον τα αιτούμενα Διατάγματα, στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί και από τις δύο πλευρές. Ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έγινε περαιτέρω εισήγηση από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Προς τούτο υποστηρίχθηκε ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση μετά παρέλευση τριών ετών από την καταχώρηση της αγωγής. Είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς δικαιολογείται μόνον εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις, που όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Resola v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, η κατάδειξη τους αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Ούτε και αυτή η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση με βρίσκει σύμφωνη. Επαναλαμβάνω ότι οι Αιτητές δεν πέτυχαν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς. Επομένως ούτε και ο σχετικός λόγος ένστασης υπό παρ.Γ ανωτέρω ευσταθεί και απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση για απόκρυψη εκ μέρους των Αιτητών ουσιωδών γεγονότων, θεωρώ σκόπιμο, να εξετάσω τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση όπως προβάλλει στην παρ. 3(Α)(ι) της ένορκης δήλωσης τους, ότι ο Αιτητής 2 τελεί υπό πτώχευση από τις 16.11.95 και δεν έχει λάβει την απαιτούμενη συγκατάθεση από τον Επίσημο Παραλήπτη και/ή άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Και τούτο προτού εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, εφόσον τίθεται θέμα νομιμοποίησης του Αιτητή 2 στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για έκδοση των αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων. Σχετικά είναι τα άρθρα 9
(4), 20
(1), 21
(1), 55
(1)(β) και 90
(2)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, τα οποία ορίζουν ως ακολούθως: «9.
(4)Από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, με εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή και με άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλειας εξόδων, δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του. ........................... 20.
(1)Όταν ο χρεώστης κηρύσσεται σε πτώχευση ή όταν οι πιστωτές του αποφάσισαν ότι αυτός πρέπει να κηρυχτεί σε πτώχευση, οι πιστωτές δύνανται με συνήθη απόφαση τους να διορίσουν ικανό πρόσωπο ανεξάρτητα από το αν είναι πιστωτής ή όχι για πλήρωση της θέσης του διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντα ή δύνανται να αποφασίσουν όπως ο διορισμός διαχειριστή αφεθεί στην εποπτική επιτροπή που αναφέρεται πιο κάτω. ......................... 21.
(1)Οι πιστωτές που έχουν δικαίωμα ψήφου δύνανται στην πρώτη ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συνέλευση με απόφασης τους να διορίσουν εποπτική επιτροπή για σκοπούς επίβλεψης της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας από το διαχειριστή. ......................... 55
(1)Ο διαχειριστής δύναται με την άδεια της εποπτικής επιτροπής να προβεί σε όλες ή σε οποιεσδήποτε από τις παρακάτω ενέργειες: .......................... (β) να εγείρει, λαμβάνει, ή υπερασπίζεται αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία που σχετίζεται με την περιουσία του πτωχεύσαντα· ........................... 90.
(2)Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει και αποφαίνεται για όλα τα ζητήματα κυριότητας που σχετίζονται με αγαθά και ακίνητη περιουσία για την οποία υπάρχει αξίωση υπό ή από το διαχειριστή ανεξάρτητα αν τέτοια περιουσία βρίσκεται στην κατοχή του διαχειριστή ή όχι, και να αποφασίζει και εκδικάζει για οποιοδήποτε χρέος ή αξίωση που οφείλεται προς ή από τον πτωχεύσαντα. Προκύπτει με σαφήνεια από τα πιο πάνω άρθρα ότι μετά την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση, ο διαχειριστής της περιουσίας του μπορεί, με την άδεια της Εποπτικής Επιτροπής να εγείρει αγωγή που σχετίζεται με την περιουσία του πτωχεύσαντα. Οποιαδήποτε αξίωση ή χρέος που οφείλεται προς πτωχεύσαντα, εγείρεται ενώπιον του Δικαστηρίου από τον διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντα. Περαιτέρω, ο ίδιος ο πτωχεύσας μπορεί να εγείρει αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του, νοουμένου ότι θα εξασφαλίσει την εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλειας εξόδων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αμφισβητήσουν ή και να αρνηθούν την πιο πάνω θέση των Καθ' ων η Αίτηση, είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για τους Καθ' ων η Αίτηση Δώρου Πολυδώρου. Η απλή αναφορά της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών στην γραπτή αγόρευσή της ότι ο Αιτητής 2 δεν τελεί υπό πτώχευση αλλά έχει αποκατασταθεί από τις 3.11.09, παραπέμποντας στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, δεν είναι αρκετή ώστε να θεωρηθεί ότι με αυτό τον τρόπο αμφισβητείται η αντίθετη θέση των Καθ' ων η Αίτηση. Όπως ανέφερα και πιο πάνω οι Αιτητές όφειλαν με τα κατάλληλα δικονομικά διαβήματα να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την σχετική βεβαίωση αποκατάστασης του Αιτητή 2 από τον Επίσημο Παραλήπτη, στην οποία αναφέρονται στο δικόγραφο της Απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης, πράγμα όμως που δεν έπραξαν. Ως εκ τούτου, με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, παραμένει αδιαμφισβήτητη η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής 2 είναι πτωχεύσας από 16.11.95 και δεν έλαβε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ούτε και την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και κατ' επέκταση την παρούσα αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 9
(4)του Κεφ.5 ανωτέρω. Είναι δε προφανές ότι η παρούσα αγωγή δεν καταχωρήθηκε από τον διαχειριστή της περιουσίας του Αιτητή 2 αλλά από τον ίδιο προσωπικά. Οι εν λόγω επισημάνσεις, οδηγούν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι, ο Αιτητής 2 δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για έκδοση των αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω τις περαιτέρω εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά πόσο δηλαδή συντρέχουν ή όχι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ή προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Διευκρινίζω ότι η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου επενεργεί καταλυτικά για την τύχη της αίτησης, έστω και αν η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε όχι μόνο από τον Αιτητή 2 αλλά και από την Αιτήτρια εταιρεία
  1. Και τούτο γιατί όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, αυτός είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην αίτηση και αυτός υπέγραψε τις Υποθήκες Υ4284/93 και Υ10263/94 ως ενυπόθηκος οφειλέτης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, προς εξασφάλιση δανείων που παραχωρήθηκαν στους Αιτητές
  2. Επομένως, ουσιαστικά είναι ο Αιτητής 2 που έχει συμφέρον στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και όχι η Αιτήτρια εταιρεία 1 στην οποία παραχωρήθηκαν τα δάνεια που εξασφαλίστηκαν με τις δύο υποθήκες που παραχώρησε ο Αιτητής 2 υποθηκεύοντας δική του ακίνητη ιδιοκτησία. Στο σημείο αυτό διευκρινίζω ότι η αναφορά στο αιτούμενο Διάταγμα υπό παρ.(Α) περί υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγόντων ως και σε ακίνητη περιουσία του Ενάγοντα/Αιτητή 1 είναι προφανώς λανθασμένη. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Αιτητών και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.