Μαρίας Δημητρίου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6211/2012, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6211/2012 Μεταξύ:
- Μαρίας Δημητρίου κ.ά. Εναγόντων και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά. Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερ. 25 Ιουνίου 2013 υπό Εναγομένου 5 -Αιτητή για παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση και της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος κτλ 6 Μαρτίου,
- Για τον Αιτητή-εναγόμενο 5: κ. Αυγουστή για Ανδρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κα Ν. Νικολάου για Φοίβος και Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1), το οποίο καταχωρήθηκε στις 12.9.2012, οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/δανείου/αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης κατά ή περί το 2009 και 2011, ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου λόγω απάτης, δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009, τον Ιούλιο του 2011 και έπειτα. Επίσης, αιτούνται αποζημιώσεις κτλ. Η αγωγή στρέφεται εναντίον 22 συνολικά Εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος 5, ως μέλος και/ή Πρόεδρος του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
- Στις 13.12.2012 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από τους Ενάγοντες, με την οποία εξαιτούνταν την έκδοση διατάγματος σφράγισης και υποκατάστατης επίδοσης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους που διέμεναν μόνιμα στο εξωτερικό, με παράδοση στις αντίστοιχες διευθύνσεις τους στο εξωτερικό μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier service). Στις 23.1.2013 το Δικαστήριο, απαρτιζόμενο από άλλον αδελφό Δικαστή, εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Σύμφωνα με το λεκτικό του εν λόγω διατάγματος, διατασσόταν, μεταξύ άλλων, η «υποκατάστατη επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος μετά πιστού αντιγράφου του παρόντος Διατάγματος στους Εναγόμενους .. 5 .. στις πιο κάτω διευθύνσεις: (α) Για τον Εναγόμενο 5 Ανδρέα Βγενόπουλο, εξ Ελλάδος, Λεωφ. Θησέως, Νέα Ερυθραία, 146 71, Ελλάδα. ....................................... με παράδοση στις πιο πάνω διευθύνσεις μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (Courier Service).." Να σημειωθεί ότι το εν λόγω διάταγμα δεν διέτασσε την επίδοση της αίτησης ημερ. 13.12.
- Ακολούθως, ο Εναγόμενος 5, χωρίς να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, καταχώρησε την παρούσα αίτηση ημερ. 25.6.2013 («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται τα ακόλουθα: 1) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23/01/2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες / Καθ'ων η Αίτηση «για σφράγιση / έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος» εκτός δικαιοδοσίας Κύπρου στον Αιτητή. 2) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23/01/2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για υποκατάσταση επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στον Αιτητή. 3) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στον Αιτητή ως παράτυπης και/ή ως αντικανονικής και/ή ως μη διενεργηθείσας δεόντως και/ή ως διενεργηθείσας με την μη ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης. 4) Εναλλακτικά προς το 1 και/ή 2 και/ή 3 ανωτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στον Αιτητή ως διενεργηθείσας κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/01/13 για υποκατάστατη επίδοση στον Αιτητή. .....................................» Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ1 και 4, Δ.16 Θ.9, Δ.39, Δ.48, Θ.1-4, 8
(4), 9, 13 Δ.51, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις άρθρα 1-69, στον Νόμο 35 (III) του 2003 που κυρώνει τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ, στα άρθρα 1-26 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, στη Σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου Νόμος αρ. 55/84 άρθρα 1-34, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου σύμφωνα με την οποία το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει έναντι του δικαίου των χωρών κρατών μελών, στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Παντέχη, ημερ. 25.6.2013. Την παραθέτω αυτούσια: 1. Eίμαι δικηγόρος στην δικηγορική εταιρεία Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρων του Εναγομένου 5 / Αιτητή («ο Αιτητής») και είμαι κανονικά εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση για λογαριασμό του. 2. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου τα γνωρίζω προσωπικά και είναι αληθινά, όσα δε δεν γνωρίζω προσωπικά και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσεως είναι αληθινά από όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω. 3. Ως γνωρίζω προσωπικά ο Αιτητής τυγχάνει Έλληνας υπήκοος που διαμένει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα γεγονός που δικαιολογεί την από μέρους μου Ένορκη Δήλωση. 4. Σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Αιτητή και των Αντρέα Γιωρκάτζη, Νικόλα Θρασυβούλου και εμού στις 03/05/13 έχω ενημερωθεί ότι στις 29/04/13 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών (courier service) στην διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως 67 που βρίσκεται στην Νέα Ερυθραία στην Ελλάδα φάκελος που όταν ανοίχθηκε από πρόσωπο άλλο από τον Αιτητή διαπιστώθηκε ότι περιείχε επιστολή ημερομηνίας 22/04/13 των Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε απευθυνόμενη στον Αιτητή και σε άλλα τρία πρόσωπα επί της οποίας ήταν επισυνημμένα δύο έγγραφα περιγραφόμενα στην επιστολή ως «Πιστό Αντίγραφο Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος» και «Διάταγμα Δικαστηρίου». Αντίγραφο της επιστολής και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα επισυνάπτονται ως δέσμη και σημειώνονται ως Τεκμήριο 1. 5. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 μεταξύ των εγγράφων που παραδόθηκαν κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω δεν περιλαμβάνεται η μονομερής αίτηση των Καθ'ων η Αίτηση / Εναγόντων ημερομηνίας 13/12/12 και η Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 13/12/12 και η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 16/01/13 στην βάση των οποίων εξασφαλίστηκε το διάταγμα ημερομηνίας 23/01/13, αντίγραφο της οποίας έχει εξασφαλιστεί στις 05/06/13 μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρων του Αιτητή προς τους δικηγόρους των Καθ'ων η Αίτηση. 6. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω υπό την ιδιότητα μου ως δικηγόρου αλλά και όπως πληροφορούμε από τον Νικόλα Θρασυβούλου εκ των δικηγόρων του Αιτητή που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση το διάταγμα ημερομηνίας 23/01/13 θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή απορριφθεί για τους ακόλουθους μεταξύ άλλων λόγους:
- i)Η νομική βάση της μονομερούς αίτησης της Καθ'ης η Αίτηση ημερομηνίας 13/12/12 δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί την εν λόγω αίτηση, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1393/2007.
- ii)Η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 13/12/12 στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007. iii) Στον Αιτητή δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο (writ of summons or an equivalent document) ως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007
- iv)Στον Αιτητή δεν επιδόθηκαν η μονομερής αίτηση της Καθ'ης η Αίτηση ημερομηνίας 13/12/12 μαζί με την επισυνημμένη σε αυτή Ένορκη Δήλωση και την συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ως προβλέπεται στην Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- v)Το διάταγμα ημερομηνίας 23/01/13 καθ'ων μέρος αφορά την υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και/ή η έκδοση του συνιστά άσκηση μη υπάρχουσας εξουσίας από το Δικαστήριο και/ή εν πάση περιπτώσει συνιστά παράβαση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού
- vi)Το διάταγμα ημερομηνίας 23/01/13 σε σχέση με την υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων εξεδόθη κατά παράβαση και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου 55/84. vii) Η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 23/01/13 στον Αιτητή ουχί μέσω των αρμόδιων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και/ή στον Ν.55/84 καθιστά την επίδοση άκυρη viii) Η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 23/01/13 δεν έγινε στον Αιτητή ως η πρόνοια του σχετικού διατάγματος άλλα σε άλλο πρόσωπο.
- ix)Οι Ένορκες Δηλώσεις των Καθ'ων η Αίτηση ημερομηνίας 13/12/12 και 16/01/13 που υποστηρίζουν την μονομερή τους αίτηση της ίδιας ημερομηνίας είναι αντικανονικές και/ή παράτυπες και δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης της Ενόρκως Δηλούσας και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης της Ενόρκως Δηλούσας είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών της. 7. Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω αιτούμαι ως η επισυνημμένη αίτηση. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση. Παραθέτω αυτούσιους τους συγκεκριμένους λόγους Ένστασης: «(α) Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση παραμερισμού του διατάγματος παραχώρησης άδειας για σφράγιση έκδοσης ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος και επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας καθότι δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σύμφωνα με τη Διαταγή 16 Θ.9, ο διάδικος που θέλει να αμφισβητήσει είτε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είτε την επίδοση θα πρέπει να καταχωρήσει πρώτα δικαίωμα εμφάνισης υπό επιφύλαξη χωρίς να χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου πλέον με βάση τη νομολογία. Από τη στιγμή που δεν το έπραξε δεν δικαιούται να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου και πολύ περισσότερο να καταχωρεί αίτηση παραμερισμού. (β) Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με την αναφορά στην αίτηση στους θεσμούς πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 3 και 9 του Κεφ. 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν συνεπάγεται ακύρωσης της νομικής βάση της αίτησης και ή της μονομερούς αίτησης. (γ) Σε καμία περίπτωση οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας έχουν καταστεί ανενεργοί. Οποιαδήποτε δε αλλοίωση ή τροποποίηση των θεσμών με βάση το άρθρο 163 του Συντάγματος μπορεί ή δύναται να γίνεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο. (δ) Πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι απαραίτητο πλέον σε χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιδίδεται η Ειδοποίηση του Κλητήριου Εντάλματος, μπορεί να επιδίδεται η ειδοποίηση ή το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα της Δ.6 Θ.6 δεν είναι ανάγκη να επιδίδεται το Κλητήριο ένταλμα αλλά μπορεί να επιδίδεται η Ειδοποίηση ή το Κλητήριο ένταλμα. Το Δικαστήριο με το σχετικό διάταγμα του επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητήριου εντάλματος και ή του Κλητήριου εντάλματος και συνεπώς ουδεμία παρατυπία υφίσταται. (ε) Η μονομερής αίτηση ημερ. 13/12/2012 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 16/1/2013 στάληκε στους δικηγόρους των Αιτητών και συνεπώς οποιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί και ή εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες/καθ'ων η Αίτηση επιφυλάττουν το δικαίωμα να αποταθούν στο δικαστήριο για έκδοση των σχετικών οδηγιών δυνάμει της Διαταγή 64 Θ 1 και 2. (στ) Ο Αιτητής μπορούσε κάλλιστα να ζητήσει πριν την καταχώρηση της αίτησης αντίγραφο της μονομερούς αίτησης και ή να ερευνήσει το φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν το έπραξε άρα εμποδίζεται από του να εγείρει θέμα. (ζ) Η επίδοση που προνοεί ο Κανονισμός 1393/2007 μέσω των αρμόδιων αρχών Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι αποκλειστικής μορφής και δεν αποκλείει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως ενήργησε. Περαιτέρω υπήρξε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και ή εν πάση περιπτώσει δεν εφαρμόζεται κατ αποκλεισμό της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου η οποία απορρέει από το Κυπριακό Σύνταγμα , τα άρθρα 3 και 9 του Κεφ. 6, το Νόμο 14/60 και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. (η) Η υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων δεν έγινε κατά παράβαση και δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου 55/84 εάν και στο βαθμό που εξακολουθεί να ισχύ κάτω από το φως των προνοιών του Κανονισμού 44/2001 και 1393/2007. (θ) Το διάταγμα δεν προνοούσε για επίδοση στους Αιτητές αλλά διά επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων διά της παράδοσης στις διευθύνσεις που ενέκρινε. (ι) Ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαταγή του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης είτε με είτε χωρίς διαμαρτυρία και δεν νομιμοποιείται υπό τας περιστάσεις να αμφισβητεί το επίδικο διάταγμα. (κ) Καμία παρατυπία δεν υφίσταται ή αντικανονικότητα στους Ενόρκους Δηλώσεις που συνοδεύουν τη αίτηση η οποία κάθε άλλο παρά γενική και αόριστη είναι. (λ) Η αίτηση είναι καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς.» Η Ένσταση έχει το ίδιο, ουσιαστικά, νομικό υπόβαθρο ως και η Αίτηση και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερ. 23.10.2013, της Νικολέττας Νικολάου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Εναγόντων. Σε αυτή επαναλαμβάνονται, στην ουσία, οι λόγοι Ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική, επί του υπό κρίση ζητήματος, νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στην εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Το πρώτο ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην υποβολή αίτησης παραμερισμού, καθότι είχε υποχρέωση, προτού καταχωρήσει την Αίτηση, να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (conditional appearance). Το ζήτημα ρυθμίζεται από τη Δ.16, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9. A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Η Δ.16, θ.9 αντιστοιχεί στην Order 12, Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και επομένως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από την αγγλική επί του θέματος νομολογία. Σύμφωνα με την Κυπριακή επί του θέματος νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Παπακόκκινου v. Ladbroke P.L.C. κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 1090, Γεωργιάδης v. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136, G. J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trad. Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2064 και Blue Island Hold. Ltd v. Lefkaritis Bros (Mar.) Ltd κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 2033], αλλά και το σύγγραμμα The Annual Practice 1958, σελ. 181, 183 και 197, ένας εναγόμενος είναι ελεύθερος πριν καταχωρήσει εμφάνιση και χωρίς να εξασφαλίσει διάταγμα εμφάνισης υπό όρους, να αμφισβητήσει την επίδοση της αγωγής. Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί η θέση της συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ο Αιτητής δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προτού καταχωρήσει την Αίτηση. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τους ουσιαστικούς λόγους που επικαλείται ο Αιτητής για ακύρωση της επίδοσης και του διάταγματος ημερ. 23.1.2013 για την επίδοση σε αυτόν, εκτός δικαιοδοσίας, της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Παρόμοια ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση έχουν εξεταστεί πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά., Πολ. Εφέσεις Ε23/13 κ.ά., ημερ. 13.9.
- Εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, και οι συνέπειες παράλειψης επίδοσης στον εναγόμενο της μονομερούς αιτήσεως δυνάμει της Δ.48, θ.13 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα. Βασική θέση του Αιτητή, όπως ήταν και η θέση του εναγομένου στην Alpha Bank (ανωτέρω), είναι ότι με την επίδοση του διατάγματος δεν του επιδόθηκε και η μονομερής αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα. Στην υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η Δ.48, θ.13 έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις που η επίδοση της αγωγής γίνεται δυνάμει του ΕΚ1393/
- Έγινε δε επί του προκειμένου παραπομπή στην Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Co Elecgrom Steel Works
(2009)1(B) ΑΑΔ
- Μολαταύτα, σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, το κύριο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι τι συνέπειες μπορεί να έχει για την υπεράσπιση, η παράλειψη του ενάγοντα να συμμορφωθεί με τη Δ.48, θ.
- Στην Alpha Bank (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράβαση της Δ.48, θ.13 δεν ήταν τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αλλά ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.
- Μάλιστα, σε εκείνη την περίπτωση δεν ετίθετο θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία δυνάμει της Δ.64, αφού η μονομερής αίτηση είχε περιέλθει σε γνώση των εφεσιβλήτων, οι οποίοι καμιά ζημιά είχαν υποστεί. Λέχθηκε επίσης ότι η Δ.48, θ.13, αποκτά ιδιαίτερη δυναμική ανάλογα με το αν η παράλειψη συνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου, κάτι που δεν ήταν η περίπτωση τόσο στην Alpha Bank όσο και στην παρούσα. Παραθέτω πιο κάτω την ακόλουθη περικοπή από τις σελ. 22-24 της απόφασης στην Alpha Bank (ανωτέρω): "Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1Β AAΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη.» Το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου [βλ. The Annual Practice 1960, Vol. I, pp. 133-134 και Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 ΑΑΔ 36, 40]. Ως προς τον τρόπο της υποκατάστατης επίδοσης είναι, για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, αρκετό ότι αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.1.2013. Υπήρξε λοιπόν στην παρούσα αγωγή νομότυπη επίδοση. Δεν πρόκειται περί αγωγής που προχώρησε χωρίς επίδοση ώστε, με την παραγνώριση του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί, να του παρέχεται η δυνατότητα ιδίω δικαιώματι και χωρίς αναφορά προς ο,τιδήποτε άλλο - ex debito justitiae - να προσβάλει την εν τέλει εκδοθείσα απόφαση [βλ. Jones κ.ά. v. Δημητρίου κ.ά.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1526, 1532]. Στην υπό κρίση Αίτηση η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερ. 13.12.2012 δεν συνδέεται με οποιαδήποτε ερημοδικία στην αγωγή εναντίον του Αιτητή. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιλήφθηκε έγκαιρα το αγώγιμο δικαίωμα στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του και προχώρησε αμέσως σε διαδικασίες αμφισβήτησης των δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν. Να τονίσω επίσης ότι δεν αμφισβητείται ότι τελικώς οι συνήγοροι του Αιτητή παρέλαβαν τη μονομερή αίτηση ημερ. 13.12.2012 και την ένορκη δήλωση στην οποία στηρίχθηκε το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας από τους συνήγορους των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, η μονομερής αίτηση ημερ. 13.12.2012 με συνημμένα τεκμήρια και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 16.1.2013, απεστάλησαν στους δικηγόρους του Αιτητή μέσω υπηρεσίας Travel Express στις 4.6.2013. Σχετική ενημερωτική επιστολή περί τούτου, ημερ. 4.6.2013, στάληκε στους δικηγόρους του Αιτητή και με τηλεομοιότυπο. Με τη λήψη αυτή, οποιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευτεί [βλ. Alpha Bank (ανωτέρω)]. Συνάγεται από τα προλεχθέντα ότι ο Αιτητής γνώριζε από την ημερομηνία παραλαβής όλων των εγγράφων από τους συνήγορους των Εναγόντων όλα τα στοιχεία, και πριν την καταχώρηση της Αίτησης, στη βάση των οποίων οι τελευταίοι εξασφάλισαν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, τα οποία και αμφισβητεί με την Αίτηση. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι οι συνέπειες για τον Αιτητή λόγω της πιο πάνω παράλειψης ήσαν τέτοιες που να του δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθειά του να ακυρώσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που επιτεύχθηκε εναντίον του μονομερώς. Θεωρώ ότι η παράλειψη των Εναγόντων έχει θεραπευθεί πριν την καταχώρηση της Αίτησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει βάσιμο λόγο για έγκριση της Αίτησης. Η θέση του Αιτητή ότι η επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος αντί του ιδίου του Κλητηρίου Εντάλματος θα πρέπει να οδηγήσει στην έγκριση της Αίτησης, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εφόσον ο ΕΚ 1393/2007 δεν κατονομάζει τα έγγραφα που πρέπει να επιδίδονται σε κάθε περίπτωση, τα εν λόγω έγγραφα είναι αυτά που καθορίζονται στο εκάστοτε διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αλλά και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Το διάταγμα ημερ. 23.1.2013 διατάσσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή ενός εκ των δύο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Ενάγοντες επέδωσαν ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, η οποία αποτελεί έγγραφο που προβλέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος. Ο Αιτητής ισχυρίζεται επίσης πως, σε ό,τι αφορά επιδόσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΕΚ1393/2007 έχει καταργήσει σιωπηρώς τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ειδικότερα τη Δ.6, θ.6 που προνοεί για την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου και όχι του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος. Από τη στιγμή δε που η επίδοση στηρίχθηκε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι στον ΕΚ1393/07 θεωρεί ότι η όλη διαδικασία είναι άκυρη. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση, για τους λόγους που αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Ο ΕΚ 1393/07 «υπερισχύει άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη αλλά "δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση των διαβιβάσεων των πράξεων, εφόσον συνάδουν με τις διατάξεις του" (βλ. άρθρο 23 του προοιμίου και άρθρο 20
(2)του Κανονισμού). Ο Κανονισμός δεν υιοθετεί τυπολατρική προσέγγιση των θεμάτων που εγείρονται. Η επίδοση σύμφωνα με τον Κανονιασμό γίνεται από την "υπηρεσία διαβίβασης", αρμόδια για τη διαβίβαση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων προς επίδοση ή κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος και από την "υπηρεσία παραλαβής", αρμόδια για την παραλαβή δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων άλλου κράτους μέλους (βλ. Κεφ. ΙΙ, Τμήμα 1, άρθρα 4-11 του Κανονισμού). Σύμφωνα με το προοίμιο του Κανονισμού αυτός θεσπίστηκε για να διευκολύνει και επισπεύσει τη διαβίβαση, επίδοση και κοινοποίηση πράξεων μεταξύ κρατών μελών. Άλλοι τρόποι αποστολής και επίδοσης δικαστικών εγγράφων περιλαμβάνουν επίδοση μέσω προξενικών και διπλωματικών αρχών (Κεφ. ΙΙ, Τμήμα 2, άρθρα 12 και 13), επίδοση μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο (Κεφ. ΙΙ, Τμήμα 2, άρθρο 14) καθώς και απευθείας επίδοση «... μέσω δικαστικών επιμελητών ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, αν αυτό επιτρέπεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους (Κεφ. ΙΙ, Τμήμα 2, άρθρο 15). Έχοντας εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τον ΕΚ1393/07 στο σύνολό του, με ιδιαίτερη έμφαση στις πιο πάνω πρόνοιες, θεωρώ ότι ο σκοπός του Κανονισμού δεν ήταν να ρυθμίσει με τρόπο αποκλειστικό και απόλυτο το θέμα των επιδόσεων δικαστικών εγγράφων, αλλά να προσφέρει στα κράτη μέλη επιπρόσθετες διαδικαστικές μεθόδους για επίσπευση της διαβίβασης και κοινοποίησης των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. Θεωρώ ότι το άρθρο 20 του Κανονισμού διατηρεί σε ισχύ όσες συμφωνίες και διαδικασίες προϋπήρχαν του Κανονισμού, νοουμένου ότι αυτές συνάδουν με τον Κανονισμό. Φρονώ επίσης ότι οι πρόνοιες των Δ.5 και Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν συγκρούονται με τις πρόνοιες του Κανονισμού και, ως εκ τούτου, δεν έχουν καταστεί ανενεργές όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση ήταν καθόλα επιτρεπτή και σύμφωνη με το διάταγμα του Δικαστηρίου και δεν συγκρούεται με οποιαδήποτε πρόνοια του ΕΚ 1393/07. Αντίθετα, η μέθοδος που υιοθετήθηκε προβλέπεται από τον ίδιο τον Κανονισμό. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην αντίδικη πλευρά ως προς τα νομικά μέτρα που εκκρεμούν εναντίον της για να μπορεί να τα αντιμετωπίσει κατάλληλα. Ο πιο πάνω σκοπός έχει επιτευχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η εισήγηση του Αιτητή ότι η διαδικασία στην παρούσα αγωγή έχει διεξαχθεί κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.55/84 με βρίσκει αποκλίνοντα, δεδομένου ότι ο ΕΚ 1393/2007 υπερισχύει των προνοιών που περιέχονται σε διακρατικές συμφωνίες με τον ίδιο σκοπό. Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ο ΕΚ 1393/2007 δεν εμποδίζει τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από του να συνάπτουν ή και διατηρούν συμφωνίες ή διακανονισμούς με σκοπό την επιτάχυνση ή απλούστευση της επίδοσης εγγράφων, νοουμένου ότι συνάδουν με τις διατάξεις του. Εξάλλου, το όλο πνεύμα και φιλοσοφία του ΕΚ 1393/2007 είναι η απλοποίηση των διαδικασιών επίδοσης και η «καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» των εν λόγω εγγράφων. Περαιτέρω, παρόλο που ο Ν.55/84 κάνει πρόνοια για τρόπους επίδοσης εγγράφων μεταξύ Κυπριακής και Ελληνικής Δημοκρατίας, δίδει ακόμη μία επιλογή στους διαδίκους και δεν τους επιβάλλει υποχρέωση να ακολουθήσουν τις πρόνοιές του. Ο Αιτητής επικαλέστηκε επίσης παρατυπία στην επίδοση επειδή, κατά τον ίδιο, σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 23.1.2013, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να επιδώσουν προσωπικά την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στη διεύθυνση του Αιτητή στην Ελλάδα. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα η υποκατάστατη επίδοση θα έπρεπε να επιτευχθεί με την παράδοση του κλητηρίου ή ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στη διεύθυνση του Αιτητή στην Ελλάδα μέσω υπηρεσίας αγγελιαφόρων. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο διάταγμα για προσωπική επίδοση στον Αιτητή. Η επίδοση επιτεύχθηκε ως το διάταγμα του Δικαστηρίου, το λεκτικό του οποίου έχει καταγραφεί πιο πάνω στην παρούσα απόφαση, με την παράδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στη διεύθυνση του Αιτητή στην Ελλάδα μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier service). Τέλος, ο Αιτητής εισηγείται ότι οι ένορκες δηλώσεις ημερ. 13.12.2012 και 16.1.2013 που συνοδεύουν την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι αντικανονικές και/ή παράτυπες και δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι, για ουσιώδη γεγονότα, δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης της ενόρκως δηλούσας και/ή για άλλα γεγονότα η πηγή γνώσης της είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στην παράθεση γεγονότων τα οποία ο ομνύων μπορεί να αποδεικνύει εξ ιδίας γνώσεως. Όμως, σε παρεμπίπτουσες διαδικασίες, ένορκες δηλώσεις μπορούν να περιέχουν πληροφορίες και πεποίθηση του ομνύοντα με την παράθεση των πηγών και της βάσης τους. Στην υπό κρίση περίπτωση μπορεί μεν η ομνύουσα Μαρία Δημητρίου (Ενάγουσα 1) να μην αναφέρει ρητά στις δύο ένορκες δηλώσεις της ότι τα γεγονότα εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση, αλλά τα περιγράφει με σαφήνεια. Εκεί δε που η γνώση της προέρχεται από άλλη πηγή, όπως, για παράδειγμα, τους δικηγόρους των Εναγόντων, το αναφέρει ρητά. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά
(2010)1(Β) ΑΑΔ 829, όπου, στη σελ. 839 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός στον οποίο φαίνεται να στοχεύουν οι πρόνοιες της Δ.39, θ.2 είναι άλλος. Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων εγγράφων. Σημειώνουμε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου [περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004].» Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, στη γραπτή αγόρευσή του, ισχυρίστηκε ότι οι ένορκες δηλώσεις της Μαρίας Δημητρίου, ημερ. 13.12.2012 και 16.1.2013, που συνοδεύουν τη μονομερή αίτηση, δυνάμει της οποίας εξεδόθη το διάταγμα ημερ. 23.1.2013, είναι γενικές και αόριστες και δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε λόγο που να αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, προϋπόθεση για έγκριση του εν λόγω διατάγματος. Ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση, δυνάμει της Δ.6, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, να προσκομίσουν μαρτυρία ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον του Αιτητή-Εναγόμενου
- Η πιο πάνω θέση του Αιτητή είναι αντίθετη με προηγούμενη θέση του ότι ο ΕΚ 1393/07 έχει καταστήσει τις πρόνοιες της Δ.6 ανενεργές. Ο εν λόγω Κανονισμός δεν καθορίζει οποιοδήποτε προαπαιτούμενο ως η Δ.6, σε περιπτώσεις επίδοσης αγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν πάση περιπτώσει, επειδή έχω ήδη αποφασίσει ότι οι διατάξεις της Δ.6, θ.4 δεν έχουν καταστεί ανενεργές από τον ΕΚ 1393/07, θεωρώ ότι επιβάλλεται η εξέταση του κατά πόσο οι πιο πάνω δύο ένορκες δηλώσεις ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.6, θθ. 1 και 4 για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος για επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας αναφέρονται στη Δ.6, θ.1, ενώ στη Δ.6, θ.4, προβλέπεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η αγωγή είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπό κρίση Αίτηση δεν αμφισβητείται ότι το αγώγιμο δικαίωμα εμπίπτει στις κατηγορίες υποθέσεων που καθορίζονται στη Δ.6, θ.
- Ο Αιτητής όμως ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.6, θ.4 καθότι οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τη μονομερή αίτηση είναι τόσο ασαφείς και αόριστες που δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Η έκφραση πίστης από τον ομνύσαντα για ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής δεν είναι αρκετή. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτησή της με μαρτυρία. Από την άλλη, κατά την εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης αυτού στο εξωτερικό, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που παρουσιάζεται ενώπιόν του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων [βλ. Amathus Ltd v. Concord Liners κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 1030, 1034 και Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto SPA
(2000)1(A) ΑΑΔ 447, 458]. Το βάρος της απόδειξης για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπόθεσης παραμένει στους ώμους του ενάγοντα καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό της άδειας που δόθηκε από το Δικαστήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν στη συνεξέταση των στοιχείων που προβάλλονται από τις ένορκες δηλώσεις αποκαλύπτεται καλή συζητήσιμη υπόθεση, που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 θ.1, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης [βλ. GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1584, 1587, 1588, 1589 και Her Brit. Maj. Secr. Of State for Def. v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1(B) ΑΑΔ 995, 1003]. Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή της Δ.6, θθ. 1 και 4 επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Οι Ενάγοντες, με τις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα, αναφέρονται γενικά στις αιτίες αγωγής επί των οποίων στηρίζουν τις απαιτήσεις τους. Σε σχέση με τον Αιτητή-Εναγόμενο 5 αναφέρεται στην παράγρ. 5 της ένορκης δήλωσης ημερ. 13.12.12 ότι, μαζί με άλλα πρόσωπα, είναι αναγκαίος διάδικος καθότι, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 το 2009 και 2011, βαρύνεται με παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή με αστικά αδικήματα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η αναφορά αυτή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει από μόνο της καλή βάση αγωγής. Ο συνήγορός του παρέπεμψε μάλιστα στο Τεκμήριο 4Α της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, ισχυριζόμενος ότι ο Αιτητής δεν ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 το έτος
- Παραβλέπει όμως ότι ένας από τους επίδικους χρόνους ήταν το έτος 2011 και, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4Α της εν λόγω ένορκης δήλωσης, ο Αιτητής ήταν κατά το 2011 όχι μόνο μέλος αλλά και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης
- Υπενθυμίζω δε ότι, σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, όπως προκύπτει από την εν λόγω ένορκη δήλωση και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και απάτη εναντίον τους διαπράχθησαν κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009, τον Ιούλιο του 2011 και έπειτα. Μολαταύτα, ήταν η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι η απλή ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου δεν στοιχειοθετεί καλή βάση αγωγής. Παραγνωρίζει όμως το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν περιορίζουν την ευθύνη του Αιτητή μόνο στην ιδιότητά του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
- Συγκεκριμένα, του καταλογίζουν ότι, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, έδωσαν οδηγίες στους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 να εξαπατήσουν τους Ενάγοντες με τον τρόπο που αναφέρεται λεπτομερώς στις παραγρ. 5 και 6 της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί ικανοποιούν τις πρόνοιες της Δ.6, θ.4 και της σχετικής νομολογίας για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως καλής υπόθεσης εναντίον του Αιτητή-Εναγόμενου 5, για σκοπούς σφράγισης και επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο