Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πέτρος Στρατής, Αίτηση Αρ. : 924/12, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αίτηση Αρ. : 924/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας και Πέτρος Στρατής Καθ΄ου η Αίτηση ____________________________________________________________________ Ημερομηνία: 16 Απριλίου 2014 Εμφανίσεις Για τον αιτητή /χρεώστη: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για τον καθ΄ων η αίτηση/πιστωτές: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Αιτητής/Χρεώστης: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 4/9/2012 μετά από μονομερή αίτηση των πιστωτών εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία απευθύνεται προς τον Πέτρο Στρατή (στο εξής καλουμένος «ο αιτητής») και του ζητά όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, πληρώσει συγκεκριμένο εξ αποφάσεως χρέος, λεπτομέρειες του οποίου αναφέρονται στην ειδοποίηση. H ειδοποίηση αποτελεί κοινό τόπο ότι επεδόθη στο χρεώστη στις 22/9/
- Στις 25/9/2012, ο αιτητής/χρεώστης καταχώρησε ένορκη δήλωση, με την οποία αιτείται τον παραμερισμό της υπό αναφορά ειδοποίησης πτώχευσης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι έχει «ανταπαίτηση και ή δικαίωμα αντιλογισμού και ή απαίτηση κατά του εξ αποφάσεως πιστωτή η οποία υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους». Ως αναφέρει δεν μπορούσε να εγείρει την εν λόγω απαίτηση του στη σχετική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, καθ' ότι δεν είχε επιδοθεί η αγωγή στον ίδιο και η απόφαση εξεδόθη παράτυπα σε βάρος του. Εν πάση περιπτώσει ως αναφέρει η απαίτηση του όσον αφορά το ύψος της διεπιστώθη από τους ελεγκτές του μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης. Όπως περαιτέρω αναφέρει έχει καταχωρήσει, πριν από την επίδοση στον ίδιο της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης, αίτηση για παραμερισμό της απόφασης επί της οποίας η παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης εδράζεται, το περιεχόμενο της οποίας ως αναφέρει υιοθετεί πλήρως και ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στους πιστωτές, καθ' ότι η εκδοθείσα ερήμην του απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί. Είναι δε η θέση του ότι όπως προκύπτει από τις εκθέσεις των ελεγκτών του Σεπτεμβρίου του 2012 τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ όπως επίσης και από την έκθεση των ελεγκτών του, του Σεπτεμβρίου του 2011(βλ. Τεκμήριο Δ), η απαίτηση που έχει εναντίον της αιτήτριας τράπεζας ανέρχεται σε συνολικό ποσό πολύ πιο μεγάλο της ειδοποίησης πτώχευσης. Επιβεβαιώνει δε ότι τα ποσά αυτά είναι τουλάχιστον €155.000 πλέον τόκοι. Οι πιστωτές/καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν απαντητική ένορκο δήλωση μέσω του κ. Ανδρέα Βανέζη ο οποίος στη σχετική ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι ευρίσκεται στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση πιστωτών και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως αναφέρει έχει αναγνώσει το περιεχόμενο της ειδοποίησης πτώχευσης και συμφωνεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο αυτής και ισχυρίζεται ότι ο οφειλέτης Πέτρος Στρατής οφείλει στους πιστωτές το ποσό των €19.237,87 πλέον τόκο 8% από 13/6/2012 επί €18.301,32 πλέον έξοδα όπως αναγράφονται στην ειδοποίηση πτώχευση, δυνάμει τελικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 5530/09 ημερομηνίας 27/4/
- Όπως περαιτέρω αναφέρει έχει αναγνώσει την ένορκη δήλωση του οφειλέτη ημερομηνίας 25/9/2012 και διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο αυτής, και συνεπώς το απορρίπτει κατηγορηματικά. Ισχυρίζεται δε ότι ο οφειλέτης δεν παρουσιάζει τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα και αποσκοπεί στην αποφυγή ικανοποίησης των χρεών του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του οφειλέτη/αιτητή και σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο αυτών και εισηγείται ότι η εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης κανονικώς εισήχθη, είναι νομότυπη και πληροί τις πρόνοιες των πτωχευτικών κανονισμών. Ως δε περαιτέρω αναφέρει, σε καμία περίπτωση ο οφειλέτης απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο την καταχρηστική φύση της εν λόγω ειδοποίησης. Περαιτέρω αναφέρει, ότι δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης στην οποία στηρίζεται η παρούσα διαδικασία. Η καταχώρηση έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης δεν αναστέλλει από μόνη της την εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω, είναι η θέση του και πάλιν στη βάση νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους των καθ' ων η αίτηση πιστωτών ότι οι ισχυρισμοί του οφειλέτη περί ανταξίωσης θα πρέπει να απορριφθούν ως ανεδαφικοί. Επισυνάπτει δε κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 1 στην οποία φαίνεται το κατά τη θέση του οφειλόμενο ποσό μέχρι τις 13/6/12, όπως φαίνεται και στην ειδοποίηση πτώχευσης και υποστηρίζει ότι οι πιστωτές νομότυπα καταχώρησαν την παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης. Επομένως, καταληκτικά ισχυρίζεται, ότι όλες οι τυπικές προϋποθέσεις της ειδοποίησης πτώχευσης πληρούνται και συνακόλουθα η ένορκη δήλωση του οφειλέτη/αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των πιστωτών. Κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του αιτητή/χρεώστη παραχωρήθηκε άδεια για αντεξέταση του ομνύοντα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση/πιστωτών αναφορικά με την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του με την οποία ο κ. Βανέζης στην ουσία απορρίπτει τους ισχυρισμούς του χρεώστη περί ύπαρξης ανταπαίτησης στη βάση των Τεκμηρίων Γ και Δ της ένορκης δήλωσης του χρεώστη. Αντεξετασθείς ο κ. Βανέζης ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία δικαστικών υποθέσεων (Recoveries Department) της Τράπεζας Κύπρου, και στα πλαίσια των καθηκόντων του ως προϊστάμενος του τμήματος προβληματικών λογαριασμών, χειρίζεται μεταξύ άλλων και το λογαριασμό ο οποίος ήταν το αντικείμενο της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση επί της οποίας η υπό εξέταση ειδοποίηση πτώχευσης εδράζεται. Ερωτηθείς αν χειριζόταν και άλλους λογαριασμούς του αιτητή/χρεώστη ανέφερε ότι ο αιτητής είναι εξ εγγυήσεως χρεώστης για τις υποχρεώσεις εταιρείας του (P. Stratis Investments Ltd), περίπτωση την οποία χειρίζεται το τμήμα του. Ερωτηθείς να διευκρινίσει τι εννοεί με την αναφορά «Εταιρείας του» ανέφερε ότι ο αιτητής είναι μέτοχος και διευθυντής στην εν λόγω εταιρεία, αλλά διευκρίνισε ότι η παρούσα υπόθεση αφορά προσωπικές του (αιτητή/ χρεώστη) υποχρεώσεις και όχι υποχρεώσεις της εταιρείας. Ερωτηθείς πως έχει καταλήξει ότι είναι ανεδαφικοί οι ισχυρισμοί του οφειλέτη μέσω της έκθεσης των λογιστών του Τεκμήριο Γ, ανέφερε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης αφορά την αγωγή 5530/09 εναντίον του χρεώστη προσωπικά η οποία με τη σειρά της αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος λειτούργησε, δηλαδή άνοιξε, πρώτη φορά το 2000, ενώ τα ευρήματα του Τεκμηρίου Γ της έκθεσης των λογιστών αναφέρονται σε προγενέστερη περίοδο (1992-97) και επομένως ήταν η θέση του ότι τα όσα λήφθηκαν υπόψη για την κατάρτιση του εν λόγω τεκμηρίου δεν έχουν σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό και για αυτό το λόγο είναι η θέση του στην ένορκη του δήλωση, ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο Γ είναι ανεδαφικά και απορριπτέα. Ερωτηθείς κατά πόσον το Τεκμήριο Γ σχετίζετο με άλλους λογαριασμούς που είχε ο χρεώστης στους πιστωτές, ανέφερε ότι όταν διαπίστωσε ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν είχε σχέση με το Τεκμήριο Γ και πως αυτό (το Τεκμήριο Γ) αφορούσε μόνο την περίοδο 1992-97 εξέτασε χωρίς πολλή λεπτομέρεια τις καταστάσεις που επισυνάπτονται σε αυτό και δεν έκανε περαιτέρω έρευνα για το λογαριασμό 0112-11-
- Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο Γ καλύπτει με σαφή αναφορά περίοδο μέχρι το 2011 ανέφερε ότι δεν εντοπίζει τέτοια αναφορά. Ερωτηθείς αναφορικά με το Τεκμήριο Δ συμφώνησε ότι με αυτό εγείρονται ισχυρισμοί για παράνομες χρεώσεις σε λογαριασμούς κάποιων εταιρειών και συγκεκριμένα της P. Stratis Investments Ltd (στην οποία ο αιτητής είναι μέτοχος), της Stratis Enterprises Ltd και σε λογαριασμούς των Νίκου και Νίκης Στρατή. Ερωτηθείς αν μελέτησε τους ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων που αναφέρονται στο Τεκμήριο Δ απάντησε αρνητικά, εξηγώντας πως το Τεκμήριο Δ αναφέρεται σε κατ' ισχυρισμόν παράνομες χρεώσεις που οι πιστωτές επέβαλαν σε εταιρείες και συγγενικά του αιτητή άτομα πριν την αλλαγή της νομοθεσίας, ήτοι πριν την 31/12/2000 και δεν συνδέεεται με την παρούσα και τον επίδικο λογαριασμό και γι' αυτό το λόγο ως εξήγησε δεν ανέτρεξε στους λογαριασμούς των προσώπων που αναφέρθηκαν. Δέχθηκε ότι δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς και απαιτήσεις της P. Stratis Investments Ltd, αφού ως ανέφερε για την εταιρεία αυτή εκκρεμεί άλλη αγωγή η οποία ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα και τόνισε πως το Τεκμήριο Δ αναφέρεται σε περίοδο μέχρι 31/12/2000, η οποία δεν μπορεί να έχει σχέση με τον επίδικο λογαριασμό ο οποίος άνοιξε το
- Σε σχέση με την Stratis Enterprises Ltd ανέφερε ότι δεν την γνωρίζει και πως δεν έχουν στην υπηρεσία τους λογαριασμό κάτω απ' αυτό το όνομα ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο αιτητής έχει σ' αυτήν το 55% των μετοχών ως του υπεβλήθη. Ο εν λόγω μάρτυρας πρέπει να πω ότι μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και μου έδωσε την εντύπωση ενός προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια σε σχέση με τα όσα ερωτείτο και εν γένει τις ενέργειες του στα πλαίσια της υπόθεσης. Ως προς το εάν τα όσα ανέφερε σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή/χρεώστη για απαιτήσεις ως τα Τεκμήρια Γ και Δ της ένορκης δήλωσης του χρεώστη, ευσταθούν, αναφορά θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής αφού το ζήτημα του εάν τα εν λόγω τεκμήρια μπορούν να στοιχειοθετήσουν στα πλαίσια αυτά «υπεράσπιση» στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι στην ουσία ζήτημα νομικό. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών δεν συμμορφωθεί σε ειδοποίηση πτώχευσης που αφορά χρέος, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)ο χρεώστης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση με την οποία να προβάλλει ότι έχει ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά την ειδοποίηση. Η ένορκη αυτή δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3)θα πρέπει να καταχωρείται, σε περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία, εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον χρεώστη. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 καθώς και του Κανονισμού 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών (βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής χρεώστης εισηγείται ότι έχει «ανταπαίτηση και ή δικαίωμα αντιλογισμού και ή απαίτηση κατά του εξ αποφάσεως πιστωτή η οποία υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους» ως τα Τεκμήρια Γ και Δ στην ένορκη δήλωση παραμερισμού, την οποία ως αναφέρει δεν μπόρεσε να εγείρει καθ' ότι δεν του επεδόθη δεόντως η αγωγή και εξεδόθη παράτυπα απόφαση εναντίον του ενώ, σε κάθε περίπτωση η εν λόγω απαίτηση του αποκρυσταλλώθηκε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του. Επίσης διατείνεται πως οι πιστωτές δεν έχουν αμφισβητήσει στην ουσία αυτή του τη θέση αφού, όπως αναφέρεται στην αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, για το θέμα αυτό υπήρξε μια «γενικόλογος άρνηση» στην ένορκο δήλωση του κ. Βανέζη, ενώ ο αιτητής /χρεώστης δεν αντεξετάστηκε. Εξετάζοντας πρώτα τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης απαίτησης κατά τα ανωτέρω σημειώνω ότι σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, αλλά και του Πτωχευτικού Κανονισμού 40
(2), οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν, ως ήδη λέχθηκε, καθορίζονται περιοριστικά (βλ. Νίκος Λάρκος ν. Ελένη Παναγή Κατσιαρή
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 694) και είναι οι ακόλουθοι: (α) Η ύπαρξη απαίτησης εκ μέρους του χρεώστη υπό τη μορφή ανταπαίτησης (counter-claim), συμψηφισμού (set-off) ή ανταξίωσης («Cross-demand»). (β) Η απαίτησή του, ως πιο πάνω, να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. (γ) Η απαίτησή του, να μην μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αγωγή στην οποία ελήφθη η απόφαση. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα του Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η Έκδοση, στις σελ. 37-38, σε σχέση το λεκτικό του εν Αγγλία ισχύοντος B.R 139 το οποίο απαιτεί να καταδειχθεί στα πλαίσια αυτά «sufficient cause», ο χρεώστης θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση που να δεικνύει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας, τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Setting aside bankruptcy notice (a) On the grounds of set -off, counterclaim or cross demand The debtor must within the time prescribed ..file in court an affidavit showing with a reasonable degree of particularity the nature and amount of the set-off etc, so as to satisfy the registrar that "sufficient cause is shown" under B.R. 139» Ο εν λόγω κανονισμός 139 της Αγγλίας είναι παρόμοιος με τον Κανονισμό 41 των δικών μας Κανονισμών, γεγονός το οποίο επιτρέπει την άντληση καθοδήγησης από την πρακτική στην Αγγλία, καθ' όσον αφορά την ύπαρξη των στοιχείων εκείνων τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά. Στην απόφαση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 W.L.R. 353 σελ 362 αναφέρεται πως η σχετική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταδεικνύει ότι η απαίτηση είναι γνήσια και για να ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση, η απαίτηση πρέπει να προβάλλεται καλόπιστα και να έχει εύλογη πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς όμως να καθορίζεται αυστηρός κανόνας ως προς το επίπεδο απόδειξης το οποίο απαιτείται στα πλαίσια αυτά, αφού όπως σημειώνεται τούτο εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and the circumstances of the case.» Στην ίδια γραμμή στην υπόθεση In Re A DEBTOR, No 80 of 1957,
(1958)1 Ch. D 81, στη σελ.99, επισημαίνονται τα εξής: «. . . . . . . . . . . . But not every demand will suffice. A demand made in bad faith would not be good enough. The debtor must satisfy the court that he has a genuine demand. . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . But in my opinion a demand must be more than bona fide: the court must be satisfied that it has a reasonable probability of success.» Ως το τι περιλαμβάνουν οι όροι "counter claim, set-off or cross-demand" σχετική είναι η υπόθεση Re A Debtor (No. 171 of 1934)
(1934)All.E.R 688, όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελ. 692 : «What claims are included in the words "counter claim, set-off or cross-demand". With regard to the word "set-off, that is a word well known and established in its meaning; it is something which provides a defence because the nature and quality of the sum so relied upon is a sum which is proper to be dealt with as diminishing the claim which is made, and against which the sum so demanded can be set-off. With regard to a counter-claim . the defendant is enabled to set up, by way of counter-claim, a claim which he might have had against the plaintiff and that should be heard in the action started by the plaintiff against him and rules are provided for that purpose. . . . ... I turn, therefore, to what to my mind is the wider word "cross-demand. If cross-demand is only to be interpreted as meaning something which could have been introduced into the action by way of counter claim, it adds nothing to the word "counter-claim". Cross-demand seems to me to be a word introduce in order to give a wider ambit to the meaning of these claim, something that would be described, certainly, as a set off, something that would not have been brought to the action, something that still lies outside the counter claim, but which is of a nature which can be specified and which is of such a nature that it equals or exceeds the amount of the judgment debt." Στην ίδια υπόθεση ο Maughm L.J. εξηγεί ότι : «If a creditor has a final judgment against a debtor and the debtor can satisfy the court that he has an answer to the claim of the creditor, it is quite clear that ought not to be treated as an act of bankruptcy». Βέβαια η ευρεία ερμηνεία που ως προκύπτει και από την ανωτέρω νομολογία θα πρέπει να αποδίδεται στον όρο set-off, αλλά και στους λοιπούς θα έλεγα λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με ένορκη δήλωση, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιορίζεται με αναφορά και σε σχέση με το ουσιαστικό δίκαιο που είναι το άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου Κεφ.5, σύμφωνα με το οποίο η απαίτηση πρέπει να είναι ίση ή να υπερβαίνει την αξίωση του πιστωτή, να μην ήταν δυνατό να εγερθεί στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας εξασφαλίστηκε η απόφαση και περιπλέον θα πρέπει να υπάρχει αμοιβαιότητα των εκατέρωθεν απαιτήσεων οι οποίες και θα πρέπει να πηγάζουν από το ίδιο δικαίωμα. Αναφορικά με το τελευταίο ζήτημα, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Atkins Encyclopedia of Court Forms in Civil Proceedings, 2nd Edition, Vol. 7 - Bankruptcy and Insolvency, στη σελίδα 45: "23. Setting aside bankruptcy notice. . The counterclaim, set-off or cross-demand (e) must be mutual and due in the same right (f)." (βλ. επίσης και Re Μolesworth
(1907)51 Sol. J. 653, C.A., Halsbury's Laws (3rd Edition) p.282 para 525, Re Bankruptcy Notice (Νo. 171 of 1934)
(1934)Ch. 431). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα ισχυρίζεται ο χρεώστης δεν μπορούν επ' ουδενί λόγο να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που κατά τα ανωτέρω πρέπει να πληρούνται. Και τούτο διότι αφ' ενός το Τεκμήριο Γ δεν είναι ίσο ούτε υπερβαίνει την αξίωση των πιστωτών, αλλά αντίθετα αφορά πολύ μικρότερο ποσό, ενώ το Τεκμήριο Δ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού αυτό αφορά ως αναφέρει και το ίδιο, κατ' ισχυρισμόν παράνομες χρεώσεις που επιβλήθηκαν σε εταιρείες και συγγενικά πρόσωπα του αιτητή/χρεώστη, γεγονός που καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει αμοιβαιότητα στην απαίτηση ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή πηγάζει από το ίδιο δικαίωμα με αυτό των πιστωτών στην αγωγή, οι οποίοι στρέφονταν εναντίον του χρεώστη σε σχέση με οφειλόμενο υπόλοιπο συγκεκριμένου λογαριασμού του εν λόγω χρεώστη. Τα πιο πάνω αναπόφευκτα οδηγούν στην απόρριψη της αίτησης. Εξετάζοντας δε την υπό κρίση Ειδοποίηση Πτώχευσης σημειώνω ότι αυτή εκδόθηκε και επιδόθηκε στα πλαίσια μιας νομότυπης και ορθής αίτησης η οποία πληρεί και είναι απόλυτα σύμφωνη με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι Κανονισμοί 39, 40 και 43 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Βάσει όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι ο Χρεώστης έχει αποτύχει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υφίσταται ένας από τους λόγους που καθορίζει ρητά και κατά τρόπο περιοριστικό ο Κανονισμός 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών που θα δικαιολογούσαν την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η Αίτηση (Ένορκη Δήλωση) του δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης. Κρίνω, περαιτέρω, ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης έχει καλώς εκδοθεί. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση (Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη) για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης απορρίπτεται με έξοδα υπερ των Πιστωτών και σε βάρος του Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο