← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία ETEX LIMITED, ΗΕ3686, Αίτηση Εταιρείας 321/13, 10/3/2014

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία ETEX LIMITED, ΗΕ3686, Αίτηση Εταιρείας 321/13, 10/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αίτηση Εταιρείας 321/13 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία ETEX LIMITED, ΗΕ3686 Και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμον Κεφ.113 άρθρα 211, 212, 213 και 214 -------------------------------------------------------- Αίτηση της Εταιρείας ΕΤΕΧ LIMITED ημερομηνίας 11.11.13 για Παραμερισμό της Αίτησης Διάλυσης 10 Μαρτίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Νικολάου Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Σώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.5.13, οι εταιρείες ΚΩΣΤΑΣ Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ και COSTAS K. CONSTANTINOU TRADING LTD, καταχώρησαν αίτηση διάλυσης της εταιρείας ETEX LIMITED, δυνάμει των σχετικών προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.

  1. Στις 11.11.13 η εταιρεία ETEX LIMITED (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή αναστέλλει την πιο πάνω αίτηση διάλυσης της, για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η αίτηση, τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και οι πιο πάνω δύο εταιρείες (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) δεν μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές των Αιτητών. Περαιτέρω αιτείται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο τους από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της αίτησης διάλυσης. Η αίτηση - η οποία βασίζεται στα άρθρα 211, 212(α), 213 και 218 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στη Δ.48 Θ.1, 2, 3, 7, Δ.27 Θ.3, Δ.19 Θ.26, Δ.64 Θ.1, 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους Κανονισμούς 1, 2, 3, 4, 5, 8 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1933 - 1998 Καν.92 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου - υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Δημήτρη Θεοχάρους ημερ. 11.11.
  2. Όπως διατείνεται ο ενόρκως δηλών, Διοικητικός Σύμβουλος και Διευθυντής των Αιτητών, στις 29.12.09 υπογράφθηκε Συμφωνητικό Έγγραφο μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση ως πωλητή, του Κώστα Κωνσταντίνου ως ιδιοκτήτη και των Αιτητών ως αγοραστή (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το εν λόγω Συμφωνητικό Έγγραφο, οι Αιτητές ανέλαβαν να αγοράσουν μεταξύ άλλων περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και να εργοδοτήσουν τον Κώστα Κωνσταντίνου. Η ακίνητη περιουσία εξοφλήθηκε δεόντως και οι όροι για εργοδότηση του Κώστα Κωνσταντίνου ικανοποιήθηκαν. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω Συμφωνητικού Εγγράφου, προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν υπόλοιπο ποσό θα πρέπει να ληφθεί κατάσταση λογαριασμών μεταξύ των συμβαλλομένων, δεδομένου ότι ένας μεγάλος αριθμός εξαρτημάτων δεν διατέθηκε στην αγορά και θα πρέπει να αφαιρεθεί αφού συμφωνηθεί το ακριβές ποσό από το συμφωνηθέν τίμημα για να διαπιστωθεί τυχόν υπόλοιπο. Αυτό δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, αν και κάλεσαν τον εκπρόσωπο των Καθ' ων η Αίτηση να προσέλθει για διακανονισμό. Πέραν της αναγκαιότητας διαπίστωσης των τελικών λογαριασμών μεταξύ των συμβαλλομένων, οι Αιτητές έχουν και διάφορες απαιτήσεις εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και σχετική είναι η αγωγή με αρ. 4153/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (Τεκμήριο 1Β). Σύμφωνα με τους όρους του Συμφωνητικού Εγγράφου, το τίμημα το οποίο έπρεπε να καταβληθεί θα καταβαλλόταν σε 30% μετοχές των Αιτητών και το υπόλοιπο 70% με δόσεις, με την προϋπόθεση ότι θα είχε καθοριστεί και νοουμένου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα παρέδιδαν όλα τα συμφωνηθέντα και στις τιμές που συμφωνήθηκαν. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει αμφισβήτηση όσον αφορά τα υπόλοιπα ποσά διότι (α) οι Καθ' ων η Αίτηση δεν παρέδωσαν τον εξοπλισμό και μηχανήματα του Παραρτήματος Β της Συμφωνίας, ο οποίος ήταν δανεισμένος σε διάφορους πελάτες τους και παρέλειψαν να προσκομίσουν, όπως τους ζητήθηκε, αποδεικτικά στοιχεία των δανεισμένων μηχανημάτων και εξοπλισμού. Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν παραδώσει τον Δεκέμβριο 2012 πίνακα καταγραφής του εξοπλισμού και μηχανημάτων (Τεκμήριο 2) αξίας, ως ισχυρίζονται, €107.781 αντί €121.717 που προνοούσε η συμφωνία, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειμμα από το συμφωνηθέν τίμημα €13.936, ως επίσης και ελλιπή πληροφόρηση για το πού βρισκόταν αυτός ο μηχανισμός και εξοπλισμός και αποδεικτικά στοιχεία ιδιοκτησίας για τα οποία παραδόθηκε μόνο το Τεκμήριο 3 για αξία μόνο €5.
  3. (β) Οι Καθ' ων η Αίτηση κλήθηκαν επανειλημμένα να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και συμφωνίες δανεισμού με τους πελάτες αλλά αρνήθηκαν να το πράξουν. Συνεπώς οι Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση τους να παραδώσουν εξοπλισμό αξίας €121.
  4. Επομένως, ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι κανένα ποσό οφείλουν της τάξεως των €121.700, εφόσον ελλείψει ανταλλάγματος δεν μπορούν οι Καθ' ων η Αίτηση να το διεκδικούν σαν μέρος του τιμήματος αγοράς επί του οποίου εδράζεται και η αίτηση διάλυσης. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν παρέλαβαν μέχρι την 31.12.12 σύμφωνα με τον όρο 3(δ) του Συμφωνητικού Εγγράφου, τα μη εμπορεύσιμα εξαρτήματα, ώστε να επιτευχθεί ο καθορισμός του τελικού τιμήματος. Όταν έπρεπε να καταβληθεί η τρίτη δόση συμφώνησαν να γίνει ο τελικός απολογισμός και ο καθορισμός του τελικού τιμήματος. Αντ' αυτού διαφάνηκε ότι τα διάφορα πρόσωπα που είχαν στην κατοχή τους μηχανήματα και εξοπλισμό, ισχυρίστηκαν ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας τους. Επομένως οι Καθ' ων η Αίτηση υπερπληρώθηκαν και οι Αιτητές έχουν να παίρνουν για τις υπερπληρωμές που εισέπραξαν οι Καθ' ων η Αίτηση για τις οποίες καταχωρήθηκε η πιο πάνω αγωγή. Περαιτέρω, ο Κ. Κωνσταντίνου, κατά το χρόνο που ήταν στο προσωπικό των Αιτητών, χρέωσε τους Αιτητές με αγορές πρόσθετων εξαρτημάτων, αξίας €59.100 χωρίς να γίνει καταγραφή ή έλεγχος των χρεώσεων. Οι Αιτητές αρνούνται τη χρέωση αυτή και σχετική θεραπεία περιλαμβάνεται στην πιο πάνω αγωγή. Η αξία των εξαρτημάτων από τον Πίνακα Α που έχουν παραμείνει απώλητα, με μια πρώτη εκτίμηση που έγινε, πολύ πιθανόν να υπερβαίνει τις €120.000 και συνεπώς δικαιολογείται η ενεργοποίηση λήψης λογαριασμών μεταξύ των διαδίκων για καθορισμό του τιμήματος αγοράς των εξαρτημάτων. Περαιτέρω οι Αιτητές κατέβαλαν στις 29.12.2009 καλόπιστα έναντι του τιμήματος αγοράς €81.935, (Τεκμήριο 4), στις 2.11.2010 ποσό €97.435 (Τεκμήριο 5) και περαιτέρω με αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση επέστρεψαν οχήματα αξίας €13.500 έναντι του Πίνακα Γ, δηλαδή της αξίας των μηχανοκινήτων οχημάτων τα οποία αγοράστηκαν για €41.700, [Τεκμήριο 1Α(Γ1)]. Επιπρόσθετα στις 3.8.2011 οι Αιτητές πλήρωσαν €12.345 έναντι του τιμήματος αγοράς για πίστωση λογαριασμού της Κώστας Κωνσταντίνου Εξαρτήματα Αυτοκινήτων Λτδ (Τεκμήριο 6 και Τεκμήριο 5). Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αποκρυσταλλωμένη απαίτηση για τίμημα πώλησης αλλά αντίθετα από το τίμημα πώλησης πρέπει να αφαιρεθούν τα εξαρτήματα τα οποία δεν πωλήθηκαν, ως επίσης και ο εξοπλισμός και μηχανήματα που δεν παρεδόθηκαν ως ο Πίνακα Β (Τεκμήριο 2) ύψους €121.
  5. Συνεπώς από το τίμημα πώλησης θα πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά των €121.717 και €120.000 δηλαδή σύνολο €241.717, από το συνολικό τίμημα των Πινάκων Α-Ε ύψους €460.
  6. Ως η σχετική συμφωνία μόνο το 70% του τιμήματος αυτού δηλαδή €322.102,90 θα πληρώνετο στις 4 ισόποσες δόσεις αλλά ήδη οι Αιτητές κατέβαλαν (α) €81.935 στις 21.12.2009, (β) €97.435 στις 2.11.2010, (γ) €13.500 στις 11.2.2011, (δ) €12.345 τις 3.8.2011, σύνολο €205.
  7. Υπό κανονικές συνθήκες το υπόλοιπο θα ήταν €116.887 πλην όμως με δεδομένο ότι δεν παραδόθηκαν από το συνολικό τίμημα ο εξοπλισμός και τα μηχανήματα αξίας €121.717 πλέον εξαρτήματα της τάξης των €120.000, προκύπτει ότι κανένα ποσό οφείλουν οι Αιτητές, αλλά αντίθετα δικαιούνται σε επιστροφή διότι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €205.215, ενώ το τίμημα πώλησης το οποίο θα καταβαλλόταν θα πρέπει να μειωθεί από €460.147 [(μείον €241.717 (€121.717+€120.000)] σε €218.
  8. Το 70% των €218.430 ισούται με €152.901 το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί σε μετρητά, ενώ οι Αιτητές κατέβαλαν ήδη το συνολικό ποσό €205.
  9. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το θέμα βρίσκεται σε εκκρεμότητα και σε δικαστική εξέλιξη και δεν είναι ορθό και δίκαιο να αποφασιστεί μέσα από την παρούσα καταχρηστική αίτηση για εκκαθάριση, ποσό στο οποίο οι Καθ ων η Αίτηση δεν δικαιούνται σε καμία περίπτωση. Το θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί, στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (Τεκμήριο 1Β), όπου και οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν δικαίωμα να προβάλουν την Υπεράσπιση και τυχόν Ανταπαίτηση τους. Ισχυρίζεται τέλος, ότι οι Αιτητές σε καμία περίπτωση αδυνατούν να καταβάλουν τυχόν οφειλόμενα. Εργοδοτούν πάνω από 60 άτομα με ετήσιο μισθολόγιο πέραν του €500.000 και κύκλο εργασιών περίπου €5.000.000 ετησίως, και έχουν περιουσιακά στοιχεία πέραν των €6.000.000 (Τεκμήριο 7). Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Κωνσταντίνου, διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 17.1.
  10. Με την ένσταση προβάλλονται δώδεκα λόγοι για απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής τρεις:
  11. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, ανεδαφική, παράτυπη, αντικανονική και άνευ αντικειμένου. Καταχωρήθηκε υπερβολικά και αδικαιολόγητα καθυστερημένα και προωθείται αφού έχουν ληφθεί άλλα διαβήματα στην αίτηση, αποσκοπούσα στην καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης.
  12. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από αναρμόδιο και/ή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, είναι παράτυπη και αντικανονική.
  13. Η οφειλή των Αιτητών είναι εκκαθαρισμένη και οι Καθ' ων η Αίτηση είναι πιστωτές των Αιτητών. Ο Κώστας Κωνσταντίνου αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι η επίδικη συμφωνία είναι νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική. Ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε από τους Αιτητές να αποδεχθεί να τεθεί πλεονάζον τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο
  14. Με βάση τη συμφωνία θα διοριζόταν Σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο των Αιτητών, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ουδέποτε μεταβιβάστηκαν στον ίδιο και στους Καθ' ων η Αίτηση οι μετοχές, όπως προνοούσε η συμφωνία (Τεκμήριο Α). Ισχυρίζεται ότι το ποσό που οι Αιτητές οφείλουν στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας είναι πραγματικό και νόμιμα απαιτητό και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές η εν λόγω οφειλή τους. Σύμφωνα με τον όρο 3(ε) της συμφωνίας, τα μη εμπορεύσιμα εμπορεύματα θα παραδίδονταν στους Καθ' ων η Αίτηση, κάτι το οποίο δεν έγινε μέχρι και σήμερα και ως εκ τούτου οι Αιτητές κωλύονται από το να προβαίνουν στους εν λόγω ισχυρισμούς οι οποίοι αποτελούν προϊόν υστέρας σκέψεως. Πέραν τούτου, έστω κι αν υπήρχαν οποιαδήποτε εμπορεύματα τα οποία δεν είχαν πωληθεί μέχρι την 31.12.2012, η τιμή κόστους αυτών θα αποκοπτόταν από την πληρωμή του υπόλοιπου 10% της τιμής πώλησης το οποίο θα κατέβαλλαν οι Αιτητές σε μετοχές και όχι από τις δόσεις που αποτελούν το 70% του τιμήματος. Το συνολικό τίμημα πώλησης με βάση τη συμφωνία ήταν €460.
  15. Βάσει των όρων 2(α) και 2(γ) το 30% του συνολικού τιμήματος πώλησης θα καταβαλλόταν σε μετοχές των Αιτητών. Ως εκ τούτου παρέμενε υπόλοιπο καταβλητέο με 4 δόσεις βάσει του όρου 2 β) το ποσό των €322.10,
  16. Το υπόλοιπο ποσό εκ €138.044,1 θα καταβαλλόταν στους Καθ' ων η Αίτηση σε μετοχές. Οι Αιτητές κατέβαλαν μέχρι σήμερα τις πρώτες δύο δόσεις παραλείποντας να καταβάλουν τις υπόλοιπες δύο δόσεις, ήτοι ποσό εκ €161.
  17. Η απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών είναι νόμιμη και εκκαθαρισμένη και η έγερση αγωγής από τους Αιτητές εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση δεν την επηρεάζει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απογραφή ήταν υποχρέωση των Αιτητών και οι ίδιοι ανέλαβαν να την διενεργήσουν. Το τίμημα, δηλαδή ποσό εκ €277.730,00 είχε συμφωνηθεί και είναι τελικό αφού ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές οι οποίοι είχαν ήδη καταβάλει το μισό τίμημα πώλησης και ως εκ τούτου κωλύονται από το να ισχυρίζονται ότι η τιμή δεν ήταν τελική. Το ορθό συμφωνηθέν ποσό για τα έπιπλα και σκεύη ήταν €12.500,
  18. Πράγματι η τελική αξία του εξοπλισμού ήταν €107.781 αντί €121.717 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  19. Όμως οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το έλλειμμα αυτό αφαιρεθεί από το ποσό που θα λάμβαναν οι Καθ ων η Αίτηση υπό μορφή μετοχών (τις οποίες μέχρι σήμερα ουδέποτε έλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση) και όχι από το τίμημα πώλησης που θα καταβαλλόταν με δόσεις και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει την απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών με οιονδήποτε τρόπο. Το Τεκμήριο 3 στην αίτηση δόθηκε στους Αιτητές ως δείγμα των δελτίων παραλαβής που εξέδιδαν οι Καθ' ων η Αίτηση προς υπογραφή από τους πελάτες τους όταν παρελάμβαναν μηχανήματα και άλλα αντικείμενα ιδιοκτησίας των Καθ' ων η Αίτηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο Β), οι Αιτητές, στην παράγραφο 2 της επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 19.2.2013 αποδέχθηκαν την οφειλή των δύο τελευταίων δόσεων προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Οι δε διάφοροι ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλαν στην εν λόγω επιστολή αλλά και που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί από τους Καθ' ων η Αίτηση ως προκύπτει και από επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 28.2.
  20. Τα μηχανήματα και εξοπλισμός αποτελούσαν ιδιοκτησία των Καθ' ων η Αίτηση νόμιμα και κανονικά. Όλοι δε οι πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση υπέγραφαν δελτία παραλαβής ως εμφαίνεται και στο Τεκμήριο 3 της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές αποδέχθηκαν και υπέγραψαν τον Πίνακα Β (Τεκμήριο 2της αίτησης) γνωρίζοντας ότι ο εξοπλισμός κατέχετο από πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι πλέον θα συναλλάσσονταν με τους Αιτητές και ουδέποτε προέκυψε οποιοδήποτε πρόβλημα ή παράπονο από τους Αιτητές σε σχέση με το εν λόγω θέμα. Παραδέχεται ότι τα ποσά ως εμφαίνονται στα Τεκμήρια 4 και 5 της αίτησης έχουν καταβληθεί στους Καθ ων η Αίτηση και αντιστοιχούν στις δύο πρώτες δόσεις βάσει της συμφωνίας πλέον τόκους. Σε σχέση με την επιστροφή των οχημάτων αξίας €13.500 ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό συμφωνήθηκε όπως αφαιρεθεί από το ποσό που θα λάμβαναν οι Καθ' ων η Αίτηση υπό μορφή μετοχών και όχι από το τίμημα πώλησης που θα καταβαλλόταν με δόσεις και ως εκ τούτου το ποσό της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών δεν επηρεάζεται. Το ποσό των €12.345 αφαιρέθηκε από τις μετοχές που θα λάμβαναν οι Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει του επίδικου Συμφωνητικού Εγγράφο. Ισχυρίζεται ότι πέραν των ποσών εκ €81.935 και €97.435 τα οποία οι Αιτητές κατέβαλαν νόμιμα και κανονικά δυνάμει του επίδικου Συμφωνητικού Εγγράφου, τα ποσά €13.500 και €12.345 ουδέποτε καταβλήθηκαν, αντιθέτως αφαιρέθηκαν από τις μετοχές αξίας €138.044.1 τις οποίες θα λάμβαναν οι Καθ' ων η Αίτηση και τις οποίες ουδέποτε έλαβαν από την ημερομηνία σύναψης του Συμφωνητικού Εγγράφου μέχρι και σήμερα. Το δε υπόλοιπο του ποσού της αξίας των μετοχών (μετά την αφαίρεση των ποσών) δεν περιλαμβάνεται στην απαίτηση της κυρίως αίτησης για τον λόγο ότι δεν πρόκειται για εκκαθαρισμένη απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών, σε αντίθεση με το ποσό το οποίο προκύπτει από τις οφειλόμενες δόσεις βάσει της συμφωνίας. Η απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση και είναι νόμιμη και οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι Αιτητές προσπαθούν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, τις οποίες εν πάση περιπτώσει είναι ανίκανοι να εξοφλήσουν. Η παρούσα αίτηση είναι παράνομη και καταχρηστική καθότι οι Αιτητές αξιώνουν την ίδια επί της ουσίας θεραπείας με την ένσταση τους. Το Τεκμήριο 7 στην αίτηση αφορά το έτος 2012 και δεν αποτελεί αποδεικτικό για την δυνατότητα των Αιτητών να πληρώσουν τα χρέη τους κατά την 05.04.2013 όταν και επιδόθηκε η ειδοποίηση απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση και μέχρι σήμερα. Εξάλλου οι Αιτητές δεν έχουν μέχρι σήμερα συμμορφωθεί. Στην 2η σελίδα του Τεκμηρίου 7, της αίτησης, με κωδικό αναφοράς D25 οι ίδιοι οι Αιτητές αναγνωρίζουν οφειλή (liability) προς τους Καθ' ων η Αίτηση για ποσό ύψους €254.883,
  21. Βάσει τούτου, αλλά και όλων των ανωτέρω, οι Αιτητές κωλύονται από το να προβαίνουν στους ισχυρισμούς τους αλλά και να προωθούν την παρούσα αίτηση γενικότερα. Περαιτέρω είναι εμφανές από απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 7 ότι το παθητικό των Αιτητών (liabilities) υπερβαίνει στο σύνολο του το ενεργητικό (assets). Στο Τεκμήριο Β στην ένσταση εμφαίνονται οι υποθήκες και επιβαρύνσεις προς εξασφάλιση πιστωτών των Αιτητών οι οποίες καταρρίπτουν περαιτέρω τους ισχυρισμούς περί ικανότητας των Αιτητών για αποπληρωμή των οφειλών τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις επικαλούμενοι σχετικές αυθεντίες. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η παρούσα αίτηση βασίζεται στη Δ.27 Θ.3 και Δ.19 Θ.26 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αλλά και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda

(1964)Ch.240 Court of Appeal αποφασίστηκε ότι η διάλυση εταιρείας αποτελεί δραστικό μέτρο και η επιδίωξη της μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς, οποτεδήποτε υπάρχει η ευχέρεια παροχής διαζευκτικής θεραπείας, μπορεί εύλογα να διαγραφεί η αίτηση για διάλυση, στα πλαίσια της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφόσον η αίτηση κρίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «The court has inherent jurisdiction to strike out a petition for winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition». Αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση έγινε στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ 246, όπου αποφασίστηκε ότι: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.» Στην υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 1109 αποφασίστηκε ότι: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου» Επίσης, στο σύγγραμμα «Applications to Wind up Companies» του Derek French σελ.221, αναφέρονται τα εξής: «An application to the Court for an Order striking out a petition [.] invoked the Court's inherent jurisdiction to prevent abuse of its process. This is so despite the existence of provisions in rules of court concerning abuse of process» Σχετική επί του θέματος είναι η Αγγλική υπόθεση Re Martin Coulter Enterprises Ltd [1988] ΒCLC 12, 19 όπου αποφασίστηκε ότι: «The power to strike out proceedings on the ground that it is in abuse of the process of the court is founded on the principle that parties are not to be harassed by frivolous, vexatious or hopeless litigation» Αντίστοιχα, στην υπόθεση Re A Company [1894] 2 Ch. 349, 350 λέχθηκε ότι: «But the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings where they amount to an abuse of its process» Στην Κυπριακή υπόθεση Alecos Constantinides v. 1. Ekdotiti Eteria Vima Ltd, κ.ά
(1983)1A C.L.R. 348, 349, το Ανώτατο έκρινε τα εξής: «This Court [.] has inherent power not only to restrain abuse of process, but also to secure obedience to the law; that associated with the power to restrain abuse is the undoubted power of the Court to control proceedings before it; that not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive; that the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the court to stop a party from subverting the course of justice» Τέλος, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας, ασκείται στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, όταν μια διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the court) και η σύμφυτη εξουσία είναι ανεξάρτητη από οποιουσδήποτε δικονομικούς κανονισμούς. Επομένως το Δικαστήριο έχει την εξουσία να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του, προκειμένου να ασκήσει τις συμφυείς εξουσίες του, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της αίτησης διάλυσης για να αποφασίσει την εγκυρότητα της, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση In Re Pelmako (ανωτέρω). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της αίτησης διάλυσης διότι, όπως ισχυρίζονται, εύλογα και καλόπιστα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό χρέος προς τους Καθ' ων η Αίτηση, το οποίο δεν είναι εκκαθαρισμένο και η αίτηση διάλυσης έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς, εκδικητικά και εκβιαστικά με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση οικονομικής πίεσης, είναι κακόπιστη και κακόβουλη και αποτελεί πρόδηλη κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991, στη σελ.998-999 είναι σχετικό: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του άρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οπoίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ.1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol.7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οπoίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen - y -van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)". Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πού παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση 2004, reissue, volume 7
(3)para 452 σημειώνονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. .. A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (βλ. Αναφορικά με την εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 2226) και Re James Millward & Co Ltd
(1940)Ch.333). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Palmer's "Company Precedents" Part 2 Winding Up, 17η έκδοση σελ.39: «A creditor of the company for a sum of money presently and unconditionally due and payable is unquestionably a creditor who can present a petition for winding up.» Στην υπόθεση Re a Company (No.,003079 of 1990) and other petitions
(1991)ΒCLC 235, 236 αποφασίστηκε ότι: "The test for determining whether the petition should be struck out is the same as that where there is an application to restrain the presentation of a petition or to restrain the advertisement of a petition on the grounds that there is a bona fide dispute on substantial grounds as to the company's liability to pay the debt with respect to which the winding-up order is sought. Accordingly, the Court could strike out a petition if, when the matter comes on for a substantive hearing, it is bound to be dismissed because the locus standi of the petitioner is disputed». Οι Αιτητές σε αίτηση παραμερισμού (ως η παρούσα), προς ικανοποίηση του ισχυρισμού τους ότι υπάρχει γνήσια αμφισβήτηση του χρέους, έχουν την υποχρέωση να δείξουν ότι υπάρχει τουλάχιστον γνήσιο θέμα προς συζήτηση ("genuine triable issue"). Στην υπόθεση Abbey National Plc v. JSF Finance & Currency Exchange Co Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 το Δικαστήριο έκρινε ότι: «In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt, the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention." Επίσης στην υπόθεση IS Incorporation Ltd
(2005)EWHC 404 (Ch) at 87 LTL 29/3/2005 αποφασίστηκε ότι: «...and I ought to restrain presentation of a winding up petition, even if (in the context of a summary judgment application) the defense could be regarded as "shadowy"» Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία κατά πόσο το χρέος οφείλεται ή όχι, τότε είναι η εταιρεία που θα πρέπει να επωφεληθεί από αυτή την αμφιβολία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την παρ.Α7-063 του Συγγράμματος Commercial Litigation Pre - emptive remedies" Sweet & Maxwell 2007: «On application by the company for an injunction to restrain the presentation of a winding up petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being presusured into paying a debt which in not due.if there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not, then it should be the company which is entitled to the benefit of it.» Όταν υπάρχει γνήσια αμφισβήτηση της οφειλής, τότε η εταιρεία δικαιωματικά μπορεί να παραμερίσει την αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Stonegate Securities Ltd v. Gregory
(1980)1 All E.R. 241 είναι σχετικό: «Since there was a bona fide despute whether the money was presently due from the company to the defendant and there was evidence that the defendant was nonetheless threatening to present a petition on the basis that it was so due, the company was entitled as of right to an injuction restraining the defendant from presenting a petition for the winding up of the company on that basis..» Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι όταν εύλογα αμφισβητείται το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, τότε η ενδεδειγμένη διαδικασία για σκοπούς εξακρίβωσης της οφειλής δεν μπορεί να είναι η αίτηση διάλυσης αλλά τα ζητήματα εξακρίβωσης της ύπαρξης της κατ' ισχυρισμό οφειλής, θα πρέπει να αποφασίζονται και επιλύονται στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Stonegate Securities Ltd v. Grecory, (ανωτέρω) όπου αποφασίστηκε ότι: «winding-up proceedings are not suitable proceedings in which to determine a genuine dispute whether the company owes the sum in question.», Charles Forte Investments Ltd v. Amanda (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι: «The petition to wind up was misconceived as there were alternative and more suitable remedies, namely, an action» και Mann v. Goldstein
(1968)1 WLR 1091, 1098-1099, όπου λέχθηκε ότι: «the winding up jurisdiction is not for the purpose of deciding a disputed debt.» Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law 4η έκδοση, σελ.679: «if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits..» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την προώθηση αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, προκαλείται όταν η αίτηση εκκαθάρισης, καταχωρείται μεταξύ άλλων, με σκοπό την καταπίεση της εταιρείας, όταν καταχωρείται για κάποιον αλλότριο σκοπό ή όταν η διάλυση της εταιρείας δεν είναι προς το συμφέρον όλων των πιστωτών και συνεισφορέων της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Cadiz Waterworks Co v. Barnett
(1874)LR 19 Eq 182 όπου αποφασίστηκε ότι: «And I beg to express my opinion that this Court ought not, and I think it will not [.] permit this winding-up process to be made a vehicle of oppression», Re Lympne Investments Ltd
(1972)2 All E.R. 385 όπου αποφασίστηκε ότι: «The court must not be used as a debt collecting agency, nor as a means of bringing improper pressure to bear on a company», και Re A Company
(1894)2 Ch. 349 όπου λέχθηκε ότι: «In my judgment, if I am satisfied that a petition is not presented in good faith and for the legitimate purpose of obtaining a winding-up order, but for other purposes, such as putting pressure on the company, I ought to stop it if its continuance is likely to cause damage to the company». Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Re Wheal Lovell Mining Co.
(1849)1 H.X TW 125, 128, RE Bellador Silk Ltd
(1965)1 All E.R. 667, 672, και Re A. Debtor
(1955)2 All E.R. 65 (C.A.) Μετά την παράθεση των πιο πάνω νομικών αρχών, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι Αιτητές, που έχουν και το βάρος απόδειξης, έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι εύλογα και γνήσια αμφισβητούν το ισχυριζόμενο χρέος. Είναι η θέση των Αιτητών ότι για τους λόγους που επικαλέστηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους και αναφέρονται πιο πάνω, η απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση για τίμημα πώλησης δεν είναι αποκρυσταλλωμένο αλλά αντίθετα, από αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν εξαρτήματα τα οποία δεν πωλήθηκαν ως επίσης και ο εξοπλισμός και μηχανήματα που δεν παραδόθηκαν ως ο Πίνακας Β (Τεκμήριο 2 στην αίτηση) ύψους €121.
  1. Συνεπώς θα πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά των €121.717 και €120.000 δηλαδή σύνολο €241.717 από το συνολικό τίμημα ύψους €460.
  2. Το τίμημα πώλησης έτσι μειώνεται σε €218.430 και το 70% των €218.430 ισούται με €152.901 το οποίο έπρεπε να πληρωθεί σε μετρητά. Σύμφωνα με το επίδικο Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) μόνο το 70% του τιμήματος δηλαδή €322.102,90 θα πληρωνόταν σε 4 ισόποσες δόσεις και οι Αιτητές έχουν ήδη καταβάλει συνολικά €205.
  3. Στη βάση αυτών των ισχυρισμών, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι όχι μόνο δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση αλλά αντίθετα δικαιούνται σε επιστροφή χρημάτων. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι τα εγειρόμενα θέματα θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4153/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (ΤΕκμ.1Β στην αίτηση) την οποία ήδη καταχώρησαν στις 5.11.13 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και του Κώστα Κωνσταντίνου και έχει ως αιτία αγωγής το επίδικο Συμφωνητικό Έγγραφο ημερ. 29.12.09 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Αντίθετα οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι όλοι οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους ώστε να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, τις οποίες είναι ανίκανοι να εξοφλήσουν. Παρέπεμψαν δε το Δικαστήριο στη σελ.2 του Τεκμηρίου 7 στην αίτηση, με το οποίο οι ίδιοι οι Αιτητές αναγνωρίζουν οφειλή προς τους Καθ' ων η Αίτηση για ποσό ύψους €254.883,04 το οποίο υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση, που συνίσταται στις δύο υπόλοιπες δόσεις που οι Αιτητές παραλείπουν να καταβάλουν δηλαδή στο ποσό των €161.
  4. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, η παράλειψη της εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του άρθρου 212 (α) του Κεφ.113 δεν συνιστά αμέλεια, εντός της έννοια της παρ.(α), όταν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Η αίτηση για εκκαθάριση δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για εκδίκαση αμφισβητούμενης οφειλής, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε εταιρεία για να καταβάλει χρήματα, τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης που προβάλλει η εταιρεία. Αρκεί να διαπιστώσει ότι υφίσταται καλόπιστη ουσιαστική υπεράσπιση και σε τέτοια περίπτωση απορρίπτει την αίτηση ως καταχρηστική. Νέα αίτηση χωρεί μόνο μετά την επιτυχή έκβαση σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Αδιαμφισβήτητα, ούτε και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο έχει την δικαιοδοσία να εκδικάσει την αμφισβητούμενη οφειλή, να αξιολογήσει τις δύο αντίθετες θέσεις όπως προβάλλονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών και να προβεί σε ανάλογα ευρήματα. Ό,τι μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του, είναι η ύπαρξη ή όχι εύλογης και γνήσιας αμφισβήτησης του ισχυριζόμενου χρέους. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, ως και τις θέσεις των δύο πλευρών, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, χωρίς, επαναλαμβάνω, να υπεισέρχομαι στην ουσία των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ότι οι Αιτητές, στη βάση ουσιαστικών λόγων, εύλογα και γνήσια αμφισβητούν το ισχυριζόμενο χρέος προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Κρίνω ότι η διαφορά μεταξύ των Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση στην ουσία της, θα πρέπει να κριθεί με την κατάλληλη διαδικασία που είναι η αγωγή (Τεκμήριο 1Β στην αίτηση) ή και οποιαδήποτε αγωγή ήθελε οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν εναντίον των Αιτητών και μόνο όταν οι Καθ' ων η Αίτηση εξασφαλίσουν δικαστική απόφαση υπέρ τους, θα μπορούν να προχωρήσουν με αίτηση διάλυσης εναντίον των Αιτητών, στα πλαίσια της οποίας οι Αιτητές θα κωλύονται πλέον να αμφισβητήσουν την απαίτηση στην ουσίας της. Οι Αιτητές, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι έχουν ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και δεν μπορούν να θεωρηθούν «πιστωτές». Η αίτηση διάλυσης χρησιμοποιείται από τους Καθ' ων η Αίτηση ως μοχλός πίεσης και επομένως, με βάση τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, αυτή θα πρέπει να παραμεριστεί ως καταχρηστική. Σ' ότι αφορά τους λόγους ένστασης υπό παρ.1 και 2 ανωτέρω, παρατηρώ ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν τους προώθησαν με σχετικές εισηγήσεις στην γραπτή τους αγόρευση και επομένως το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αυτούς. Η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική διότι με αυτήν επιδιώκεται ακριβώς η ίδια θεραπεία που επιδιώκεται και με την ένσταση των Αιτητών στην κυρίως αίτηση, που είναι η απόρριψη της κυρίως αίτησης, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση διάλυσης με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι αδιαμφισβήτητη και η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται. Η αίτηση διάλυσης ημερ. 2.5.13 παραμερίζεται και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (Αιτητές στην Αίτηση Διάλυσης) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.