Λεύκου Χαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3290/07, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3290/07 Μεταξύ: Λεύκου Χαραλάμπους Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 11.4.2014 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 18.2.2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση: κ.κ. Π. Αγγελίδης και Μ. Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε την 3.9.2008 δια της προσθήκης προδικαστικών ενστάσεων και ισχυρισμών που αφορούν την εξέλιξη της ιατρικής κατάστασης του ενάγοντα. Συγκεκριμένα ζητούν όπως προστεθεί η προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή έχει παραγραφεί και ότι ο ενάγοντας καθυστέρησε να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. Επιπρόσθετα ζητά όπως συμπεριληφθεί στην υπεράσπιση του ότι κατά την περίθαλψη του ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, κανένα ξένο σώμα βρέθηκε στον οφθαλμό του ενάγοντα, ότι η διάγνωση που έγινε στην οφθαλμολογική κλινική ΝΑΜΙΙΙ ήταν έλκος κερατοειδούς στον αριστερό οφθαλμό και ότι ο ενάγοντας αμέλησε να αναζητήσει θεραπεία έγκαιρα. Ζητά επίσης όπως προστεθεί ο ισχυρισμός ότι οι εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγοντας έδειξαν μόλυνση από σταφυλόκοκκο και ότι τη 16.10.1996 ο ενάγοντας επανεισήχθη στην οφθαλμολογική κλινική του Μακάρειου Νοσοκομείου λόγω διήθησης του έλκους και αιμορραγικού υποπύου. Τέλος ζητά όπως προστεθεί η δήλωση ότι ο ενάγοντας θα μπορούσε να μεταβαίνει σε διάφορους γιατρούς μέσω της Κυβέρνησης, ότι έτυχε της δέουσας θεραπείας και ότι το επίπεδο της φροντίδας είναι αυτό του μέσου γιατρού. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Δήμητρας Παπαμιλτιάδου, δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία. Η ομνύουσα αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της ότι η μόλυνση του οφθαλμού εγείρετο «ακροθιγώς», συμπληρώνει δε ότι «δεύτερη ανάγνωση του εν λόγω δικογράφου δίδει τη καθαρή εικόνα πως ο ισχυρισμός περί μολύνσεως του οφθαλμού ή/και σταφυλόκοκκου δέον όπως τεθεί ξεκάθαρα ώστε ο εναγόμενος να μπορέσει απρόσκοπτα να επικαλεστεί τα σχετικά με τη μόλυνση ή και το σταφυλόκοκκο γεγονότα και τη θεραπεία που σχετικά παρασχέθηκε». Σε σχέση με το θέμα των προδικαστικών ενστάσεων, αναφέρει τα πιο κάτω τα οποία κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
- Επιπλέον κατά τη σύνταξη της sub judice Αιτήσεως κρίθηκε αναγκαίο όπως προστεθούν και οι προδικαστικές ενστάσεις περί παραγραφής ή και laches. Παρότι κατά το χρόνο σύνταξης της Υπεράσπισης δεν υπήρχε η νομοθετική πρόνοια δικογράφησης τους, είναι κατά την έντιμη και ειλικρινής μου άποψη ορθό να δικογραφηθούν οι εν λόγω ενστάσεις ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να τις εγείρει κατά τρόπον που ο ενάγων να μην βρεθεί προ εκπλήξεως». Ο ενάγοντας κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Είναι η θέση του ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί να εγερθεί θέμα καθυστέρησης και ότι δεν προκύπτει θέμα παραγραφής. Αν υπήρχε θέμα παραγραφής αυτό έχει καταρρεύσει λόγω της άνευ όρων εμφανίσεως του εναγομένου και της ενάρξεως της διαδικασίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα υπόλοιπα στοιχεία που προσπαθεί ο εναγόμενος να εισάξει ήταν διαθέσιμα από το
- Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, μετά την κατάθεση του ενάγοντα. Αν η τροποποίηση εγκριθεί, τότε ο ενάγοντας θα βρεθεί «στη δυσμενή μοίρα να μην έχει μαρτυρήσει επί των ισχυρισμών των εναγομένων». Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι το θέμα του σταφυλόκοκκου, του οιδήματος, της διήθησης του έλκους και του αιμορραγικού υποπύου δεν αποτελούν καινοφανή στοιχείου. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία ήταν υπόψιν του εναγομένου τουλάχιστον από το Μάιο του 2008 που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης. Στις παραγράφους 6 μέχρι 17 του πιο πάνω δικογράφου γίνεται λεπτομερής αναφορά στην κατάστασης της υγείας του ενάγοντα και στις θεραπείες που έλαβε. Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι τον Οκτώβρη του 1996 διεγνώσθη ότι πάσχει από μόλυνση συνεπεία σταφυλόκοκκου και τη 16.10.96 εισήχθη στην οφθαλμολογική κλινική καθότι παρουσίασε οίδημα, διήθηση του έλκους και αιμορραγικόν υποπύον. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 6 και
