DIAGORAS NOMINEES LIMITED κ.α. ν. ELMONTY SERVICES LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 5054/2013, 7/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ Αρ.Αγωγής: 5054/2013 Μεταξύ:
- DIAGORAS Nominees Limited
- DIAGORAS Services Limited
- Νάταλι Κιουρεκιάν
- Στέλλα Χρυσοστόμου
- DIAGORAS (SECRETARIAL) Limited
- Bella Ceram Holding Limited (HE 187971) Εναγόντων -και-
- ELMONTY SERVICES LIMITED
- Sawbridge Services Limited
- ΕΙΡΗΝΗ ΕΥΡΙΒΙΑΔΟΥ
- ΜΥΡΟΦΟΡΑ ΣΥΜΕΟΥ
- VALIA SECRETARIAL LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2014 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Μ. Κούμας για Γιώργο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ. Για εναγόμενους/ καθ' ων η αίτηση: κα Ήβη Καραβιώτου για Στ. Αμερικάνο & Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους ημερομηνίας 26/7/2013 και αφού καταχώρησαν στις 30/7/2013 συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες/αιτητές εξασφάλισαν από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) μονομερώς προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στις εναγόμενες 1 και 2 να ενεργούν ως μέτοχοι της ενάγουσας 6, στις εναγόμενες 3 και 4 να εμφανίζονται και/ή να ενεργούν ως διευθυντές της ενάγουσας 6 και στην εναγόμενη 5 να εμφανίζεται ή και να ενεργεί ως γραμματέας της ενάγουσας 6, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρων οδηγιών. Περαιτέρω εξασφάλισαν συναφούς χρονικής εμβέλειας προσωρινό διάταγμα απαγορεύον σε όλους τους εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια με την οποία να γίνεται αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας της ενάγουσας
- Τα εν λόγω διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα οπόταν και οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν και δήλωσαν ότι ενίστανται στη συνέχιση ισχύος τους, και ζήτησαν όπως τους παραχωρηθεί ένας μήνας για να καταχωρήσουν την ένσταση τους πράγμα που έπραξαν και το όλο ζήτημα οδηγήθηκε σε ακρόαση. Παρεμβάλλεται ότι στην συνέχεια μεσολάβησε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους ενάγοντες/αιτητές, στο οποίο επίσης προέβαλαν ένσταση οι καθ' ων η αίτηση/εναγόμενοι και το οποίο επίσης οδηγήθηκε σε ακρόαση και το οποίο εγκρίθηκε ως η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29/10/2013, ενώ σε ακρόαση οδηγήθηκε και το αίτημα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές το οποίο υποβλήθηκε στη συνέχεια και το οποίο κατόπιν ακρόασης απερρίφθη για τους λόγους που φαίνονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22/1/
- Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 2,4,5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμο 14/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, άρθρα 29, 30 και 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, κκ 1, 2 και 3 καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Γιάγκου ο οποίος αναφέρει ότι είναι διοικητικός σύμβουλος των εναγουσών 1 και 2 στην παρούσα αγωγή, γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους ενάγοντες για να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος τους για ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον των εναγομένων. Όπως αναφέρει η δικηγορική εταιρεία των ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. με έδρα την Λευκωσία, παρέχει, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες εταιρικής φύσεως σε πελάτες του εξωτερικού και οι υπάλληλοι των ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., όπως είναι οι ενάγουσες 3 και 4, υπό αυτήν τους την ιδιότητα, καλούνται να παρέχουν και παρέχουν υπηρεσίες σε πελάτες τους. Όπως περαιτέρω αναφέρει ο ομνύσας, οι ενάγουσες 1 και 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα κατά νόμο να είναι οι μοναδικές εγγεγραμμένες μέτοχοι της ενάγουσας 6 και κατείχαν και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα κατά νόμο να κατέχουν τις μετοχές εκ μέρους και δια λογαριασμό Ελλήνων υπηκόοων υπό το καθεστώς σύμβασης εμπιστεύματος (ημερομηνίας 1/1/2008 για την Ενάγουσα 1 και 25/11/2011 για την ενάγουσα 2). Όπως περαιτέρω αναφέρει κατά ή περί την 01/01/2008 η ενάγουσα 1 και κατά ή περί την 25/11/2011 η ενάγουσα 2, παρέδωσαν στους αντίστοιχους oυσιαστικούς δικαιούχους, σε απόδειξη της μεταξύ τους σχέσης, δήλωση εμπιστεύματος, τον τίτλο των μετοχών και αχρονολόγητη λευκή μεταβίβαση των μετοχών. Όπως αναφέρει κατέχει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων αλλά ένεκα καθήκοντος εμπιστευτικότητας δεν μπορεί να τα αποκαλύψει εκτός εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τις ενάγουσες 3 και 4, αναφέρει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν και κατά νόμο συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να είναι οι μόνοι διευθυντές της ενάγουσας 6 και η ενάγουσα 5 η γραμματέας της. (βλ. Τεκμήριο 1). Σε σχέση με την ενάγουσα 6 (το καταστατικό και ιδρυτικό της οποίας καταχωρήθηκε μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ομνύοντα ημερ. 30/7/2013) αναφέρει ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές που ιδρύθηκε στις 04/12/2006 με έδρα τη Λευκωσία (βλ. Τεκμήριο 2). Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενες 1 και 2 παρουσιάζονται παράνομα και χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες και τα προαπαιτούμενα του περί Εταιρειών Νόμου ή/και του καταστατικού της ενάγουσας 6, ως μέτοχοι της ενάγουσας 6 σε αντικατάσταση των εναγουσών 1 και 2 από 09/01/
- Παρουσιάζει δε ως Τεκμήριο 3 έρευνα που πραγματοποίησε στον Έφορο Εταιρειών στις 17/07/2013 που δείχνει το εν λόγω γεγονός. Σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα κατά τον ίδιο τρόπο, οι εναγόμενες 3 και 4 παρουσιάζονται παράνομα και χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες και τα προαπαιτούμενα του περί Εταιρειών Νόμου ή/και του καταστατικού της ενάγουσας 6, ως διευθυντές της ενάγουσας 6 από 09/01/2013 και η εναγόμενη 5, παράνομα, από την ίδια ημερομηνία, ως γραμματέας της Ενάγουσας
- Όπως συγκεκριμένα αναφέρει δεν υπήρξε ποτέ παρουσίαση στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας 6, που και αυτό άλλαξε παράνομα από 09/01/2013, συμπληρωμένο έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών που να συνοδεύεται από τον τίτλο των μετοχών, δεν υπήρξε ποτέ απόφαση διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας 6 ούτε και οποιαδήποτε αναγκαία καταχώρηση στα μητρώα μελών και διευθυντών της ενάγουσας 6, τα οποία εξακολουθούν να κατέχονται από τους ενάγοντες, ούτως ώστε να γίνουν νομίμως οι αλλαγές που περιγράφονται ανωτέρω. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 4 σχετική βεβαίωση του γραμματέα της ενάγουσας 6, δηλαδή της ενάγουσας 5, ότι ποτέ δεν έγινε μέχρι και τις 09/01/2013 οποιοδήποτε διοικητικό συμβούλιο ή γενική συνέλευση μετόχων που να νομιμοποιεί τα ανωτέρω, καθώς παρουσιάζει ως Τεκμήριο 5 και το εταιρικό της μητρώο. Περαιτέρω, ως αναφέρει και εξ όσων πληροφορείται από τις ίδιες, οι ενάγουσες 3 και 4 ουδέποτε παραιτήθηκαν από τη θέση τους ως διοικητικοί σύμβουλοι της ενάγουσας 6 και τόσο οι ενάγουσες 3 και 4 όσο και η ενάγουσα 5 δεν έχουν εκδώσει και παραδώσει ποτέ οποιαδήποτε επιστολή παραίτησης από την θέση τους ως αξιωματούχοι της ενάγουσας
- Οι δε ουσιαστικοί δικαιούχοι της ενάγουσας 6 σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, ουδέποτε είχαν ζητήσει από τους ενάγοντες και/ή την εταιρεία ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. τη μεταφορά της ενάγουσας 6 υπό τη διοίκηση προσώπων που συνδέονται με το δικηγορικό γραφείο ή τη δικηγορική εταιρεία του Στέλιου Αμερικάνου, η οποία ανάλαβε τη διοίκηση τώρα. Οι δε ουσιαστικοί δικαιούχοι ως αναφέρει οφείλουν συγκεκριμένα ποσά στην εταιρεία ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (τα οποία είναι το αντικείμενο χωριστής αγωγής) για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών που οι ενάγοντες 1-5 κατά παράκληση της πιο πάνω δικηγορικής εταιρείας προσέφεραν στην ενάγουσα 6, δυνάμει συμφωνίας με βάση την οποία είχε συμφωνηθεί όπως για τις εν λόγω υπηρεσίες χρεώνεται η ενάγουσα 6 και ο ουσιαστικός δικαιούχος. Επειδή δε, ως αναφέρει, οι ουσιαστικοί δικαιούχοι της ενάγουσας 6, δεν απαντούσαν στα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερομηνίας 03/04/02013, 25/06/2013 και 15/07/2013 τα οποία τους απέστελλε η εταιρεία ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΠΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. και/ή οι αντιπρόσωποι τους για την τακτοποίηση των οφειλών τους προς την εν λόγω εταιρεία, αλλά απάντησαν μόνο ότι το θέμα των εταιρειών το έχει αναλάβει το γραφείο του κύριου Στέλιου Αμερικάνου, οι αιτητές υποπτεύτηκαν ότι ήταν δυνατόν να έγιναν παράνομα οι αλλαγές, πράγμα το οποίο, ως αναφέρει επαληθεύτηκε μετά από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών ημερομηνίας 17/07/
- Η εταιρεία ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. και/ή οι ενάγοντες 1, 2, 3, 4 και 5 υποβάλλουν ότι λόγω των ανωτέρω περιστάσεων, συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, να παρέχουν υπηρεσίες στην ενάγουσα 6 γιατί εκ του νόμου είναι αναγκασμένοι, ή/και υπέχουν ευθύνης να το πράξουν και για τις οποίες υπηρεσίες αιτούνται αποζημίωσης με χωριστή αγωγή. Όπως αναφέρει κατέχει εκτυπωμένη την εν λόγω αλληλογραφία αλλά ένεκα καθήκοντος εμπιστευτικότητας δεν μπορεί να τα αποκαλύψει εκτός εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρει όλες οι αλλαγές στις οποίες προαναφέρθηκε ημερομηνίας 09/01/2013 που αφορούν την ενάγουσα 6 και οι οποίες καταχωρήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών είναι παράνομες και οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο βασιστεί στην εικόνα που παρουσιάζεται στον Έφορο Εταιρειών για να διενεργήσει μαζί με την ενάγουσα 6 εμπορικές πράξεις, κινδυνεύει άμεσα να βρεθεί συμβεβλημένος με άκυρες ή ακυρώσιμες συμβάσεις με τις ανάλογες συνέπειες που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Ταυτόχρονα οι Ενάγοντες 1, 2, 3, 4 και 5 κινδυνεύουν να καταστούν υπόλογοι έναντι τρίτων προσώπων, εάν τυχόν ανεχθούν την παράνομη ή/και αυθαίρετη παραποίηση του αρχείου της Ενάγουσας 6 στον Έφορο Εταιρειών, ενώ τα συμφέροντα της ενάγουσας 6 κινδυνεύουν να πληγούν ανεπανόρθωτα, εάν πρόσωπα που, εκ του νόμου, δεν έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα ή/και ιδιότητα για να την εκπροσωπούν ή/και να την δεσμεύουν, διενεργήσουν ή συνεχίσουν να διενεργούν πράξεις στο όνομα της ή/και για λογαριασμό της ή/και που την αφορούν. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους εγείρουν μεταξύ άλλων ζήτημα καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης και μη δικαιολόγηση του κατεπείγοντος αυτής, καθώς και ζήτημα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση ή συνέχιση ισχύος των επίδικων διαταγμάτων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η συνέχιση ισχύος των εν λόγω διαταγμάτων αποστερεί στην ουσία την δυνατότητα στην Ενάγουσα 6 να εκπροσωπηθεί και την αφήνει ανυπεράσπιστη στα χέρια των εναγόντων 1-5 υπαλλήλων και/ή εταιρειών που ελέγχονται από την Δικηγορική Εταιρεία Γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε., η οποία παράλληλα με την παρούσα αγωγή έχει εγείρει ή προτίθεται να εγείρει αγωγή σε βάρος της ενάγουσας 6 απαιτώντας αδικαιολόγητα ποσά σε βάρος της. Επίσης εγείρεται ζήτημα ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και δεν προέβησαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων και/ή τεκμηρίων (full and frank disclosure) και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Επίσης οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι όλες οι αλλαγές έγιναν νόμιμα και με τη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων 1-5 και των ουσιαστικών δικαιούχων πράγμα που εμποδίζει τους ενάγοντες 1-5 να αμφισβητούν τις αλλαγές στην ενάγουσα 6, γιατί βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τις ρητές, γραπτές τους δεσμεύσεις και υποχρεώσεις έναντι των ουσιαστικών δικαιούχων και πως σε κάθε περίπτωση η αγωγή εγείρεται παράνομα και εκδικητικά και για αλλότριους σκοπούς που συνδέονται με ένα επεισόδιο διαμάχης μεταξύ του Δικηγορικού Γραφείου Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε., εργοδοτών των εναγόντων 1-5 και του Ανδρέα Μάου, διευθυντή μέχρι πρότινος του γραφείου Αθηνών του πιο πάνω Δικηγορικού Γραφείου, στην οποία παράνομα και εκδικητικά οι ενάγοντες ή και το δικηγορικό γραφείο Γ. Γιάγκου εμπλέκουν τους πελάτες τους. Με σειρά λόγων ένστασης αμφισβητείται επίσης ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ζημιά ή ότι θα είναι υπόλογοι ενεργειών τρίτων και υποστηρίζουν ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ αντίθετα υποστηρίζουν ότι είναι οι εναγόμενοι, η ενάγουσα 6 και οι ουσιαστικοί δικαιούχοι αυτοί που θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία δεν επιμετράται σε χρήμα εξ' αιτίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 6 με βάση την δική τους βούληση, αφού η διαχείριση και διεύθυνση της ενάγουσας 6 παραμένει σε πρόσωπα που οι ουσιαστικοί δικαιούχοι δεν εμπιστεύονται. Επίσης εγείρονται και δικονομικές ενστάσεις που αφορούν τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να ήταν παράγωγη αγωγή, ότι οι θεραπείες που απαιτούνται με το κλητήριο ένταλμα θα έπρεπε να είναι το αντικείμενο αίτησης με βάση τον Περί εταιρειών νόμο και όχι αγωγής και πως η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα είναι αντικανονική και/ή κατά παράβαση της Δ.
- Επίσης προβάλλεται η θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπα με τις τελικές θεραπείες που απαιτούνται στην αγωγή και συνεπώς τυχόν έκδοση τους θα καθιστούσε την εκδίκαση της αγωγής πλέον αχρείαστη και/ή θα προδίκαζε το αποτέλεσμα της. Τέλος προβάλλουν τη θέση πως «το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας» γέρνει ξεκάθαρα προς όφελος της μη συνέχισης της ισχύος των διαταγμάτων, καθότι η Ενάγουσα 6, δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει, ούτε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να υπερασπισθεί την αγωγή που θα καταχωρηθεί ή έχει ήδη καταχωρηθεί σε βάρος της από το Δικηγορικό Γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε., με συνέπεια να κινδυνεύουν τα περιουσιακά της στοιχεία και η ζημιά η οποία θα υποστεί θα είναι ανυπολόγιστη και δεν αποτιμάται σε χρήμα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση 4, Μυροφόρας Συμεού η οποία αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προσωπικά αλλά και για λογαριασμό και με εξουσιοδότηση και εκ μέρους όλων των υπόλοιπων εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Όπως αναφέρει για όλα τα γεγονότα που αναφέρει έχει προσωπική γνώση, πλην εκείνων για τα οποία αναφέρει συγκεκριμένα την πηγή της πληροφόρησης της. Όσον αφορά δε τα νομικά σημεία που εγείρονται έχει λάβει, ως αναφέρει, σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους της. Επί της ουσίας και για τα γεγονότα που αφορούν ή έχουν σχέση με τα όσα έγιναν μεταξύ των ουσιαστικών δικαιούχων, των εναγόντων 1-5 και του δικηγορικού γραφείου Γιώργος Γιάγκου & Σία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 γραπτή δήλωση των ουσιαστικών δικαιούχων ημερομηνίας 2/08/2013, των οποίων το όνομα έχει διαγραφεί ως αναφέρει για λόγους εμπιστευτικότητας και διαβεβαιώνει ότι έχει στην κατοχή της την αυθεντική γραπτή δήλωση η οποία έχει υπογραφεί από τους ουσιαστικούς δικαιούχους και η οποία εξ όσων γνωρίζει έχει ήδη σταλεί και στους ενάγοντες. Υιοθετεί δε και επαναλαμβάνει στην ένορκη δήλωση της αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης ημερ. 2/8/2013 στην οποία οι ουσιαστικοί δικαιούχοι φέρονται να απευθύνονται στους ενάγοντες 1-5 και το Δικηγορικό Γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. και να τους αναφέρουν ότι λόγω συγκεκριμένων γεγονότων που μεσολάβησαν και στα οποία κάνουν αναφορά, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό τους και πως για το λόγο αυτό αποφάσισαν όπως διακόψουν τη συνεργασία τους με το γραφείο των παραληπτών της επιστολής και όπως μεταφέρουν τη διαχείριση, ανανέωση και τήρηση των λογιστικών βιβλίων της Εταιρείας τους στο γραφείο "Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.", επιθυμία την οποία ως αναφέρεται κοινοποίησαν με την επιστολή 9/1/2013 (βλ. Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Συμεού) με την οποία ζητούσαν όπως μεταφερθούν όλα τα απαραίτητα και σχετικά έγγραφα στο Δικηγορικό Γραφείο Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε., και με την οποία δήλωναν και πρόθεση να αποπληρώσουν οιαδήποτε υφιστάμενη αλλά όχι αδικαιολόγητη οικονομική εκκρεμότητα που πιθανόν να είχαν. Όπως περαιτέρω φέρονται να αναφέρουν οι ουσιαστικοί μετόχοι στη δήλωση ημερ. 2/8/2013 η οποία ενσωματώνεται στην ένορκη δήλωση της Συμεού, δεν έλαβαν από τους παραλήπτες της επιστολής 9/1/2013 μια αναλυτική και εμπεριστατωμένη ενημέρωση για το όποιο υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό, παρά τις αλλεπάλληλες προς τούτο οχλήσεις τους, αλλά αντίθετα μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ενημερώθηκαν ότι οφείλουν ποσά τα οποία είναι αδικαιολόγητα και δεν ευσταθούσαν και δεν συνοδεύονταν απο τιμολόγια ούτε συνήδαν με τις έως τότε χρεώσεις. Έτσι ως αναφέρει το νέο γραφείο διαχείρισης ενεργώντας υπό τις εντολές τους, και στη βάση των εγγράφων που οι ίδιοι οι παραλήπτες της επιστολής τους έδωσαν, προέβη ενώπιον του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου και για λογαριασμό της εταιρείας στην υποβολή αίτησης για αλλαγή των διευθυντών, της έδρας, των μετόχων και του γραμματέως αυτής. Η ομνύσασα περαιτέρω επισυνάπτει τα αναφερόμενα στη γραπτή δήλωση των ουσιαστικών δικαιούχων τεκμήρια και αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα αναφέρονται στη ένορκη δήλωση της και στην γραπτή δήλωση των ουσιαστικών δικαιούχων. Υιοθετεί δε όλους τους λόγους ένστασης και αναφέρει ότι είναι η θέση της ότι η παρούσα αγωγή και η αίτηση για προσωρινό Διάταγμα είναι καταχρηστική, έχει καταχωρηθεί εκδικητικά και χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως μοχλός πίεσης κατά των ουσιαστικών δικαιούχων της ενάγουσας 6, ώστε να μην μεταφέρουν ως έχουν αποκλειστικό δικαίωμα τη διαχείριση της ενάγουσας 6 σε άλλο δικηγορικό γραφείο της επιλογής τους και/ή να πληρώσουν αδικαιολόγητα ποσά. Επίσης αναφέρει ότι όλες οι αλλαγές έχουν γίνει νόμιμα και σύμφωνα με τις γραπτές δεσμεύσεις και συγκαταθέσεις των εναγόντων 1- 5 και παραπέμπει στο Τεκμήριο 11 επί της ενόρκου δηλώσεως της που αποτελεί δέσμη επίσημων πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών που αποδεικνύει ποιοι είναι οι σημερινοί μέτοχοι, διευθυντές και γραμματέας της ενάγουσας 6 ως και στο Τεκμήριο 12 ήτοι τα εταιρικά αρχεία (corporate registries) της ενάγουσας 6 τα οποία ετοιμάσθηκαν από τους νέους διευθυντές προς αντικατάσταση των όσων τηρούσαν οι ενάγοντες 1-5 εξ αιτίας της παράνομης και αντισυμβατικής άρνησης τους να τα παραχωρήσουν στους νέους διευθυντές και γραμματέα. Αναφέρει δε ότι ο κ. Χριστόδουλος Γιάγκου δεν έχει εξουσιοδοτηθεί από την ενάγουσα 6 να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της και είναι οξύμωρο και αντιδεοντολογικό από την μια σ' αυτή την ένορκη δήλωση να ενεργεί δήθεν προς όφελος της Ενάγουσας 6 και από την άλλη στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του να αναφέρει ότι θα καταχωρηθεί ή έχει καταχωρηθεί αγωγή σε βάρος της ενάγουσας 6 για αμοιβή του Δικηγορικού Γραφείου Γιώργος Γιάγκου & Σία, στο οποίο είναι συνέταιρος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτηση τους για Προσωρινό Διάταγμα. Συνεπώς, εισηγείται, ότι δεν έχουν δικαιολογήσει το κατ' επείγον της αίτησης τους και κατ' επέκταση την μονομερή έκδοση του Διατάγματος, εφόσον βάση της επιστολής Τεκμήριο 7, οι ουσιαστικοί δικαιούχοι ενημέρωσαν το Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Γιάγκου & Σία για τη μεταφορά της εταιρείας τους ενάγουσας 6 στο Δικηγορικό Γραφείο Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. από τις 9/1/
- Είναι δε η θέση της ότι ακόμα και αν η θέση που προβάλει ο Χριστόδουλος Γιάγκου είναι ορθή, οι ενάγοντες έδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού δεν προέβηκαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες από τις 3/4/2012, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλαν το πρώτο ηλεκτρονικό μήνυμα προς την ενάγουσα 6 για αποπληρωμή των ισχυριζόμενων οφειλών, το ύψος των οποίων δεν αποκαλύπτεται. Είναι δε η θέση της ότι οι αναφορές ότι τρίτοι συναλλασσόμενοι με την Ενάγουσα 6 θα έχουν πρόβλημα γίνονται για λόγους εντυπωσιασμού αλλά δεν βασίζονται στον Νόμο και ειδικά στο Κεφ.113 το οποίο προστατεύει πλήρως όσους καλόπιστα συναλλάσσονται με την εταιρεία. Οι δε ενάγοντες εφόσον δεν θα έχουν οιαδήποτε εμπλοκή ή δεν θα υπογράψουν οιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους της Ενάγουσας 6 δεν θα έχουν καμιά απολύτως ευθύνη. Στη βάση όλων των ανωτέρων εισηγείται καταληκτικά ότι η παρούσα αγωγή και αίτηση για προσωρινό Διάταγμα είναι καταχρηστική και έχει καταχωρηθεί εκδικητικά και η συνέχιση του διατάγματος δεν εξυπηρετεί κανένα νόμιμο λόγο και συνακόλουθα το Δικαστήριο, θα πρέπει να ακυρώσει τα ενδιάμεσα διατάγματα με έξοδα εναντίον των εναγόντων/αιτητών. Όπως και πιο πάνω έχω αναφέρει μετά την καταχώρηση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση και με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29/10/2013, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Χριστόδουλο Γιάγκου εκ μέρους των αιτητών ο οποίος ανέφερε ότι η εν λόγω δήλωση την οποία ενσωματώνει η Συμεού στη δήλωση της, ουδέποτε στάλθηκε στους αιτητές από τους καθ' ων η αίτηση και σε κάθε περίπτωση οι αιτητές ουδέποτε έλαβαν γνώση της εν λόγω δήλωσης και ότι όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της κυρίας Συμεού είναι παντελώς ψευδείς. Εν πάση περιπτώσει αναφέρει ότι και οι ισχυρισμοί οι οποίοι περιέχονται σε αυτήν είναι παντελώς ανυπόστατοι, αστήριχτοι και αναληθείς και τους αρνείται όλους κατηγορηματικά. Στα πλαίσια αυτά αναφέρει ότι η ισχυριζόμενη επιστολή ημερομηνίας 09/01/2013 ουδέποτε στάλθηκε στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. εξ ου και δεν υπάρχει κάποια απόδειξη αποστολής /παραλαβής και ο ισχυρισμός περί δήθεν αποστολής της αποτελεί παραπλανητικό και ψευδή ισχυρισμό, ο οποίος περιέχεται στη δήλωση με την πλασματική ημερομηνία 02/08/
- Επίσης δεν αποδέχεται ούτε ότι το γραφείο Στέλιου Αμερικάνου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή στο δικηγορικό γραφείο του κύριου Γιώργου Γ. Γιάγκου & Σια (ή Δ.Ε.Π.Ε. όπως είναι σήμερα) με την οποία δήθεν ζητούσε να μεταφερθεί ο φάκελος της Αιτήτριας υπ' αρ. 6 στο γραφείο του πρώτου. Αυτός υποστηρίζει ότι είναι και ο λόγος που τόσο στη δήλωση όσο και στην ένορκη δήλωση της κυρίας Συμεού δεν αναφέρεται η ημερομηνία της εν λόγω επιστολής. Επίσης αναφέρει ότι οι ενάγοντες/αιτητές ουδέποτε έδωσαν οποιοδήποτε έγγραφο σε οποιονδήποτε το οποίο να τον εξουσιοδοτεί να προβεί στις αλλαγές οι οποίες έχουν γίνει από τους εναγόμενους/καθ' ων η Αίτηση με τον τρόπο που φαίνονται να έχουν γίνει, ούτε και γνωστοποιήθηκε ποτέ στους αιτητές οποιαδήποτε πρόθεση των ουσιαστικών δικαιούχων της αιτήτριας υπ' αρ. 6, για μεταφορά της διαχείρισης της σε άλλο γραφείο διαχείρισης και όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι τίθενται από την κυρία Συμεού περί του αντιθέτου στην ένορκη δήλωση της, είναι παντελώς ψευδείς και ανυπόστατοι και γίνονται σε μία απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογηθεί η παρανομία. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι δύο εκ των λευκών μεταβιβάσεων μετοχών οι οποίες παρατίθενται από την κυρία Συμεού και σημειώνονται σαν Τεκμήριο 4 αλλά και τα πιστοποιητικά των μετοχών με αύξωντες αριθμούς 001 και 002 είναι άκυρα καθότι το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου αναφέρεται σε αυτά σε Κυπριακές Λίρες. Τα εν λόγω πιστοποιητικά ως αναφέρει ακυρώθηκαν με την μετατροπή της Κυπριακής Λίρας σε Ευρώ και συνεπώς δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για οποιαδήποτε μεταβίβαση στις 09/01/
- Επίσης αναφέρει ότι το πιστοποιητικό των μετοχών υπ' αρ. 004 το οποίο επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση της κυρίας Συμεού σαν μέρος του Τεκμηρίου 5 έχει ακυρωθεί αφού στις 25/11/2011 οι μετοχές με τους αριθμούς 2,501 μέχρι και 5,000 μεταβιβάστηκαν από την Αιτήτρια υπ' αρ. 1 στην Αιτήτρια υπ' αρ.
- Η παρανομία για την παρουσιαζόμενη μεταβίβαση των μετοχών (αλλά και γενικά για όλες τις πράξεις των Εναγομένων) είναι έκδηλη όπως υποστηρίζει και από το γεγονός ότι εξ όσων φαίνεται το Μητρώο της Αιτήτριας υπ' αρ. 6 το οποίο παρουσίασε η κυρία Συμεού στην Ένορκη Δήλωση της και σημείωσε σαν Τεκμήριο 12 είναι πλαστό και εν πάση περιπτώσει παράνομο, αφού το νόμιμο Μητρώο κρατείται από τους Αιτητές στο νομίμως εγγεγραμμένο γραφείο της Αιτήτριας υπ αρ. 6 σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Όπως περαιτέρω υποστηρίζει ο ισχυρισμός του αυτός αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα πιστοποιητικά των μετοχών τα οποία αριθμούνται με τους αύξωντες αριθμούς 003 και 004 και τα οποία επισυνάπτει η κυρία Συμεού ως μέρος του τεκμηρίου 5, δεν αντιστοιχούν σε αυτά που αναφέρονται στην τελευταία σελίδα του «μητρώου» που κατασκεύασαν οι Καθ' ων η Αίτηση ή και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα και επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση της κυρίας Συμεού σαν Τεκμήριο
- Αναφέρει επίσης ότι όλοι οι ισχυρισμοί της κυρίας Συμεού οι οποίοι τίθενται στην Ένορκη Δήλωση της ημερομηνίας 04/09/2013 σχετικά με οποιεσδήποτε οφειλές προς το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. είναι παντελώς άσχετοι με την παρούσα διαδικασία, με την οποία δεν επιζητούνται οποιεσδήποτε χρηματικές θεραπείες και στην οποία το εν λόγω δικηγορικό γραφείο δεν είναι καν διάδικος. . Επιπρόσθετα, αρνείται τους ισχυρισμούς περί κακοπιστίας και αναφέρει ότι οι νομότυπα διορισθέντες αξιωματούχοι της Αιτήτριας υπ' αρ. 6 έχουν καθήκον διασφάλισης του καλώς νοούμενου συμφέροντος της Αιτήτριας υπ' αρ. 6 και θα τελούσαν σε παραβίαση αυτού του καθήκοντος εάν επέτρεπαν τις παρανομίες των Καθ' ων η Αίτηση και πως η παρούσα αγωγή και αίτηση ημερομηνίας 26/07/2013 καταχωρήθηκαν με μόνο γνώμονα τη διασφάλιση αυτού του καλώς νοούμενου συμφέροντος της αιτήτριας αρ.
- Προσθέτει δε πως είναι το μόνο μέσο με το οποίο οι αιτητές μπορούν να διασφαλίσουν και να προστατεύσουν την ίδια την εταιρεία από την άσκηση οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης δέσμευσης η οποία είναι πιθανό να προκύψει από τις ενέργειες των παρανόμως διορισθέντων συμβούλων και γραμματέα. Επιπρόσθετα, η παρούσα διαδικασία κατ' ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική αφού με την έκδοση των επίδικων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων προστατεύονται οι νομίμως διορισθέντες σύμβουλοι και γραμματέας από τις οποιεσδήποτε πιθανές ενέργειες των παρανόμως παρουσιαζόμενων συμβούλων και γραμματέα. Συγκεκριμένα, ως αναφέρει μόνο εάν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα ημερομηνίας 30/07/2013 παραμείνουν σε ισχύ, οι νόμιμοι σύμβουλοι και γραμματέας δεν θα κινδυνεύουν από το να βρεθούν εκτεθειμένοι από τις οποιεσδήποτε παράνομες συναλλαγές και ενέργειες των καθ' ων η Αίτηση. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ανάλυοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε προσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο στάδιο της οριστικοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, καταλήγω στα εξής. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητίσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Από το κλητήριο ένταλμα είναι σαφές ότι οι θεραπείες διεκδικούνται στη βάση ισχυριζόμενων παράνομων και αυθαίρετων αλλαγών στη δομή της ενάγουσας 6, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και φέρουν τους ενάγοντες 1-5 να μην κατέχουν τις θέσεις ή δικαιώματα που οι ίδιοι θεωρούν ότι είχαν και εξακολουθούν κατά νόμο να έχουν στην ενάγουσα 6, αλλά φέρουν τους εναγόμενους 1-5 να κατέχουν αυτές. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι καταδεικνύεται συζητίσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Οι δε καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν αυτή την προϋπόθεση, η οποία υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι πληρούται, αφού αδιαμφισβήτητα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Στα πλαίσια αυτά επισημαίνω ότι οι ενάγοντες 1-5 αναφέρουν ότι είναι οι νόμιμα εγγεγραμμένοι μέτοχοι διευθυντές και γραμματέας της ενάγουσας 6 αντίστοιχα, και πως μέχρι πριν από τις κατ΄ ισχυρισμό παράνομες αλλαγές που διενεργήθηκαν, τούτο αντικατοπτρίζετο και στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (βλ Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Χρ. Γιάγκου ημερ. 26/7/2013). Όπως περαιτέρω αναφέρεται, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις και τα προαπαιτούμενα του περί Εταιρειών Νόμου ή και του καταστατικού της εταιρείας, οι εναγόμενες 1 και 2 παρουσιάζονται παράνομα ως μέτοχοι της ενάγουσας 6 σε αντικατάσταση των εναγουσών 1 και 2 ενώ κατά τον ίδιο τροπο οι εναγόμενες 3 και 4 παρουσιάζονται ως διεθυντές της εταιρείας σε αντικατάσταση των εναγουσών 3 και 4 χωρίς όμως ποτέ οι τελευταίες να έχουν παραιτηθεί ή να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία παύσης τους. Το ίδιο δε και για την ενάγουσα 5 η οποία αντικαταστάθηκε από την εναγόμενη
- Όπως συγκεκριμένα αναφέρουν δεν υπήρξε ποτέ παρουσίαση στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας 6, συμπληρωμένου εγγράφου μεταβίβασης μετοχών που να συνοδεύεται από τον τίτλο των μετοχών ως προβλέπει το άρθρο 73 του περί Εταιρειών Νόμου ή και το άρθρο 26 του κατασταστικού[2], ούτε και ποτέ καταχωρήθηκε το όνομα οποιουδήποτε άλλου μετόχου στο Μητρώο σε αντικατάσταση των εναγόντων 1 και
- Περαιτέρω δεν υπήρξε απόφαση διοικητικού συμβουλίου για αλλαγή του γραμματέα (βλ. άρθρο 111 του καταστατικού), ούτε τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για παύση των διευθυντών κατά τον προβλεπόμενο τρόπο σύμφωνα με το άρθρο 178 του Νόμου ή το άρθρο 96 του καταστατικού. Το άρθρο 96 του καταστατικού προβλέπει ότι για να παυθεί ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου πριν τη λήξη της θητείας του, τούτο θα πρέπει να γίνει με συνηθισμένη απόφαση που γνωστοποιείται ειδικά, σύμφωνα με το άρθρο 136 του Κεφ. 113, το οποίο με τη σειρά του προβλέπει για την ειδοποίηση των 28 ημερών η οποία απαιτείται να δοθεί στα πλαίσια αυτά προς την εταιρεία. Το δε άρθρο 178 προβλέπει ότι ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιλαμβάνεται στο καταστατικό μιας εταιρείας ή οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ μιας εταιρείας και διοικητικού συμβούλου αυτής, ένας διοικητικός σύμβουλος μπορεί να παυθεί με σύνηθες ψήφισμα πριν τη λήξη της θητείας του, αφού δοθεί ειδική ειδοποίηση στον ενδιαφερόμενο καθώς και η ευχέρεια να ακουστεί εάν το επιθυμεί, προϋποθέσεις οι οποίες ποτέ δεν τηρήθηκαν. Παρουσιάζει δε προς τούτο έγγραφη βεβαίωση του γραμματέα της ενάγουσας 6, δηλαδή της ενάγουσας 5, ότι ποτέ μέχρι και τις 9/1/2013 δεν έγινε οποιοδήποτε διοικητικό συμβούλιο ή γενική συνέλευση μετόχων που να νομιμοποιεί τις εν λόγω ενέργειες. Περαιτέρω ως αναφέρει οι ουσιαστικοί δικαιούχοι ουδέποτε είχαν ζητήσει από τους ενάγοντες ή και το δικηγορικό γραφείο Γιώργου Γ. Γιάγκου τη μεταφορά της ενάγουσας 6 υπό τη διοίκηση προσώπων που συνδέονται με το δικηγορικό γραφείο Στ. Αμερικάνου η οποία ανέλαβε τη διοίκηση τώρα. Με άλλα λόγια οι ενάγοντες ισχυρίζονται κατ' ουσίαν 3 πράγματα και συγκεκριμένα ότι πρώτον διενεργήθηκαν αλλαγές στην εταιρική δομή της ενάγουσας τις οποίες δεν διενήργησαν οι ίδιοι οι οποίοι ήταν οι οι νόμιμοι αξιωματούχοι και μέτοχοι της εταιρείας σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 (το οποίο δεν αμφισβητείται), δεύτερον ότι οι ουσιαστικοί δικαιούχοι δεν έδωσαν σε αυτούς συναφείς οδηγίες για αλλαγή της εταιρικής δομής της ενάγουσας 6 και του εγγεγραμμένου γραφείου της και τρίτον ότι εν πάση περιπτώσει για τη διενέργεια των αλλαγών αυτών δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου ή και του καταστατικού της εταιρείας γεγονός που καθιστά τις γενόμενες πράξεις παράνομες. Οι εναγόμενοι από την άλλη μέσω της ενόρκου δήλωσης της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση 4 προωθούν τη θέση ότι οι αλλαγές έγιναν νομότυπα και σύμφωνα με τη βούληση των ουσιαστικών δικαιούχων και βάση εγγράφων λευκής μεταβίβασης μετοχών που είχαν υπογράψει οι ενάγουσες 1 και 2 προς όφελος των ουσιαστικών δικαιούχων. Προς απόδειξη τούτου η ομνύσασα για τους καθ' ων η αίτηση ενσωματώνει και υιοθετεί στην ένορκη της δήλωση, επιστολή ημερ. 2/8/2013 την οποία φερονται να απέστειλαν οι ουσιαστικοί δικαιούχοι στο Γραφείο Γιώργος Γιάγκου και στους ενάγοντες 1-5 και στην οποία γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων και στα έγγραφα λευκής μεταβίβασης μετοχών τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4, καθώς και σε δήλωση εμπιστεύματος (βλ. Τεκμήριο 3) και σε επιστολή ημερ. 9/1/2013 (βλ Τεκμήριο 7) με την οποία οι ουσιαστικοί δικαιούχοι φέρονται να πληροφορούν το δικηγορικό γραφείο Γ. Γιάγκου ότι από την εν λόγω ημερομηνία και στη συνέχεια η διαχείριση της ενάγουσας 6 θα γίνεται από το γραφείο Στ. Αμερικάνου. Σημειώνεται βέβαια ότι όλα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά είναι αντίγραφα, και σε κανένα εξ αυτών αποκαλύπτεται το όνομα των φερόμενων ουσιαστικών δικαιούχων. Εν ολίγοις προκύπτει ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε προς αντίκρουση των εν λόγω ισχυρισμών είναι εξ ακοής και μάλιστα προέρχεται από πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα για λόγους άγνωστους στο Διακστήριο δεν αποκαλύπτεται. Ενώ δε οι εκχωρητές/μέτοχοι είναι δύο, τα λευκά έγγραφα μεταβίβασης (βλ. Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Συμεού) φέρουν υπογραφή μόνο από ένα εκ των δύο μετόχων. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και προς διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση, σημειώνω τα εξής. Ακόμα και εάν θεωρούσα ότι οι αλλαγές έγιναν με βάση τα έγγραφα που επικαλούνται οι εναγόμενοι, πράγμα δύσκολο στο στάδιο αυτό, αφού η θέση αυτή αμφισβητείται και η μαρτυρία που προσκομίστηκε προς απόδειξη του εν λόγω ζητήματος από τους εναγόμενους, βασίζεται αφ' ενός σε εξ ακοής μαρτυρία η οποία μάλιστα προέρχεται από πρόσωπα των οποίων οι ταυτότητες δεν αποκαλύπτονται και αφ' ετέρου σε αντίγραφα εγγράφων στα οποία και πάλι τα σχετικά ονόματα ονόματα είναι διαγραμμένα, ενώ περαιτέρω τα έγγραφα που παρουσιάζονται ως τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταβίβαση των μετοχών είναι εκ πρώτης όψεως ελλειπή αφού δεν δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως πάντα τη μεταβίβαση των μετοχών από την αιτήτρια αρ. 2, τούτο ούτως ή άλλως δεν θα βοηθούσε τους εναγόμενους στην προώθηση των ισχυρισμών τους ότι δεν αποδκεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Και τούτο διότι τα όσα προβάλλουν δεν αναιρούν το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον μου στο στάδιο αυτό ότι οι προβλεπόμενες από το νόμο ή και καταστατικό της ενάγουσας 6 διαδικασίες, στις οποίες αναφορά έχει γίνει πιο πάνω, έχουν ακολουθηθεί και επομένως θεωρώ ότι καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Με άλλα λόγια λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των ισχυρισμών που προβάλλονται από τους εναγόμενους, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτοί μπορούν να αναιρέσουν την πιθανότητα επιτυχίας των εναγόντων στη βάση των όσων ισχυρίζονται. Σημειώνω βέβαια και επαναλαμβάνω ότι δεν προβαίνω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα επί τούτου, αλλά εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις κρίνω πως τα όσα αντιπαραβάλλει η εναγόμενη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι με τα όσα η ενάγοντες ισχυρίζονται στο στάδιο αυτό, δεν έχουν καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας των όσων προβάλλουν στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Ως προς τον ισχυρισμό ότι το πιστοποιητικό του Εφόρου (Τεκμήριο 6) που επισυνάπτεται δεικνύει τους εναγόμενους ως τους αξιωματούχους της ενάγουσας 6 τούτο σίγουρα δεν μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα αφού όπως αναγνωρίζεται και στην Πολιτική Αιτηση 58/2012 ημερ. 20/6/2012, Αναφορικά με την αίτηση των
(1)Montrago Trustees Ltd κ.α : «Τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών δεν δεσμεύουν ένα Δικαστήριο ως προς το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς μιας εταιρείας και αυτή την έννοια είχε η απαγόρευση στους αιτητές να εμφανίζονται ως διευθυντές και γραμματέας εταιρειών «κατ΄ επίκληση» πιστοποιητικών, τα οποία εν πάση περιπτώσει ακυρώθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών. Το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει στους διευθυντές από του να εμφανίζονται ως τέτοιοι, αλλά βεβαίως ως φυσικά πρόσωπα δικαιούνται να εμφανιστούν και να αμφισβητήσουν το διάταγμα» Τα πιο πάνω απαντούν και στον ισχυρισμό ότι δεν επετράπη στην ενάγουσα 6 να ακουστεί μέσω των προσώπων που πραγματικά την εκπροσωπούν ή και ότι ενάγουσα 6 δεν θα μπορεί να εκπροσωπείται ως επιθυμεί σε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες, ισχυρισμός ο οποίος προφανώς και δεν ευσταθεί, αφού όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται και υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη έλαβαν γνώση εμφανίστηκαν προσωπικά ο καθένας και είχαν την ευχέρεια να θέσουν πλήρως τις θέσεις τους ως προς το γιατί οι ίδιοι θα πρέπει να αφεθούν να ενεργούν ως αξιωματούχοι ή και μετόχοι της εν λόγω εταιρείας και όχι οι ενάγοντες. Ως προς τη θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ότι εφόσον οι ενάγοντες 1 και 2 δέχονται ότι κρατούσαν τις μετοχές στην ενάγουσα 6 δια λογαριασμό ελλήνων υπήκόοων στη βάση δήλωσης εμπιστεύματος και πως στα πλαίσια αυτά παραχώρησαν στους ουσιαστικούς δικαιούχους και λευκά έγγραφα μεταβίβασης μετοχών και πως με βάση τα πιο πάνω το ζήτημα των διαδικασιών που δεν τηρήθηκαν είναι ούτως ή άλλως τυπικό δεδομένου του ότι όταν τηρηθούν οι διαδικασίες οι εναγόμενοι θα μπορούν ούτως ή άλλως να κατέχουν αυτές τις θέσεις σημειώνω τα εξής. Η εισήγηση αυτή η οποία αντλεί το έρεισμα της από την πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή 3497/13 Ε. Δ. Λεμεσού ημερ.9/8/2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, δεν με βρίσκει σύμφωνη για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ. Η εισήγηση αυτή βασίζεται ουσιαστικά στη θέση ότι με βάση το νόμο (βλ. άρθρο 178
(1)του Κεφ. 113) αλλά και το καταστατικό της εταιρείας (βλ. άρθρο 96) οι μέτοχοι έχουν το δικαίωμα με σύνηθες ψήφισμα να απομακρύνουν τους διευθυντές καθιστώντας έτσι ξεκάθαρο πως ο τελικός έλεγχος της εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των ιδιοκτητών της. Επομένως συνεχίζει η εισήγηση εφόσον οι μέτοχοι έχουν αυτή τη δυνατότητα και εφόσον στην προκειμένη περίπτωση οι ουσιαστικοί δικαιούχοι έχουν στην κατοχή τους έγγραφα λευκής μεταβίβασης μετοχών γεγονός που τους επιτρέπει να διορίσουν όποιο πρόσωπο επιθυμούν ως μέτοχο, ο οποίος ενεργώντας με βάση τις εντολές τους, θα μπορούσε να παύσει ούτως ή άλλως τους διευθυντές, η όλη υπόθεση που επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν οι ενάγοντες αιτητές είναι άνευ ουσίας και συναφώς δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η πιο πάνω εισήγηση πάσχει αφού παραλείπει να λάβει υπόψη μια πολύ σοβαρή παράμετρο η οποία είναι εξής. Οι λευκές μεταβιβάσεις μετοχών που επισυνάπτουν πέραν του ότι δεν καλύπτουν την ενάγουσα 2, και πέραν του ότι με τον τρόπο που παρουσιάστηκε η υπόθεση και από τις δύο πλευρές το Δικαστήριο δεν μπορεί με βεβαιότητα να γνωρίζει αν οι φερόμενοι ως ουσιαστικοί δικαιούχοι στους οποίους αναφέρονται οι εναγόμενοι ταυτίζονται με αυτούς των εναγόντων/αιτητών, οι εν λόγω μεταβιβάσεις, δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει από μόνες τους να επιφέρουν την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετόχων. Και τούτο διότι ως προκύπτει από τα άρθρα 28 και 29 του κατασταστικού οι διευθυντές μπορούν να αρνηθούν να εγγράψουν τη μεταβίβαση μετοχών στο όνομα κάποιου προσώπου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Ιδιαίτερα το άρθρο 28 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί να εγγράψει τη μεταβίβαση μετοχής στο όνομα προσώπου για το οποίο δε θα έδινε την έγκριση του. Έτσι και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν παρουσιάσει στο παρόν στάδιο τουλάχιστον έγγραφα που να δείχνουν ότι οι διευθυντές έχουν εγκρίνει τις όποιες μεταβιβάσεις, αυτές δεν θα μπορούσαν να διενεργηθούν. Χωρίς δε την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, δεν μπορεί να θεωρηθεί χωρίς άλλο ότι οι ουσιαστικοί δικαιούχοι θα μπορούσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο να παύσουν τους διευθυντές ήτοι τις ενάγουσες 3 και 4 και κατ' επέκταση την ενάγουσα 5. Και τούτο διότι ένας ουσιαστικός μέτοχος ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα σε μια εταιρεία στην οποία μετοχές κατέχονται προς όφελος του και δεν μπορεί εκτός δια της λήψης δικαστικών μέτρων για να αναζητήσει την προστασία των δικαιωμάτων του από το Δικαστήριο, να εμπλακεί στην κανονική διαδικασία για μεταβίβαση μετοχών ή για παύση διευθυντών. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από τον Palmer' s Company Law 24th ed.
(1987)Vol. 1 σελ. 803 παράγρ. 51-06 στο οποίο αναλύεται η αντίστοιχη, με το άρθρο 112[3] του Κεφ. 113, αγγλική πρόνοια. : «In the case of Companies registered in England and Wales, no notice of any trust is to be entered on the register or is receivable by the company (s.360). This is one of the key sections of the Act. Its effect is twofold: first the registered holder is liable to the company for the calls: and secondly, a beneficiary who is not registered as a holder of shares has no connection with or rights in, a company in which shares are held for him. He cannot for instance, except by taking legal proceedings to seek the protection of the court for his interests, interfere with the normal transfer procedure. In Re Perkins, ex p. Mexican Santa Barbara Mining Co. Lord Coleridge C.J. said¨ "It seems to me extremely important not to throw any doubt on the principle that companies have nothing whatever to do with the relation between trustees and their cestuis que trust in respect of the shares of the company. If a trustee is on the Company's register as the holder of shares, the relations which he may have with some other person in respect of the shares are matters which the company have nothing whatever to do; they can look only to the man whose name is on the register"». ( η έμφαση δική μου) Επομένως θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το οποίο να αναιρεί με βάση πάντα τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου την ορατή πιθανότητα επιτυχίας των όσων οι ενάγοντες/αιτητές εγγεγραμμένοι μέτοχοι και αξιωματούχοι ισχυρίζονται, στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως έχει και πιο πάνω ήδη αναφερθεί και όπως τονίστηκε πρόσφατα στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240. Στην προκειμένη περίπτωση δέχομαι ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρούται με την έννοια ότι όπως ορθά ισχυρίζονται οι αιτητές τα συμφέροντα της ενάγουσας 6 κινδυνεύουν να πληγούν ανεπανόρθωτα, εάν πρόσωπα που, εκ του νόμου, δεν δικαιούνται να την εκπροσωπούν ή/και να την δεσμεύουν, διενεργήσουν ή συνεχίσουν να διενεργούν πράξεις στο όνομα της ή/και για λογαριασμό της. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο τα διατάγματα να παραμείνουν σε ισχύ (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Εν προκειμένω, όπως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια απόφαση, υπεισέρχεται ο παράγοντας της διατήρησης του status quo ante που αποτελεί και την συνήθη έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος, σε αντιδιαστολή προς την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπό το φως του συνόλου των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι τούτο αδιαμφισβήτητα κλίνει υπερ των εναγόντων/αιτητών. Στην κατάληξη μου αυτή δεν παρέλειψα να λάβω υπόψη ότι και οι δύο πλευρές προβάλλουν με ένταση, στην προσπάθεια τους να πείσουν ως προς το που γέρνει το ισοζύγιο, τις ζημιές που θα υποστεί ανάλογα η πλευρά που θα αποτύχει στην παρούσα διαδικασία, αφού δεν θα μπορεί να διαχειριστεί την ενάγουσα 6 στην οποία η κάθε πλευρά θεωρεί ότι έχει συμφέροντα. Σημειώνω όμως ότι ακόμα και όπου οι παράγοντες που ζυγίζονται στα πλαίσια αυτά είναι ισοδύναμοι για τις δύο πλευρές, λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη και επιδιώκεται ως και πιο πάνω ανέφερα η διατήρηση του status quo ante (bellum), με βάση το οποίο στην προκειμένη περίπτωση οι ίδιοι οι ενάγοντες ήταν οι αξιωματούχοι και ιδιοκτήτες της ενάγουσας 6 εταιρείας, και το οποίο ως είναι προφανές θα διατηρηθεί με την οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων (Βλ. και Zena Company (ανωτέρω), Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph Lasala
(2007)1A AAΔ.162). Ως προς τη θέση ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η οριστικοποίηση διαταγμάτων τα οποία είναι πανομοιότυπα με τις τελικές θεραπείες που απαιτούνται στην αγωγή και ότι συνεπώς τυχόν έκδοση τους θα καθιστούσε την εκδίκαση της αγωγής πλέον αχρείαστη και/ή θα προδίκαζε το αποτέλεσμα της, σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί αφού όπως έχει πολλάκις επισημανθεί το Δικαστήριο δεν προβαίνει στα πλαίσια αυτά σε οποιοδήποτε εύρημα επί της ουσίας, αλλά εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και εν πάση περιπτώσει ως έχει ξεκάθαρα πλέον νομολογηθεί δεν αποκλείεται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, ιδιαίτερα όπου όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν ανατρέπεται αλλά διατηρείται το status quo ante. Σχετική είναι η Κοσμα v. X''Κυπρή
(2002)1Α Α.Α.Δ. 169, στη σελίδα 176 όπου αναφέρονται τα εξής: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG [1984] 1 C.L.R. 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον εφεσείοντα και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ' ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ' όσον ο εφεσίβλητος προβάλλει ουσιαστική υπεράσπιση.» Έρχομαι τώρα στο ζήτημα του κατεπείγοντος. Το ζήτημα του κατεπείγοντος ως είναι καλά νομολογημένο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή μονομερούς διατάγματος (βλ. άρθρο 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και την απόφαση στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία v. Χαμπή Βάσου Χάμπου κ.α
(2007)1Β Α.Α.Δ 879. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Χριστόδουλος Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1A ΑΑΔ 203 : «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Στην πιο πάνω υπόθεση η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του κρίθηκε ότι αναιρούσε το κατεπείγον του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες/αιτητές βάσισαν τη θέση τους για το κατεπείγον της αιτήσεως στο ότι κάτω από τις περιστάσεις που ανέφεραν έλαβαν γνώση των ισχυριζόμενων παρανομιών κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 17/7/2013 και αποτάθηκαν στο Δικαστήριο στις 26/7/
- Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος για να δοθούν μονομερώς τα διατάγματα αφού, οι ενάγοντες αιτητές γνώριζαν από τις 9/1/2013 για τις εν λόγω αλλαγές οπόταν και είχε αποσταλεί σχετική επιστολή στους ενάγοντες και στο Δικηγορικό γραφείο Γιαγκου ημερ. 9/1/2013, με την οποία αναφερόταν αυτή η πρόθεση των ουσιαστικών δικαιούχων να αναθέσουν τη διαχείριση της εταιρείας στο γραφείο Αμερικάνου και στην οποία μάλιστα καλούντο να παραδώσουν όλα τα σχετικά έγγραφα στο γραφείο Αμερικάνου. Οι ενάγοντες βέβαια αρνούνται ότι έλαβαν αυτή την επιστολή, ενώ στην ένορκη δήλωση της ομνύσασας για τους εναγόμενους δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι η εν λόγω επιστολή απεστάλη ή παραλήφθηκε, ενώ η ομνύσασα για τους εναγόμενους περιορίζεται να αναφέρει ότι γνωρίζει ότι η εν λόγω επιστολή απεστάλη χωρίς όμως να προσδιορίζει αν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη και ποια στην αποστολή ή παράδοση της επιστολής, η οποία ως φαίνεται από τα όσα ισχυρίζεται αυτή απεστάλη από τους ουστιαστικούς δικαιούχους τα ονόματα των οποίων δεν αποκαλύπτονται. Υπό αυτές τις περιστάσεις και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω ότι οι ενάγοντες είχαν γνώση αυτής και παρέλειψαν να δράσουν πιο έγκαιρα. Ως προς το ότι όφειλαν να λάβουν ενέργειες όταν στις 3/4/2012 αποτάθηκαν στους ουσιαστικούς δικαιούχους και δεν έλαβαν απάντηση και ότι συνεπώς και πάλιν επέδειξαν ολιγωρία που δεν συνάδει με την έκδοση μονομερώς των επίδικων διαταγμάτων, σημειώνω ότι όπως και από την πιο πάνω απόφαση (White Knight) προκύπτει το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα αυτό, σε συνάρτηση με το χρόνο που πράγματι οι αιτητές έλαβαν γνώση των γεγονότων που δικαιολογούσαν την υποβολή απαίτησης για την έκδοση των διαταγμάτων, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, έγινε τον Ιούλιο του
- Συναφώς οι λόγοι που σχετίζονται με το ζήτημα αυτό ως και το συναφές ζήτημα της καθυστέρησης απορρίπονται. Ως προς το ζήτημα της παράλειψης αποκάλυψης σημειώνω ότι στο βαθμό που ο ισχυρισμός αφορά έγγραφα τα οποία επικαλούνται οι ιδιοι οι εναγόμενοι και τα οποία οι ίδιοι προβάλλουν και ισχυρίζονται ως πραγματικά, χωρίς μάλιστα αυτά να είναι πρωτότυπα και χωρίς αυτά να αποκαλύπτουν τα ονόματα των προσώπων που ενδιαφέρουν και τα οποία οι ενάγοντες δεν αποδέχονται, κρίνω ότι δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην κατάληξη υπό τις περιστάσεις ότι τα έγγραφα και τα γεγονότα αυτά που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είναι πραγματικά και ότι πράγματι σχετίζονται με αυτή την υπόθεση και πως οι ενάγοντες παρέλειψαν να τα αποκαλύψουν παραβιάζοντας έτσι το σχετικό καθήκον που είχαν. Ανεξαρτήτως τούτου η όποια παράλειψη αποκάλυψης για να έχει σημασία θα πρέπει να είναι ουσιώδης με την έννοια του να μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων σε μονομερή βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι παραπονούνται ουσιαστικά (α) για μη αποκάλυψη των οφειλών της ενάγουσας 6 προς το γραφείο Γ. Γιάγκου, (β) για την αλληλογραφία με τον Ανδρέα Μάο, (γ) για τη μη αποκάλυψη των ισχυρισμών περί προγενέστερης προσπάθειας για αλλαγή της δομής της ενάγουσας 6 από τους ενάγοντες με την οποία οι ουσιαστικοί δικαιούχοι διαφώνησαν, (δ) για τη μη αποκάλυψη του ακριβές περιεχομένου της συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων 1-5 και της Ενάγουσας 6 σε σχέση με τον τρόπο και τους όρους διαχείρισης της Ενάγουσας 6 και (δ) για τη μη αποκάλυψη των λευκών εγγράφων μεταβίβασης μετοχών και το σκοπό για τον οποίο αυτά παραχωρήθηκαν στους ουσιαστικούς δικαιούχους. Τα ζητήματα αυτά δεν θεωρώ ότι θα μπορούσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο να επιδράσουν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Και τούτο διότι αφ' ης στιγμής και για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω οι ουσιαστικοί δικαιούχοι δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως (με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν) χωρίς τη συνδρομή των αξιωματούχων ή και μετόχων να ολοκληρώσουν τη διαδικασία αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και κατ' επέκταση του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας 6, είναι αδιάφορο το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλούνται οι εναγόμενοι, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αφού όπως ξεκάθαρα αναφέρεται στο απόσπασμα από το Palmer's ανωτέρω : «.If a trustee is on the Company's register as the holder of shares, the relations which he may have with some other person in respect of the shares are matters which the company have nothing whatever to do; they can look only to the man whose name is on the register"». Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων ένστασης ευσταθεί και πως υπό τις περιστάσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για τη συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και πως λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της οριστικοποίησης των εν λόγω διαταγμάτων ημερομηνίας 30/7/2013, τα οποία δια της παρούσης καθίστανται απόλυτα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπερ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. .............................................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [2] Το άρθρο 26 του ιδρυτικού προβλέπει συγκεκριμένα πως: «26. Το έγγραφο της μεταβίβασης οποιασδήποτε μετοχής εκτελείται από τον ή από μέρους του εκχωρητή και του εκδοχέα και ο εκχωρητής θεωρείται ότι παραμένει κάτοχος της μετοχής μέχρι που το όνομα του εκδοχέα να καταχωριστεί στο Μητρώο Μελών σχετικά με τη μετοχή αυτή» [3] Συγκεκριμένα το άρθρο 112 του Κεφ. 113 «καμία ειδοποίηση εμπιστεύματος, ρητού, σιωπηρού ή εξυπακουόμενου δεν καταχωρείται στο μητρώο ή λαμβάνεται από τον έφορο, σε περίπτωση εταιρειών εγγεγραμμένων στη Δημοκρατία.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο