← Κύπρος

Gelades Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3115/2013, 19/3/2014

Gelades Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3115/2013, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3115/2013 Μεταξύ: Gelades Ltd Εναγόντων και 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά. Εναγομένων ------------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 17 Μαΐου 2013 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 19 Μαρτίου, 2014. Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κα Η. Καραβιώτου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1: κα Χρ. Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 5: κ. Δ. Χατζηνέστορος για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο 6: κα Ι. Δημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17.5.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1) με το οποίο αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων: «(Α) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η πώληση και μεταβίβαση από την Εναγομένη 1 στις Εναγόμενες 2, 3 και 4 των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων και δικαιωμάτων της Εναγομένης 1, που φέρεται να έγινε με βάση ή/και σαν αποτέλεσμα των ακόλουθων διαταγμάτων της Εναγομένης 5 είναι άκυρη, λόγω κατάφωρης παραβίασης των νομίμων και Συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων ή/και ως συνιστώσας κατάφωρη παράνομη επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα των Εναγόντων ή/και καταδολίευση των Εναγόντων ως πιστωτές της Εναγομένης 1 ή/και παράνομη προτίμηση πιστωτών σε βάρος των Εναγόντων ή/και άλλως πως: (
  2. i)ΚΔΠ 97/2013 ημερ. 26/3/2013 για την πώληση και μεταβίβαση στην Εναγομένη 3. (
  3. ii)ΚΔΠ 104/2013 ημερ. 29/3/2013 για την πώληση και μεταβίβαση στην Εναγομένη 2. (iii) ΚΔΠ 105/2013 ημερ. 1/4/2013 για την πώληση και μεταβίβαση στην Εναγομένη 4. (Β) Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται η αποξένωση, επιβάρυνση, διάθεση ή χρήση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων και δικαιωμάτων της Εναγομένης 1, που φέρονται να μεταβιβάσθηκαν στις Εναγόμενες 2, 3 και 4 με τα διατάγματα που αναφέρονται πιο πάνω υπό Α εκτός εάν καταβληθούν στους Ενάγοντες οι οποιεσδήποτε καταθέσεις τους με την Εναγομένη 1 στον λογαριασμό με αρ. 179-32-249668 για το ποσό των $15.982.309,59. (Γ) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι τα περιουσιακά στοιχεία που φέρονται να επωλήθησαν και μετεβιβάσθησαν από την Εναγομένη 1 στις Εναγόμενες 2, 3 και 4 με διατάγματα που αναφέρονται πιο πάνω υπό Α απεκτήθησαν ή/και κατέχονται από τις Εναγόμενες 2, 3 και 4 ως εμπίστευμα ή/και ως μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων με την Εναγομένη 1 στους λογαριασμούς που αναφέρονται πιο πάνω υπό Β. (Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 5 εμποδίζεται από τις πράξεις και/ή υποχρεώσεις του (estoppel by conduct και/ή promissory estoppel) στο να ενεργήσει και/ή να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργεις με σκοπό την υποποίηση των Κ.Δ.Π. 94/2013, 104/2013 και 105/2013. (Ε) Διαταγή του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στις Εναγόμενες 2, 3, 4 και 5 να καταβάλουν ή αποπληρώσουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους καταθέτες ή άλλους πιστωτές της, υπό τύπον ανταλλάγματος ή/και τιμήματος πωλήσεως ή άλλως πως στη βάση των πιο πάνω υπό Α διαταγμάτων ή άλλως πως, εκτός εάν καταβληθούν στους Ενάγοντες οι καταθέσεις τους στον πιο πάνω υπό Β λογαριασμό. (ΣΤ)Περαιτέρω ή διαζευκτικά $15.982.309,59 πλέον τόκο ως οι καταθέσεις των Εναγόντων ως στο υπό στοιχείο Β πιο πάνω λογαριασμούς, δυνάμει των συμβάσεων καταθέσεων των Εναγόντων με την Εναγόμενη 1 ή/και λόγω παραβίασης των νομίμων και κατάφωρη παράνομη επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα των Εναγόντων ή/και καταδολίευση των Εναγόντων ως πιστωτές της Εναγομένης 1 ή/και παράνομη προτίμηση πιστωτών σε βάρος των Εναγόντων ή/και άλλως πως. (Ζ) Αποζημιώσεις και/ή επανάκτηση (restitution) και/ή απόφαση για την επιστροφή του ποσού των $15.982.309,59 ως οι καταθέσεις των Εναγόντων στους λογαριασμούς υπό στοιχείο Β πιο πάνω που κατέχουν οι Ενάγοντες στην Εναγομένη 1, δυνάμει των συμβάσεων καταθέσεων των Εναγόντων με την Εναγομένη 1, το οποίο αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά παρακρατείται από την Εναγόμενη 1 λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγομένων 5 και 6 για υλοποίηση των Κ.Δ.Π. 94/2013, 104/2013 και 105/2013. (Η) Αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών και/ή νομίμων δικαιωμάτων των Εναγόντων ή/και για παράνομη επέμβαση και ιδιοποίηση των περιουσιακών δικαιωμάτων των Εναγόντων ή/και καταδολίευση των Εναγόντων ή/και για παράνομη προτίμηση πιστωτών της Εναγομένης 1 σε βάρος και επί ζημία των Εναγόντων ή/και για αθέμιτο πλουτισμό ή/και άλλως πως. (Θ)Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης (fiduciary duty) και/ή παράβαση εμπιστεύματος (breach of trust) και/ή αμέλεια (negligence) της Εναγομένης 1. (Ι) Αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους της Εναγομένης 5 των θέσμιων καθηκόντων της που περιλαμβάνονται στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και/ή τον Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο και δυνάμει των καθηκόντων της που προδιαγράφονται από το πρωτόκολλο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και των δυνάμει τούτου Κανονισμών και/ή άλλως πως. (Κ) Αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους της Εναγομένης 5 των θέσμιων καθηκόντων της που περιλαμβάνονται στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο τέταρτο πρωτόκολλο για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ευρωπαϊκών Τραπεζών και του Συστήματος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας κι των δυνάμει τούτου Κανονισμών. (Λ) Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης 1 κατά την εκτέλεση και/ή άσκηση των εργασιών της δυνάμει των Τραπεζικών Εργασιών Νόμων 1997 - 2013 και/ή των εκάστοτε ισχυόντων κανονισμών. (Μ) Αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων εκ μέρους των Εναγομένων που διασφαλίζονται από τα Άρθρα 6, 23, 25, 26, 28, 33, 35 του Συντάγματος και από το Αρ.1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή Συνταγματικών και/ή νομίμων δικαιωμάτων. (Ν) Αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων των Εναγόντων εκ μέρους των Εναγομένων που διασφαλίζονται από τα Άρθρα 12, 15, 16, 17, 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή Συνταγματικών και/ή νομίμων δικαιωμάτων. (Ξ) Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου 6 κατά την εκτέλεση και/ή άσκηση και/ή παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους και/ή κατά την έκδοση των Διαταγμάτων 94/2013, 104/2013 και 105/2013 και/ή κατά την έκδοση αποφάσεων του στην εκτέλεση των καθηκόντων του. (Ο) Αποζημιώσεις για επηρεαζόμενα δικαιώματα των Εναγόντων και/ή για απώλεια και/ζημιά που υφίσταται ένεκα των μέτρων εξυγίανσης που έλαβαν οι Εναγόμενοι 5 και 6 η οποία απώλεια και/ή ζημιά είναι μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε απώλεια και/ή ζημιά που τυχόν θα υφίσταντο οι Ενάγοντες εάν η Εναγομένη 1 ετίθετο στο σύνολο της απευθείας σε εκκαθάριση. (Π) Αποζημιώσεις για παράνομη και/ή συμβατική παράβαση και/ή τερματισμό της σύμβασης μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 και/ή της νόμιμης σχέσης μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 ως τράπεζας και καταθέτη. (Ρ) Γενικές Αποζημιώσεις λόγω της δέσμευσης και/ή δήμευσης και/ή κατακράτησης του υπολοίπου των Λογαριασμών που κατέχουν οι Ενάγοντες στην Εναγομένη 1. (Σ) Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις.» Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και στα πλαίσια αυτής, οι Ενάγοντες («οι Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτούνταν την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων: «(Α) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες τους από του να προβούν στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εξυγίανσης, στο μέτρο που αφορά οι καταθέσεις των Αιτητών στον λογαριασμό 179-32-249668 για το ποσό των $15.982.309,59 για την εφαρμογή του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και/ή οποιωνδήποτε άλλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω Νόμου ή δυνάμει οποιουδήποτε των διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 94/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 104/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 105/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013» ή οδηγιών ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή εγκυκλίου μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες τους από του να προβούν σε αποξένωση, επιβάρυνση, διάθεση ή χρήση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων και δικαιωμάτων της Εναγομένης 1, που φέρονται να μετεβιβάσθηκαν στις Εναγόμενες 2, 3 και 4 με τα διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 104/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 105/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013» εκτός εάν καταβληθούν στην Ενάγουσα οι οποιεσδήποτε καταθέσεις της με την Εναγόμενη 1 στον λογαριασμό 179-32-249668 για το ποσό των $15.982.309,59. (Γ) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες τους από του να ενεργήσουν και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την υλοποίηση των διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 94/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης των Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 104/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013», Κ.Δ.Π. 105/2013 με τίτλο ως «το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd., Διάταγμα του 2013» και προβούν σε οποιαδήποτε μετατροπή και/ή μείωση και/ή αλλοίωση και/ή χρήση του λογαριασμού 179-32-249668 με τρόπο που να μη είναι δυνατό να αποδοθεί στους Αιτητές ολόκληρο το ποσό, πλέον τόκους, που είναι κατατεθειμένο στους πιο πάνω λογαριασμούς μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων των Αιτητών επί του λογαριασμού με αρ. 179-32-249668 για το ποσό των $15.982.309,59 και/ή σε οποιαδήποτε μείωση και/ή εξάλειψη και/ή μηδενισμό και/ή αντικατάσταση και/ή με οποιοδήποτε τρόπο επέμβουν επί του ποσού ως περιγράφεται πιο πάνω, πλέον τόκους μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Την ίδια ημερομηνία εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα ως τα αιτητικά (Α) και (Δ) της Αίτησης. Ως προς τα αιτητικά (Β) και (Γ) διατάχθηκε όπως η Αίτηση επιδοθεί στους αντιδίκους. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Ποφαΐδη. Ακολούθησε η καταχώρηση, από τους Εναγόμενους 1, 2, 5 και 6, ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις. Τόσο η παρούσα αγωγή, όσο και η Αίτηση δεν επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 3 και 4. Τον Ιούλιο του 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα που προέκυψαν το τελευταίο έτος, ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, αιτήθηκε την ένταξή της στο Μηχανισμό Στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις προς το σκοπό αυτό με την Τρόικα. Τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν, καταγράφονται στις παραγράφους 3-21 της ένορκης δήλωσης της Ελένης Ποφαΐδη, που συνοδεύει την Αίτηση, και στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα. Οι Ενάγοντες είναι καταθέτες και/ή πιστωτές στη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στο λογαριασμό αρ. 179-32-249668, ο οποίος στις 17.5.2013 είχε πιστωτικό υπόλοιπο USD15.982.309,59. Ως εκ τούτου, θεωρούνται καταθέτες στην εν λόγω τράπεζα, σύμφωνα και με τις σχετικές πρόνοιες του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Στο μεταξύ, από το Μάιο του 2012, η Κυπριακή Δημοκρατία έλαβε μέτρα στήριξης της Εναγομένης 1, με βάση τον περί Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμο, με το Διάταγμα περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2012, ΚΔΠ 182/2012, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σαν αποτέλεσμα, η Εναγομένη 1 ευρίσκεται έκτοτε υπό τον ουσιαστικό και νομικό έλεγχο του Εναγομένου 6 που κατέστη, δι' εφαρμογής των υπό αναφορά μέτρων στήριξης, ο μεγαλύτερος μέτοχος της Εναγομένης 1, με ποσοστό της τάξης του 84% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της. Έκτοτε η Εναγομένη 1 λειτουργούσε υπό κράτος γραπτών και προφορικών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του Εναγομένου 6 ότι θα παρείχε στην Εναγομένη 1 πλήρη στήριξη και ότι οι καταθέσεις των καταθετών της Εναγομένης 1 ουδέν κίνδυνο διέτρεχαν. Με απόφαση του ημερομηνίας 16.3.2013 το Euro Group κατέληξε σε συμφωνία με τον Εναγόμενο 6 ότι η τελευταία θα τύχει οικονομικής ενίσχυσης και χρηματοδότησης, που περιλαμβάνει και αναδιοργάνωση στον τραπεζικό-χρηματοοικονομικό τομέα. Στην ίδια απόφασή του το Euro Group αποφάσισε, σε συμφωνία με τον Εναγόμενο 6, την εφαρμογή κουρέματος σε όλες τις καταθέσεις όλων των Κυπριακών τραπεζικών και πιστωτικών ιδρυμάτων, με συντελεστή 6,75% για καταθέσεις μέχρι €100.000 και συντελεστή 9,90% για καταθέσεις άνω των €100.000. Η πιο πάνω απόφαση του Euro Group επιζητήθηκε να υλοποιηθεί με νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων και απορρίφθηκε. Στις 22.3.2013 ψηφίστηκε, με τη μορφή κατεπείγουσας διαδικασίας από τη Βουλή, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος, Ν.17(Ι)/2013(«ο Νόμος»), σύμφωνα με τον οποίο η Εναγόμενη 5 ενεργεί ως «Αρχή Εξυγίανσης» και από κοινού με τον Εναγόμενο 6 λαμβάνει μέτρα με σκοπό την καλύτερη επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, ως αυτοί καθορίζονται στο Άρθρο 3

(1)του Νόμου. Ακολούθησε νέα απόφαση του Euro Group ημερομηνίας 25.3.2013, με τη συμφωνία του Εναγομένου 6 σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων: (α) Η Εναγομένη 1 θα «αναδιοργανωθεί» (will be resolved) άμεσα με πλήρη συνεισφορά των κατόχων μετοχών, ομολόγων και των «ανεξασφάλιστων» καταθετών στα πλαίσια του νέου Νόμου. (β) Η Εναγόμενη 1 θα διαχωριστεί σε «καλή» και «κακή τράπεζα». Η κακή τράπεζα θα παύσει να διεξάγει εργασίες με την πάροδο του χρόνου. (γ) Η καλή τράπεζα θα ενσωματωθεί στην Εναγομένη
  1. Στις 25.3.2013 οι Εναγόμενοι 5 και 6 εξέδωσαν Διάταγμα, το οποίο δημοσιεύτηκε ως Κ.Δ.Π.94/2013, με σκοπό την πώληση εργασιών της Εναγομένης
  2. Με επιστολή της ημερομηνίας 25.3.2013, η Εναγόμενη 5 ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ότι η Εναγόμενη 5, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης, θα ασκεί όλες τις εξουσίες, καθήκοντα και ευθύνες των μετόχων, συμβούλων και διευθυντών της Εναγομένης
  3. Με απόφαση της Εναγομένης 5, από 19.3.2013 κανένα τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα δεν διεξήγε εργασίες μέχρι και την 28.3.
  4. Ουσιαστικά, η τελευταία μέρα διεξαγωγής εργασιών για την Εναγομένη 1 ήταν η Παρασκευή 15.3.
  5. Στις 26.3.2013 η Εναγόμενη 5, μαζί με τη σύμφωνη γνώμη του Εναγομένου 6, εξέδωσαν το Διάταγμα Κ.Δ.Π 97/2013, σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη 1 στην Ελλάδα μεταβιβάζει διά πωλήσεως στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με τις εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα. Στις 29.3.2013 η Εναγόμενη 5, μαζί με τη σύμφωνη γνώμη του Εναγομένου 6, εξέδωσαν το Διάταγμα, Κ.Δ.Π 104/2013 σύμφωνα με το οποίο η Εναγομένη 1 πωλεί ορισμένες από τις εργασίες της στην Εναγόμενη
  6. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 5 του Διατάγματος 104/2013, μεταβιβάζονται, στην Εναγομένη 2 σχεδόν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων και δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 (πλην των αναφερομένων στα Διατάγματα ΚΔΠ 97/2013 και ΚΔΠ 105/2013 που μεταβιβάζονται με βάση αυτά) μαζί και μερικές υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και ειδικά υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε προσώπου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013, εκτός στο βαθμό που η υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των €100.000 και όλες οι καταθέσεις ανεξαρτήτως ποσού που ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες, στη Γενική Κυβέρνηση, στους εγχώριους επικουρικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και φορείς, υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμφωνίες επαναγοράς χρηματοοικονομικών μέσων, καταθέσεις της JCC Payment Systems Ltd, φιλανθρωπικά ιδρύματα και σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Την 1.4.2013 η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε Διάταγμα, Κ.Δ.Π.105/2013, σύμφωνα με το οποίο η Εναγομένη 1 μεταβιβάζει τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της στο Ηνωμένο Βασίλειο προς την Bank of Cyprus UK Limited. Ουσιαστικά με την έκδοση των Διαταγμάτων των Εναγομένων 5 και 6, οι καταθέσεις των Εναγόντων στην Εναγόμενη 1 εκμηδενίζονται και αφήνονται τυπικοί πιστωτές της Εναγομένης 1, χωρίς δυνατότητα ή προσδοκία καν να εισπράξουν οποιοδήποτε μέρος των καταθέσεων τους, τουλάχιστον πέραν των €100.000, θέτοντας τους γενικά στη δυσμενέστερη θέση που θα μπορούσε να έρθουν, και ειδικότερα σε σύγκριση με τους καταθέτες άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και καταθετών της ίδιας της Τράπεζας σε Ελλάδα και Αγγλία. Η θέση των Αιτητών-Εναγόντων είναι πως η επέμβαση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1, 2, 5 και 6 στην ιδιοκτησία τους είναι παράνομη, αντισυνταγματική, αντίκειται σε κάθε πρόνοια ενός κράτους δικαίου και είναι αντισυμβατική στη σχέση τους με την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη
  7. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, με την εφαρμογή των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 5 και 6, σε περίπτωση αποτυχίας της Αίτησης, οι Αιτητές-Ενάγοντες στην ουσία θα απωλέσουν όλες τις καταθέσεις στο σύνολό τους, χωρίς την οποιαδήποτε εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, ούτε καν τη μετατροπή μέρους αυτών σε μετοχές, όπως έλαβαν οι καταθέτες άλλων Τραπεζών που ήσαν σε εξυγίανση. Οι κύριοι λόγοι ένστασης που καταγράφονται στις Ειδοποιήσεις περί Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν και συνοψιστούν ως ακολούθως:
(1)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων.
(2)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. Είναι προς το δημόσιο συμφέρον να ακυρωθούν τα εκδοθέντα διατάγματα και να απορριφθεί η Αίτηση για να δυνηθούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι να προχωρήσουν απρόσκοπτα στην ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών και στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα παραμείνουν σε ισχύ, οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές και οι Αιτητές-Ενάγοντες θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από αυτή που βρίσκονται τώρα με την εφαρμογή των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 3
(2)(δ) του Ν. 17(Ι)/2013, οι Αιτητές-Ενάγοντες ως πιστωτές «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση» ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση.
(3)Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 επικαλείται επίσης: (α) αδυναμία στην εκτέλεση της σύμβασης (με τους Ενάγοντες) λόγω της έκδοσης των Διαταγμάτων από τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 5 και 6, (β) ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για την έκδοση των Διαταγμάτων και, (γ) ότι οι συμβάσεις της με τους Αιτητές-Ενάγοντες καθίστανται άκυρες εφόσον η εκτέλεσή τους είναι πλέον αδύνατη.
(4)Τα υπό κρίση διατάγματα και οι εξαιτούμενες θεραπείες εμποδίζουν την εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων που βρίσκονται σε ισχύ. Ο Ν.17(Ι)/2013τεκμαίρεται Συνταγματικός, ενώ τα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
(5)Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του Κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας.
(6)Η διατήρηση των εκδοθέντων διαταγμάτων σε ισχύ συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης.
(7)Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου ενόψει της συντελεσθείσας ήδη, στις 29.3.2013 και ώρα 06:10, εφαρμογής των προβλεπομένων μέτρων απομείωσης. Δεν θα ενδιατρίψω λεπτομερώς στις θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές καταγράφονται στην Αίτηση, στις Ενστάσεις και τις γραπτές αγορεύσεις, περιοριζόμενος σε ορισμένα σημεία που, κατά την άποψή μου, κρίνουν εκ προοιμίου το αποτέλεσμα της Αίτησης. Ένα από τα ουσιαστικά και βασικά ερωτήματα αφορά στη φύση των εκδοθέντων και/ή εξαιτούμενων διαταγμάτων ως ανασταλτικών μιας πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι τα σχετικά Διατάγματα ήταν αμέσως δεσμευτικά για τους ίδιους και δεν είχαν άλλη επιλογή από του να τα εφαρμόσουν, συμμορφούμενοι με αυτό τον τρόπο με τις πρόνοιες των Διαταγμάτων και του Νόμου. Άλλος λόγος ένστασης ήταν ότι τα εκδοθέντα και/ή εξαιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να έχουν νόημα ως συντηρητικά της προτέρας κατάστασης, για το λόγο ότι, όπως διατυπώθηκε στη Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), η σχέση καταθέτη-τράπεζας, είναι σχέση πιστωτή-οφειλέτη. Τρίτο ουσιαστικό και βασικό ζήτημα των ενστάσεων ήταν ότι, ενόψει της συντελεσθείσας ήδη εφαρμογής των προβλεπομένων μέτρων απομείωσης, η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα δεν είναι μόνο δραστικά, αλλά βρίσκονται σε άμεση σύγκρουση με την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά., Υπόθεση Αρ. 551/2013, ημερ. 7.6.2013. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, τόσο το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/13, το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103/13, το οποίο προνοεί για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα, αφορούν τη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα και όχι τους πιστωτές καταθέτες και τους άλλους (μη καταθέτες) πιστωτές, οι οποίοι μόνο συμβατική σχέση έχουν με τις εν λόγω τράπεζες. Συνεπώς, τα πιο πάνω Διατάγματα, ως έχουν τροποποιηθεί, δεν ρυθμίζουν τις σχέσεις της Πολιτείας και των πολιτών και εμπίπτουν στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Σύμφωνα με την απόφαση Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν δημιουργεί στους καταθέτες αυτούς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων. Ο επηρεασμός αυτός θα μπορούσε να καθοριστεί και/ή να εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών, στη βάση της συμβατικής σχέσης των καταθετών με τις εν λόγω τράπεζες, τόσο εναντίον των εν λόγω τραπεζών όσο και εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας στη βάση ότι προκάλεσε τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής διά των Διαταγμάτων. Βέβαια, τα θέματα αυτά δεν θα εξεταστούν στο παρόν στάδιο αλλά στο τέλος της διαδικασίας. Το Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 103/13), που εκδόθηκε δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, εκδόθηκε από αρμόδια δημόσια αρχή και δεν έχει μέχρι τώρα ακυρωθεί από Δικαστήριο, ούτε έχει ανακληθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή που το εξέδωσε. Δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και εκτελεστέο, όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης. Κατά συνέπεια, οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενες 1 και 2 δεν είχαν οποιαδήποτε επιλογή παρά να εφαρμόσουν και να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες των εν λόγω Διαταγμάτων και του Νόμου, δυνάμει του οποίου αυτά είχαν εκδοθεί. Τα εν λόγω Διατάγματα και/ή κανονισμοί και/ή νομοθεσία, επιβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων που έχει προκύψει, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην έχουν οποιαδήποτε επιλογή παρά συμμόρφωση με το Νόμο. Στο βαθμό που η όποια ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο, αυτή έχει ματαιωθεί (frustrated). Σε ό,τι αφορά το θέμα των αποζημιώσεων, κρίνω, στη βάση της απόφασης Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) ότι δεν είναι ορθό να θεωρείται ότι ο καταθέτης έχει απολέσει το μέρος της κατάθεσής του που έχει υποβληθεί στην εξυγίανση. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/13, οι πιστωτές «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα (εδώ της Λαϊκής Τράπεζας) ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών, θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και, κατ΄ επέκταση, τη θέση των καταθετών της. Στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης (στη σελ. 33) ότι: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα». Τόσο η βάση της παρούσας αγωγής, όσο και η βάση της Αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στηρίζεται, στην ουσία, στην εξέταση της νομιμότητας των Διαταγμάτων και της Συνταγματικότητας του Ν.17(Ι)/13. Αυτό που ζητείται με την αγωγή και την Αίτηση είναι η παρεμπόδιση του «κουρέματος» του λογαριασμού των Αιτητών-Εναγόντων και η απαγόρευση της οποιασδήποτε επέμβασης στον εν λόγω λογαριασμό. Η βάση επί της οποίας εδράζεται η εισήγηση για διατήρηση της ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων θεωρώ ότι έχει καταρρεύσει ενόψει της απόφασης στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω). Τα εκδοθέντα και/ή ζητούμενα διατάγματα δεν μπορούν να έχουν νόημα ως συντηρητικά της προτέρας κατάστασης καθότι, όπως λέχθηκε στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) η σχέση καταθέτη-τράπεζας είναι σχέση πιστωτή-οφειλέτη και ο λογαριασμός του καταθέτη στην τράπεζα δεν του δίδει (ιδιοκτησιακό) δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα, παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του με την τράπεζα, αποτελώντας την καταγεγραμμένη κατάσταση της συμβατικής τους σχέσης, σε αντίθεση με τη θέση καταθέτη που διατηρεί θυρίδα σε τράπεζα, εφόσον ο τελευταίος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα που βρίσκονται στη θυρίδα. Συνεπώς, στην περίπτωση καταθέτη σε λογαριασμό, το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά η τυχόν χρηματική ζημιά που προέκυψε για τον καταθέτη. Ως εκ τούτου, τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα δεν συνάδουν και/ή είναι αντίθετα με τη δεσμευτική απόφαση στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω). Περαιτέρω, οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται με την Αίτηση την οποιαδήποτε γενική απαγόρευση επέμβασης στον εν λόγω λογαριασμό τους (ουσιαστικά αναστολή της Κ.Δ.Π. 103/13 μέχρι να εξεταστεί η θέση του περί αντισυνταγματικότητας του Ν.17(Ι)/13), χωρίς να κάνουν αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά που έχουν απολέσει. Τέλος, θα παραπέμψω σε μια πρόσφατη απόφαση, που εκδόθηκε στις 19.12.2013 από τον αδελφό Δικαστή Τ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ., στην αγωγή 2306/2013, Fransa Enterprises Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., η οποία αφορούσε παρόμοια με τα υπό κρίση θέματα. Στις σελ. 6 και 7 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αρχίζοντας από το πρώτο ζήτημα, τονίζω ότι στο προδικαστικό στάδιο όπου βρισκόμαστε ο Νόμος και τα συνεπακόλουθα του διατάγματα θωρακίζονται από τεκμήριο συνταγματικότητας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Α. Efthymiou Enter. Ltd v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1596, 1601: «Η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός.» Αυτά απαντούν ευθέως και καταλυτικά στο αίτημα για αναστολή του Διατάγματος μέχρι να εκδικαστεί η εισήγησή περί αντισυνταγματικότητας. Συνεπώς είναι άνευ ετέρου που δεν μπορούν να δοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. Έκδοσή τους θα προσέβαλλε το τεκμήριο συνταγματικότητας και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, σε αυτό το στάδιο, παρέμβαση της δικαστικής στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον δεν θα ήταν παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, η απόδοσή της θεραπείας που ενδιαμέσως τώρα ζητείται, η οποία έγκειται κατ' ουσία στη διατήρηση ή επαναφορά συγκεκριμένου χρηματικού ποσού στο λογαριασμό της ενάγουσας, δεν βρίσκει έρεισμα στη σχέση καταθέτη-τράπεζας όπως αυτή διατυπώθηκε αυθεντικά στην υπόθεση Χριστοδούλου. H συνήθης έννοια του ενδιαμέσου διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante.[1] Εν προκειμένω όμως, οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα στα συγκεκριμένα χρήματα ούτε τώρα, ούτε ακόμα και στο τέλος της αγωγής. Το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη του ποσού στο λογαριασμό τους. Το δικαίωμά τους θα είναι για αποζημιώσεις με τον τρόπο που εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και με «κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας». Ως προς το τρίτο σημείο, έστω και αν ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν έχει απομειωθεί με συγκεκριμένη λογιστική πράξη, στην πραγματικότητα η απομείωση και μετατροπή των καταθέσεων συντελέστηκε στις 29/3/2013 και ώρα 06.00 κατ' εφαρμογή του Διατάγματος. Η μη μετατροπή της συγκεκριμένης κατάθεσης, δεν αποτελούσε εξαίρεση με έρεισμα στο Νόμο, αλλά μια σύμπτωση χωρίς οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα. Η νομική πραγματικότητα είναι ότι το διάταγμα εφαρμόστηκε και η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου.» Παρόλο ότι η εν λόγω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, εντούτοις συμφωνώ με το σκεπτικό της και το υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν θεωρώ σκόπιμο να ενασχοληθώ με τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και με όλους τους άλλους λόγους ένστασης. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται και/ή παύουν να έχουν οποιαδήποτε ισχύ. Ο κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εντούτοις, συμφωνώντας με την κατάληξη στην πιο πάνω απόφαση του αδελφού Δικαστή Τ. Οικονόμου ότι «εν προκειμένω, οι αιτητές βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ιδιόμορφη και πρωτόγνωρη κατάσταση υπό τη φοβερή πίεση της οποίας προσπάθησαν να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους, όπως τα αντιλαμβάνονται, μέχρι την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου», υπό τέτοιες ιδιάζουσες περιστάσεις θεωρώ εύλογο και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.