← Κύπρος

Προκόπης Παττίχης ν. 1. A.C Travel Planners Ltd (πρώην A.C Travel Planners College of Tourism and Hotel Management Ltd) δια του διαχειριστή και παραλή

Προκόπης Παττίχης ν.

  1. A.C Travel Planners Ltd (πρώην A.C Travel Planners College of Tourism and Hotel Management Ltd) δια του διαχειριστή και παραλήπτη αυτής Λεύκιου Ιωαννίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3880/13, 7/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A144 Αρ. Αγωγής: 3880/13 Μεταξύ: Προκόπης Παττίχης, εκ Λευκωσίας Ενάγων και
  2. A.C Travel Planners Ltd (πρώην A.C Travel Planners College of Tourism and Hotel Management Ltd) δια του διαχειριστή και παραλήπτη αυτής Λεύκιου Ιωαννίδη
  3. Σάββας Αδαμίδης, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 10.7.13 υπό ενάγοντα - αιτητή για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2014 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Ευθύμιος Ευθυμίου Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κος Κυριάκος Θεοδωρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, ανέρχεται σε €145.956,00 και εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο από συμφωνία παροχής αρχιτεκτονικής μελέτης και σχεδίων. Επιζητούνται επίσης γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που αφορούσαν την διαμόρφωση δύο κτηρίων ιδιοκτησίας της εναγομένης 1, με σκοπό την στέγαση των υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Κύπρου στο οποίο ενοικιάστηκαν τα κτήρια. Διαζευκτικά, ο ενάγων αιτείται το ποσόν των €194.608,00 ως αποζημιώσεις για διαφυγόν κέρδος λόγω του κατ' ισχυρισμό παράνομου τερματισμού της πιο πάνω συμφωνίας. Μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 20.6.13, ο ενάγοντας με μονομερή αίτηση του ημερομηνίας 10.7.2013, πέτυχε την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων με τα οποία διατάσσεται η εναγομένη 1 εταιρεία, η οποία τελεί υπό την διαχείριση του παραλήπτη και διαχειριστή Λεύκιου Ιωαννίδη όπως μη αποξενώσει, υποθηκεύσει ή επιβαρύνει το 1/3 της ακίνητης περιουσίας με αρ. εγγραφής 3/383, Φ/Σχ. 21/64Ε1, τεμ. 376, χωράφι στην Αγλαντζιά. Η δεσμευθείσα περιουσία αφορά το 1/3 του ενός εκ των δύο πιο πάνω ακινήτων αφού κρίθηκε από την συνάδελφο που επιλήφθηκε τότε της υπόθεσης ότι η αξία των δύο κτηρίων των οποίων επιζητείτο η δέσμευση, ήταν πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση του ενάγοντα. Μετά την έκδοση του διατάγματος, η υπόθεση αναβλήθηκε αρκετές φορές με πρωτοβουλία των διαδίκων για σκοπούς διευθέτησης χωρίς όμως αυτή να γίνει κατορθωτή. Ως εκ τούτου, η υπόθεση προχώρησε ενώπιον μου με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις των συνηγόρων. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος είναι Αρχιτέκτονας - Μηχανικός. Αναφέρει επίσης ότι η εναγομένη 1 εταιρεία διαχειριζόταν το Κολλέγιο Τουρισμού στην Λευκωσία και ο εναγόμενος 2 είναι ο Διευθυντής της και το πρόσωπο το οποίο ανέθεσε στον ενάγοντα, τις αρχιτεκτονικές εργασίες για την διαμόρφωση των κτηρίων του Κολλεγίου με σκοπό την στέγαση υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η εναγομένη 1 η οποία είναι ιδιοκτήτρια δύο κτηρίων στην Αγλαντζιά, τα ενοικίασε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ήταν όρος της ενοικίασης ότι τα κτήρια θα διαμορφώνονταν κατάλληλα για χρήση τους από το Πανεπιστήμιο Κύπρου ως εργαστηριακοί χώροι. Ο ενάγοντας συμφώνησε με τον εναγόμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως διευθυντή της εναγομένης 1 να αναλάβει τον συντονισμό μιας ομάδας μηχανικών μελετητών με σκοπό την ετοιμασία όλων των απαραίτητων μελετών για υλοποίηση του έργου. Ο ενάγων αναφέρεται στην συνέχεια με λεπτομέρεια στις υπηρεσίες που συμφώνησε να παράσχει στην εναγομένη 1, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι όλες οι εργασίες των μελετητών και η αξιολόγηση των προσφορών έχουν ολοκληρωθεί. Η ολοκληρωθείσα εργασία ισοδυναμεί με το 75% του έργου. Το υπόλοιπο 25% αντιστοιχεί στην επίβλεψη. Το έργο όμως δεν υλοποιήθηκε και έτσι δεν έγινε επίβλεψη. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ανέρχεται σε 8% επί του συνολικού κόστους του έργου. Συνεπώς, η αμοιβή αφαιρουμένου του 25% της επίβλεψης, ανέρχεται κατά τον ομνύοντα σε €145.956,
  4. Οι εναγόμενοι όχι μόνον δεν εξόφλησαν κατά τον ομνύοντα το πιο πάνω ποσόν αλλά δεν απάντησαν και σε επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 30.5.13 με την οποία τους γνωστοποιούσε τις αξιώσεις του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι τα χρέη της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης 1, ανέρχονται σε €.6.000.000,
  5. Η καθ' ης η αίτηση δεν έχει άλλη περιουσία πλην των κτηρίων αυτών. Ο κος Λεύκιος Ιωαννίδης διορίστηκε διαχειριστής της καθ' ης η αίτηση από την Λαϊκή Τράπεζα, η οποία είναι κατά τον ομνύοντα από τους μεγάλους πιστωτές της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Ο κος Ιωαννίδης υπό την πιο πάνω ιδιότητα, έχει προχωρήσει σε δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο με τις οποίες ζητά προσφορές για την πώληση των δύο κτηρίων ιδιοκτησίας της καθ' ης αίτηση. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι σε περίπτωση αποξένωσης της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην μπορεί να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση τυχόν πετύχει στην παρούσα αγωγή αφού η καθ' ης η αίτηση δεν έχει άλλη περιουσία στην κατοχή της. Η καθ' ης η αίτηση - εναγομένη 1, κατεχώρησε ένσταση στην συνέχιση του διατάγματος. Ως λόγους ένστασης αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την διατήρηση σε ισχύ του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Επιπλέον, ο ενάγοντας απέτυχε να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος ή ότι θα προκληθεί σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Η καθ' ης η αίτηση επικαλείται επίσης ως λόγο έντασης, παραπλάνηση του Δικαστηρίου αφού με τα διατάγματα, καλείται ο διαχειριστής της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας να ενεργήσει παράνομα και καθ' υπέρβαση εξουσίας σε αντίθεση με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση ημερομηνίας 10.7.2013, είναι κακόπιστη και καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πιστωτών της καθ' ης η αίτηση. Αντιθέτως αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση μόνο των συμφερόντων του ενάγοντα - αιτητή και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται προς όφελος όλων των πιστωτών της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Αναφέρεται τέλος ως λόγος ένστασης ότι ο ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης των διαταγμάτων και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση Λεύκιου Ιωαννίδη, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η πρώην Marfin Popular Bank (η τράπεζα), παραχώρησε στην εναγομένη 1, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες κατά την 30.6.2012 παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο €6.396.076,50 πλέον τόκους. Ως εκ τούτου η τράπεζα έδωσε οδηγίες στους νομικούς της συμβούλους να λάβουν νομικά μέτρα για διεκδίκηση του πιο πάνω ποσού. Με βάση τις συμφωνίες δανείου και τα ομόλογα επιβαρύνσεων που συστάθηκαν προς όφελος της τράπεζας, η καθ' ης η αίτηση επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και την περιουσία της ως εξασφάλιση για τα χρέη της προς την τράπεζα. Δυνάμει των προνοιών των πιο πάνω ομολόγων επιβάρυνσης, η τράπεζα με γραπτή ειδοποίηση προς την καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 15.2.12, την ειδοποίησε ότι διόρισε τον ομνύοντα από τις 13.2.12 ως διαχειριστή και παραλήπτη ολόκληρης της περιουσίας και του ενεργητικού της καθ' ης η αίτηση. Σχετική γνωστοποίηση στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών δόθηκε την ίδια ημέρα 13.2.
  6. Επιπρόσθετα προς τις πιο πάνω επιβαρύνσεις, είχε συσταθεί στα δύο επίδικα ακίνητα ιδιοκτησίας της καθ' ης αίτηση εταιρείας, υποθήκη προς όφελος της τράπεζας για το ποσόν των €4.331.304,60 πλέον τόκος προς 7% από 30.5.2006 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Το ένα από τα πιο πάνω ακίνητα, αφορά το προσωρινό διάταγμα της παρούσας υπόθεσης που εκδόθηκε στις 10.7.
  7. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, με βάση τους όρους της επίδικης υποθήκης και την σχετική νομοθεσία, οι απαιτήσεις της τράπεζας όπως εξασφαλίζονται από την σύμβαση υποθήκης, έχουν προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων ανασφάλιστων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα. Επιπλέον η τράπεζα ως ενυπόθηκος δανειστής, δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα και να χρησιμοποιήσει το προϊόν της πώλησης προς εξόφληση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από την σύμβαση υποθήκης που συστάθηκε υπέρ της. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω ομολόγων επιβάρυνσης που συστάθηκαν υπέρ της τράπεζας, ως διαχειριστής έχει το δικαίωμα να λαμβάνει οιονδήποτε μέρος του ενεργητικού της καθ' ης η αίτηση εταιρείας και να το διαθέτει με τέτοιους όρους ως θα θεωρήσει συμφέρον για την τράπεζα. Με βάση τις εξουσίες που του παρέχουν οι πιο πάνω συμφωνίες επιβάρυνσης αλλά και η ισχύουσα νομοθεσία, ο ομνύοντας προέβη σε δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο με την οποία ζητούσε προσφορές για την πώληση των υποθηκευμένων στην τράπεζα ακινήτων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Όλα δε τα ποσά που θα εισπραχθούν από τον ίδιο τον διαχειριστή δυνάμει της πιο πάνω πώλησης θα διατεθούν όπως προβλέπεται στα άρθρα 89 & 300 του Περί εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (προνομιακές πληρωμές). Ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι το υπό κρίση ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς όφελος της τράπεζας και επιβαρυμένο με τα πιο πάνω ομόλογα επιβάρυνσης δεν είναι δυνατόν αυτό να πωληθεί ή άλλως πως διατεθεί από την καθ' ης η αίτηση εκτός εκ μέρους της τράπεζας και/ή του διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος έχει διοριστεί από την τράπεζα δυνάμει των πιο πάνω επιβαρύνσεων. Είναι ως εκ τούτου η θέση του ομνύοντα ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται με τα επίδικα προσωρινά διατάγματα δεν προσφέρουν στον αιτητή οιονδήποτε πλεονέκτημα ή εξασφάλιση αναφορικά με την ικανοποίηση της απαίτησης του σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή του. Αντιθέτως, η συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, εμποδίζει τον ομνύοντα να ασκήσει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του δυνάμει του νόμου. Αγορεύσεις. Ο συνήγορος του ενάγοντα - αιτητή στην αγόρευση του, έκαμε αναφορά στη νομολογία που καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας έχει με την ένορκη του δήλωση αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες, τόσον για την φύση της απαίτησης όσον και για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ενάγοντα προς την καθ' ης η αίτηση. Η λεπτομερειακή παράθεση τεκμήριων στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ουσιαστικά στηρίζει κατά τον συνήγορο την αξίωση του ενάγοντα κατά των εναγομένων. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά στην ένορκη δήλωση της ένστασης με την οποία δεν αμφισβητήθηκε σε καμία περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντα. Όσον αφορά τον διορισμό του Λεύκιου Ιωαννίδη ως διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν έγινε δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 113 ούτε μετά από συνέλευση πιστωτών αλλά αποφασίστηκε μονομερώς από την τράπεζα. Η πρόθεση του δε, είναι να πωλήσει τα επίδικα ακίνητα προς όφελος της τράπεζας, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα των υπολοίπων πιστωτών. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το στοιχείο αυτό, αποδεικνύει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας της καθ' ης η αίτηση, είναι φανερό ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Αυτό γιατί η καθ' ης η αίτηση, είναι ήδη υπό καθεστώς διαχείρισης και βρίσκεται στην διαδικασία εκποίησης της περιουσίας της προς εξασφάλιση τραπεζικών χρεών. Συνεπώς αν ο ενάγων πετύχει στην αγωγή του, δεν θα μπορέσει να εισπράξει τα οφειλόμενα από τους εναγομένους. Ο κίνδυνος για μη ικανοποίηση της απόφασης είναι κατά τον συνήγορο ορατός, εκτός αν διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα. Σύμφωνα με την εκτίμηση που κατέθεσε ο ενάγοντας (τεκμ. 20 της ένορκης δήλωσης της αίτησης), η αξία των δύο ακινήτων της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, ανέρχεται σε €6.100.000,
  9. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έχοντας υπόψη την μεγάλη αξία των ακινήτων, δέσμευσε μέρος τους και όχι ολόκληρα τα τεμάχια. Αναφορικά με την θέση για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι καμία μαρτυρία δεν δόθηκε στο Δικαστήριο με την οποία να στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί αυτοί. Ο συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι λόγω της υποθήκευσης του υπό κρίση ακινήτου αλλά και των ομολόγων επιβάρυνσης, αυτό δεν είναι δυνατόν να πωληθεί παρά μόνο εκ μέρους της τράπεζας. Οποιαδήποτε λοιπόν πώληση είτε πριν είτε μετά την εκδίκαση της αγωγής θα γίνει με βάση τις επιβαρύνσεις της τράπεζας. Το προϊόν της πώλησης θα χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή των πιστωτών της καθ' ης η αίτηση, κατά προτεραιότητα πληρωμής όπως καθορίζεται από τον νόμο. Ακολούθως και αφού ο συνήγορος προέβηκε σε εκτενή ανάλυση της νομικής πτυχής της αίτησης, ισχυρίστηκε με παραπομπή σε Αγγλικά συγγράμματα ότι στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τον δυσμενή επηρεασμό τρίτων προσώπων που δεν είναι διάδικοι. Εκτενής αναφορά έγινε και στις νομικές αρχές και ακολουθητέα διαδικασία στις περιπτώσεις όπου εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης ή διαχείρισης. Με παραπομπή σε νομολογία και νομικά συγγράμματα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο διαχειριστής είναι αντιπρόσωπος (agent) της εταιρείας και ο μόνος αρμόδιος να χειρίζεται την περιουσία της. Ένα από τα βασικά καθήκοντα του διαχειριστή, είναι να ρευστοποιήσει την περιουσία της εταιρείας και να πληρώσει τους πιστωτές κατά προτεραιότητα, όπως ρητά καθορίζεται από τον νόμο. Έγινε επί του προκειμένου, αναφορά στα άρθρα 89 και 300 του Κεφ. 113, τα οποία καθορίζουν τις προνομιακές πληρωμές χρεών εταιρείας που βρίσκεται υπό διαχείριση. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Ειδικότερα για την τρίτη προϋπόθεση, ισχυρίστηκε ότι στις περιπτώσεις πώλησης από διαχειριστή, τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν αποξενώνονται με σκοπό την μη ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Αντιθέτως, οποιαδήποτε πώληση αποσκοπεί στην κατά προτεραιότητα ικανοποίηση όλων των πιστωτών της εταιρείας. Έγινε επί του προκειμένου παραπομπή στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines Ltd

(1991)3 All E.R 389, όπου αποφασίστηκε ότι τα δικαιώματα κατόχου ομολόγου υπερισχύουν των δικαιωμάτων μη εξασφαλισμένων πιστωτών, οι οποίοι κατέχουν απαγορευτικό διάταγμα σχετικά με την αποξένωση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν απειλούνται με αποξένωση από την στιγμή που η πώληση τους θα γίνει με σκοπό την εξασφάλιση όλων των πιστωτών κατά προτεραιότητα. Αναφορά έγινε και στην πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού Andreas Sophocleous & Sons Ltd v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αγ. Αρ. 5831/ ημ. 17.1.14, στην οποία είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγομένη εταιρία να αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας της. Σε μεταγενέστερο στάδιο διορίστηκαν διαχειριστές - παραλήπτες της εταιρείας, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στο προσωρινό διάταγμα και ζήτησαν την ακύρωση του αφού αυτό στην ουσία τους εμπόδιζε να ασκήσουν τα καθήκοντα τους δυνάμει του νόμου. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε αυτή την θέση και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα. Κρίθηκε ότι μετά τον διορισμό των διαχειριστών δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας να διασκορπιστούν παράνομα. Το Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από τις αρχές που καθιέρωσε επί του θέματος η υπόθεση Capital Cameras (ανωτέρω). Ο συνήγορος επανέλαβε στην συνέχεια την θέση του ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αγωγή του, στην ουσία παραμένει ανασφάλιστος πιστωτής και η τράπεζα έχει προτεραιότητα να πληρωθεί λόγω της υποθήκης και των ομολόγων επιβάρυνσης στην περιουσία της καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον, εφόσον το υπό κρίση ακίνητο είναι βεβαρυμμένο με υποθήκη και ομόλογα δεν είναι δυνατόν να πωληθεί από την καθ' ης η αίτηση. Η μόνη δυνατή διάθεση του ακινήτου, μπορεί να γίνει αποκλειστικά από την τράπεζα και αυτό στα πλαίσια εκποίησης λόγω των πιο πάνω επιβαρύνσεων. Προκύπτει συνεπώς κατά τον συνήγορο, ότι το υπό κρίση εκδοθέν διάταγμα, είναι στην πραγματικότητα άνευ ουσίας και λανθασμένα εκδόθηκε αφού παραπλανήθηκε το Δικαστήριο από τον αιτητή. Ακόμα λόγω των πιο πάνω επιβαρύνσεων, το ακίνητο δεν εμπίπτει στην περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης από τον ενάγοντα αφού το χρέος προς την τράπεζα, καλύπτει το σύνολο της αξίας του. Σε αντίθετη περίπτωση και εφόσον οριστικοποιηθεί το διάταγμα, ο διαχειριστής δεν θα μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα που του επιβάλει ο νόμος και που είναι η πώληση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση προς όφελος των πιστωτών. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην ουσία το υπό κρίση διάταγμα, επιβάλλει στον διαχειριστή να ενεργήσει παράνομα και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων που του επιβάλει ο νόμος. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι ακόμη και στην περίπτωση που ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την οριστικοποίηση του διατάγματος αφού το ισοζύγιο της ευχέρειας καταδεικνύει ότι θα προκληθεί λιγότερη ζημιά με την ακύρωση του διατάγματος στον αιτητή ενώ σε περίπτωση οριστικοποίησης, η ζημιά στον διαχειριστή θα είναι μεγαλύτερη. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που αφορά το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας. Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και δεν αφορά απαίτηση που να σχετίζεται με την κυριότητα των επιδίκων κτηρίων. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με το άρθρο 5 του Κεφ.
  2. Ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR. II Τεύχος 1, σελ.179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 202 σε σχέση με την αλληλοεπίδραση των δύο άρθρων: «Το άρθρο 5 είναι ειδική πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης, με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της περιουσίας του Εναγομένου, εφ' όσον η απαίτηση του Ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Το άρθρο 5, αφού με την πρώτη παράγραφο του προσδιορίζει την έκταση της εξουσίας και τον σκοπό που είναι ταγμένη να εξυπηρετήσει, θέτει τις δικές του προϋποθέσεις αναφορικά με την άσκηση αυτής της εξουσίας. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα έτσι που να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν καλύπτει και τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο
  3. Επομένως δεν αποκλείεται η επιζήτηση διατάγματος που καλύπτεται από το Άρθρο 5 με βάση το Άρθρο 32 ή με βάση και τα δύο άρθρα ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να εκδοθεί το διάταγμα, είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5, σε όποιο βαθμό δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει εξ' άλλου καθορίσει ότι στην εξέταση αιτήματος για έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο στηρίζεται ταυτόχρονα και στο άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα ειδικά κριτήρια που καθορίζει το άρθρο 5 (Βλ. μεταξύ άλλων Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ 54). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6 είναι οι εξής: · Καλή βάση Αγωγής · Με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. · Η δέσμευση θα αφορά τόσο μέρος της περιουσίας του εναγομένου όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση και τα έξοδα. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ταυτίζεται με αυτή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου (Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1121). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ 782, 785, λέχθηκε ότι εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πραγματική προσπάθεια αποξένωσης (Βλ. επίσης Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ 281). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση." Επίσης στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει κάποιο όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α,
(1996)1 Α.Α.Δ 597, Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Ralph Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι ο ενάγων έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησης του. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, γίνεται αναφορά σε απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων χωρίς όμως να εξειδικεύεται ποια γεγονότα η καθ' ης η αίτηση θεωρεί ότι δεν αποκαλύφθηκαν κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης του διατάγματος. Επιπλέον, ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στην κατά τα άλλα εκτενή αγόρευση του δεν επιχειρηματολόγησε επί του θέματος, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι δεν θα προωθήσει την πιο πάνω θέση. Ως αποτέλεσμα, το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω γιατί δεν προωθήθηκε εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, η θέση που αρχικά εκφραζόταν στην ένσταση για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ενόψει τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στις 10.7.
  1. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, βρίσκω ότι ο ενάγων έχει καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η βάση της αγωγής αφορά ισχυρισμούς για παροχή από τον ενάγοντα στην εναγομένη 1, σημαντικών υπηρεσιών αρχιτεκτονικών σχεδίων και μελέτης καθώς και απαίτηση αποζημιώσεων για κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που αφορούσαν στην μελέτη και προετοιμασία διαμόρφωσης κτηρίων, ιδιοκτησίας της εναγομένης
  2. Για τους ιδίους λόγους, βρίσκω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για απόδειξη καλής βάσης αγωγής. Αλλά και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 έχει αποδειχθεί. Υπενθυμίζω ότι αρκεί στο παρόν στάδιο κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να καταδειχθεί το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής. Από το σύνολο των περιστατικών που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την προϋπόθεση αυτή, στο βαθμό που καθορίζει η νομολογία. Η κατάληξη αυτή προκύπτει από την εκτενή μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό προσφερθείσες υπηρεσίες προς την καθ' ης η αίτηση εταιρεία αλλά και την παράλειψη των εναγομένων να ανταποκριθούν στις πιο πάνω υποχρεώσεις τους. Χωρίς να προαποφασίζεται η ουσία της υπόθεσης, κρίνω ότι τα πιο πάνω στοιχεία αν αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στο τέλος της υπόθεσης, δημιουργούν εύλογη προσδοκία στον ενάγοντα ότι θα δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία αυτά δικαιολογούν κατά την άποψη μου την θέση ότι ο ενάγοντας, έχει στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξει και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, της ορατής δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής του. Απομένει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοδύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ότι με την αποξένωση της περιουσίας, πιθανόν ο ενάγοντας να παρεμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Στην παρούσα υπόθεση, είναι αμοιβαία παραδεκτό ότι η τράπεζα έχει διορίσει ως διαχειριστή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, τον Λεύκιο Ιωαννίδη. Ο διορισμός αυτός έγινε στην βάση ομολόγων επιβάρυνσης που συστάθηκαν υπέρ της τράπεζας, προς την οποία η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει χρέη πέραν των €6.000.000,
  3. Είναι επίσης παραδεκτό χωρίς να αμφισβητηθεί από τον αιτητή, το γεγονός ότι το υπό κρίση ακίνητο είναι κατά προτεραιότητα υποθηκευμένο στην τράπεζα ως εξασφάλιση για την πληρωμή του πιο πάνω χρέους. Έχω την άποψη ότι για να αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η περιουσία που επιδιώκει να δεσμεύσει θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Διαφορετικά δεν θα έχει καμία αξία η δέσμευση ακινήτου, το οποίο δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της προσδοκώμενης απόφασης. Αυτή εξ' άλλου είναι και η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ.
  4. Σκοπός της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, είναι να διασφαλίσει το δικαίωμα του ενάγοντα να εκτελέσει την απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του με το να απαγορεύσει στον εναγόμενο την αποξένωση συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας και να αποφύγει με αυτόν τον τρόπο την πληρωμή των υποχρεώσεων του όπως αναμένεται να προκύψουν από την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όμως δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούν τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το υπό κρίση διάταγμα τότε δεν θα μπορεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του. Ακόμα και αν ο αιτητής πετύχει στην αγωγή του, δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει άμεσα την διαδικασία εκποίησης του υπό κρίση ακινήτου προς όφελος του αφού όπως είναι παραδεκτό, ο ίδιος δεν θα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής ενώ το επίδικο ακίνητο βαρύνεται κατά προτεραιότητα με επιβαρύνσεις υπέρ της τράπεζας, οι οποίες υπερβαίνουν τα €6.000.000,00 που είναι η εκτιμημένη αξία του συνόλου της ακίνητης περιουσίας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτητής θα δικαιούται να ζητήσει την εξόφληση του δικού του εξ' αποφάσεως χρέους μόνο μετά την ικανοποίηση των εξασφαλισμένων χρεών αφού βέβαια προηγηθεί η εκποίηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον, ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσα από άλλες παρόμοιες υποθέσεις συντηρητικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, είναι ότι στην καθ' ης αίτηση εταιρεία έχει διοριστεί διαχειριστής, στην βάση ομολόγων επιβάρυνσης που υπέγραψε για το πιο πάνω τεράστιο χρέος της. Ο διαχειριστής επιδιώκει ως εκ τούτου την πώληση της ακίνητης περιουσίας της καθ' ης η αίτηση δυνάμει του νόμου όχι για να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεων της αλλά αντιθέτως για να εξοφληθούν τα χρέη προς τους πιστωτές με σειρά προτεραιότητας. Έτσι ενώ από την μια η δέσμευση του ακινήτου δεν θα έχει καμία πρακτική σημασία για τον αιτητή αφού δεν θα μπορέσει να το χρησιμοποιήσει άμεσα για εκτέλεση απόφασης που τυχόν θα πετύχει λόγω ύπαρξης εξασφαλισμένων χρεών, από την άλλη η δέσμευση θα στερήσει ουσιαστικά από τον διαχειριστή την εξουσία που του δίνει ο νόμος να προχωρήσει στην εκποίηση περιουσίας με σκοπό την ικανοποίηση κατά προτεραιότητας των πιστωτών της καθ' ης η αίτηση. Μεταξύ δε των πιστωτών δεν αποκλείεται να συμπεριληφθεί και ο ενάγων αφού υπάρχει ως ανέφερα πιο πάνω, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και παίρνοντας καθοδήγηση από την Capital Cameras (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι εάν δεν οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι δεν θα είναι σε θέση να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του στην παρούσα αγωγή. Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί να είναι υπέρ του αιτητή όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του. Θεωρώ ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί ο αιτητής από την ακύρωση του διατάγματος είναι πολύ λιγότερη από τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην διαδικασία διαχείρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι ακόμη και να αποδεχόμουν ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και πάλιν θα ασκούσα την διακριτική μου εξουσία εναντίον της οριστικοποίησης του διατάγματος. Αυτό γιατί έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και κυρίως ότι η οριστικοποίηση θα δημιουργήσει προβλήματα στην άσκηση των νομίμων καθηκόντων του διαχειριστή, κρίνω σε τελικό στάδιο, ότι δεν θα είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιήσω το υπό κρίση συντηρητικό διάταγμα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, τα συντηρητικά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 10.7.13, ακυρώνονται. Ο αιτητής να επιβαρυνθεί επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.