Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M. METAXAS FRENCHIE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10289/07, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10289/07 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- M. METAXAS FRENCHIE LTD
- Αναστασίας Πετρ. Χρυσάνθου, σύζυγος Γιαννάκη Κούλα
- Μαρίας Ιωάννου Κούλα, σύζυγος Γεωργίου Μεταξά
- Ανδρονίκης Μεταξά
- Ιουλίας Μεταξά
- Γιώργου Μεταξά Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 6.3.2014 για τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3 Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις αιτήτριες-εναγόμενες 2 και 3: κ. Μ. Μιχαήλ για Κολοκασίδης Χατζηπιερής ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Ι. Μαλέκκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτήτριες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισής τους ως ακολούθως: "α) Διά της προσθήκης, μετά τις λέξεις «οιαδήποτε συμφωνία προς όφελος των Εναγομένων 1.» στο τέλος της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, της πρότασης «Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά οι Εναγόμενες 2 και 3 ισχυρίζονται ότι και αν ακόμη αποδειχθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας εγγυήσεως, αυτή δεν έχει υπογραφεί ή/και δεν έχει υπογραφεί δεόντως από αυτές και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τέτοια εγγύηση, αν όντως αποδειχθεί ότι υπάρχει και ότι υπογράφηκε από αυτές, δεν συνιστά στην πραγματικότητα εγγύηση για τις επίδικες υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες.» (β) Διά της προσθήκης, μετά τις λέξεις «της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων.» στο τέλος της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, της πρότασης «Περαιτέρω οι Εναγόμενες 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες, σε παράβαση των ρητών ή/και εξυπακουόμενων υποχρεώσεων τους προς αυτές, μεταχειρίστηκαν την Εναγόμενη 1 / πρωτοφειλέτιδα κατά τρόπο τόσο ασύγνωστα αμελή και ελλιπή, παραχωρώντας σε αυτήν αδικαιολόγητες παρατάσεις χρόνου και προβαίνοντας με αυτήν σε τέτοιους αδικαιολόγητους συμβιβασμούς σε βαθμό αμέλειας ή/και σε βαθμό που να θεωρείται εύλογα ότι εκφεύγει από τους ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας εγγύησης την οποία οι Ενάγοντες επικαλούνται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και την οποία οι Εναγόμενες 2 και 3 εν πάση περιπτώσει αρνούνται.» (γ) Διά της προσθήκης, αμέσως μετά την λέξη «επιστολή» στην τελευταία γραμμή της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, των λέξεων «αλλά αρνούνται ότι έλαβαν την επιστολή η οποία απαιτείται δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης την οποία οι Ενάγοντες επικαλούνται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και την οποία οι Εναγόμενες 2 και 3 εν πάση περιπτώσει αρνούνται. Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά οι Εναγόμενες 2 και 3 ισχυρίζονται ότι όχι μόνο δεν ενημερώθηκαν δεόντως για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις της Εναγομένης 1 / πρωτοφειλέτιδας αλλά και όταν με δική τους πρωτοβουλία αποπειράθηκαν να πληροφορηθούν τα θέματα αυτά από την Ενάγουσα, αυτή εσκεμμένα ή/και αμελώς ή/και αντισυμβατικά τις παραπληροφόρησε.»" Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.θ. 2-4, 13 και 14, Δ.21, Δ.25 θ.θ. 1-5 και Δ.48 θ.θ. 1-7 και 9, το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, η νομολογία, η πρακτική και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της εναγομένης 3, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη 2 - μητέρα της να προβεί στην ένορκη της δήλωση, έχοντας νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της αναφορικά με τους νομικούς ισχυρισμούς. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής ήλθαν στην αντίληψη της ίδιας και της μητέρας της αλλά και των δικηγόρων τους, πληροφορίες που δεν τις γνώριζαν. Από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες διεφάνησαν αμελείς ή αντισυμβατικές ενέργειες και παραλείψεις των εναγόντων, που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα των αιτητριών. Ειδικότερα, κατά την ακρόαση της αγωγής, μάρτυρες των εναγόντων προέβησαν σε παραδοχές για αδικαιολόγητες παρατάσεις χρόνου που παρεχώρησαν οι ενάγοντες στην εναγόμενη 1 εταιρεία και που καταδεικνύουν ασύγγνωστη αμέλεια των εναγόντων, κατά παράβαση ρητών και εξυπακουόμενων υποχρεώσεών τους προς τις αιτήτριες. Κατετέθη, επίσης, ως Τεκμήριο 5, η συμφωνία εγγύησης, την οποία δεν είχαν την ευκαιρία να δουν προηγουμένως οι αιτήτριες με τους δικηγόρους τους. Δεν είχαν υπόψη τους οι αιτήτριες, ακόμη, επιστολές που κατετέθησαν ως Τεκμήρια, οι οποίες σύμφωνα με νομική συμβουλή των δικηγόρων τους, δεν θα έπρεπε να σταλούν βάσει της συμφωνίας εγγύησης, τόσο σε σχέση με το περιεχόμενό τους όσο και αναφορικά με τις διευθύνσεις, στις οποίες θα έπρεπε να σταλούν. Η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ειλικρινά ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, εφόσον η παρούσα αίτηση γίνεται καλόπιστα, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα που είναι σχετικά και αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, παρά το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, για να έχει το Δικαστήριο σωστή εικόνα για την υπόθεση, ενόσω η όποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των αιτητριών. Υποστηρίζοντας ότι οι αιτήτριες θα μπορέσουν να προσκομίσουν την αναγκαία μαρτυρία για απόδειξη των ισχυρισμών τους, τους οποίους θα γνωρίζουν οι ενάγοντες και θα μπορέσουν να προσκομίσουν μαρτυρία εφόσον δεν ολοκλήρωσαν ακόμη τη μαρτυρία τους, η δε αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες και στους λοιπούς εναγόμενους που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, η ενόρκως δηλούσα ζητά την έγκριση της αίτησης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 2.4.2014 και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25 θ.θ. 1-6 και Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 καθώς και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: η υπό κρίση αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου, η δε καταχώρησή της αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης εφόσον τα γεγονότα που σχετίζονται με την τροποποίηση της υπεράσπισης των αιτητριών ήταν γνωστά σ' αυτές από την καταχώρηση της υπεράσπισής τους στις 13.6.2008 και/ή από το έτος 1997 και/ή από το έτος 2005 (ως το Τεκμήριο 16 της ακροαματικής διαδικασίας) και/ή από τις 15.4.2005 και τις 21.8.2007 (ως τα Τεκμήρια 11 και 12 της ακροαματικής διαδικασίας), χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε και/ή σοβαρή εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή η ακροαματική διαδικασία της αγωγής άρχισε από τις 7.10.2013 και οι αιτήτριες προώθησαν την υπάρχουσα υπεράσπισή τους και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό πλαστογραφίας της υπογραφής της εναγομένης 3, και όχι της εναγομένης 2, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος των εναγόντων Μαρίας Δημάδη, ενόσω το περιεχόμενο των κατατεθέντων Τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε από τον δικηγόρο των αιτητριών και περαιτέρω από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 16, 21, 22, 25 και 27 βεβαιώνεται ότι η εναγόμενη 3 είχε προσωπική ενημέρωση για τις υποχρεώσεις της βάσει της εγγύησης που παρεχώρησε στην εναγόμενη 1 εταιρεία τυχόν έγκριση της αίτησης θα θέσει τους ενάγοντες σε υπέρμετρη αδικία εφόσον έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων, τους οποίους προσέφεραν στο Δικαστήριο και θα προκληθεί βλάβη σ' αυτούς που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας των αιτητριών και/ή κακής συνεννόησης με τους δικηγόρους τους, αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής με την υπό κρίση αίτηση οι αιτήτριες εισαγάγουν νέα θέματα που τροποποιούν την ουσία της υπάρχουσας υπεράσπισής τους με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που οδηγούν σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική και προϊόν δεύτερης σκέψης των αιτητριών, οι δε ισχυρισμοί που επιθυμούν οι αιτήτριες να εισάξουν δεν είναι γνήσιοι, αλλά είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα της αγωγής, ενόσω μάλιστα δεν εξειδικεύεται με ποιο τρόπο οι ενάγοντες παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους έναντι των αιτητριών δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή τη χρησιμότητα και/ή την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης στο παρόν στάδιο και οι αιτήτριες δεν εξειδικεύουν κανένα νέο στοιχείο ενόψει της όλης πορείας της αγωγής μέχρι σήμερα η υπό κρίση αίτηση θα οδηγήσει σε καθυστέρηση και/ή θα εκτροχιάσει και/ή θα δυσχεράνει την ακροαματική διαδικασία καθότι τυχόν έγκρισή της θα οδηγήσει σε επανακλήτευση μαρτύρων για διευκρινίσεις των επιδίκων θεμάτων, όπως αυτά πλέον θα διαμορφωθούν και η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Μαρίας Δημάδη, υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκή της δήλωση, έχοντας λάβει τη νομική συμβουλή των δικηγόρων που τους εκπροσωπούν. Έχοντας διαβάσει την υπό κρίση αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει το περιεχόμενό τους και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους οι αιτήτριες ζητούν να εισάξουν στην υπεράσπισή τους ήταν γνωστοί σ' αυτές όταν κατεχώρησαν το δικόγραφο της υπεράσπισης τους και επιζητείται η διόρθωση και όχι η τροποποίηση της υπεράσπισής τους, δεδομένου ότι τα Τεκμήρια 5 και 10-12 ήταν στην κατοχή των αιτητριών και δεν είναι επιτρεπτό να επιδιώκουν τροποποίηση της υπεράσπισης τους επειδή τώρα οι δικηγόροι τους μελέτησαν τα Τεκμήρια αυτά. Πέραν του ότι κατά την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας δεν υπεβλήθη σ' αυτήν ότι η εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης ενώ τέθηκε τέτοιο θέμα μόνο για την εναγόμενη 3 και οι ενάγοντες προσέφεραν τη μαρτυρία γραφολόγου για το θέμα αυτό, η εναγόμενη 3, υπό την ιδιότητά της ως σύμβουλος της εναγομένης 1 εταιρείας, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 3, υπέγραψε τα πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού της συμβουλίου. Ακόμη από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 5, 21, 22, 25 και 27, τα οποία θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, προβάλλει το ανυπόστατο των ισχυρισμών που ζητούν να εισάξουν οι αιτήτριες στην υπεράσπισή τους, καθόσον μάλιστα οι αιτήτριες δεν προέβησαν σε αιτήσεις για αποκάλυψη εγγράφων και για περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμφωνία εγγύησης, την οποία αναφέρουν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησής τους. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφ. Αρ. 58/12, ημερομηνίας 4.3.2013). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου η αγωγή κατεχωρήθη με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 19.11.2007 και με αυτήν οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των £182.807,78 πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων, δυνάμει παράβασης συμφωνίας δανείου που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 εταιρείας, υπό την εγγύηση των λοιπών εναγομένων. Στην υπεράσπισή τους που κατεχωρήθη στις 13.6.2008, οι αιτήτριες - εναγόμενες 2 και 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις των εναγόντων, εκτός από την ύπαρξη της μίας εκ των δύο υποθηκών καθώς και την παραλαβή «κάποιας επιστολής των εναγόντων» και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Η υπεράσπιση των εναγομένων 4-6 κατεχωρήθη στις 4.7.
- Στις 10.10.2008, κατόπιν απόδειξης, εκδόθηκε απόφαση για το αξιούμενο ποσό πλέον έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, οι οποίοι δεν κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση αρχικά στις 18.5.2009 και στη συνέχεια κατόπιν αναβολών ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση μέχρι τις 7.10.2013, που άρχισε η ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τους εναγόμενους 2-
- Μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, κατά την ακροαματική διαδικασία οι ενάγοντες προσέφεραν τη μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων, αλλά δεν έκλεισαν την υπόθεσή τους, λόγω της δήλωσης του συνηγόρου των αιτητριών ότι θα προέβαινε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι 4-6 δεν ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση και δεν ζητούν έξοδα, εφόσον δεν επηρεάζονται προφανώς από το αποτέλεσμα της. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω, ως οι αιτήτριες επικαλούνται, κατά την ακρόαση της αγωγής περιήλθαν στην αντίληψη τους πληροφορίες που δεν γνώριζαν τόσο οι ίδιες όσο και οι δικηγόροι τους. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι αιτήτριες επιθυμούν να προσθέσουν στην υπεράσπιση τους ισχυρισμούς, ως το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Διατρέχοντας το κείμενο του αιτητικού της αίτησης, παρατηρείται εν προκειμένω ότι η αιτούμενη με την υποπαράγραφο (α) τροποποίηση αφορά ουσιαστικά την, κατά τη θέση των αιτητριών, νομική ερμηνεία της συμφωνίας εγγύησης, την οποία στην παράγραφο 4 της υπάρχουσας υπεράσπισης οι αιτήτριες ήδη έχουν αρνηθεί ότι υπέγραψαν. Στη δε παράγραφο (β) του αιτητικού περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που, επίσης, συνδέονται με την, κατά τη θέση των αιτητριών, νομική ερμηνεία της ίδιας συμφωνίας και αφορούν ενέργειες των εναγόντων που οι αιτήτριες θεωρούν αντισυμβατικές βάσει της προσφερθείσας από τους ενάγοντες, κατά την ακροαματική διαδικασία, μαρτυρίας. Όσον αφορά την αιτούμενη με την υποπαράγραφο (γ) τροποποίηση, αυτή σχετίζεται και πάλι με τη νομική ερμηνεία της συμφωνίας εγγύησης σε συνάρτηση με τις επιστολές που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέστειλαν στις αιτήτριες βάσει της εν λόγω συμφωνίας και αφορά την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων, ως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία κατά τη θέση πάντα των αιτητριών. Παρά τα όσα αντίθετα οι αιτήτριες ισχυρίζονται στην υπό κρίση αίτηση, τόσο η ύπαρξη της συμφωνίας εγγύησης όσο και των επιστολών που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων απεστάλησαν σ' αυτές, ακόμη και αν δεν ήταν γνωστές στις αιτήτριες κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προβάλλουν, τέθηκαν σε γνώση τους με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων και προφανώς πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης τους. Ως εκ τούτου για όσα επιθυμούν οι αιτήτριες να εισάξουν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και συναρτώνται με την ύπαρξη των πιο πάνω εγγράφων, δεν δίδεται καμία δικαιολογία ούτε και επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν είχαν συμπεριληφθεί στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση τους. Ουδόλως δικαιολογούνται άλλωστε οι αιτούμενες τροποποιήσεις στο βαθμό που σχετίζονται με θέματα που προήλθαν από τη μελέτη της υπόθεσης εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητριών στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Είναι συνεπώς ορθή η θέση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία εκ μέρους των αιτητριών σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης με την προσθήκη των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Περαιτέρω, όσον αφορά τους προτιθέμενους να εισαχθούν ισχυρισμούς των αιτητριών για ενέργειες των εναγόντων, που ως αυτές αναφέρουν ήρθαν σε γνώση τους κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι πρόδηλο ότι πρόκειται περί επιχειρημάτων που εν μέρει έχουν τεθεί εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητριών στους μάρτυρες, οι οποίοι ήδη έδωσαν τη μαρτυρία τους σε συνάρτηση με τα καταχωρηθέντα Τεκμήρια και θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας της υπόθεσης, ως ορθά προβάλλουν οι ενάγοντες, οπότε οι σχετικές αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορεί να θεωρηθούν αναγκαίες στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης εφόσον η μη συμπερίληψη των προαναφερθέντων ισχυρισμών στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση παρέμεινε ανεξήγητη και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη και επίσης ανεξήγητη. Σύμφωνα με την εισήγηση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και όχι καλόπιστα λόγω του σταδίου της υπόθεσης. Όντως το προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εύλογα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια των αιτητριών δεν γίνεται καλόπιστα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των αιτητριών δηλώνεται ότι δεν θα προωθηθεί η θέση των αιτητριών για πλαστογραφία της υπογραφής της εναγομένης 2 στη συμφωνία εγγύησης, παρά την αντίθετη θέση τους στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης. Η τροποποίηση ζητείται μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και σε αρκετά προχωρημένο στάδιο αυτής, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ενόσω τα επιχειρούμενα να εισαχθούν με αυτή στην υπεράσπιση, ως παρατέθηκε πιο πάνω, ήταν γνωστά στις αιτήτριες για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η παρούσα υπόθεση δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), στην οποία η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή, ενόσω το υλικό που θα εισήγετο βρισκόταν στους αιτητές κάποιους μήνες προηγουμένως. Στην παρούσα υπόθεση οι αιτήτριες δεν έχουν αποσείσει το αυξημένο βάρος που έχουν να αποδείξουν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης στο παρόν στάδιο, γεγονός που σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη φειδώ με την οποία πρέπει να παραχωρείται η δυνατότητα τροποποίησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Τα γεγονότα της υπόθεσης Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2138, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των αιτητριών, είναι ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι στην υπόθεση εκείνη το αίτημα τροποποίησης είχε υποβληθεί στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντος και οι αιτηθείσες τροποποιήσεις λόγω της φύσης τους κρίθηκαν αναγκαίες και ουσιώδεις, κάτι που δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση. Δεν παραγνωρίζεται ότι στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, λέχθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την απόφαση της πλειοψηφίας Οργ. Χρηματ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) ΑΑΔ 825). Ωστόσο στη συγκεκριμένη υπόθεση η αργοπορία των αιτητριών να επιδιώξουν τροποποίηση της υπεράσπισης τους προβάλλει μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που πιο πάνω παρατέθηκαν και ενόσω η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου για εκδίκαση για περισσότερο από έξι χρόνια, συμπεριφορά που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις τους και τους στόχους της αίτησης τους (βλ. την πρόσφατη απόφαση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012). Είναι δε ορθή η εισήγηση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι αν εγκριθεί η αίτηση στο παρόν στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους ενάγοντες εφόσον έχουν ακουστεί μάρτυρες που δεν θα μπορούν πλέον να δώσουν τη μαρτυρία τους. Συνεπώς οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση θα υποστούν βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Khan κ.α. ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.α.
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1211, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης καθώς και ο δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης και της ενδεχόμενης ανάγκης επανακλήτευσης μαρτύρων, σε συνάρτηση με τους λοιπούς παράγοντες, αποτελούν λόγους για τη μη παραχώρηση της αιτούμενης άδειας τροποποίησης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, ενόσω οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα αλλά και θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση, που εκκρεμεί εδώ και εξήμιση περίπου χρόνια ενώπιον του Δικαστηρίου, με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση δεν είναι επιτρεπτή και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των αιτητριών-εναγομένων 2 και 3 και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο