ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ κ.α. ν. LUKOIL CYPRUS LTD, Αγωγή Αριθ: 4405/06, 8350/06, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αριθ: 4405/06 Συνενωμένη με την 8350/06
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ,
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΥΛΩΝΑΣ, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ - και - LUKOIL CYPRUS LTD, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ - και -
- MARPAPOL MANAGEMENT LTD,
- MARPAPOL DEVELOPMENT LTD, ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΙ ----------------------- Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Κώστας Μαυραντώνης Για Εναγομένους: Λουκάς Κούσιος για Κούσιος & Κορφιώτης Για Τριτοδιαδίκους: Ρίκκος Μαππουρίδης για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και Σάββας Αγγελίδης για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από πολλά έτη εκκρεμότητας των πιο πάνω αγωγών και μετά από προηγηθείσες αποτυχημένες προσπάθειες όπως τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του θέματος της δικαιοδοσίας, έγινε κατορθωτό να κατατεθούν παραδεκτά γεγονότα προς το σκοπόν αυτόν. Κατόπιν τούτου συμφωνήθηκε να γίνει, όπως και έγινε, προεκδίκαση του θέματος της δικαιοδοσίας, δηλαδή, στη δικαιοδοσία ποίου Δικαστηρίου εμπίπτει η επίδικη διαφορά, του Επαρχιακού ή του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Παραδεκτά Γεγονότα Η πορεία της υπόθεσης εμφαίνεται από το φάκελο δικογραφίας. Επιπρόσθετα, όλες οι πλευρές έχουν καταθέσει Παραδεκτά Γεγονότα (Έγγραφο Α) στα οποία επισύναψαν τις επίδικες συμφωνίες (Έγγραφα Α1 και Α2). Παρατίθενται πιο κάτω τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να αποφανθεί επί του θέματος της δικαιοδοσίας:
- Δυνάμει Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος με βάση τη Δ.2, θ.6, το οποίο καταχωρίστηκε στις 4 Ιουλίου, 2006, οι Ενάγοντες διεκδίκησαν αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων (Έκθεση Απαίτησης, Παράγραφος 18).
- Βάση της αγωγής είναι συμφωνία ημερομηνίας 1.10.1983 η οποία τιτλοποιείται «Dealers' Sales Contract" η οποία είχε συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων αφενός και της εταιρείας ESSO Cyprus Inc. αφετέρου (Έγγραφο Α). (Έκθεση Απαίτησης, Παράγραφος 5).
- Η πιο πάνω συμφωνία, υιοθετήθηκε και/ή επιβεβαιώθηκε με τη Συμφωνία ημερομηνίας 14.11.2005 (Έγγραφο Α2) μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων. (Έκθεση Απαίτησης, Παράγραφος 8).
- Σύμφωνα με τους όρους 1, 2 και 7 της Συμφωνίας, Έγγραφο Α, οι Ενάγοντες διορίστηκαν από την ESSO Cyprus Inc ως «εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι αυτών στη Λευκωσία» και η μεν ESSO Cyprus Inc συμφώνησε και δεσμεύτηκε όπως πωλεί και παραδίδει στους Ενάγοντες στη Λευκωσία και οι Ενάγοντες συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν να αγοράζουν από την ESSO Cyprus Inc, όλες τις αναγκαίες ποσότητες πετρελαιοειδών για δική τους χρήση και μεταπώληση.
- Η αρχική χρονική διάρκεια της ρηθείσας Συμφωνίας, Έγγραφο Α ήταν για 25 έτη από την 1.10.1983, με δικαίωμα ανανέωσης. Με τη Συμφωνία δε ημερομηνίας 14.11.2005 (Έγγραφο Β), μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, οι Ενάγοντες έδωσαν τη συγκατάθεσή τους όπως οι εργασίες του Πρατηρίου Πετρελαιοειδών στην Οδό Αρχαγγέλου 17, Παρισσινός, Λευκωσία («το Πρατήριο») και το πρατήριο, μεταφερθούν στους Εναγομένους. Όλοι οι όροι της αρχικής Συμφωνίας ημερομηνίας 1.10.1983 (Έγγραφο Α), θα παρέμεναν αναλλοίωτοι.
- Στις 18.12.2006 καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση, ενώ ακολούθησε στις 17.1.2007 διαδικασία με την οποία προσεπικλήθηκαν και προστέθηκαν ως Τριτοδιάδικοι οι δύο εταιρείες που εμφαίνονται στον τίτλο της αγωγής.
- Στις 5.3.2009, οι Τριτοδιάδικοι καταχώρισαν Αίτηση Συνένωσης της αγωγής με αριθμό 4405/06 με την αγωγή 8350/06 στην οποία ως Ενάγοντες εμφαίνονταν η Lukoil Cyprus Ltd και ως Εναγόμενοι εμφαίνονταν οι ίδιοι.
- Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο εξέδωσε, στις 28.4.2009 Ενδιάμεση Απόφαση με την οποία ενέκρινε την εν λόγω συνένωση. Η Εναγομένη Εταιρεία η οποία είχε ενστεί στη συνένωση, εφεσίβαλε την Ενδιάμεση Απόφαση, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο με Απόφασή του στις 17.11.2011 απέρριψε την Έφεση. (Π.Ε. 139/2009, δημοσιευμένη
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1962). Nομική Πτυχή - Συμπεράσματα Αφετηρία για την εξέταση του θέματος είναι ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος, 23/1983, που είναι η νομοθεσία που καθορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στον ορισμό της «ενοικίασης» (Άρθρο 2) προνοούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών δια την πώλησιν πετρελαιοειδών. Νοείται ότι το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών διέπονται από και ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.» Επιπρόσθετα, το Άρθρο 4 του Νόμου στο οποίο προνοείται η σύσταση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, αναφέρονται τα ακόλουθα: «4.-
(1)Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ΄ όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» Το εύρος της εν λόγω διάταξης εξετάστηκε στις υποθέσεις Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571 και Ιωάννου ν. Πετρολίνα Λτδ κ.α.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2072 όπου διατυπώθηκαν πανομοιότυπες θέσεις. Στη δεύτερη απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελίδες 2077-2079): «Το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων διέπεται από το άρθρο 4
(1)* του Νόμου 23/83. Το τελευταίο έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία μας (Βλ. Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Limited v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590 και Efthymiades v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 34). Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Papageorghiou (πιο πάνω): Αν η διαφορά αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα το οποίο είτε (α) αναφύεται κατά την εφαρμογή του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, ή (β) αναφέρεται σε οποιοδήποτε παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για επίλυση της διαφοράς δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η δικαιοδοσία ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Δεν εγείρεται δυσκολία στις περιπτώσεις που εμπίπτουν εντός της κατηγορίας (α) πιο πάνω. Κύριο θέμα του περί Ενοικιοστασίου Νόμου είναι: (i) Ο περιορισμός των εξουσιών του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα έξωσης σε σχέση μόνο με τις περιπτώσεις που απαρριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 11
(1)του Νόμου. (
- ii)Η ρύθμιση του πληρωτέου, δυνάμει του άρθρου 8 το Νόμου, ενοικίου σε σχέση με τα υποστατικά στα οποία εφαρμόζεται ο Νόμος. (iii) Η χορήγηση αποζημίωσης στον ενοικιαστή σε ορισμένες περιπτώσεις δυνάμει των προνοιών των άρθρων 12, 13 και 15 του νόμου, και (
- iv)Η χορήγηση νέας ενοικίασης στον ενοικιαστή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14 του Νόμου". Αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω θέματα, αυτή είναι διαφορά η οποία αφορά σε θέμα που εγείρεται κατά την εφαρμογή του Νόμου. Αυτή η διαφορά σαφώς εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Η δυσκολία η οποία αναφύεται κάποτε αφορά τις υποθέσεις που εμπίπτουν εντός της κατηγορίας (β) πιο πάνω. Δεν είναι πάντοτε καθαρό κατά πόσο ένα θέμα αναφορικά με το οποίο έχει αναφυεί διαφορά είναι "παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό" εντός της εμβέλειας του άρθρου 4
(1). Οι λέξεις "συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος" στο κείμενο του άρθρου 4
(1)σαφώς αναφέρονται στο πιο πάνω κύριο θέμα του Νόμου και δεν πρέπει να διαβάζονται ανεξάρτητα από αυτό. Το κατά πόσο μια διαφορά σε οποιαδήποτε δοσμένη υπόθεση αναφέρεται σε θέμα το οποίο είναι παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό του κυρίου θέματος του νόμου ή όχι θα εξαρτηθεί από τη φύση της αξίωσης σε συνδυασμό με την θεραπεία που επιδιώκεται. Αν η [*2079]αξίωση είναι διαμορφωμένη με τρόπο που για την επίλυση της θα είναι αναγκαία η εξέταση και εφαρμογή των προνοιών του περί Ενοικιοστασίου Νόμου ή η εξέταση των όρων της θέσμιας ενοικίασης η δικαιοδοσία ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.» Από το λεκτικό του Ν.23/83 είναι ξεκάθαρο ότι τα πρατήρια πετρελαιοειδών τυγχάνουν ειδικής νομοθετικής ρύθμισης. Αυτό είναι ίσως απότοκο της ειδικής συμβατικής σχέσης που έχουν μεταξύ τους οι εταιρείες πετρελαιοειδών με τους ιδιοκτήτες της γης όπου βρίσκεται το πρατήριο πετρελαιοειδών και τους πρατηριούχους που το διευθύνουν. Ενώ η ενοικίαση ενός πρατηρίου πετρελαιοειδών δεν εμπίπτει εντός του ενοικιοστασίου, το δικαίωμα κατοχής του καθώς και ο καθορισμός ενοικίου εμπίπτουν εντός των προνοιών του Ν.23/83. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Φελλά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 537, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη εν λόγω θέμα. «Είναι προφανές από τον προαναφερόμενο ορισμό της ενοικιάσεως, στο άρθρο 2 του Ν.23/83, ότι η ενοικίαση σταθμών για την πώληση πετρελαιοειδών, μεταξύ δηλαδή του ιδιοκτήτη της γης και της εταιρείας πετρελαιοειδών δεν διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ενώ το δικαίωμα κατοχής και ο καθορισμός του ενοικίου ή του ανταλλάγματος από την υπενοικίαση ή την άδεια χρήσεως μεταξύ της εταιρείας πετρελαιοειδών και του πρατηριούχου διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο.» Στην εν λόγω πρόνοια στηρίχθηκε και η πλευρά των Εναγόντων για να επιχειρηματολογήσει ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αναρμόδιο για να εκδικάσει την επίδικη διαφορά. Η βάση της αγωγής, ανέφερε ο κ. Μαυραντώνης, είναι οι Συμφωνίες, Έγγραφα Α1 και Α2. Με αυτές οι Εναγόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως πωλούν και παραδίδουν στους Ενάγοντες, τα προϊόντα τους στη Λευκωσία. Στις εν λόγω Συμφωνίες, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο Πρατήριο, ούτε και τίθεται θέμα κατοχής του ή καταβολής ενοικίου γι΄ αυτό. Η αξίωση των Εναγόντων, σύμφωνα με το δικηγόρο τους, είναι για καταβολή αποζημιώσεων λόγω πρόωρου και παράνομου τερματισμού των συμφωνιών μεταξύ τους, είναι δε καθαρά και απόλυτα συμβατική. Η πιο πάνω θέση προσκρούει στις θέσεις που προέβαλαν στο Δικαστήριο τόσο οι Εναγόμενοι όσο και οι Τριτοδιάδικοι, οι οποίοι επικαλούνται και σχετική νομολογία (Lukoil Cyprus Ltd v. Φελλάς κ.α., Π.Ε. 153/2009, ημερομηνίας 8.3.2012). Δικαιοδοσία, έχει σύμφωνα με αυτούς, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και όχι το Επαρχιακό. Έχοντας μελετήσει σε βάθος τις θέσεις που προέβαλαν όλες οι πλευρές, έχω καταλήξει να υιοθετήσω τις θέσεις των Εναγομένων και των Τριτοδιαδίκων. Τονίζω καταρχήν ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την ουσία της απαίτησης και κατά πόσον αυτή εμπίπτει εντός των προνοιών του Ν.23/83 και όχι το πώς επέλεξε ο ενάγων/αιτητής να τιτλοφορήσει την απαίτησή του Ανδρέα ν. Κασπαρή
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 306. Στην Papageorghiou
(1988), πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιοδοσία είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεδομένου ότι η αξίωση μπορούσε να εξεταστεί και να αποφασιστεί αποκλειστικά και μόνο με αναφορά και με εφαρμογή των γενικών αρχών του δικαίου των αστικών αδικημάτων της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας. Στη Lukoil
(2012), πιο πάνω, λέχθηκε ότι το βασικό θέμα που είχε εγερθεί με την αγωγή ήταν εκείνο του δικαιώματος κατοχής του πρατηρίου πετρελαιοειδών. Το θέμα αυτό ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, εφόσον ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη συμφωνία για άδεια χρήσεως του σταθμού μεταξύ του πρατηριούχου και της εταιρείας πετρελαιοειδών και διέπεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν.23/
- Τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονταν στην αγωγή και τα οποία σχετίζονταν, βασικά, με κατ΄ ισχυρισμόν παραβάσεις της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ήταν θέματα παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά σύμφωνα με την έννοια του Άρθρου 4, του Ν.23/
- Επανερχόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι γεγονός ότι η πρώτη ανάγνωση των επίδικων Συμφωνιών (Έγγραφα Α1 και Α2) φαίνεται να αποκαλύπτει συμφωνία για πώληση αγαθών. Όμως εξετάζοντας πιο προσεκτικά την απαίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κατοχή του Πρατηρίου. Αυτό προκύπτει από τη Συμφωνία, Έγγραφο Α2, η οποία διατηρεί μεν τους όρους της πρώτης Συμφωνίας, Έγγραφο Α1 και ταυτόχρονα προνοεί για μεταφορά των εργασιών του Πρατηρίου στους Εναγομένους, Lukoil. Δεν μπορεί οι επίδικες συμφωνίες να αντιμετωπιστούν ως αυτοτελείς και ανεξάρτητα από το δικαίωμα κατοχής του Πρατηρίου. Το γεγονός ότι η απαίτηση είναι συνυφασμένη με την κατοχή του Πρατηρίου δεικνύεται και από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο για να επικυρώσει τη συνένωση των δύο πιο πάνω αγωγών. Στην εν λόγω Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Lukoil Cyprus Ltd v. Μυλωνά κ.α. (2011 1(Γ) Α.Α.Δ. 1962, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1968: «Είναι προφανές από τα γεγονότα, όπως έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας απόφασης, ότι οι δύο αγωγές συνεπάγονται κοινά ζητήματα τέτοιας σημασίας που καθιστούν επιθυμητή τη συνένωση των αγωγών. Το ερώτημα κατά πόσο, για παράδειγμα, οι εφεσείοντες έχουν νόμιμο δικαίωμα κατοχής του πρατηρίου ή όχι, ασφαλώς και επηρεάζει τα δικαιώματα, τόσο των ιδίων, όσο και των ενοικιαστών του πρατηρίου. Αν η ύπαρξη κοινών ζητημάτων μπορεί να πιστοποιηθεί από τις εκθέσεις απαίτησης, δεν βλέπουμε γιατί θα πρέπει τα δικόγραφα να συμπληρωθούν πριν οι αγωγές συνενωθούν. Εξ άλλου, η συνένωση των αγωγών δεν αποκλείει τον καθορισμό στην ολότητά τους των επιδίκων θεμάτων και μετά τη συνένωση. Τα πιο πάνω απαντούν και στους δύο ακόμα λόγους έφεσης, ότι δηλαδή λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη συνένωση των δύο αγωγών και ότι λανθασμένα αποφάσισε ότι το θέμα της ευθύνης τερματισμού και ενοικίασης είναι κοινό θέμα τέτοιας σημασίας που να επιβάλλει τη συνένωση των αγωγών. Είδαμε προηγουμένως ότι οι προϋποθέσεις για συνένωση υπάρχουν, αλλά και καταλήξαμε ότι το θέμα της ευθύνης τερματισμού και ενοικίασης είναι πράγματι κοινό θέμα τέτοιας σημασίας που να επιβάλλει τη συνένωση των αγωγών. Και ασφαλώς δεν είναι ακριβές ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου συνιστά υπεραπλούστευση των νομικών ζητημάτων και γεγονότων.» Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας τη συνένωση των δύο αγωγών επισήμανε τη διασύνδεση των συμφωνιών που είχαν οι Εναγόμενοι τόσο με τους Ενάγοντες, Πρατηριούχους, όσο και με τους Τριτοδιαδίκους, ιδιοκτήτες του τεμαχίου στο οποίο βρίσκεται το Πρατήριο. Eίναι γι΄ αυτό το λόγο που οι Εναγόμενοι τερμάτισαν ταυτόχρονα, στις 18.4.2006, τις συμφωνίες που είχαν με τα πιο πάνω πρόσωπα αφού τα δύο θέματα ήταν αλληλένδετα μεταξύ τους. Τη διασύνδεση αυτή φαίνεται να την αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι Ενάγοντες με τις Παραγράφους 8, 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης, οι βασικοί ισχυρισμοί των οποίων γίνονται παραδεκτοί από την Υπεράσπιση. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η επίδικη διαφορά και οι επίδικες Συμφωνίες, Έγγραφα Α1 και Α2 ήταν συνυφασμένες με την κατοχή του Πρατηρίου γι΄ αυτό και η απαίτηση τω Εναγόντων εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων το οποίο διαθέτει αποκλειστική δικαιοδοσία. Ακολουθώντας δε τις πρόνοιες του Άρθρου 64A του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, το Δικαστήριο οφείλει να διακόψει την αγωγή και να την παραπέμψει στο αρμόδιο Δικαστήριο. Ως εκ των ως άνω, οι συνενωμένες αγωγές 4405/06 και 8350/06 διακόπτονται και παραπέμπονται στο αρμόδιο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων προς εκδίκαση. Ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να φροντίσει για τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί και μεταφορά των φακέλων δικογραφίας προς το σκοπόν αυτόν. Τα Έξοδα επιδικάζονται υπέρ Εναγομένων και Τριτοδιαδίκων και σε βάρος των Εναγόντων αλληλέγγυα και/ή χωριστά (όπως οι διάδικοι εμφαίνονται στην 4405/06), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο