Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατουπάλληλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ) Λτδ ν. Κυριάκος Κυριάκου κ.α., Αρ. Αίτησης: 2255/13, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A163 Αρ. Αίτησης: 2255/13 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατουπάλληλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ) Λτδ Αιτήτριας και
- Κυριάκος Κυριάκου, από την Λακατάμια
- Ανδρούλλα Λανίτη, από την Λακατάμια Καθ' ων η αίτησης Αίτηση ημερ. 24.10.13 για Εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2014 Για αιτητές: κος Διομήδους Για καθ' ης η αίτηση: κα Φιλίππου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.10.12 εξεδόθη διαιτητική απόφαση με την οποία οι καθ' ων η αίτηση διατάσσονταν όπως πληρώσουν στην αιτήτρια, το ποσόν των €141.937,89 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχθηκε επίσης όπως είναι διατυπωμένο στην εν λόγω απόφαση, η πληρωμή του ποσού να γίνει και από το προϊόν εκποίησης της υποθήκης Υ939/10 αφού το επίδικο χρέος βαρύνεται με την εν λόγω υποθήκη. Προκύπτει από το κείμενο της απόφασης ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 παρέστη στην διαδικασία διαιτησίας και απεδέχθη το πιο πάνω χρέος του. Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Πριν την έναρξη της διαδικασίας, ο συνήγορος για την αιτήτρια απέσυρε το αίτημα εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε μόνον για τον καθ' ου η αίτηση
- Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 ως τροποποιήθηκε, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Θ.79, στις Δ.40, Δ.41 & Δ.47 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο
- Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Στέλλας Χατζηστυλλή, η οποία είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας. Αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, στις 22.10.12 εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση για το ποσόν €141.937,89 με τόκο προς 9% ετησίως και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους πλέον €150,00 έξοδα διαιτησίας. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1, αντίγραφο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με αυτό, ο καθ' ου η αίτηση 1 παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της διαιτησίας και παραδέχθηκε το χρέος του. Στον ίδιο δε που ήταν παρών, γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση αμέσως μετά την έκδοση της. Επισυνάπτεται επί του προκειμένου ως τεκμήριο 2, το σχετικό έντυπο γνωστοποίησης της απόφασης. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η πιο πάνω διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας των 21 ημερών με αποτέλεσμα η απόφαση να καταστεί τελεσίδικη. Αναφέρεται τέλος ότι μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, οι καθ' ων η αίτηση πλήρωσαν το ποσόν των €600,00 έναντι του πιο πάνω χρέους τους. Οι καθ' ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρξε νόμιμη παραπομπή σε διαιτησία και ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ειδοποιήθηκαν για τον διορισμό διαιτητού και την έναρξη διαιτητικής διαδικασίας. Αναφέρεται επιπλέον ότι η απόφαση που επιζητείται να εγγραφεί, παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1 στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει ότι ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση στους καθ' ων η αίτηση σχετικά με την πρόθεση της αιτήτριας να διορίσει διαιτητή και να προχωρήσει σε διαδικασίες διαιτησίας. Ως αποτέλεσμα, η όλη διαδικασία είναι ανυπόστατη και άκυρη. Σε σχέση με το πρόσωπο του διαιτητή, ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν μπορούσε να ήταν αμερόληπτος στην διαδικασία διαιτησίας γιατί υπήρξε στο παρελθόν υπάλληλος του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών. Όσον αφορά την ίδια την διαιτητική απόφαση, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι όπως τον συμβουλεύει ο Δικηγόρος του, αυτή είναι αόριστη και ασαφής, δίνοντας επιπλέον την δυνατότητα στην αιτήτρια να αυξήσει μελλοντικά το ποσόν του επιτοκίου. Το πιο πάνω σφάλμα του διαιτητή δεν αποτελεί απλή παρατυπία κατά τον ενόρκως δηλούντα αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της απόφασης και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση. Επιπρόσθετα, ο διαιτητής έχει υπερβεί την εξουσία του με την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει ο ενόρκως δηλών από τον Δικηγόρο του, η εκποίηση υποθήκης μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω αίτησης στο Κτηματολόγιο είτε στα πλαίσια πολιτικής αγωγής και όχι μέσω διαιτητικής απόφασης. Είναι προφανές ότι η διαδικασία διαιτησίας δεν αποτελεί πολιτική αγωγή και ως εκ τούτου ο διαιτητής δεν είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Είναι ως εκ τούτου η θέση του ομνύοντα ότι ο διαιτητής υπερέβη της εξουσίες του ενεργώντας καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παρέχει ο νόμος και εξέδωσε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης ενώ δεν είχε κανένα δικαίωμα να πράξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, αποτελεί κατά τον ομνύοντα, επαχθές μέτρο που επηρεάζει το δικαίωμα στην περιουσία όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και το άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Στο δε εδάφιο 2 του άρθρου 52 αναφέρονται τα πιο κάτω:
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). Σύμφωνα με το άρθρο 52.4, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η απόφαση. Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου, διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) στο οποίο λανθασμένα κατά την άποψη μου δεν στηρίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως ακολούθως:
- Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσιο Έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
- Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολ. Έφεση 357/2008 ημ. 11.4.2012 στην οποία αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: « Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Ισχυρισμός για λανθασμένη απόφαση νομικού σημείου από τον διαιτητή δεν καθιστά από μόνος του, άκυρη την διαιτητική απόφαση. Από την στιγμή που δεν έγινε Έφεση για να αποφασιστεί το θέμα, η απόφαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Middlemiss (ανωτέρω): « once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
- Σύμφωνα με τους Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι βασική διαδικαστική προϋπόθεση για παροχή άδειας εκτέλεσης απόφασης διαιτητού, είναι αυτή να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η απόφαση εκδόθηκε από διαιτητή στον οποίο νομίμως παραπέμφθηκε η διαφορά δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό το στοιχείο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την κρίση μου και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης αν δηλαδή η διατύπωση της επιλύει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα που τέθηκαν στην διαιτησία ούτως ώστε να είναι δεκτική εκτέλεσης όπως μια κανονική δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στην σελ. 269, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «when award will not be enforced as a judgment" γίνεται ερμηνεία του άρθρου 26.1 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 που όπως προαναφέρθηκε, είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 21 του Κεφ.
- Αναφέρεται ότι δεν δίνεται άδεια για εκτέλεση μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου είναι αμφίβολη η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασιστούν δικαστικές διαδικασίες σε αυτή. Παραπέμπει δε σελ. 270, στην υπόθεση Crech v. Board of Trade
(1923)130 L.T 15, όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί δεν ήταν ξεκάθαρο από ποιόν θα πληρωνόταν το ποσό που επιδικάστηκε. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 232, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα πιο κάτω: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time. » Ως προς τον τρόπο διατύπωσης της διαιτητικής απόφασης, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced» Στην αγγλική υπόθεση Margulies Brothers Ltd v Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, διαιτητική απόφαση διέτασσε την πληρωμή χρημάτων χωρίς να εξειδικεύει με ακρίβεια το ποσόν, παρά μόνο παρέπεμπε σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Παρότι η μέθοδος υπολογισμού δεν ήταν υπό αμφισβήτηση, κρίθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου αφού το επιδικασθέν ποσό δεν αναφερόταν με ακρίβεια. Στην περίπτωση αυτή, έγινε δεκτή αίτηση για παραπομπή της απόφασης στον Διαιτητή, προκειμένου να γίνει ακριβής υπολογισμός του ποσού του οποίου διατασσόταν η πληρωμή και να τροποποιηθεί ανάλογα η διαιτητική απόφαση ώστε αυτή να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία τα Δικαστήρια στην Αγγλία τείνουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Στην υπόθεση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην παλιά υπόθεση In Wood v Griffith (
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298), στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Επίσης στο σύγγραμμα Russell on Arbitration (ανωτέρω), αναφέρεται ότι υπάρχει κατά το Αγγλικό δίκαιο, τεκμήριο για την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο, Presumption in favor of the award στην σελ. 224, αναφέρονται τα πιο κάτω: « It has often been set that the courts are always inclined to support the validity of an award and will make every reasonable intendment and presumption in favor of its being final, certain and sufficient termination of the matters in dispute» Συμπεράσματα Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να επιληφθεί των ισχυρισμών που αναφέρονται στην ένσταση και που αφορούν την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, όπως τον κατ' ισχυρισμό παράνομο διορισμό του διαιτητή. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία, ισχυρισμοί για κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του διαιτητή με την κατ' ισχυρισμό παράνομη επιδίκαση τόκων ή την κατ' ισχυρισμό υπέρβαση εξουσίας με την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να τεθούν μόνον στα πλαίσια έφεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για εγγραφή της απόφασης. Επί του προκειμένου, η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι σαφής αφού αφήνει την δυνατότητα τους αιτητές να αυξήσουν το ποσόν της απόφασης μέσω της αύξησης του επιτοκίου. Η θέση αυτή αιτιολογείται από το γεγονός ότι στο σώμα της απόφασης, γίνεται αναφορά για την δυνατότητα που παρέχει η επίδικη σύμβαση στην αιτήτρια να αυξομειώνει το συμφωνηθέν επιτόκιο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Προσεκτική όμως μελέτη της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύει ότι δεν ευσταθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός. Η απόφαση του διαιτητή στην πρόταξη της, αναφέρεται αρχικά στην απαίτηση της αιτήτριας και στο συμφωνηθέν επιτόκιο του 9% ετησίως, κάμνοντας ταυτόχρονα αναφορά και στο δικαίωμα της αιτήτριας να αυξομειώνει το επιτόκιο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Δεν γίνεται όμως καμία αναφορά ότι όντως η αιτήτρια έχει χρησιμοποιήσει τον όρο αυτό αυξομειώνοντας το συμφωνηθέν επιτόκιο. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε αναφορά στην πρόταξη της διαιτητικής απόφασης, στην πιο πάνω εξουσία της αιτήτριας θεωρείται εκ του περισσού και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δίνει το δικαίωμα στην αιτήτρια να αυξομειώνει το επιτόκιο και μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Επιπλέον, στο διατακτικό μέρος της διαιτητικής απόφασης που φέρει τον τίτλο «απόφαση» δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυξομείωση του επιτοκίου ώστε να δικαιολογούνται οι καθ' ων η αίτηση να προβάλουν τον πιο πάνω ισχυρισμό για ασάφεια της απόφασης ως προς τον τόκο. Αντιθέτως είναι αρκετά σαφές κατά την άποψη μου ότι η πρόθεση του διαιτητή κατά την σύνταξη της απόφασης, ήταν η επιδίκαση στην αιτήτρια του ποσού των €141.937,89 πλέον τον συμφωνηθέν τόκο προς 9% ετησίως από 22.10.12 με δικαίωμα ανακεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ως επίσης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ήταν πρόθεση του διαιτητή όταν διέτασσε την εξόφληση του λογαριασμού από το προϊόν εκποίησης την πιο πάνω υποθήκης ότι εννοούσε ακριβώς την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου προς τον σκοπό αυτό. Το πιο πάνω διάταγμα εξ' άλλου δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίστηκαν επί του προκειμένου, υπέρβαση εξουσίας του διαιτητή στο πιο πάνω ζήτημα με το να αποφασίσει την εκποίηση της υποθήκης. Σύμφωνα δε με την νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, οι διαιτητικές αποφάσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά αλλά να τους δίνεται τέτοια φιλελεύθερη ερμηνεία ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που τέθηκαν στην ένσταση και στην αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης για ασάφεια και αοριστία της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αφού αυτή: · Εκδόθηκε νόμιμα από διαιτητή που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και μετά που ο καθ' ου η αίτηση 1 πληροφορήθηκε για την ημερομηνία διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας, στην οποία και παρευρέθηκε. · Έχει γνωστοποιηθεί στον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει αίτηση - έφεση κατά της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που καθορίζει το άρθρο 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προκειμένου να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η πιο πάνω διαιτητική απόφαση κατέστη τελική δυνάμει του άρθρου 52.5 του ιδίου νόμου και μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. · Έχει τα όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η επίδικη διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης ως απόφαση του Δικαστηρίου, εναντίον του καθ' ου η αίτηση
- Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο