← Κύπρος

J. D. Neophytou Personal Computer Ltd ν. Emporiki Bank - Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 1896/06, 15/4/2014

J. D. Neophytou Personal Computer Ltd ν. Emporiki Bank - Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 1896/06, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1896/06 Μεταξύ: J. D. Neophytou Personal Computer Ltd Εναγόντων και Emporiki Bank - Cyprus Ltd Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Τσίγκης Για τους εναγόμενους: κ. Χαπάρης για Χρύση Δημητριάδη & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων στην παρούσα αγωγή, που κατεχωρήθη με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 10.3.2006, αφορά την επιστροφή του ποσού των £26.539,17 που εισπράχθηκε από τους εναγόμενους ως «money had and received» και/ή κατά λάθος και/ή αχρεωστήτως και/ή ως αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων, πλέον τόκους και έξοδα. Η περαιτέρω αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων υπό μορφή αποζημιώσεων για διαφυγόντα κέρδη και συναφείς ζημιές ή απώλειες των εναγόντων λόγω της συμπεριφοράς ή πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων, δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που κατεχωρήθη στις 18.3.2008, οι ενάγοντες ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία ασχολούμενη με την πώληση και/ή προώθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών και/ή πώληση προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και/ή ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων με βάση το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας και με άλλες συναφείς εργασίες, ενόσω οι εναγόμενοι είναι νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία με αντικείμενο τις τραπεζικές εργασίες. Παρεμβάλλεται σε αυτό το σημείο ότι οι ιδιότητες των διαδίκων κατέστησαν παραδεκτές κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγομένων. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, περί τον Οκτώβριο του 2004 οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία συνεργασίας για την προώθηση της ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑΣ VISA (στο εξής «η κάρτα») των εναγομένων στους πελάτες των εναγόντων για την αγορά των προϊόντων των τελευταίων, η ύπαρξη της οποίας κατέστη επίσης παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία. Ως προς τους όρους της συμφωνίας οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι οι ενάγοντες θα παρέπεμπαν στους εναγόμενους διάφορους πελάτες τους, οι οποίοι θα ενδιαφέροντο για την εξασφάλιση προϊόντων των εναγόντων με χρηματοδότηση μέσω της κάρτας. Βάσει επίσης της συμφωνίας, οι εναγόμενοι θα είχαν την αποκλειστική ευχέρεια έγκρισης ή απόρριψης των εκάστοτε υποβαλλομένων αιτήσεων, με την έγκριση δε κάποιας αίτησης οι εναγόμενοι θα είχαν το δικαίωμα να επιβάλουν νόμιμους τόκους και/ή άλλες επιβαρύνσεις που θα συμφωνούντο μεταξύ των εναγομένων και του αντίστοιχου πελάτη. Οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό στο υποκατάστημα Αγλαντζιάς των εναγομένων, στον οποίο οι εναγόμενοι κατέθεταν το ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό του κάθε τιμολογίου που ενέκριναν και χρηματοδοτούσαν. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, οι εναγόμενοι εν αγνοία των εναγόντων, μεταξύ των ημερομηνιών 17.11.2004 και 30.6.2005, παράνομα, αυθαίρετα και μονομερώς απέκοψαν και/ή κατακράτησαν και/ή αφαίρεσαν από το λογαριασμό των εναγόντων ποσοστό 6%, ως προμήθεια επί του ποσού χρέωσης της κάθε κάρτας, δηλαδή το συνολικό ποσό των £26.539,17, το οποίο οι ενάγοντες διεκδικούν με την παρούσα αγωγή από τους εναγόμενους, παρά δε τις επανειλημμένες προς αυτούς απαιτήσεις τους δεν τους κατεβλήθη. Διαζευκτικά οι ενάγοντες αξιώνουν το εν λόγω ποσό, αν κριθεί ότι δεν μπορούν να το διεκδικήσουν βάσει της προαναφερθείσας συμφωνίας, ως προσπορισθέν όφελος, το οποίο οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποκαταστήσουν ως «money had and received» και/ή κατά λάθος και/ή αχρεωστήτως εισπραχθέν και/ή ως αποζημιώσεις οφειλόμενες στους ενάγοντες. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση, που κατεχωρήθη στις 21.3.2008 εκ μέρους των εναγομένων, καταγράφεται άρνηση και απόρριψη των αξιώσεων και των ισχυρισμών των εναγόντων, εκτός από την ύπαρξη της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Ως προς τους όρους της συμφωνίας οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία συνεργασίας αφορούσε την πώληση από τους ενάγοντες προϊόντων της επιχείρησής τους σε ενδιαφερόμενους αγοραστές - πελάτες των εναγόντων, με άτοκες δόσεις με τη χρήση της κάρτας, που οι εναγόμενοι θα εξέδιδαν και θα παραχωρούσαν στους πελάτες των εναγόντων. Εκ των βασικών όρων της εν λόγω συμφωνίας, που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν συμφωνηθεί, κατά την ακροαματική διαδικασία έγιναν παραδεκτοί εκ μέρους των εναγόντων οι ακόλουθοι: (α) ότι οι εναγόμενοι θα προμήθευαν τους ενάγοντες με έντυπα αιτήσεων για έκδοση κάρτας, τα οποία αφού θα συμπληρώνοντο από τους πελάτες των εναγόντων με τη βοήθειά τους, οι ενάγοντες θα τα παρέδιδαν στους εναγόμενους για αξιολόγηση και στη συνέχεια για έγκριση ή απόρριψη (β) το πιστωτικό όριο που θα ενέκριναν οι εναγόμενοι για τους πελάτες των εναγόντων θα αποπληρώνετο από τους πελάτες με άτοκες δόσεις (γ) στην αίτηση για έκδοση κάρτας θα περιλαμβάνοντο τα προσωπικά, επαγγελματικά και οικονομικά στοιχεία του κάθε πελάτη, το συνολικό ποσό της κάρτας, ο αριθμός των άτοκων δόσεων και το ποσό της κάθε δόσης καθώς και ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες και (δ) η έγκριση ή η απόρριψη της αίτησης για έκδοση κάρτας θα εναπόκειτο στην αποκλειστική διακριτική ευχέρεια των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν συμφωνηθεί και οι ακόλουθοι βασικοί όροι, οι οποίοι ωστόσο δεν είναι παραδεκτοί εκ μέρους των εναγόντων: (α) ότι οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να αποκόπτουν από το λογαριασμό των εναγόντων, που θα τηρούσαν με τους εναγόμενους, ετήσια προμήθεια προς 6% επί του ποσού χρέωσης της κάθε κάρτας (β) οι ενάγοντες θα παρέμεναν αποκλειστικά υπεύθυνοι έναντι των εναγομένων για τη γνησιότητα των υπογραφών και της ταυτότητας του κάθε πελάτη στην αίτηση για έκδοση κάρτας (γ) οι εναγόμενοι δεν θα χρέωναν το λογαριασμό κάρτας του κάθε πελάτη με οποιοδήποτε ποσοστό τόκου και (δ) η διάρκεια συνεργασίας ήταν για ένα χρόνο από την ημερομηνία έναρξής της, θα μπορούσε δε να ανανεωθεί αυτόματα από χρόνο σε χρόνο, εκτός και αν τερματίζετο από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων. Ως περαιτέρω ισχυρίζονται οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους, με βάση τη συμφωνία και κατόπιν αίτησης των εναγόντων, άνοιξαν λογαριασμό όψεως και περί τον Νοέμβριο του 2004 άρχισε η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, η οποία λειτούργησε βάσει των πιο πάνω συμφωνηθέντων. Περί τις 15.1.2005, με την πρόοδο της συνεργασίας και κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, ο εν λόγω λογαριασμός μετετράπη σε τρεχούμενο με όριο £5.

  1. Παρεμβάλλεται σε αυτό το σημείο ότι κατέστη παραδεκτή κατά την ακροαματική διαδικασία η θέση των εναγομένων, σύμφωνα με την υπεράσπισή τους, ότι η προαναφερθείσα συνεργασία των διαδίκων σταμάτησε περί τον Ιούνιο του 2005 όταν οι εναγόμενοι πληροφόρησαν τους ενάγοντες ότι δεν θα έκαναν πλέον δεκτές αιτήσεις πελατών των εναγόντων και οι ενάγοντες έκλεισαν τον τρεχούμενο λογαριασμό τους που διατηρούσαν στους εναγόμενους. Σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση των εναγομένων, όταν εγίνοντο πωλήσεις από τους ενάγοντες σε πελάτες τους με τη χρήση της κάρτας, οι εναγόμενοι πίστωναν το λογαριασμό των εναγόντων και στη συνέχεια αφαιρούσαν το ποσοστό 6% της συμφωνηθείσας και οφειλόμενης από τους ενάγοντες στους εναγόμενους προμήθειας. Κατά τα λοιπά, οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί παράνομων και/ή αυθαίρετων χρεώσεων και περί παράβασης της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης συνεργασίας οι ενάγοντες ενημερώνοντο μέσω μηνιαίων και άλλων καταστάσεων του λογαριασμού τους που τους αποστέλλοντο από τους εναγόμενους, όπου και εφαίνοντο οι εν λόγω αποκοπές που εγίνοντο νόμιμα και βάσει της συμφωνίας των διαδίκων, ενόσω οι ενάγοντες αποδέχοντο χωρίς διαμαρτυρία ή επιφύλαξη τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού και τις χρεώσεις του ποσοστού 6%. Με την άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων περί παράβασης συμφωνίας και/ή πρόκλησης στους ενάγοντες οποιασδήποτε ζημιάς, οι εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Δημήτρη Νεοφύτου - διευθυντή των εναγόντων (ΜΕ) και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Ιωάννας Φαρκονίδου (ΜΥ1) και του Σάββα Αντωνίου (ΜΥ2). Η μαρτυρία του ΜΕ κινήθηκε μέσα στα πλαίσια των ισχυρισμών των εναγόντων, όπως πιο πάνω παρατέθηκαν, με την κατάθεση κατά την αντεξέτασή του των Τεκμηρίων 1-
  2. Βασική θέση του ήταν ότι η επίδικη συνεργασία έγινε κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους εναγόμενους και διήρκησε από τα τέλη Οκτωβρίου του 2004 μέχρι τα τέλη Ιουνίου του
  3. Μετά τη συμπλήρωση της αίτησης, με τη δική του βοήθεια, από τον πελάτη, απέστελλε την αίτηση στους εναγόμενους και, αν οι εναγόμενοι ενέκριναν την αίτηση, χωρίς οποιαδήποτε άλλη δική του εμπλοκή, του έδιδαν μέσω φαξ τον αριθμό της κάρτας του πελάτη που θα χρέωνε. Στη συνέχεια, εγίνετο η πληρωμή των προϊόντων με την κατάθεση εκ μέρους των εναγομένων του ανάλογου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων, διευκρινίζοντας ότι τα χρήματα κατατίθεντο μέσω της υπηρεσίας JCC μετά την αποκοπή μιας μικρής προμήθειας 1-2%. Η επίδικη συνεργασία διεκόπη από τον ίδιο, κλείνοντας τους λογαριασμούς που τηρούσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους, όταν διεπίστωσε από τις καταστάσεις των λογαριασμών πριν το τέλος της συνεργασίας, ότι εγίνοντο παράνομες αποκοπές από τους εν λόγω λογαριασμούς που δεν είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, υποστηρίζοντας ότι δεν θα δεχόταν να αποκόπτεται οποιοδήποτε ποσοστό από τις πωλήσεις των προϊόντων ως προμήθεια των εναγομένων ή οποιοδήποτε ποσό που αφορούσε τόκους των πελατών. Η ΜΥ1, λειτουργός των εναγομένων από το 2002, με τη μαρτυρία της υποστήριξε την ύπαρξη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων για την προώθηση της κάρτας, επεξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείτο από την έναρξη της συμφωνίας και καταθέτοντας δείγμα της σχετικής αίτησης ως Τεκμήριο 6, εξηγώντας επίσης τη διαδικασία για την αξιολόγηση και έγκριση των καρτών εκ μέρους των εναγομένων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η περιγραφείσα διαδικασία ήταν αποδεκτή καθ' όλη τη διάρκεια συνεργασίας εκ μέρους των εναγόντων. Ειδικότερα, έγινε συνάντηση στα γραφεία των εναγομένων με τον ΜΕ, ο οποίος ενδιαφερόταν να συνεργαστεί με τους εναγόμενους, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2004, όπου ο ΜΕ, αφού του εξηγήθηκε ο τρόπος λειτουργίας του σχεδίου της κάρτας, δέχθηκε προφορικά τη συνεργασία και η ίδια του έδωσε αντίγραφο της συμφωνίας για να τη μελετήσει. Σε μεταγενέστερη επικοινωνία της με τον ΜΕ, αυτός της ανέφερε ότι δεχόταν να προχωρήσει με τη συνεργασία, αποστέλλοντάς της αντίγραφα των πιστοποιητικών της εταιρείας των εναγόντων και καταστάσεις λογαριασμών που διατηρούσε η εταιρεία σε άλλες τράπεζες, θα έστελνε δε την προαναφερθείσα συμφωνία υπογραμμένη στο κατάστημα των εναγομένων στην Αγλαντζιά με το οποίο ήθελε να συνεργαστεί. Στις 20.10.2004 ανοίχθηκε ο λογαριασμός όψεως επ' ονόματι των εναγόντων και αποστάληκαν στους ενάγοντες λευκές αιτήσεις για να εξυπηρετούν τους πελάτες τους. Η συνεργασία διήρκησε περί τους 8 με 9 μήνες. Όταν κάποιοι από τους πελάτες των εναγόντων δεν πλήρωναν τις δόσεις τους και κατόπιν διερεύνησης εκ μέρους των εναγομένων προέκυψε ότι για κάποιους από τους πελάτες των εναγόντων είχαν γίνει εικονικές αιτήσεις χωρίς αγορά προϊόντων των εναγόντων (βλ. Τεκμήρια 7 και 8), η ΜΥ1 διεπίστωσε ότι δεν είχε υπογραφεί η συμφωνία συνεργασίας με περιεχόμενο ως το Τεκμήριο 9, παρά το ότι ο ΜΕ είχε αποστείλει από το φαξ των εναγόντων ανυπόγραφο αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας προς τους εναγόμενους (βλ. Τεκμήριο 10), που υπήρχε στο σχετικό φάκελο του Τμήματος της. Τότε η διεύθυνση των εναγομένων αποφάσισε τον τερματισμό της συμφωνίας με τους ενάγοντες. Επικοινωνώντας με τον ΜΕ στις αρχές Ιουνίου του 2005, αυτός της ανέφερε ότι δεν υπέγραψε τη συμφωνία και στη συνέχεια, σε συνάντηση με τον ΜΕ στο κατάστημα των εναγομένων στην Αγλαντζιά, ανακοινώθηκε στον ΜΕ η απόφαση των εναγομένων να τερματίσουν τη συμφωνία συνεργασίας με τους ενάγοντες. Ουδέποτε ο ΜΕ είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για παράνομες αποκοπές στο λογαριασμό των εναγόντων, λαμβάνοντας τις καταστάσεις των λογαριασμών που του απέστελλαν οι εναγόμενοι, όπου φαίνονται ξεκάθαρα και με σαφήνεια οι αποκοπές βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας (βλ. Τεκμήρια 1 και 11) και στις 15.2.2006 έκλεισε τους λογαριασμούς των εναγόντων που τηρούντο στους εναγόμενους. Ο ΜΥ2, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής του καταστήματος των εναγομένων στην Αγλαντζιά, αναφέρθηκε στην επίδικη συνεργασία με τους ενάγοντες και στο λογαριασμό όψεως που αυτοί άνοιξαν στις 22.10.2004 στο εν λόγω κατάστημα, ο οποίος μετατράπηκε σε τρεχούμενο με όριο από τις 20.1.2005, καταθέτοντας ως Τεκμήρια 12Α και 12Β ενοποιημένες καταστάσεις των δυο λογαριασμών από την έναρξη μέχρι το κλείσιμο τους. Επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της συνεργασίας με πελάτες για την προώθηση της κάρτας με άτοκες δόσεις και ειδικότερα τη συνεργασία με τους ενάγοντες, υποστηρίζοντας ότι υπήρχε σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΕ, τόσο για την πορεία των αιτήσεων των πελατών των εναγόντων όσο και για το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόντων. Ουδέποτε υπήρξε διαμαρτυρία εκ μέρους του ΜΕ για την προμήθεια που αποκόπτετο ή για το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόντων κατά τη συνεργασία, που διήρκησε περί τους 7 - 8 μήνες. Όταν διεπιστώθη από το Τμήμα Καρτών των εναγομένων ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε εικονικές πωλήσεις των προϊόντων τους μέσω της διαδικασίας της κάρτας, όπως είχε καταθέσει και η ΜΥ1, συναντήθηκαν με τον ΜΕ περί τις αρχές Ιουνίου 2005 για να του ανακοινωθεί από την ΜΥ1 ο τερματισμός της συνεργασίας τους. Όταν εξηγήθηκε στον ΜΕ ότι θα έπρεπε να υπογραφεί η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία αυτός αρνήθηκε, χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για τις αποκοπές. Σε νέα συνάντηση περί τα τέλη του 2005 με αρχές του 2006, ο ΜΕ του ζήτησε να κλείσει όλους τους λογαριασμούς των εναγόντων στους εναγόμενους, χωρίς να δώσει ωστόσο γραπτές οδηγίες ως ήταν η πάγια πολιτική των εναγομένων. Το κλείσιμο του λογαριασμού έγινε στις 15.2.2006 κατόπιν τηλεφωνικών οδηγιών του ΜΕ για να κλείσει ο τρεχούμενος λογαριασμός λόγω λογιστικών διαδικασιών (βλ. Τεκμήριο 13), ενώ είχε αποστείλει και το σχετικό έντυπο, ζητώντας να κλείσει ο λογαριασμός ως αχρησιμοποίητος, με φαξ. Μέχρι τότε δεν είχε λάβει οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους του ΜΕ για παράνομες ή αυθαίρετες αποκοπές για προμήθεια στον εν λόγω λογαριασμό και έκτοτε δεν είχε άλλη επικοινωνία μαζί του. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 κατετέθη το Τεκμήριο 14, που αφορά την παραλαβή προϊόντων από πελάτη των εναγόντων και το Τεκμήριο 15, που αφορά τον τερματισμό της εγγύησης που είχε δώσει ο ΜΕ στους εναγόμενους για τους λογαριασμούς των εναγόντων. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα και κάλεσαν το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς τους. Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων είναι ότι στην παρούσα υπόθεση τίθεται μόνο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη θέση των εναγόντων ότι οι αποκοπές που είναι αποδεκτό ότι έγιναν στο λογαριασμό τους, δεν έγιναν νόμιμα και με βάση οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία, βάσει της οποίας θα μπορούσαν να γίνουν οποιεσδήποτε αποκοπές για έξοδα ή προμήθειες σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων και να εκδώσει απόφαση για το συμφωνηθέν ποσό των αποκοπών υπέρ των εναγόντων. Αντίθετα, η θέση του συνηγόρου των εναγομένων είναι ότι η προσαχθείσα μαρτυρία στο σύνολό της κατέδειξε ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων δεν απεδείχθησαν και εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήξει στο εύρημα ότι υπήρχε συμφωνία συνεργασίας με όρους, ως υποστήριξαν οι εναγόμενοι, ανεξάρτητα από το ότι δεν υπεγράφη γραπτή συμφωνία, και να απορρίψει την αγωγή. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων δυνάμει συμφωνίας μεταξύ τους, της οποίας όμως οι όροι δεν είναι κοινά αποδεκτοί. Κατέστη ωστόσο παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγομένων, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17.11.2004 και 30.6.2005, οι εναγόμενοι έχουν χρεώσει τους λογαριασμούς των εναγόντων που σχετίζονται με την επίδικη συμφωνία με το ποσό των £26.539,17, με αποτέλεσμα να μην προσφερθεί μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων αναφορικά με το ύψος των γενομένων χρεώσεων. Παραμένει συνεπώς προς κρίση και εξαγωγή ευρημάτων κατά πόσο η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων ευσταθεί έχοντας ως βάση την παράβαση των όρων της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας ώστε να αποδοθεί στους ενάγοντες το αξιούμενο και εκ συμφώνου δηλωθέν ποσό, με διαζευκτική βάση ότι το εν λόγω ποσό εισπράχθηκε κατά λάθος και/ή αχρεωστήτως εκ μέρους των εναγομένων. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Ως προς τη νομική πτυχή επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση (βλ. παραγρ. 2(α)(β) του άρθρου 2). Το κατά πόσο συνήφθη σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §41, σελ. 21 και §99, σελ. 48). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, §12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση, θεωρώ ότι ο ΜΕ δεν ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση, αλλά τα εξέθεσε με τρόπο και αποκλειστικό σκοπό όπως επιτύχει η αξίωση των εναγόντων, αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο και διαφοροποιώντας ουσιώδη γεγονότα, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, η θέση του ΜΕ ότι δεν είχε δει ποτέ οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία, η οποία να περιλαμβάνει τους όρους που διείπαν τη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, είναι προφανώς αντίθετη με την πραγματικότητα δεδομένου ότι η ύπαρξη γραπτού κειμένου συμφωνίας ήταν σε γνώση του και στην κατοχή του, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο
  1. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ΜΕ δεν ανεγνώρισε το Τεκμήριο 10, παρά το ότι αυτό, αποτελώντας αντίγραφο του Τεκμηρίου 9, είχε αποσταλεί από το φαξ των εναγόντων προς τους εναγόμενους, ενόσω δέχθηκε ότι ο αριθμός του φαξ που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 10, από το οποίο απεστάλη το Τεκμήριο αυτό στους εναγόμενους, ανήκει στους ενάγοντες. Αν και η γνώση του ΜΕ για την ύπαρξη γραπτού κειμένου της συμφωνίας, η οποία ως εξηγήθηκε από την ΜΥ1 εκ παραδρομής δεν υπεγράφη και αυτό διεπιστώθη όταν διερευνώντο προφορικές καταγγελίες των πελατών των εναγόντων για εικονικές πωλήσεις προϊόντων τους, αποδεικνύεται από το ίδιο το Τεκμήριο 10, ο ΜΕ αρνείτο επίμονα κατά την αντεξέτασή του ότι η επίδικη συνεργασία θα γινόταν βάσει γραπτής συμφωνίας, ως το Τεκμήριο 9, το οποίο επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ποτέ ξαναδεί. Αρνήθηκε ο ΜΕ την οποιαδήποτε ευθύνη των εναγόντων για ετοιμασία της αίτησης για έκδοση της κάρτας των πελατών, παρόλο που είχε την ευθύνη της αρχικής ενημέρωσης των πελατών για τον τρόπο λειτουργίας της κάρτας και για την καταγραφή των στοιχείων που απαιτούντο για την προώθησή της στους εναγόμενους. Πέραν του ότι, όπως ήδη καταγράφηκε πιο πάνω, κατέστη παραδεκτό εκ μέρους των εναγόντων ότι το πιστωτικό όριο που θα ενέκριναν οι εναγόμενοι για τους πελάτες των εναγόντων θα αποπληρώνετο από τους πελάτες με άτοκες δόσεις, από τη μαρτυρία του διεφάνη ότι ο ΜΕ γνώριζε ότι η λειτουργία της κάρτας αφορούσε την πληρωμή των προϊόντων που πωλούσαν οι ενάγοντες με άτοκες δόσεις, δεδομένου ότι αυτό ακριβώς αφορούσε το σχέδιο προώθησης της κάρτας και αποτελούσε το όφελος των πελατών των εναγόντων. Συνεπώς ο ισχυρισμός του ΜΕ ότι, όπως ο ίδιος είχε αντιληφθεί, οι εναγόμενοι θα επωφελούντο με τα έξοδα και τους τόκους που θα χρέωναν τους αγοραστές των προϊόντων, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και προβλήθηκε με στόχο να γίνει πιστευτό ότι δεν είχε συμφωνηθεί η αποκοπή του ποσοστού προμήθειας υπέρ των εναγομένων για την έκδοση κάθε κάρτας πελάτη των εναγόντων. Η θέση του ΜΕ άλλωστε ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι οι εναγόμενοι απέκοπταν για 5-6 μήνες το συμφωνηθέν ποσοστό προμήθειας από κάθε πώληση είναι εξόφθαλμα εκτός πραγματικότητας, όπως και το γεγονός ότι, ως ισχυρίστηκε, ενημερωνόταν σχεδόν καθημερινά για το υπόλοιπο του λογαριασμού του τηλεφωνώντας στους εναγόμενους. Αποτελεί συναφώς εκ των υστέρων σκέψεις η θέση του ΜΕ ότι δεν ήλεγχε τις καταστάσεις λογαριασμών που ανελλιπώς του αποστέλλοντο μηνιαίως από τους εναγόμενους. Όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση του έβλεπε κάθε μήνα τις καταθέσεις που εγίνοντο στους λογαριασμούς μέσω των καταστάσεων λογαριασμών που του αποστέλλοντο. Είναι συνεπώς τελείως παράδοξο να μην έβλεπε και τις αποκοπές προμήθειας, που με σαφήνεια καταγράφονται στις καταστάσεις αυτές, όπως στο Τεκμήριο 1 το οποίο ανεγνώρισε. Προφανώς και ο ισχυρισμός του ΜΕ ότι η μόνη συμφωνία που είχε με τους εναγόμενους ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός των εναγόντων και όχι οποιαδήποτε άλλη συμφωνία προφορική ή γραπτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθής. Ως προς τη διακοπή της συνεργασίας με τους εναγόμενους, πέραν του ότι, όπως ήδη καταγράφηκε πιο πάνω, κατέστη παραδεκτό εκ μέρους των εναγόντων ότι η συνεργασία των διαδίκων σταμάτησε περί τον Ιούνιο του 2005 όταν οι εναγόμενοι πληροφόρησαν τους ενάγοντες ότι δεν θα έκαναν πλέον δεκτές αιτήσεις πελατών των εναγόντων και οι ενάγοντες έκλεισαν τον τρεχούμενο λογαριασμό τους που διατηρούσαν στους εναγόμενους, ο ισχυρισμός του ΜΕ ότι διέκοψε τη συνεργασία με τους εναγόμενους όταν διεπίστωσε τις παράνομες αποκοπές από τους λογαριασμούς κρίνεται εκτός πραγματικότητας δεδομένου ότι ήδη κρίθηκε αναληθής η θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε τις αποκοπές, που σαφώς και ξεκάθαρα φαίνονται στις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών, τις οποίες παραλάμβανε ανελλιπώς εκ μέρους των εναγομένων. Αντίθετα, η ΜΥ1 κρίνεται μάρτυρας ειλικρινής εφόσον κατέθεσε σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας της με σαφήνεια, σταθερότητα και χωρίς αντιφάσεις ή ανακολουθίες, η δε μαρτυρία της αναμφίβολα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και επιβεβαιώνεται από τα κατατεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια. Από τη μαρτυρία της ΜΥ1 εξάγεται με σαφήνεια η λειτουργία της επίδικης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων καθώς και η ύπαρξη συμφωνίας, η οποία περιελάμβανε τους όρους που αποτυπώνονται στα Τεκμήρια 9 και
  2. Προκύπτει συναφώς ότι εκ παραδρομής δεν υπεγράφη η συνομολογηθείσα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι η επίδικη συνεργασία δεν διείπετο από τους όρους που περιέχουν τα εν λόγω Τεκμήρια. Αποδεκτή κρίνεται ακόμα η μαρτυρία της ΜΥ1 ως προς τους λόγους διακοπής της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, που ακολούθησε τον τερματισμό της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, συνεπεία ενεργειών των εναγόντων που ήταν αντίθετες με την συνομολογηθείσα συμφωνία και που περιήλθαν σε γνώση των εναγόντων κατόπιν προφορικών παραπόνων πελατών των εναγόντων. Απόλυτα αξιόπιστος κρίνεται και ο ΜΥ2, ο οποίος με σαφήνεια και σταθερότητα και χωρίς να κλονιστεί η μαρτυρία του κατά την αντεξέτασή του, εξέθεσε τα γεγονότα που συναρτώνται τόσο με την συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων όσο και με τη διακοπή αυτής καθώς και για τους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες έκλεισαν τον τρεχούμενο λογαριασμό τους στο κατάστημα των εναγομένων, όπου ο ΜΥ2 ήταν διευθυντής. Τυχόν μικροδιαφορές άλλωστε μεταξύ της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2, πέραν του ότι αφορούν επουσιώδη θέματα, όπως το που έγινε η πρώτη συνάντηση με τον ΜΕ ή το τι λέχθηκε επακριβώς σε κάθε συνάντηση, είναι απόλυτα δικαιολογημένες όχι μόνο λόγω της παρόδου αρκετού χρόνου από τα έτη 2004 και 2005, που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι την ημέρα που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και επειδή οι μάρτυρες δεν αξιολογούνται αποκλειστικά με βάση τη μνήμη τους αλλά σύμφωνα με τα κριτήρια αξιολόγησης, ως αυτά πιο πάνω παρατέθηκαν. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται με βάση την αποδεκτή μαρτυρία που προσφέρθηκε από τους ΜΥ1 και ΜΥ2, όπως έχει πιο πάνω καταγραφεί στη σύνοψη της μαρτυρίας τους. Ουσιαστικό εύρημα αποτελεί ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, που διήρκεσε μεταξύ των ημερομηνιών 17.11.2004 και 30.6.2005, διείπετο από τους όρους της συμφωνίας που περιέχονται στο Τεκμήριο 9, αλλά δεν υπεγράφη από αυτούς. Ως είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι, κατά τη διάρκεια της επίδικης συνεργασίας, θα απέκοπταν από τον λογαριασμό που τηρούσαν σ' αυτούς οι ενάγοντες, ποσοστό 6% ως ετήσια προμήθεια επί του ποσού χρέωσης της κάθε κάρτας πελάτη των εναγόντων. Συνεπώς, οι εναγόμενοι ορθά έχουν χρεώσει τους λογαριασμούς των εναγόντων που σχετίζονται με την επίδικη συμφωνία με το ποσό των £26.539,17, που αντιπροσωπεύει την αποκοπείσα προμήθεια για τις κάρτες των πελατών που εκδόθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων στην παρούσα υπόθεση βασίζεται σε παράβαση της επίδικης συμφωνίας συνεργασίας, δυνάμει του άρθρου 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που προνοεί ότι το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά (βλ. Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881). Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν την συμφωνία συνεργασίας τους με τους ενάγοντες και ότι προέβησαν στις επίδικες αποκοπές από το λογαριασμό των εναγόντων κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Δεν απέδειξαν κατ' επέκταση ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά ώστε να δικαιούνται να τους επιστραφεί το αξιούμενο ποσό, ούτε και οποιαδήποτε από τις βάσεις της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. .............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.