- Στην παράγραφο 9 του ιδίου εγγράφου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας προέβη σε κερατοπλαστική λόγω βλάβης του κερατοειδούς από προσβολή του από μύκητες, ενώ στην παράγραφο 10 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας έπασχε από έλκος του κερατοειδούς αριστερού οφθαλμού. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί από τον εναγόμενο, σχετικοί είναι οι παράγραφοι 7, 8, 10 και 11 της Υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής[1]. Η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[2]. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ως αναφέρω και ανωτέρω δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σαν λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού αποτελεί ευθύνη του Δικαστηρίου[3]. Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη «γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[4]». Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος για την τροποποίηση[5]. Κατά την εξέταση του παράγοντα αυτού, ήτοι της καθυστέρησης, λαμβάνεται υπόψη μεταξύ άλλων η συμπεριφορά των μερών. Στην υπό κρίση υπόθεση ο εναγόμενος αξιώνει, ως αναφέρω και ανωτέρω, την προσθήκη δύο προδικαστικών ενστάσεων. Ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση οι εκπρόσωποι της υπεράσπισης θεωρούσαν ότι το θέμα της παραγραφής δεν θα έπρεπε να δικογραφηθεί και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν συμπεριέλαβαν τον ισχυρισμό αυτό στο δικόγραφο τους. Έκριναν τελικά σκόπιμο να τον συμπεριλάβουν, για να μη βρεθεί ο ενάγοντας προ εκπλήξεως. Η πιο πάνω θέση, ήτοι ότι δεν είναι αναγκαίον να δικογραφείται το θέμα της παραγραφής, δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς και Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη[6] όπου λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «.ο εναγόμενος δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εγείρει σε οποιοδήποτε στάδιο επιθυμεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής που επιτρέπει την έγερση της σχετικής υπεράσπισης με τροποποίηση στο τέλος της δίκης και ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τη δικαιοσύνη της υπεράσπισης». Το θέμα της παραγραφής θα μπορούσε να είχε εγερθεί πολύ νωρίτερα και όχι εν τω μέσω της ακρόασης. Ο λόγος που δεν είχε εγερθεί οφείλεται προφανώς στη νομική πλάνη της υπεράσπισης ότι δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο της. Παρά το γεγονός ότι διαπιστώνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα κρίνω ότι το θέμα της παραγραφής ως επίσης και το θέμα της καθυστέρησης θα πρέπει να επιτραπούν εφόσον η συμπερίληψη τους στο δικόγραφο δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ήτοι ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος εμφανίστηκε «άνευ όρων» στη διαδικασία και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει, δεν αποτελούν από μόνα τους εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος. Η έναρξη της ακρόασης είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όχι όμως το μοναδικό. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης. Σε σχέση με τις τροποποιήσεις που αφορούν την κατάσταση του ενάγοντα, από ιατρικής απόψεως, ως εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου, αδυνατώ να αντιληφθώ τους λόγους που ώθησαν την υπεράσπιση να τις συμπεριλάβει, εφόσον τα γεγονότα που καλύπτουν ήδη συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και είναι παραδεκτά από την υπεράσπιση. Ανεξαρτήτως τούτου όμως δεν δόθηκε ικανοποιητικός λόγος γιατί ζητείται η προσθήκη τους στο στάδιο αυτό εφόσον ήταν σε γνώση της υπεράσπισης από το
- Οι υπόλοιπες δε τροποποιήσεις, ότι ο ενάγοντας θα μπορούσε να μεταβεί σε γιατρούς στο εξωτερικό μέσω της Κυβέρνησης και ότι αυτός έτυχε της δέουσας φροντίδας, δεν προσθέτουν ο,τιδήποτε στην υπόθεση του ενάγοντα. Το ίδιο ισχύει και για τη τελευταία τροποποίηση με την οποία ζητείται η προσθήκη νομικών αρχών ως προς το επίπεδο της φροντίδας. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1 (Α) και (Β) της αίτησης. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης και όσα χάθηκαν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση και εναντίον του εναγομένου-αιτητή. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [2] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 394, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 621. [3] Χρίστου v Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [4] Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1984)1 ΑΑΔ 426. [5] Απόσπασμα από τη Φοινιώτης v Greenmar Navigation
(1989)1 E AAΔ. Βλέπετε επίσης Γραμμές Στρίντζη v Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607. [6]
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. 7 Στην ίδια απόφαση γίνεται επίκληση της απόφασης της Βουλής των Λόρδων Ketteman and Others v Hansel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο