← Κύπρος

Konstantin Meshkov, διαχειριστή της περιουσίας της Elena Babounnikova ν. Θρασύβουλος Σπυριδάκης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2164/2006, 4/4/2014

Konstantin Meshkov, διαχειριστή της περιουσίας της Elena Babounnikova ν. Θρασύβουλος Σπυριδάκης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2164/2006, 4/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2164/2006 Μεταξύ: Konstantin Meshkov, διαχειριστή της περιουσίας της Elena Babounnikova, τέως από την Έγκωμη, αποβιώσασα Ενάγοντα -και-

  1. Θρασύβουλος Σπυριδάκης
  2. The Hippocrateon Private Hospital Ltd
  3. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 4 Απριλίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Γεωργιάδης μαζί με την κα Ν. Βαρωσιώτου Για τον εναγόμενο αρ. 1: κ. Κ. Βελάρης μαζί με τον κ. Χ. Βελάρη Για τον εναγόμενο αρ. 2: κα Μ. Καραολιά με τον κ. Α. Χατζηδημητρίου ------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.3.2004 απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η Elena Babounnikova. Ο σύζυγος της Konstantin Meshkov υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της καταχώρισε την με την πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή προς όφελος των κληρονόμων της ισχυριζόμενος ότι και οι τρεις εναγόμενοι φέρουν ευθύνη για το θάνατο της ο οποίος οφείλεται στην αμέλεια και ή την παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και ή στην εκ προστήσεως ευθύνη τους. Στην έκθεση απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 12.10.2007 υπάρχουν οι λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στους εναγομένους εξαντλητικά, θεωρώ περιττό να τις αναπαράξω. Με την αγωγή του ο ενάγων διεκδικεί το ποσόν των Λ.Κ.30.000 ως ήταν τότε ως ειδικές ζημιές συνεπεία της απώλειας της φροντίδας και ή των υπηρεσιών που η αποβιώσασα παρείχε στον ενάγοντα και τα δύο τέκνα τους, Λ.Κ.6.000 ως έξοδα κηδείας και διαχείρισης και γενικές αποζημιώσεις για την ζημιά και απώλεια τους, για την αμέλεια των εναγομένων, για πόνο και ταλαιπωρία μελλοντικές αποζημιώσεις, παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε μακρά, κλήθηκαν και κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά έξι μάρτυρες. Τρεις μάρτυρες κλήθηκαν από τον ενάγοντα και τρεις από τον εναγόμενο
  4. Οι εναγόμενοι 2 δεν κάλεσαν δικούς τους μάρτυρες, υιοθέτησαν όμως την μαρτυρία που παρουσίασε ο εναγόμενος
  5. Σε ότι αφορά τον εναγόμενο 3, τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος ουσιαστικά ενάγετο σε σχέση με την εισαγωγή και ή περίθαλψη της αποβιώσασας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η αγωγή έχει αποσυρθεί και απορριφθεί με έξοδα υπέρ του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και εναντίον του ενάγοντα, μετά από σχετική δήλωση του ενάγοντα ενώ έδιδε ενόρκως μαρτυρία ότι δεν έχει κανένα παράπονο από το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας οι οποίοι έκαναν ότι μπορούσαν για την αποβιώσασα. Ειδικά ο ενάγοντας αποδίδει στους εναγομένους 1 και 2 πλέον αμέλεια και παράβαση των καθηκόντων τους τόσο σε ότι αφορά την εξέταση της ενάγουσας και τη διάγνωση της κατάστασης της αλλά και αμέλεια για σύσταση εισαγωγής της σε νοσοκομείο ή κλινική πάραυτα με αποτέλεσμα όταν τελικά εισήχθη στην Κλινική Ιπποκράτειο να έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος και η κατάσταση της υγείας της να έχει επιδεινωθεί ραγδαία. Από την εισαγωγή της στην Κλινική Ιπποκράτειο και μετά αποδίδουν στους εναγομένους 1 και 2 αμέλεια κατά την εκεί φροντίδα και νοσηλεία της και λανθασμένη διάγνωση και ή χειρισμό της μέχρι να παραπεμφθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσία όπου και κατέληξε. Πολύ συνοπτικά αποδιδόμενο το ιστορικό γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση ως εξάγεται μέσα από τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και τα παραδεκτά και/ή αναντίλεκτα γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία, έχουν ως εξής: Η αποβιώσασα από τις 23.3.2004 παραπονέθηκε ότι δεν αισθανόταν καλά την επόμενη μέρα 24.3.2004 αισθανόταν μέτρια, είχε πυρετό και έκανε εμετό και στις 25.3.2004 λόγω του ότι η κατάσταση της υγείας της δεν έδειχνε βελτίωση κλήθηκε από τον ενάγοντα ο εναγόμενος 1 του οποίου ο αριθμό τηλεφώνου δόθηκε στον ενάγοντα μετά από τηλεφώνημα που έγινε στην εναγομένη
  6. Ο εναγόμενος 1 μετέβη στην οικία της αποβιώσασας όπου και την εξέτασε. (Ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι ο εναγόμενος 1 εξέτασε επιφανειακά την ενάγουσα και αφού διαβεβαίωσε τόσο τον ίδιο όσο και την αποβιώσασα ότι δεν είχε κάτι σοβαρό της έδωσε κάποια φάρμακα και αποχώρησε διαβεβαιώνοντας και ή καθησυχάζοντας τους ότι η αποβιώσασα θα ήταν καλά σε δύο μέρες. Η θέση αυτή δεν είναι αποδεκτή από τον εναγόμενο 1 ο οποίος ισχυρίζεται ότι εξέτασε την αποβιώσασα ενδελεχώς και της έκανε σύσταση με έντονο τρόπο να εισαχθεί σε νοσοκομείο ή κλινική για διερεύνηση των συμπτωμάτων της, θέση η οποία προσέκρουσε όμως στην αντίδραση της αποβιώσασας και του ενάγοντα). Η κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας επιδεινώθηκε και στις 26.3.2004 ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1 στην κλινική των εναγομένων 2 χωρίς την αποβιώσασα και πληροφόρησε τον εναγόμενο 1 για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της. Το αποτέλεσμα ήταν η εισαγωγή της αποβιώσασας στην Κλινική Ιπποκράτειο το απόγευμα τις 26.3.2004 όπου η κατάσταση της υγείας της δεν ήταν καθόλου καλή, νοσηλεύτηκε στην κλινική, της έγιναν διάφορες εργαστηριακές και κλινικές εξετάσεις και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και στις 27.3.2004 ο εναγόμενος 1 απεφάσισε ότι θα έπρεπε να παραπεμφθεί η αποβιώσασα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περαιτέρω νοσηλεία αφού η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί πολύ. Προς τούτο έγραψε σχετικό παραπεμπτικό και η αποβιώσασα εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου τελικά υπέκυψε περί η ώρα 17.00 της 27.3.
  7. Όπως επίσης προκύπτει σαν μη αμφισβητούμενο και ή αναντίλεκτο γεγονός ο ιατροδικαστής Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε νεκροτομή επί της σωρού της θανούσας στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στην οποία εκ μέρους της οικογένειας της παρέστη ο ιατροδικαστής Δρ. Π. Σταυριανός. Με βάση τα ευρήματα του Δρ. Σ. Σοφοκλέους ο οποίος, ας σημειωθεί δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, αλλά κατατέθηκε σχετικά η ιατροδικαστική του έκθεση, αιτία θανάτου ήταν η πνευμονική εμβολή. Κατά την νεκροτομή παραλήφθηκαν προς εξέταση βιολογικά δείγματα τα οποία παραδόθηκαν για ιστοπαθολογικές εξετάσεις. Σύμφωνα με την ιστοπαθολογική έκθεση της Δρ. Ιωάννας Ζουβάνη είχαν παραληφθεί και εξεταστεί τεμάχιο τοιχώματος καρδίας, τεμάχια πνεύμονα, τεμάχιο επινεφριδίου, τεμάχιο παγκρέατος, τεμάχιο ήπατος, σπληνός, νεφρού και αποπεπλατυσμένο, καστανέρυθρο ιστοτεμάχιο τα οποία εξετάστηκαν μακροσκοπικά και μικροσκοπικά. Στο ιατρικό πιστοποιητικό για την αιτία θανάτου που υπέγραψε ο Δρ. Σ. Σοφοκλέους στις 30.3.2004 ως αιτία θανάτου αναγράφεται η μαζική πνευμονική εμβολή συνεπεία ρήξης δεξιού νεφρού. Σε σχέση με τα αίτια του θανάτου της αποβιώσασας έγινε η θανατική ανάκριση με αριθμό 30/2204 από τον θανατικό ανακριτή Α. Δαβίδ. Σύμφωνα με το πόρισμα του ημερ. 8.11.2005 «Από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και της ιατρικής μαρτυρίας βρίσκω ότι πράγματι η αιτία του θανάτου της αποβιώσασας ήταν η μαζική πνευμονική εμβολή». Έχει επίσης κατατεθεί στο Δικαστήριο η ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Π. Σταυριανού που όπως έχει αναφερθεί ήταν ο ιατροδικαστής που παρέστη κατά την νεκροτομή εκ μέρους της οικογένειας. Σύμφωνα με το δικό του πόρισμα ο θάνατος οφείλεται σε πνευμονική εμβολή σε έδαφος και αιμορραγίας στη δεξιά οπισθοπεριτοναϊκή χώρα. Εκ πλευράς ενάγοντα δόθηκε μαρτυρία εκτός από τον ίδιο, από το Δρ. Λούη Λοΐζου (Μ.Ε.2) και από τον Δρ. Ιγνατσένγκο Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς (Μ.Ε.3). Ο εναγόμενος 1 έδωσε ο ίδιος μαρτυρία και κάλεσε επίσης ως μάρτυρες υπεράσπισης τον Δρ. Α. Πέτσα (Μ.Υ.2) και την κα Αγάθη Κουλουμπρή νοσοκόμα στην Κλινική Ιπποκράτειο. (Μ. Υ.3). Όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς εναγομένου
  8. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι στις 23.3.2004 το απόγευμα η αποβιώσασα παραπονιόταν ότι δεν αισθανόταν καλά και είχε δυνατούς πόνους στην κοιλιά. Υποπτεύθηκε ότι κάτι θα έφαγε που την πείραξε, έπινε μόνο νερό και «activated carbon» αλλά έκανε εμετό. Το βράδυ παρουσίασε ψηλό πυρετό. Στις 24.3.2004 αισθανόταν μέτρια και εξακολουθούσε να έχει πυρετό, χρησιμοποίησε υπόθετα και δοκίμασε να πάρει και παυσίπονα αλλά έκανε εμετό. Η γενική της κατάσταση παρουσίαζε υπνηλία, γρήγορη αναπνοή, ένιωθε μεγάλη αδυναμία, μιλούσε με δυσκολία, είχε γρήγορο σφυγμό και πυρετό 37-
  9. Την επόμενη μέρα 25.3.2004 επειδή η κατάσταση της υγείας της χειροτέρεψε τηλεφώνησε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και ζήτησε να μιλήσει με κάποιο γιατρό. Του ανέφεραν ότι εφημέρευε ο εναγόμενος 1 και ότι θα τον ενημέρωναν σχετικά, του έδωσαν όμως τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου και μετά από προσπάθειες του επικοινώνησε μαζί του και περί ώρα 12.30 το μεσημέρι τους επισκέφθηκε ο εναγόμενος 1 στο σπίτι τους. Ήταν η θέση του ότι στη συνάντηση ο ίδιος εξήγησε λεπτομερώς στο εναγόμενο 1 όλα όσα είχαν συμβεί στη σύζυγο του και ο Δρ. Σπυριδάκης την εξέτασε για περίπου 10 λεπτά. Ακολούθως τον ενημέρωσε ότι η σύζυγος του ήταν αφυδατωμένη και εμπύρετη και του ανέφερε ότι δεν ήταν κάτι το σοβαρό ή ανησυχητικό, του έδωσε Panadol και Soparyx και τον καθησύχασε ότι σε δύο μέρες θα γινόταν καλά. Ο ίδιος πήρε τα φάρμακα και η σύζυγος του ακολούθησε την θεραπευτική αγωγή που τους δόθηκε από τον εναγόμενο
  10. Την επόμενη μέρα, 26.3.2004, η κατάσταση της υγείας της συζύγου του χειροτέρεψε, τηλεφώνησε στο Ιπποκράτειο και ζήτησε να μιλήσει με τον εναγόμενο 1 αλλά του διευθέτησαν ραντεβού για τις 5.00 το απόγευμα. Πήγε στο ραντεβού μόνος του χωρίς την σύζυγο του, εξήγησε στον εναγόμενο 1 την επιδείνωση της κατάστασης της και τελικά περί τις 6.30 μ.μ. την ίδια ημέρα την μετέφερε στο Ιπποκράτειο. Εκεί υπεβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις και στις 27.3.2004 και ώρα 12.45 ο εναγόμενος 1 κάλεσε ασθενοφόρο των Α' Βοηθειών για μεταφορά της συζύγου του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου και την παρέδωσε σε νοσηλευτή σε πολύ συγχιτική κατάσταση. Είχε πυρετό, σύγχυση και σε υπέρηχο που της έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διαπιστώθηκε φλεγμονή της χοληδόχου κύστης. Της έγιναν διάφορες εξετάσεις από διάφορους γιατρούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μεταφέρθηκε ακολούθως στην εντατική μονάδα του χειρουργικού τμήματος για περαιτέρω αντιμετώπιση και τελικά απεβίωσε η ώρα 5.00 το απόγευμα. Ήταν η θέση του ότι η σύζυγος του ήταν υγιέστατη, δραστήρια και ζούσε ευτυχισμένη ζωή με την οικογένεια της και συνεπεία της αμέλειας και της αδιαφορίας των εναγομένων 1 και 2 έχασε τη ζωή της, υπέφερε, βασανίστηκε και βρέθηκε κάτω από τεράστια και έντονη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία. Μίλησε για την απώλεια της στον ίδιο και τα παιδιά τους και κατέθεσε και αριθμό ιατρικών πιστοποιητικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μεταξύ των οποίων την κατάθεση και το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Α. Πούλλου, Βοηθού Διευθυντή της Παθολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο συνήγορος του εναγομένου 1 αντεξετάζοντας τον υπέβαλε στον ενάγοντα ότι έχει εξειδικευμένες γνώσεις για την φαρμακοβιομηχανία τα φάρμακα και τα αποτελέσματα τους και ότι ο ίδιος επενέβηκε στην περίθαλψη της συζύγου του κατά τη νοσηλεία της με τρόπο παρεμβατικό. Του υπεβλήθη επίσης ότι ο ίδιος καθυστέρησε να καλέσει γιατρό, άφησε την σύζυγο του για δύο μέρες να υποφέρει και μετά κάλεσε γιατρό και ότι δεν έδωσε στον εναγόμενο 1 όταν πήγε να τους επισκεφθεί στο σπίτι τους την πρώτη φορά πλήρη εικόνα των συμπτωμάτων της συζύγου του, ούτε και τον ενημέρωσε για προγενέστερα προβλήματα υγείας που είχε. Ήταν επίσης η θέση του κ. Βελάρη στον ενάγοντα ότι ο Δρ. Σπυριδάκης είχε συστήσει έντονα και άμεσα την εισαγωγή της αποβιώσασας σε κλινική αλλά ο ίδιος δεν συγκατατέθηκε. Του υπεβλήθη επίσης ότι η αποβιώσασα ήταν υπέρβαρη και είχε προβλήματα υπεργλυκαιμίας για να αναφέρει ότι η σύζυγος του δύο, τρεις μήνες πριν το θάνατο της αισθανόταν λίγο χειρότερα απ' ότι προηγουμένως και ότι ο ίδιος της πρότεινε να πάνε σε γιατρό αλλά η ίδια αρνείτο επικαλούμενη αλλαγές της ηλικίας. Του υπεβλήθη επίσης ότι η σύζυγος του έπασχε από διαβήτη, κάτι το οποίο ήξερε και ο ίδιος και δεν το απεκάλυψαν στον εναγόμενο
  11. Όπως και ότι όταν η σύζυγος του τελικά εισήχθηκε στο Ιπποκράτειο, κατά τη διάρκεια της νύχτας ο ίδιος επενέβενε και στα μηχανήματα με τα οποία την είχαν συνδέσει και στον ορρό που της είχε χορηγηθεί και της έδωσε μάλιστα να πιει καθ' υπέρβαση των οδηγιών του θεράποντα ιατρού «τριαντάφυλλο» κάτι το οποίο επιδείνωσε τα ήδη αυξημένα ποσοστά σακχάρου που μετρήθηκαν. Ο ενάγοντας δεν δέχτηκε τις υποβολές αυτές και επέμενε ότι ο εναγόμενος εξέτασε πολύ επιφανειακά την σύζυγο του, ουδέποτε της συνέστησε εισαγωγή στο νοσοκομείο και όταν τελικά εισήχθη στο νοσοκομείο δεν της παρασχέθηκε η απαραίτητη και ορθή θεραπεία και παρακολούθηση. Η θέση του ενάγοντα παρέμεινε ήταν ότι η διάγνωση του Δρ. Σπυριδάκη, μετά από ανεξάρτητη ιατρική συμβουλή που έχει λάβει, ήταν λανθασμένη. Χωρίς να γνωρίζει ποια θα έπρεπε να ήταν η διάγνωση, είπε ότι η ανεξάρτητη ιατρική γνώμη που έλαβε ήταν από το Δρ. Λ. Λοΐζου (Μ.Ε.2) τον οποίο, τελικά δέχτηκε, ότι του τον σύστησε ο κ. Γεωργιάδης ο δικηγόρος του ως ειδικό για θέματα ιατρικής αμέλειας. Ο Μ.Ε.2, Δρ. Λούης Λοΐζου είναι Ειδικός Νευρολόγος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το βιογραφικό του σημείωμα με πλήρη αναφορά στα προσόντα και την εμπειρία του. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, μετά που του έχουν δοθεί διάφορα έγγραφα και μετά από συνάντηση που είχε με τον ενάγοντα κατά την οποία κράτησε κάποιες σημειώσεις, έχει εκπονήσει έκθεση στα Αγγλικά αποτελούμενη από 24 σελίδες, στις 10.8.2007 την οποία και έχει καταθέσει, Τεκμήριο
  12. Για να συντάξει την έκθεση του είχε λάβει από τον ενάγοντα κάποια έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6Α επί των οποίων βασίστηκε αναφερόμενος ότι η έκθεση του Τεκμήριο 6 ήταν προσωρινή (preliminary). Ακολούθως περί το 2010 του παρουσιάστηκαν και άλλα έγγραφα, το Τεκμήριο 7 που αφορούν ουσιαστικά το παραπεμπτικό του εναγομένου 2, εργαστηριακές αναλύσεις που έγιναν στο Ιπποκράτειο και σημειώσεις του νοσηλευτικού προσωπικού αλλά δεν τα χρησιμοποίησε για να αλλάξει την έκθεση του. Έλαβε επίσης τις φωτογραφίες της νεκροψίας που έγινε στη σωρό της αποβιώσασας αλλά και δέσμη εγγράφων που είχαν δοθεί από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας σε σχέση με τις εξετάσεις και την περίθαλψη που έγινε στην αποβιώσασα εκεί. Είπε ότι μελέτησε και ιατρικά άρθρα τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι εμπειρογνώμονας στη Γενική Παθολογία αλλά στη Νευρολογία έχει όμως γνώση Γενικής Παθολογίας και πιστεύει ότι μπορεί να δώσει μαρτυρία για το θέμα του θανάτου της αποβιώσασας αφού το 45% των νευρολογικών περιστατικών σχετίζονται με γενική παθολογική κατάσταση. Διευκρίνισε ότι ουδέποτε έχει δει την αποβιώσασα, ούτε είχε εξετάσει την σωρό της και ότι είχε πει και στο δικηγόρο του ενάγοντα που τον προσέγγισε ότι δεν είναι της ειδικότητας του το συγκεκριμένο περιστατικό αλλά ότι μπορεί να δώσει την θέση του με βάση τις γενικές αρχές της ιατρικής. Όπως είπε συνάντησε τον ενάγοντα ο οποίος του έδωσε το ιστορικό, ο ενάγοντας του είπε ότι ο Δρ. Σπυριδάκης δεν έκανε καλή εξέταση της συζύγου του και δεν τους έδωσε διάγνωση όταν πήγε και την εξέτασε στο σπίτι τους. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι αφ' ης στιγμή η αποβιώσασα είχε πυρετό αλλά δεν φαινόταν η αιτία έπρεπε να γίνουν εξετάσεις αφού εισαγόταν η ασθενής στο νοσοκομείο για να βρεθεί η αιτία του πυρετού και ότι έπρεπε ο Δρ. Σπυριδάκης να επιμένει στην εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο. Ήταν η γνώμη του ότι η ενάγουσα είχε οξεία χολοκυστίτιδα με συλλογή πύου η οποία προκάλεσε διάχυτη μόλυνση και σηψαιμία και στη συνέχεια προκάλεσε οξεία διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη και ότι ο συνδυασμός της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης και της ακινησίας οδήγησαν στην αιτία θανάτου η οποία ήταν η πνευμονική θρομβοεμβολή. Ανέλυσε επί μακρώ κατά την κυρίως εξέταση του, και είναι καταγεγραμμένη η μαρτυρία του στα πρακτικά, το τι έπρεπε να γίνει κατά την δική του εκτίμηση από το Δρ. Σπυριδάκη και τους εναγομένους 2 με έντονη την θέση εάν ο Δρ. Σπυριδάκης επέμενε να εισαχθεί η αποβιώσασα στο Νοσοκομείο τότε θα γινόταν διάγνωση έγκαιρα και δεν θα οδηγείτο σε σήψη και ακολούθως θάνατο. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθη ότι με την εισαγωγή της αποβιώσασας στο Ιπποκράτειο ο Δρ. Σπυριδάκης έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα χορηγώντας τα κατάλληλα αντιβιοτικά, διατάσσοντας να γίνουν οι σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις και αναλύσεις ανάλογα με τα αποτελέσματα των οποίων κάλεσε και γιατρούς συγκεκριμένης ειδικότητας, διαβητολόγους και αιματολόγους και ότι η θέση του για οξεία χολοκυστίτιδα δεν υποστηρίζεται από τους ιατροδικαστές οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την ιατροδικαστική εξέταση αλλά ούτε και από τους γιατρούς του νοσοκομείου τα πιστοποιητικά των οποίων τους είχαν παραδοθεί. Του υπεβλήθη επίσης ότι η εξέταση του Δρ. Σπυριδάκη ήταν ενδελεχής και ορθή και ότι συνέστησε αμέσως την εισαγωγή στο νοσοκομείο πλην όμως ούτε η αποβιώσασα, ούτε και ο σύζυγος της, ο οποίος ουσιαστικά μιλούσε με τον Δρ. Σπυριδάκη, δεν συγκατατίθεντο. Του υπεβλήθη επίσης εκ μέρους της συνηγόρου του εναγομένου 2 ότι στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο ακολουθήθηκαν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα θεραπείας για να χειριστούν την κατάσταση της αποβιώσασας. Ο Δρ. Λοΐζου υπαναχωρώντας από κάποιες από τις αρχικές του θέσεις που ήταν απόλυτες και έντονες κατά την κυρίως εξέταση του επέμεινε τελικά στο ότι έπρεπε να εισαχθεί άμεσα στο νοσοκομείο η αποβιώσασα και ότι έπρεπε ο εναγόμενος 1 να επιμένει επιτακτικά επί τούτου. Ο Μ.Ε.3 Δρ. Ι. Α. Βασίλιεβιτς είναι Παιδίατρος με ειδίκευση στην αναισθησιολογία, ανάνηψη και εντατική θεραπεία παιδιών. Δούλεψε αρκετά χρόνια σε νοσοκομεία παιδιών, ακολούθως έκανε ειδίκευση στην αναισθησιολογία και όπως ανέφερε κατέχει την ειδικότητα του αναισθησιολόγου-εντατικολόγου υψηλότερης κατηγορίας. Ανέφερε επίσης στο Δικαστήριο διάφορα δημοσιεύματα που έχει συγγράψει και κυκλοφορήσει. Για την παρούσα υπόθεση όπως είπε κλήθηκε να ετοιμάσει έκθεση από τον δικηγόρο του ενάγοντα κ. Γιάννο Γεωργιάδη. Δεν έχει δει ποτέ την αποβιώσασα ή τον ενάγοντα, ο κ. Γεωργιάδης τον έχει εφοδιάσει με διάφορα ιατρικά έγγραφα, ιατροδικαστικές εκθέσεις, πιστοποιητικά θανάτου και εκθέσεις ιατροδικαστών, όπως επίσης και την έκθεση του Δρ. Λοΐζου (Μ.Ε.2). Ήταν η θέση του με βάση αυτά που έχει μελετήσει ότι «ο κύριος λόγος που οδήγησε στο θάνατο της ασθενούς είναι με μεγαλύτερη πιθανότητα η μη διαπιστωμένη οξεία κοιλιακή χειρουργική παθολογία, συγκεκριμένα οξεία φλεγμονική ή γαγγραινική χολοκυστίτιδα με μετέπειτα διάτρηση της χοληδόχου κύστης που είναι λιγότερο πιθανό». Ήταν η θέση του ότι «κατά συνέπεια η ανάπτυξη της σήψης με την μετάβαση σε σηπτική καταπληξία με πολλαπλή ανεπάρκεια των οργάνων με ιστορικό διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης με τον σχηματισμό τον θρόμβο φλεβικού αίματος που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εμβολή μεγάλων αγγείων». Είναι η θέση του ότι η έκθεση των ιατροδικαστών αφήνει αναπάντητες πολλές ερωτήσεις και έθεσε σε αμφισβήτηση τις εκθέσεις αφού δεν γίνεται καμιά αναφορά σε πολλά ζωτικά όργανα της αποβιώσασας και ειδικά την χοληδόχο κύστη. Είπε ότι όλα αυτά, συμπεριλαμβανομένου και του θανάτου της ασθενούς, πιθανόν να μην προέκυπταν εάν λάμβανε χώρα διαφορετική αντιμετώπιση της ασθενούς από τους εναγόμενους 1 και
  13. Ρωτήθηκε και ανέλυσε με μεγάλη λεπτομέρεια πως πρέπει να είναι στελεχωμένη μονάδα μιας εντατικής θεραπείας τόσο από πλευράς προσωπικού όσο και μηχανημάτων όπως και τον ρόλο του εντατικολόγου. Είχε τη θέση ότι όταν ο Δρ. Σπυριδάκης επισκέφθηκε την αποβιώσασα στο σπίτι της στις 25.3.2004 δεν ήταν αρκετά προσεκτικός ούτε και εξέτασε με την πρέπουσα προσοχή την αποβιώσασα αφού αν είχε περισυλλέξει με λεπτομέρεια το ιστορικό της και την εξέταζε ενδελεχώς θα κατέληγε στη διάγνωση SIRS (SYSTEMIC Ιnflammatory RESPOND SYNDROM) όπου εάν εντοπιστεί αμέσως μπορεί να οδηγήσει σε σωστή διάγνωση και, με την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων, στην αποθεραπεία. Ήταν και η δική του θέση ότι θα έπρεπε ο Δρ. Σπυριδάκης να επέμενε στην άμεση εισαγωγή της αποβιώσας σε κλινική ή σε νοσοκομείο. Έχει επίσης την γνώμη ότι όταν η αποβιώσασα εισήχθηκε στο Ιπποκράτειο με καθυστέρηση έπρεπε να δοθεί πιο μεγάλη σημασία στην κατάσταση της, να κληθεί άμεσα εντατικολόγος να την εξετάσει ο οποίος είτε θα την οδηγούσε για εισαγωγή στην εντατική μονάδα θεραπείας του Ιπποκράτειου αν υπήρχε και ήταν σωστά στελεχωμένη ή θα την παρέπεμπε άμεσα σε κατάλληλα επανδρωμένο και εξοπλισμένο νοσοκομείο. Εξήγησε ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ του το Ιπποκράτειο ούτε και έχει δει την εντατική μονάδα θεραπείας εκεί, εάν υπάρχει, ή τον εξοπλισμό της κλινικής. Μάλιστα είχε την εντύπωση ότι στο Ιπποκράτειο δεν γίνονταν εγχειρίσεις. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του εναγομένου 1 διαφάνηκε ότι δεν είχαν τεθεί ενώπιον του όταν έκανε την έκθεση του τα ευρήματα των ιατρών του Νοσοκομείου ειδικά των Δρ. Πούλλου και Δρ. Χρυσοχού και τα ευρήματα τους. Συμφώνησε ότι εάν υπήρχε πρόβλημα σήψης στη χολή της αποβιώσασας θα έπρεπε να υπάρχει σχετική παρουσία εκροών στην κοιλιακή χώρα, πύου που θα προκαλούσε και περιτονίτιδα και αυτό θα φαινόταν κατά την νεκροτομή. Η θέση του ήταν ότι θεωρεί τις εκθέσεις των ιατροδικαστών μη ικανοποιητικές ακριβώς γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια αναφορά. Του δόθηκαν επίσης κατά την αντεξέταση του τα αποτελέσματα αναλύσεων που είχαν γίνει στο Ιπποκράτειο υποβάλλοντας του ότι η θέση του ότι δεν έγινε όλες οι εξετάσεις που έπρεπε είναι λανθασμένη. Κατέληξε τελικά ότι η θέση του ήταν ότι έπρεπε να γίνει έγκαιρα η παραπομπή της αποβιώσασας στο νοσοκομείο. Κατά την αντεξέταση του από τη δικηγόρο του εναγομένου 2, δέχτηκε ότι έγιναν οι εξετάσεις που έπρεπε στο Ιπποκράτειο οι οποίες όμως έφθασαν στα χέρια του μετά που έκανε την έκθεση του. Επίσης ανέφερε ότι οι θέσεις του για το ότι δεν έγιναν τα σωστά βήματα είτε από τον εναγόμενο 1 είτε από τους εναγομένους 2 προκύπτει από το γεγονός ότι δεν φαίνεται στα έγγραφα που του είχαν δοθεί να είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα. Δεν δέχτηκε όμως τις υποβολές ότι τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και οι εναγόμενοι 2 έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για την διάγνωση και την αποθεραπεία της αποβιώσασας. Ο εναγόμενος 1 απεφοίτησε από την ιατρική σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 1969 και συνέχισε τις σπουδές του στη Μεγάλη Βρετανία μέχρι το 1980 έχοντας αποκτήσει ειδικότητες στην παθολογία και καρδιολογία. Εργάστηκε σε Νοσοκομεία του Λονδίνου και έχει συγγράψει αριθμό ιατρικών άρθρων. Από το 1980 ασκεί την ιατρική και διατηρεί ιατρείο στην Κύπρο, τα τελευταία 20 χρόνια στην κλινική των εναγομένων 2 με τους οποίους δεν έχει καμία σχέση υπαγωγής ή εργοδότησης. Όπως ανέφερε στις 25.3.2004, ημέρα δημόσιας αργίας, δέχτηκε τηλεφώνημα από τον ενάγοντα, τον οποίον δεν γνώριζε, ο οποίος του εξήγησε στην Αγγλική γλώσσα ότι η σύζυγος του για δύο μέρες έπασχε από πυρετό, εμετούς χωρίς διάρροια και επιγαστρικό πόνο. Το τηλεφώνημα έγινε περί ώρα 11.30 π.μ. και ο ίδιος αμέσως μετέβηκε στο σπίτι του ενάγοντα όπου συνάντησε την σύζυγο του. Διέψευσε ότι ήταν ο επί καθήκον ιατρός των εναγομένων 2 την επίδικη μέρα και δήλωσε ότι δεν υπήρχε τέτοιος θεσμός δηλαδή επί καθήκον ιατρός στο Ιπποκράτειο. Η αποβιώσασα δεν μιλούσε Αγγλικά ή Ελληνικά και η συνεννόηση του μαζί της έγινε με την βοήθεια του ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι εξέτασε λεπτομερώς και ενδελεχώς την αποθανούσα και δεν δέχτηκε την περί του αντιθέτου θέση του ενάγοντα. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε εξέτασε την θερμοκρασία, το δέρμα, την γλώσσα τους επιπεφυκότες των ματιών, την πίεση την καρδία τους πνεύμονες και ψηλάφισε τους λεμφαδένες και την κοιλιά της αποβιώσασας διαπιστώνοντας ότι υπήρχαν έντονοι πόνοι σε σημείο που αντιδρούσε στην ψηλάφηση. Διαπίστωσε ότι η αποθανούσα έπασχε από πυρετό, αφυδάτωση και τοξιναιμία. Επειδή η κατάσταση της ήταν σοβαρή συνέστησε με έντονο τρόπο την εισαγωγή της σε νοσοκομείο ή κλινική για περαιτέρω εξετάσεις. Τόσο η ίδια όσο και ο ενάγοντας αρνήθηκαν κατηγορηματικά και επέμεναν στην άρνηση τους παρά το ότι τους εξήγησε τους κινδύνους που εγκυμονούσε αυτή η επιλογή τους. Είπε ότι ο ενάγων του ζήτησε να χορηγήσει στη σύζυγο του φαρμακευτική αγωγή από το στόμα και του ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να την μεταπείσει για να νοσηλευτεί. Ο ίδιος έδωσε συνταγή για ηλεκτρολύτες οι οποίοι θα βοηθούσαν την αποθανούσα να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα αφυδάτωσης χωρίς κίνδυνο επιπλοκών και συνέστησε πάλι εισαγωγή σε κλινική. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγοντας δεν του είχε αναφέρει ότι η σύζυγος του παρουσίασε προβλήματα υγείας δύο, τρεις μήνες προηγουμένως πράγμα το οποίο άκουσε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, δεν του ανέφερε για οποιοδήποτε ιατρικό ιστορικό ούτε ότι ήταν διαβητική. Την επόμενη μέρα 26.3.2004 ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του, του ανέφερε ότι η κατάσταση της συζύγου του είχε χειροτερεύσει και του ζήτησε αλλαγή της κατ' οίκον θεραπείας. Ο ίδιος του τόνισε με έντονο ύφος ότι έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει εισαγωγή της συζύγου του και αυτός απεχώρησε δηλώνοντας ότι θα προσπαθήσει να την μεταπείσει. Στις 5.30 το απόγευμα ο ενάγων επανήλθε, του ανέφερε ότι η κατάσταση της συζύγου του εξακολουθούσε να επιδεινώνεται και θα την έφερνε την επομένη το πρωί. Ο ίδιος του είπε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να εισαχθεί αμέσως και τελικά περί τις 6.30 μ.μ. εισήχθη στην κλινική. Ο ίδιος διέταξε αμέσως να γίνουν εργαστηριακές και άλλες εξετάσεις οι οποίες κατέδειξαν πολύ υψηλό σάκχαρο 612mg%, εξαπλάσιο του φυσιολογικού, κάτι που κατέτασσε από μόνο του το περιστατικό ως κατεπείγον. Πέραν του σακχάρου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων, υπήρχαν ψιλά ποσοστά ουρίας και κρεατινίνης τα οποία σε συνδυασμό με την ταχυκαρδία, την ταχύπνοια, τον πόνο στην κοιλιά και την αφυδάτωση μαρτυρούσαν την διάγνωση του διαβητικού κώματος. Κατά την άποψη του είναι προφανές ότι όλα τα συμπτώματα της ασθενούς οφείλοντο στο διαβήτη. Παρέπεμψε σχετικά σε ιατρικό έγγραφο του Mayo Clinic που είναι από τα μεγαλύτερα και πλέον αξιόπιστα νοσοκομεία παγκοσμίως. Προχώρησε αμέσως κατά προτεραιότητα στη σταθεροποίηση του σακχάρου, ενυδάτωση και καταπολέμηση της μόλυνσης με το αντιβιοτικό ευρέως φάσματος tavanic το οποίο για τα δεδομένα της εποχής ήταν νέο αντιβιοτικό το οποίο αποτελούσε την ενδεδειγμένη θεραπεία για οξεία μόλυνση και μπορούσε να καλύψει και τυχόν χολοκυστίτιδα, για την οποία όμως επέμενε ότι δεν έπασχε η αποβιώσασα. Συνέχισαν να γίνονται εξετάσεις αίματος και επειδή καταδείχτηκαν χαμηλά αιμοπετάλια κάλεσε αργά το βράδυ τον ειδικό αιματολόγο Δρ. Α. Παπατρύφωνος για να ανακαλύψει τα αίτια. Ο Δρ. Παπατρύφωνος απέκλισε την λευχαιμία που ήταν η πρώτη σκέψη αλλά διέγνωσε σοβαρή μόλυνση. Καθ' όλο το βράδυ της 26.3.2004 ο ίδιος παρέμεινε στην κλινική μέχρι τις 5.00 το πρωί, έλεγχε τα μηχανήματα, τα ζωτικά σημεία της ασθενούς τόσο προσωπικά όσο και ενημερωνόταν σχετικά από το προσωπικό προς το οποίο είχε δώσει οδηγίες και συγκεκριμένα έλαβε τα ακόλουθα μέτρα: πολλαπλές εξετάσεις αίματος, κατ' επανάληψη ακτινογραφίες θώρακα, ηλεκτροκαρδιογραφήματα, μέτρηση οξυγόνου, χορήγηση αντιβίωσης, ενυδάτωση με ηλεκτρολύτες και βιταμίνες, χορήγηση ινσουλίνης και οξυγόνου, τοποθέτηση σε παλμογράφο και επίσης έδωσε οδηγίες όπως τοποθετηθούν τρεις καθετήρες στην ασθενή ρινικός, ενδοφλέβιος και ουρητηρικός. Επικοινώνησε επίσης τηλεφωνικά με τον Δρ. Ιωσήφ Κάσιο, διαβητολόγο ο οποίος συμφώνησε με τις ενέργειες του. Είχε τη θέση ότι έπραξε όλα όσα ήταν δυνατό να πράξει υπό τις περιστάσεις με βάση την ειδικότητα και την εμπειρία του. Ανέφερε για παράξενη συμπεριφορά του ενάγοντα κατά το βράδυ 26.3.2004 όταν ήταν στο δωμάτιο της συζύγου του και επανειλημμένες επεμβάσεις του στην θεραπεία της με αποτέλεσμα να του γίνουν και από τις νοσοκόμες αλλά και από τον ίδιο παρατηρήσεις. Συγκεκριμένα όπως είπε, ο ενάγοντας αφαίρεσε την μάσκα οξυγόνου, σταμάτησε τον ορρό, επενέβαινε στα μηχανήματα και χορήγησε στην ασθενή που είχε τόσο ψηλά επίπεδα σακχάρου κόκκινο υγρό που έμοιαζε με τριαντάφυλλο. Το πρωί της 27.3.2004 η κατάσταση της ασθενούς δεν βελτιώθηκε, επέμενε η υπνηλία και η ταχυκαρδία παρά του ότι βιοχημικά παρουσιάστηκε βελτίωση γι' αυτό και ζήτησε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας να εισαχθεί εκεί με σχετικό παραπεμπτικό σημείωμα ημερ. 27.3.2004 το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του ενάγοντα δήλωσε ότι διαφωνεί κάθετα με τις θέσεις των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 όπως και με τα συμπεράσματα τους και τη διάγνωση τους για την κατάσταση της ασθενούς. Επέμενε ότι δεν ετίθετο θέμα ούτε οξείας χολοκυστίτιδας ούτε ενδοαγγειακής διάχυτης θρόμβωσης αλλά ότι η κατάσταση της ασθενούς προέκυψε από διαβητικό κώμα που επεπλάκει με σοβαρή μόλυνση και αιμορραγία στο δεξιό νεφρό και τη δεξιά οπισθοπεριτοναϊκή χώρα στην οποία βρίσκονται ο νεφρός και το επινεφρίδιο οφειλόμενη είτε σε ρήξη νεφρού είτε σε άλλο αίτιο που είχε ως αποτέλεσμα την μαζική πνευμονική εμβολή, όπως αναφέρουν και οι δύο ιατροδικαστές. Αναφέρθηκε επίσης στα πιστοποιητικά και τις εκθέσεις και τις καταθέσεις των Δρ. Α. Πούλλου και Δρ. Χρυσοχού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας οι οποίες κατά τη θέση του επίσης αποκλείουν την διάγνωση της οξείας χολοκυστίτιδας. Επέμενε σταθερά ότι ο ίδιος κατέστησε σαφές από την πρώτη στιγμή που εξέτασε την αποβιώσασα την σοβαρότητα της κατάστασης της και την ανάγκη άμεσης εισαγωγής της σε κλινική ή νοσοκομείο κάτι όμως που προσέκρουσε σε αντίδραση και της ίδιας και του συζύγου της και δεν είχε κανένα τρόπο να την αναγκάσει. Επανέλαβε δε ότι η συνεννόηση γινόταν μόνο με τον σύζυγο της αφού η ασθενής δεν μιλούσε ούτε Αγγλικά ούτε Ελληνικά. Επέμενε ότι η εξέταση του ήταν ενδελεχής και ορθή και αρνήθηκε τις περί αντιθέτου υποβολές όπως και τις θέσεις ότι λανθασμένα δεν εισηγήθηκε με έντονο τρόπο ότι έπρεπε να γίνει εισαγωγή της στο νοσοκομείο ή κλινική αναφέροντας ότι ήταν έντονος και κάθετος σε αυτή του την θέση πλην όμως προσέκρουσε στην αντίδραση του ενάγοντα ο οποίος μάλιστα του είχε πει ότι δεν ετίθετο θέμα νοσηλείας της συζύγου του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας γιατί δεν είχε καλή εμπειρία. Ήταν η θέση του ότι δεν υπάρχει τρόπος να εξαναγκαστεί οποιοσδήποτε ενήλικας με σώας τα φρένας να νοσηλευτεί εκτός από ψυχιατρικές περιπτώσεις και ίσως υποστηρικτών του Ιεχωβά κάτι που δεν ίσχυε στην παρούσα περίπτωση. Επέμενε ότι η διάγνωση του για διαβήτη και διαβητικό κώμα είναι σωστή και δεν υπήρχε θέμα οξείας χολοκυστίτιδας ως η θέση των μαρτύρων του ενάγοντα. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι η αποβιώσασα δεν ήταν σε διαβητικό κώμα αλλά σε κατάσταση βαριάς σήψης και σοκ και ανέφερε επίσης ότι ο Δρ. Ιωσήφ Κάσιος που είναι ο καλύτερος διαβητολόγος με τον οποίο μίλησε τηλεφωνικά συμφώνησε πλήρως με τις θέσεις του. Διαχώρισε επίσης το σύνδρομο SIRS από αυτό της σήψης και επέμενε για την ορθότητα της διάγνωσης του, την ορθότητα της εξέτασης του την πρώτη ημέρα που είδε την αποβιώσασα όπως και την ορθή λήψη ιστορικού από πλευράς του κάτι που όπως είπε επικρότησε τελικά και ο Μ.Ε.
  14. Επέμενε ότι είχε κάμει τις απαραίτητες συστάσεις για την εισαγωγή της σε κλινική ή νοσοκομείο από την πρώτη στιγμή εξηγώντας πλήρως στον ενάγοντα τους κινδύνους και ότι αντιμετώπισε σφοδρή αντίδραση. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ευθύνεται για το θάνατο της αποβιώσασας λόγω λανθασμένης διάγνωσης, αμέλειας, λανθασμένης θεραπείας και μη σύστασης για εισαγωγή σε κλινική ή νοσοκομείο επιμένοντας στις δικές του θέσεις. Ο Δρ. Σπυριδάκης δεν αντεξετάστηκε από την συνήγορο του εναγομένου
  15. Ο Μ.Υ.2 Δρ. Α. Πέτσας είναι Παθολόγος με σπουδές και ειδίκευση στην Καρδιολογία σε Πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Από το 1977 ασκεί το επάγγελμα του Καρδιολόγου στην Κύπρο και έχει συγγράψει αρκετά συγγράμματα που έχουν δημοσιευτεί τόσο στον τοπικό αλλά και στον διεθνή τύπο. Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση μετά από παράκληση του εναγομένου 1 και αφού μελέτησε τα δικόγραφα, το παραπεμπτικό σημείωμα του εναγομένου 1, τις εκθέσεις των ιατροδικαστών Σ. Σοφοκλέους και Π. Σταυριανού, τις εκθέσεις των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 αλλά και τις εκθέσεις των ιατρών του νοσοκομείου Δρ. Πούλλου, Δρ. Χρυσοχού, Δρ. Αβρααμίδη αλλά και το πόρισμα της θανατικής ανάκρισης του Α. Δαβίδ όπως επίσης και τις αναλύσεις και τα διάφορα άλλα έντυπα από το Ιπποκράτειο και το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έχει προβεί στον καταρτισμό ιατρικής έκθεσης την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σε αυτή αναφέρει ότι η θέση/διάγνωση του Μ.Ε.2 για οξεία χολοκυστίτιδα με συλλογή πύου η οποία προκάλεσε διάχυτη μόλυνση και σηψαιμία η οποία ακολούθως προκάλεσε οξεία διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη η οποία σε συνδυασμό με την ακινησία της ασθενούς προκάλεσε θρόμβωση των εν τω βάθει φλεβών των κάτω άκρων ή των ενδοκοιλιακών φλεβών με αποτέλεσμα την πνευμονική θρομβοεμβολή που επέφερε τον θάνατο, δεν υποστηρίζεται από κανένα αντικειμενικό εύρημα. Σημείωσε ότι οι δύο ιατροδικαστές που διενήργησαν την νεκροτομή δεν παρατήρησαν οτιδήποτε για την χοληδόχο κύστη ούτε αναφέρουν αποστήματα, γάγγραινα ή περιτονίτιδα. Όπως φαίνεται κατά την ιατροδικαστική εξέταση στάληκαν για περαιτέρω ιστολογική εξέταση δύο τεμάχια από το πάγκρεας. Η ιστολογική τους εξέταση δεν έδειξε τίποτε. Θέση του ήταν ότι είναι πρακτικά αδύνατο να εξέτασαν ιατροδικαστές το ήπαρ και το πάγκρεας χωρίς να έχουν εξετάσει και την χοληδόχο κύστη. Επίσης το γεγονός ότι έγιναν ευρήματα επί του δεξιού νεφρού που βρίσκεται ακριβώς πίσω από την χοληδόχο κύστη δεν μπορεί παρά να σημαίνει εξετάστηκε και η χοληδόχος κύστη. Αν υπήρχε οτιδήποτε που έπρεπε να αναφερθεί από τους ιατροδικαστές για τη χοληδόχο κύστη, ήταν η θέση του ότι θα αναφερόταν. Όπως είπε, τα σημεία επί των οποίων στηρίχτηκε ο Μ.Ε.2 για να διατυπώσει την άποψη του, συνάδουν αν ευσταθούν με φλεγμονή της χοληδόχου κύστης αλλιθισιακή που είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία σηψαιμίας. Ανέφερε επίσης ότι ο χειρούργος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας Δρ. Χρυσοχός όταν εξέτασε την ασθενή δεν διαπίστωσε οξεία χειρουργική κοιλία. Ήταν η θέση του ότι ακόμα και αν υπήρχε διάγνωση οξείας πυώδους χολοκυστίτιδας δεν ετίθετο θέμα εγχείρησης της ασθενούς την δεδομένη στιγμή με αιμοπετάλια 16.000/mm³, η ακατάσχετη αιμορραγία θα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα. Ούτε θέμα οξείας διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης δεν ετίθετο αφού κάτι τέτοιο δεν εντοπίστηκε ούτε από τον Δρ. Παπατρύφωνος ειδικό αιματολόγο. Επίσης ανέφερε ότι η διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη δημιουργεί μικρούς θρόμβους (πήγματα) στα μικρά αγγεία σε όλα τα όργανα του σώματος διάχυτα με αποτέλεσμα να εμφανίζονται παθολογικές αιμορραγίες μεταξύ άλλων στους πνεύμονες και όχι εμβολές αφού οξεία διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη σημαίνει εξάντληση των αποθεμάτων παραγόντων της πήξης και ακατάσχετες αιμορραγίες. Ήταν η θέση του ότι όταν η ασθενής εισήχθη στο Ιπποκράτειο στις 26.3.2004 με αφυδάτωση, εκτός ελέγχου υπεργλυκαιμία (διαβήτη) σηψαιμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και θρομβοκυτοπενία, πρωταρχικό μέλημα του γιατρού ήταν η υποστηρικτική θεραπευτική αγωγή που συνίσταται στην ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, την διόρθωση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών και την διόρθωση των μεταβολικών διαταραχών (διαβήτη) με την χορήγηση ινσουλίνης. Περιλαμβάνει επίσης την διατήρηση και υποβοήθηση της αναπνευστικής λειτουργίας (χορήγηση οξυγόνου) και την διατήρηση και διόρθωση της καρδιακής λειτουργίας (αρτηριακή πίεση, καρδιακός ρυθμός, καρδιακή συχνότητα). Αυτά έγιναν από τον εναγόμενο
  16. Επόμενο μέλημα ήταν η καταπολέμηση της μικροβιακής αιτίας της σηψαιμίας με την κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή και συνεπώς ορθή ήταν η επιλογή του εναγομένου 1 για την χορήγηση του αντιβιοτικού ευρέως φάσματος tavanic. Ακολούθως έπρεπε να γίνουν παρακλινικές εξετάσεις, δηλαδή αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις και χορήγηση υγρών όπως και έγινε. Αυτά έγιναν όπως έπρεπε και κανένα εύρημα από υπερήχους ή αξονικές τομογραφίες δεν θα διέκοπτε την βασική θεραπευτική αγωγή, ούτε μπορούσε να αποφασιστεί καμιά χειρουργική επέμβαση χωρίς να αντιμετωπιστεί πρώτα το αιματολογικό πρόβλημα της θρομβοκυτοπενίας ακόμα και αν ετίθετο θέμα πυώδους χολοκυστίτιδας. Θέση του είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έδρασαν αμέσως με μεγίστη επιμέλεια και το δέοντα ζήλο και έδωσαν θεραπευτική αγωγή προς όλες τις κατευθύνσεις κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο δυστυχώς όμως χωρίς να αποτραπεί το μοιραίο. Θεωρεί επίσης ότι η θανούσα πρέπει να ήταν διαβητική χωρίς να το γνωρίζει αφού δεν υποβαλλόταν σε εξετάσεις και ότι ο θάνατος της επήλθε από πνευμονική εμβολή συνεπεία σηψαιμίας, τα αίτια της οποίας δεν είναι πλήρως εξακριβωμένα αλλά η πλέον πιθανή αιτία φαίνεται η ρήξη του δεξιού νεφρού. Ο Δρ. Πέτσας κατά την αντεξέταση του είπε ότι ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον Δικαστηρίου προηγουμένως είτε για να καταθέσει υπέρ είτε εναντίον κάποιου γιατρού, υπογράμμισε το ότι το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν δύσκολο και οξύ και ότι θα έπρεπε να γίνουν συστάσεις για άμεση νοσηλεία, όπως ανέφερε όμως ήταν και ο ίδιος μάρτυρας επεισοδίου όπου συνέστησε σε ασθενή του άμεση νοσηλεία με κίνδυνο θανάτου εάν δεν νοσηλευτεί και ο ασθενής πήρε το ρίσκο να μείνει στο σπίτι του. Δεν συμφώνησε ότι η ασθενής έπρεπε να διαγνωστεί από τον Δρ. Σπυριδάκη με το σύνδρομο SIRS, αρνήθηκε την υποβολή ότι η ασθενής δεν είχε διαβήτη και ότι δεν μπορεί να διαγνωστεί διαβήτης απλά και μόνο από το αυξημένο ζάχαρο γιατί αυτό μπορεί να οφείλεται σε άλλες αιτίες και όχι τον διαβήτη και διαφώνησε με την υποβολή ότι θα έπρεπε ο Δρ. Σπυριδάκης να είχε μαζί του μηχανάκι για να μετρήσει το σάκχαρο της ασθενούς από την πρώτη στιγμή που την επισκέφθηκε στο σπίτι της αναφέροντας ότι με συμπτώματα κοιλιακού πόνου και πυρετού ούτε ο ίδιος θα έκανε εξέταση για διάγνωση σακχάρου. Εξήγησε δε ότι τα όσα αναφέρει στο Δικαστήριο αφορούν μόνο την αλήθεια και δεν ήρθε ούτε για να βοηθήσει τον Δρ. Σπυριδάκη από φιλία αλλά ούτε και να διαψεύσει από τον Δρ. Λοΐζου με τον οποίο μάλιστα ήταν συμμαθητές. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του Μ.Ε.3 ανέφερε ότι η ειδικότητα του είναι εντελώς άλλη και τα όσα έχει αναφέρει δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή ευρήματα. Ο Δρ. Πέτσας δεν αντεξετάστηκε από την συνήγορο των εναγομένων
  17. Η Μ.Υ.3 Ανθή Κουλουμπρή ασκεί το επάγγελμα της νοσοκόμας από το 1976, από το 1989 εργοδοτείται στους εναγομένους
  18. Στις 26.3.2004 είχε καθήκοντα νυχτερινής βάρδιας στο χειρουργικό-παθολογικό θάλαμο από τις 7.00μ.μ. μέχρι 7.00 π.μ. της επόμενης μέρας. Στο θάλαμο το επίδικο βράδυ νοσηλευόταν η αποβιώσασα με θεράποντα γιατρό τον Δρ. Σπυριδάκη. Η κατάσταση της ήταν σοβαρή και ήταν συνδεδεμένη με μηχανήματα. Ο Δρ. Σπυριδάκης εκείνο το βράδυ παρέμεινε στην κλινική σχεδόν μέχρι το πρωί, επισκεπτόταν τακτικά το δωμάτιο της και προέβαινε στις απαραίτητες συστάσεις και ενέργειες. Σύμφωνα με οδηγίες του η ίδια επισκεπτόταν το δωμάτιο της ασθενούς κάθε 20 λεπτά και έλεγχε την κατάσταση της. Της είχε δώσει οδηγίες να κάνει ανάλυση σακχάρου κάθε μία ώρα και να τον ενημερώνει αμέσως για το αποτέλεσμα όπως επίσης και να ελέγχει όλα τα ζωτικά σημεία και τις ενδείξεις των διαφόρων μηχανημάτων με τα οποία ήταν συνδεδεμένη η ασθενής. Στο δωμάτιο της ασθενούς έμεινε όλο το βράδυ και ο σύζυγος της ο οποίος είχε περίεργη συμπεριφορά και χρειάστηκε να του γίνουν συστάσεις και από την ίδια και από το Δρ. Σπυριδάκη. Σε μία περίπτωση είχε αποσυνδέσει τον παλμογράφο ενώ σε άλλη είχε αφαιρέσει την παροχή οξυγόνου από την ασθενή. Η ίδια επίσης να δίδει στην ασθενή ένα κόκκινο υγρό και όταν τον ρώτησε τι ήταν της απάντησε «rose water». Η ίδια δεν ήξερε αγγλικά, πήρε το ποτήρι και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τριαντάφυλλο. Δεν του επέτρεψε να της το χορηγήσει και ενημέρωσε αμέσως τον Δρ. Σπυριδάκη ο οποίος του έκανε έντονες παρατηρήσεις. Η μάρτυρας αναγνώρισε από το Τεκμήριο 7 σημειώσεις της προηγούμενης βάρδιας που αφορούσαν την αποβιώσασα για τις οποίες και είχε ενημερωθεί από την νοσοκόμα της προηγούμενης βάρδιας κα Λ. Γεωργίου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι την δεδομένη στιγμή στο Ιπποκράτειο υπήρχαν δύο θάλαμοι, γυναικολογικός-τοκετών και παθολογικός. Υπήρχαν δύο νοσοκόμες καθήκον στο χειρουργικό και παθολογικό θάλαμο και δύο στο γυναικολογικό. Οι ιατροί του Ιπποκράτειου γύρω στις 8.30 μ.μ. με 9.00 μ.μ. το βράδυ της 26.3.2004 έφυγαν μόλις τελείωσαν τα ιατρεία τους εκτός από τον Δρ. Σπυριδάκη ο οποίος έμεινε σχεδόν όλη τη νύχτα. Με βάση της οδηγίες του γιατρού Σπυριδάκη της χορηγούνταν ορροί φυσιολογικοί με ηλεκτρολύτες 1000ml κάθε οκτώ ώρες και ινσουλίνη. Ο γιατρός χορηγούσε και άλλα φάρμακα. Δεν υπήρχε αποκλειστική νοσοκόμα στο δωμάτιο της ασθενούς. Ήταν η θέση της ότι καμιά φορά η αποβιώσασα δεν σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα γιατί ήταν συνδεδεμένη με monitor και οξυγόνο και της είχαν βάλει καθετήρα ούτε και έπεσε κάτω κάποια φορά. Έπαιρνε τις μετρήσεις για το ζάχαρο της ασθενούς κάθε μια ώρα και πρέπει να υπάρχουν καταχωρημένες σχετικές ενδείξεις. Πήρε επίσης τον πυρετό της τρεις, τέσσερεις φορές, η ασθενής δεν επικοινωνούσε 100% αλλά δεν ήταν σε καταστολή, βογκούσε. Ο Δρ. Σπυριδάκης ενημερωνόταν συνεχώς για την κατάσταση της υγείας της ασθενούς και πολλές φορές όταν η ίδια πήγαινε για τους ελέγχους που της είχαν ανατεθεί ήταν μαζί της και ο Δρ. Σπυριδάκης, θυμόταν ότι είχε έρθει και ο Δρ. Παπατρύφωνος. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί πληθώρα τεκμηρίων αρκετά από τα οποία είναι ιατρικά συγγράμματα στα οποία έχουν παραπέμψει όλοι οι γιατροί που έχουν δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έχουν επίσης κατατεθεί διάφορα αντίγραφα εγγράφων από τους φακέλους της ασθενούς που υπήρχαν στο Ιπποκράτειο αλλά και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αν και οι Δρ. Πούλλος και Δρ. Χρυσοχός του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας δεν έχουν κληθεί ως μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση επειδή έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά στις ιατρικές τους εκθέσεις/θέσεις/διαγνώσεις θεωρώ ορθό να αναφερθώ και σε αυτές. Σε ότι αφορά τον Δρ. Πούλλο, σε έκθεση του ημερομηνίας 10.8.2004 αναφέρει ότι η ασθενής όταν προσκομίσθη από το Ιπποκράτειο με παραπεμπτικό του Δρ. Σπυριδάκη βρισκόταν σε κατάσταση βαρειάς σήψης (πυρετό, αφυδάτωση, θρομβοπενία και οξεία ανουρική ανεπάρκεια) καθώς επίσης και νεοδιαγνωσθέντα σακχαρώδη διαβήτη με πλήρη μεταβολική απορύθμιση (γλυκόζη 377, ουρία 188, κρεατινίνη 2,95). Κατά την εξέταση της στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών βρισκόταν σε ημικωματώδη κατάσταση με εικόνα οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και εμπύρετη. Έγινε λήψη αιματολογικού βιοχημικού ελέγχου-αιμοκαλλιέργειας και έγινε ultra sound κοιλιάς στο οποίο διαπιστώθηκε διατεταμένη χοληδόχος κύστη με οιδηματώδες τοίχωμα και μικρή περιχολοκυστική συλλογή. Ήπαρ με διάχυτα αυξημένη ηχωγένεια χωρίς εστιακές βλάβες. Δεξιός νεφρός με μικρό μέγεθος ατροφικός. Αριστερός νεφρός με αντιρροπιστική υπερτροφία και φυσιολογική ηχωγένεια. Κατόπιν και αυτών των ευρημάτων από το ultra sound και προς αποκλεισμό οξείας διάτρησης από οξεία γαγγραινώδη χολοκυστίτιδα, εκρίθη σκόπιμο να κληθεί ο εφημερεύων ειδικός χειρούργος Δρ. Χρυσοχός ο οποίος έκρινε ότι δεν υπήρχε οξύ χειρουργικό πρόβλημα. Ο Δρ. Χρυσοχός, Βοηθός Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας σε σημείωμα του ημερ. 17.3.2008 αναφέρει ότι εξέτασε την ασθενή στις Α' Βοήθειες όπου δεν διαπίστωσε στοιχεία οξείας χειρουργικής κοιλίας. Σημειώνει επίσης ότι έχει να παρατηρήσει ότι η ασθενής δεν ήταν σε θέση να υποβληθεί σε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση πριν αναταχθούν οι ζωτικές λειτουργίες και αποκατασταθούν στοιχειωδώς τα εργαστηριακά ευρήματα. Εξίσου σημαντική κατά την άποψη μου είναι και η σημείωση του ότι από την ακολουθήσασα νεκροτομή δεν προέκυψαν στοιχεία οξείας χειρουργικής κοιλίας. Επίσης αναφορά έχει γίνει και στον Δρ. Παπατρύφωνος, αιματολόγο στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας ο οποίος σε σημείωμα του σημειώνει ότι στις 16.3.2004 περί ώρα 19.00 κλήθηκε από τον εναγόμενο 1 για να εκφέρει γνώμη για την αποβιώσασα. Κατά την εξέταση του διαπίστωσε ότι ήταν ληθαργική και παρουσίαζε αιματώματα μετρίου βαθμού σε διάφορα μέρη του σώματος της. Διενήργησε εξέταση μυελού των οστών λόγω του ότι παρουσίαζε χαμηλά αιμοπετάλια. Η εξέταση δεν έδειξε τίποτε το παθολογικό. Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω στο σημείο αυτό και το περιεχόμενο του ιατρικού σημειώματος-παραπεμπτικού του εναγομένου 1 ημερ. 27.3.
  19. Σε αυτό ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι εξέτασε την ασθενή στις 25.3.2004 όπου διαπίστωσε ότι ήταν αφυδατωμένη, εμπύρετος 38 αλλά αρνήθηκε εισαγωγή προς έρευνα και θεραπεία. Εισήχθη την επομένη περισσότερο αφυδατωμένη και σε προκωματώδη κατάσταση. Διεγνώσθη διαβήτης και σοβαρά μείωση αιμοπεταλίων. Κατά τη διάρκεια της νύχτας εισήλθε εις επίμονων υπερκοιλιακή παροξυσμική ταχυκαρδία, εκλήθη ο Δρ. Παπατρύφωνος διά επείγοντα μυελό των οστών και απέκλισε την λευχαιμία αλλά διέγνωσε σοβαρά μόλυνση. Λόγω των χαμηλών αιμοπεταλίων υπάρχει ελαφρά αιμορραγία ούλων, όσα ούρα υπήρχαν στην κύστη ήταν αιμορραγικά αλλά παρουσιάζει πλήρη ανουρία. Σημειώνω επίσης ότι από τις ιατρικές σημειώσεις του φακέλου του Νοσοκομείου φαίνεται ότι η διάγνωση που είχε γίνει ήταν σηψαιμία, σακχαρώδης διαβήτης II και τέθηκε υπό ερωτηματικό οξεία γαγγραινώδης χολοκυστίτης. Προκύπτει επίσης ότι σε υπέρηχο κοιλίας που της έγινε στο Νοσοκομείο με πιθανή διάγνωση σηψαιμία παρατηρήθηκε «διατεταμένη χοληδόχος κύστη με οιδηματώδες τοίχωμα και μικρή περιχολοκυστική συλλογή. Ήπαρ με διάχυτα αυξημένη ηχωγένια χωρίς εστιακές βλάβες. Ο δεξιός νεφρός παρατηρείται με μικρό μέγεθος ατροφικό. Ο αριστερός νεφρός με αντιροπιστική υπερτροφία και φυσιολογική ηχωγένια». Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  20. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Με βάση τις αρχές της νομολογίας που αναφέρονται πιο πάνω και καίρια και καθοριστικά την στάση τους στο Δικαστήριο θα αξιολογηθούν οι μαρτυρίες του ενάγοντα και της Μ.Υ.3 Αγάθης Κουλουμπρή. Ο ενάγοντας δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν ψυχρή και ουδέτερη, πλείστες απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο ήταν γενικές και αόριστες και σε αρκετές περιπτώσεις παρατήρησα υπεκφυγή να απαντήσει. Ως τέτοια παραδείγματα αναφέρω τον τρόπο που απάντησε όταν ρωτήθηκε αν έχει οποιαδήποτε σχέση ή εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα φαρμακολογίας, όταν ρωτήθηκε αν η υγεία της συζύγου του παρουσίαζε οποιαδήποτε προβλήματα, αρχικά ανάφερε ότι ήταν μια χαρά στην υγεία της για να παραδεχτεί μετά ότι τους τελευταίους δύο, τρεις μήνες αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα και δεν ήταν όπως ήταν πριν και ότι τον τελευταίο καιρό δεν είχε μεταβεί σε κανένα γιατρό ούτε έκανε οποιεσδήποτε εξετάσεις. Δεν έδωσε επίσης καθαρή απάντηση στο πως κατέληξε να πάρει επαγγελματική γνώμη από τον Μ.Ε.2 Δρ. Λούη Λοΐζου αναφέροντας αρχικά ότι του τον σύστησαν κάποιοι φίλοι του χωρίς να τους κατονομάσει για να επικαλεστεί αργότερα τον πρώτο δικηγόρο του και ακολούθως τον νυν δικηγόρο του. Επίσης η θέση του για την κατάσταση της γυναίκας του το βράδυ της 26.3.2004 προς 27.3.2004 που βρισκόταν στο Ιπποκράτειο έχει αντικρουστεί έντονα από τους μάρτυρες των εναγομένων κατά έντονο τρόπο. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η σύζυγος του σηκώθηκε το βράδυ για να πάει στην τουαλέτα ενώ η μαρτυρία τόσο του εναγόμενου 1 αλλά και της Μ.Υ.3 η οποία στο σημείο αυτό δεν αντεξετάστηκε ήταν ότι η αποβιώσασα ήταν συνδεδεμένη με οξυγόνο, μηχανήματα για καρδιακό παλμό και τρεις καθετήρες και μάλιστα σε ημικωματώδη κατάσταση και ληθαργική. Ο ενάγοντας επίσης στην προσπάθεια του να αποδώσει αμέλεια στους εναγόμενους 1 και 2 δεν περιέγραψε ούτε με ακρίβεια αλλά ούτε και αληθώς είναι η θέση μου την θεραπεία και περίθαλψη που δόθηκε στη σύζυγο του από την εισαγωγή της στο Ιπποκράτειο. Στον ενάγοντα επίσης αποδόθηκε παράξενη συμπεριφορά και από τον εναγόμενο 1 και από την Μ.Υ.3 και προσπάθειες επέμβασης του στη νοσηλεία της αποβιώσασας. Επί αυτών των θεμάτων δεν αντικρούστηκαν οι θέσεις τους. Έδωσε επίσης εντελώς διαφορετική εκδοχή για το πως κατέληξε στα χέρια του το τηλέφωνο του εναγομένου 1 από αυτή που τέθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 αλλά και την Μ.Υ.
  2. Καίρια και καθοριστικά έχω εντοπίσει αντιφάσεις του ιδίου σε σχέση με τα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο για τον τρόπο που ο εναγόμενος 1 εξέτασε την σύζυγο του στην οικία τους για πρώτη φορά στις 25.3.2004 και τις συστάσεις που τους έδωσε, μεταξύ των όσων έχει αναφέρει στο Δικαστήριο ο ίδιος και αυτά που ο ίδιος επίσης ανέφερε στο Μ.Ε.2 Δρ. Λοΐζου και για τα οποία ο Δρ. Λοΐζου κράτησε σημειώσεις τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά την Μ.Υ.3, θεωρώ ότι η μαρτυρία της ήταν αληθινή, πειστική και το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να βασιστεί σε αυτή. Οι βασικές της θέσεις για την κατάσταση της ασθενούς, τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τον θεράποντα ιατρό της τόσο για την επίβλεψη αλλά και τις αναλύσεις που έγιναν ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν ούτε κατά την αντεξέταση της. Από την μαρτυρία της προκύπτουν ότι η ασθενής ήταν συνδεδεμένη με monitors, είχε ορρό με ηλεκτρολύτες και της χορηγούσε ινσουλίνη αφού προηγουμένως γίνονταν εξετάσεις για το ζάχαρο της ανά ώρα. Αναντίλεκτη έμεινε η θέση της επίσης ότι ο εναγόμενος 1 έμεινε ουσιαστικά όλο το βράδυ στο Ιπποκράτειο και συνεχώς επέβλεπε την ασθενή. Η θέση της για το ότι και η ίδια και ο εναγόμενος 1 έκαναν παρατηρήσεις στον ενάγοντα για την συμπεριφορά του και την προσπάθεια επέμβασης στη θεραπεία έμειναν αναντίλεκτες. Επειδή οι τέσσερεις από τους έξι μάρτυρες που κλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι γιατροί που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες, θεωρώ ορθό στο σημείο αυτό να παραθέσω και τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εξετάζει και προσεγγίζει την μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα. Σύμφωνα με την υπόθεση Philippou v. Odysseοs
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361.Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (ofvalue) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΛΛ. 984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "Τhe court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Με βάση αυτές τις αρχές της νομολογίας αλλά και γενικότερα την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν ως εμπειρογνώμονες στο Δικαστήριο θα προσεγγιστεί η αξιολόγηση τους. Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 Δρ. Λούη Λοΐζου σημειώνω πρώτα απ' όλα ότι όπως ο ίδιος δήλωσε δεν έχει δει την αποβιώσασα, δεν ήταν παρών κατά την νεκροτομή και ότι ετοίμασε την έκθεση του μετά από κάποια έγγραφα που του είχαν δοθεί από τον δικηγόρο του ενάγοντα και από σημειώσεις του που έλαβε κατά την συνάντηση του με τον ενάγοντα. Παραδέχτηκε όμως μετά ότι του δόθηκαν και άλλα έγγραφα ότι θα έκανε άλλη έκθεση αφού αυτή που κατέθεσε στο Δικαστήριο την χαρακτήρισε ο ίδιος ως προσωρινή (preliminary) κάτι όμως που ουδέποτε έκανε. Ο ίδιος επίσης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ειδικότητα ως Νευρολόγος δεν είναι η ειδικότητα που αφορά η παρούσα περίπτωση για να αναφέρει όμως ότι λόγω της εμπειρίας του και επειδή τα περισσότερα νευρολογικά περιστατικά έχουν παθολογικά αίτια μπορεί να δώσει την θέση του. Δέχτηκε όμως ότι η συμβουλή του προς τους δικηγόρους της θανούσας και τον ενάγοντα ήταν να αποταθούν σε παθολόγο ή εντατικολόγο. Από αυτά κατά την άποψη μου προκύπτει ότι και ο ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα για την παρούσα υπόθεση γι' αυτό και πιστεύω ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να προσεγγιστεί και με αυτή την σημαντική κατά την άποψη μου δική του θέση. Ο ίδιος έχει καταλήξει σε διάγνωση οξείας χολοκυστίτιδας. Κατά την κυρίως εξέταση του προσπάθησε καταφεύγοντας σε φλυαρία και επικαλούμενος άρθρα και συγγράμματα να αναφέρει ότι κατά πρώτον η διάγνωση του εναγομένου 1 ήταν λάθος και δεν ετίθετο θέμα διαβήτη αλλά οξείας χολοκυστίτιδας με συλλογή πύου η οποία προκάλεσε διάχυτη μόλυνση και σηψαιμία, κατά δεύτερο λόγο ότι η εξέταση της ασθενούς από τον εναγόμενο 1 στο σπίτι τους στις 25.3.2004 ήταν επιφανειακή, ολιγόλεπτη και ατελής και κατά τρίτον, λαμβάνοντας σαν δεδομένη την θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 δεν συνέστησε εισαγωγή σε νοσοκομείο ή κλινική για περίθαλψη και περαιτέρω διερεύνηση ότι ήταν αμελής. Συνεπεία της αντεξέτασης του έχουν αναιρεθεί βασικά οι δύο πρώτες θέσεις του και εκείνο στο οποίο τελικά επέμενε ήταν ότι θα έπρεπε ο εναγόμενος 1 επιτακτικά ακόμα και με την βία να εισάξει την αποθανούσα στην κλινική. Η θέση του για την οξεία χολοκυστίτιδα για την οποία θα έπρεπε μάλιστα να χειρουργηθεί καταρρίπτεται και από την γνωμάτευση του Δρ. Χρυσοχού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσία αλλά και από την απουσία τέτοιων ευρημάτων κατά την νεκροτομή . Όταν δε του τέθηκαν αυτά τα θέματα δεν μπόρεσε ουσιαστικά να τα απαντήσει. Συμφώνησε επίσης παρά την αρχική του περί του αντιθέτου θέση ότι η θεραπεία που παρασχέθηκε στην αποβιώσασα από την εναγομένη 1 στην κλινική της εναγομένης 2 δηλαδή ορροί, αντιβιοτικά ευρέου φάσματος και ινσουλίνη ήταν η ορθή και η ενδεδειγμένη αλλά ισχυρίστηκε στο τέλος ότι όλα αυτά έπρεπε να γίνουν πιο νωρίς. Από τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να δεχτώ την μαρτυρία του ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα όχι μόνο για το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του εμπειρογνώμονα για το περιστατικό κάτι το οποίο και ανέφερε στο Δικαστήριο αλλά και επειδή, όπως ο ίδιος ανέφερε, όταν ετοίμασε την έκθεση του δεν είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν και έπρεπε να την συμπληρώσει πράγμα που δεν έκανε και μάλιστα ο ίδιος χαρακτήρισε την έκθεση του ως «preliminary», αλλά καίρια και καθοριστικά επειδή δεν μπόρεσε να δώσει καμία πειστική απάντηση γιατί επέμενε στη διάγνωση του η οποία φαίνεται να μην υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Καίρια και καθοριστικά όπως έχω ήδη αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας έχει αναιρέσει κατά την αντεξέταση του το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του όπως το έχει αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του. Συγκεκριμένα υπαναχώρισε από την θέση ότι η εξέταση που έγινε στην αποβιώσασα από τον Δρ. Σπυριδάκη στις 25.3.2004 ήταν επιφανειακή, δέχτηκε ως ορθή την θεραπεία που δόθηκε στην αποβιώσασα με την εισαγωγή της στο Ιπποκράτειο και υιοθέτησε επίσης το παραπεμπτικό σημείωμα του Δρ. Σπυριδάκη προς το Νοσοκομείο. Ουσιαστικά ενόψει της πιο πάνω θέσης μου το τι παραμένει να εξεταστεί είναι μόνο η θέση του ότι ο εναγόμενος 1 ήταν αμελής επειδή θα έπρεπε επιτακτικά να επιμένει, αφού τελικά παραδέχτηκε ότι είχε συστήσει σχετικά, να γίνει εισαγωγή της αποβιώσασας στην κλινική. Όσον αφορά τον Μ.Ε.3, επίσης όπως έχει παραδεχτεί εφόσον δεν έχει δει την αποβιώσασα ούτε ήταν παρών κατά την νεκροτομή και του ίδιου η μαρτυρία και ιατρική γνωμάτευση στηρίχτηκε στα όσα ο δικηγόρος του ενάγοντα του έχει πει και στα έγγραφα που του έχει παραδώσει. Τα έγγραφα που του δόθηκαν όπως ο ίδιος τα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση δεν είναι πλήρη. Δεν του έχουν δοθεί ούτε τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων ούτε η ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Σ. Σοφοκλέους, την οποία εν πάση περιπτώσει, δηλαδή την νεκροτομή, έχει αμφισβητήσει. Στην μαρτυρία του είπε ότι θα έπρεπε να γίνει εξέταση από χειρουργό και διάγνωση με υπέρηχο. Αυτά αδιαμφισβήτητα έχουν γίνει στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά που εισήχθηκε η αποβιώσασα και δεν διαπιστώθηκε είτε οξύ χειρουργικό περιστατικό είτε κάτι που να συνηγορεί υπέρ της δικής του θέσης. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε στο να εξηγήσει πως λειτουργεί μια ομάδα εντατικής θεραπείας και πως πρέπει αυτή να στελεχώνεται τόσο από πλευράς ιατρικού προσωπικού όσο και από πλευράς μηχανημάτων. Αξιοσημείωτο είναι βέβαια ότι προφανώς ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τον τρόπο που λειτουργούσε και στελεχωνόταν το ιατρικό κέντρο των εναγομένων 2 αφού ήταν με την εντύπωση ότι εκεί δεν διενεργούντο καν χειρουργικές επεμβάσεις. Επίσης η θέση του ότι θα έπρεπε να γίνουν εργαστηριακές αναλύσεις του αίματος και ειδικότερα οι αναλύσεις που ανέφερε στο Δικαστήριο όπως φαίνεται είχαν γίνει και από το κλινικό εργαστήριο των εναγομένων 2 με οδηγίες του εναγομένου 1 αλλά και από τον αιματολόγο Δρ. Α. Παπατρύφωνος, προκύπτει επομένως ότι ούτε και γι' αυτές ο μάρτυρας είχε ενημερωθεί. Έτσι είναι η θέση μου ότι ούτε και στη δική του μαρτυρία δεν μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια καθότι όπως έχω ήδη αναφέρει και πιο πάνω η ενημέρωση του υπήρξε ελλειπής σε καίρια θέματα. Η γνώμη μου για τον εναγόμενο 1 είναι θετική. Σημειώνω πρώτα απ' όλα ότι θεωρώ ότι η ειδικότητα του είναι της φύσης που απαιτεί η παρούσα υπόθεση, η εμπειρία του δεν έχει αμφισβητηθεί και ήταν ο θεράπων ιατρός της αποβιώσασας πριν να συμβεί το μοιραίο και ο μοναδικός από όλους τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν σαν εμπειρογνώμονες που έχει δει την ενάγουσα και έχει ιδίαν αντίληψη της κατάστασης της. Βασική του θέση ήταν ότι από την πρώτη στιγμή που εξέτασε την αποβιώσασα είχε συστήσει την εισαγωγή της στην κλινική αλλά αυτό αντικρούστηκε έντονα από την ίδια μέσω του συζύγου της αλλά και από τον σύζυγο της. Αυτή του η θέση έχει σημειωθεί και στο παραπεμπτικό του σημείωμα προς το Νοσοκομείο ημερ. 27.3.2004 προτού καν αποβιώσει η θανούσα αλλά το επιβεβαίωσε τελικά και ο Μ.Ε.2 αφού παραδέχτηκε ότι του το είχε αναφέρει ο ενάγοντας. Η δεύτερη του βασική θέση ήταν ότι η εξέταση που έκανε στην αποθανούσα στις 25.3.2004 όταν την εξέτασε στην οικία της ήταν λεπτομερής και πλήρης. Αυτή του την θέση την εξήγησε στο Δικαστήριο αναφέροντας όλα τα σημεία που εξέτασε την αποβιώσασα. Η τρίτη του θέση αφορά την διάγνωση του. Απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς για χολοκυστίτιδα και επιμένει σε διαβήτη κάτι το οποίο υποστηρίζεται από τις εργαστηριακές εξετάσεις όπου η ένδειξη της σε ζάχαρο ήταν υπερβολικά ψηλή αλλά και στα όλα συμπτώματα που παρουσίαζε. Σημειώνω επίσης ότι η θέση του για σηψαιμία και σακχαρώδη διαβήτη φαίνεται να έχει υιοθετηθεί και από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ενώ αντίθετα τίθεται ερωτηματικό από τους γιατρούς του νοσοκομείου για το θέμα της χολοκυστίτιδας. Ο εναγόμενος 1 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του στρωτά με αναφορά σε συγγράμματα και την πείρα του χωρίς καμιά υπεκφυγή και με σταθερότητα. Η θεραπεία που ακολούθησε και οι οδηγίες που εδόθηκαν ουσιαστικά έχουν υιοθετηθεί και από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας αλλά ουσιαστικά εμμέσως και από τους Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3. Έχει αποδειχτεί ότι παρέμεινε στην κλινική σχεδόν όλο το βράδυ της 26.3.2004 και έδιδε συνεχώς οδηγίες για την ασθενή όπως και για το ότι κάλεσε τον Δρ. Παπατρύφωνα ειδικό αιματολόγο. Το παραπεμπτικό του σημείωμα ημερομηνίας 27.3.2004 υιοθετήθηκε ως ορθό ακόμα και από τον Μ.Ε.2, ο οποίος βέβαια παρέμεινε στη θέση του ότι όλα αυτά έπρεπε να είχαν γίνει πιο νωρίς. Θετικότατη είναι η αξιολόγηση μου σε ότι αφορά τον Μ.Υ.2 Δρ. Πέτσα. Είναι η θέση μου ότι η μαρτυρία του ήταν αληθινή, στηρίχτηκε σε αντικειμενικά και επιστημονικά ευρήματα από την πληροφόρηση που είχε η οποία ήταν ενδελεχής και η ειδικότητα του παθολόγος έχει άμεση σχέση με το περιστατικό. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτα ειλικρινής, υποστήριξε τα ευρήματα του και την θέση του πλήρως χωρίς κινδυνολογίες, ακροβατισμούς ή αυθαίρετα συμπεράσματα σεβόμενος πλήρως και τον όρκο του και την επιστήμη του. Ο τρόπος με τον οποίος υποστήριξε ότι ορθή ήταν η διάγνωση του εναγομένου 1 και όχι η διάγνωση του Μ.Ε.2 για οξεία χολοκυστίτιδα με συλλογή πύου ήταν άκρως πειστική και εμπεριστατωμένη. Επικαλούμαι σχετικά την έκθεση του Τεκμήριο 16 και τους προβληματισμούς που αναφέρει σε αυτή. Θεωρώ ότι μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του πλήρως η οποία και σε συνδυασμό με την μαρτυρία του εναγομένου 1 την οποίαν επίσης αποδέχομαι με οδηγεί στην ικανότητα να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στους εναγομένους 1 και 2 ο ενάγοντας αποδίδει αμέλεια. Σε ότι αφορά τους εναγομένους 2 σημειώνω τα ακόλουθα: Η σχέση τους με τον εναγόμενο 1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Τούτη είναι απλά ότι η εναγομένη 2 είναι σήμερα η εταιρεία που διαχειρίζεται το Ιπποκράτειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο στο οποίο ο εναγόμενος 1 διατηρεί ιατρείο. Δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία σχέση είτε υπαγωγής είτε εργοδότησης είτε αντιπροσωπείας. Στους εναγόμενους 2 ο ενάγοντας αποδίδει εκ προστήσεως ευθύνη. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται ή β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου στο πλαίσιο της εργασίας του. Τούτο έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστάκης Ποταμίτης ν. Έλενα Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479. Στην υπόθεση X'Theodosiou v. Koulia
(1970)1 C.L.R. 31 υιοθετηθήκαν οι Αγγλικές υποθέσει Cassidy v. Ministry of Health και Roe v. Ministry of Health. Στην παρούσα περίπτωση από την μαρτυρία που έχω δεχτεί οι εναγόμενοι 2 δεν καθόρισαν τον εναγόμενο 1 ως θεράποντα γιατρό της αποβιώσασας. Στον ενάγοντα λέχθηκε ότι θα επικοινωνούσαν με κάποιο γιατρό για να επικοινωνήσει μαζί του και ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας που επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 μετά που εξασφάλισε το κινητό του τηλέφωνο. Η κλινική των εναγομένων 2 τη δεδομένη στιγμή δεν λειτουργούσε ως νοσοκομείο και δεν είχε Τμήμα Α' Βοηθειών ή Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ήταν κυρίως γυναικολογική και χειρουργική κλινική στην οποία οι γιατροί είχαν τα ιατρεία τους και εάν χρειαζόταν παρέπεμπαν ασθενείς σε θεραπεία. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία της κας Κουλουμπρή, Μ.Υ.3, οι κύριοι μέτοχοι ήταν οι γιατροί Μακρής, Ριρής και Αθάνατος και είχε ιατρείο και ο Δρ. Σπυριδάκης. Όπως φάνηκε και από την μαρτυρία της Μ.Υ.3 την οποία έχω αποδεχθεί, το προσωπικό της εναγομένης 2 την δεδομένη στιγμή λειτουργούσε κάτω από την εποπτεία και την επιτήρηση και τις οδηγίες του εναγομένου 1 και εκτελούσαν ότι τους έλεγε. Η θέση της Μ.Υ.3 επί αυτού δεν αντικρούστηκε. Όπως κατά τον ουσιώδη χρόνο νοσηλείας της αποβιωσάσας λειτουργούσε Χημείο στο Ιπποκράτειο όπου και έγιναν όλες οι εξετάσεις που όρισε ο Δρ. Σπυριδάκης, υπήρχαν τα μηχανήματα που έκρινε αναγκαίο ότι έπρεπε να συνδεθεί με αυτά η αποβιώσασα όπως και οι καθετήρες. Η Μ.Υ.3 που είχε και προσωπική γνώση δήλωσε ότι τηρούσε στο ακέραιο τις οδηγίες του εναγομένου 1 και ότι παρέλαβε στη βάρδια της την ασθενή αφού προηγουμένως είχε πλήρη ενημέρωση από την νοσοκόμα την προηγούμενης βάρδιας. Δεν έχει τεθεί συνεπώς ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη 2 μπορεί να έχει εκ προστήσεως ευθύνη για τυχόν αμέλεια του εναγομένου 1, σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί τέτοια αμέλεια, αφού δεν υπήρχε μεταξύ τους καμία σχέση που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στον τρόπο λειτουργίας των εναγομένων 2 τη δεδομένη στιγμή που να τους καθιστά αμελής. Είναι συνεπώς η θέση μου σε ότι αφορά την εναγομένη 2 ότι δεν έχει αποδειχθεί αμέλεια και ή παράβαση καθήκοντος όπως της αποδίδει ο ενάγοντας και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης 2 και εναντίον του ενάγοντα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τον εναγόμενο 1 στον οποίο αποδίδεται ιατρική αμέλεια θεωρώ ορθό να παραθέσω απόσπασμα από την υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),
(3)Αστικής ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν τα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά» . Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι ένας γιατρός: « ... δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής». Στην εν λόγω υπόθεση έχει υιοθετηθεί το εξής απόσπασμα σε μετάφραση από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Έχοντας κατά νου τις ιατρικές αρχές της αμέλειας όπως έχω καταλήξει στην παρούσα υπόθεση με βάση και τις αξιολογήσεις που έγιναν ανωτέρω έχω τη θέση ότι η εξέταση του εναγόμενου 1 που έγινε στην αποβιώσασα στις 25.3.2004 ήταν ενδελεχής και ορθή και σε καμία περίπτωση πεντάλεπτη και επιφανειακή όπως προσπάθησε να πείσει ο ενάγοντας. Με την εισαγωγή της στην κλινική έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με την επιστήμη του για να καταλήξει άμεσα σε διάγνωση και να αντιμετωπίσει τα πρώτα στάδια της διάγνωσης του με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Τόσο η διάγνωση του και τα μέτρα που έλαβε υποστηρίζονται από τον Μ.Υ.2 και τους γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για το οποίο η αγωγή έχει αποσυρθεί μετά από δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ενόρκως ότι δεν έχει κανένα παράπονο. Ακόμα και ο Μ.Ε.2 έχει εμμέσως δεχτεί ότι ο τρόπος που αντέδρασε ο εναγόμενος 1 και τα μέτρα που έλαβε ήταν ενδεδειγμένα σαν πρώτα μέτρα παρόλο που διατήρησε την διαφωνία του για τη διάγνωση. Όλα τα μέτρα τα οποία ο Μ.Ε.3 είχε δηλώσει ότι έπρεπε να γίνουν και για τα οποία δεν γνώριζε ότι έγιναν φαίνεται ότι έχουν γίνει από το Δρ. Σπυριδάκη δηλαδή εργαστηριακές αναλύσεις, κλήση του Παπατρύφωνος και η χορηγηση ορρού, ινσουλίνης και αντιβιοτικού ευρέου φάσματος. Η θέση του εναγομένου 1 ότι δεν ετίθετο θέμα χειρουργείου στηρίζεται και υποστηρίζεται και από τα ευρήματα των γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και του Μ.Υ.2. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα των αναλύσεων της αποβιώσασας και τα έγγραφα του νοσοκομείου υιοθετούν σαν διάγνωση την διάγνωση του Δρ. Σπυριδάκη για σακχαρώδη διαβήτη. Οι ιατροδικαστές στις εκθέσεις τους δεν σημειώνουν οτιδήποτε που να δικαιολογεί ή να θέτει υπόβαθρο εξέτασης της διάγνωσης του Μ.Ε.2 για οξεία χολοκυστίτιδα, πόσο δε μάλλον όταν λήφθηκαν δείγματα σχεδόν από όλα τα όργανα της αποβιώσασας για ιστοπαθολογικές εξετάσεις χωρίς να γίνεται καμιά αναφορά στη μόλυνση της χοληδόχου κύστης όπως και ενόψει του γεγονότος ότι τα ευρήματα των ιστοποθαλογικών εξετάσεων σε όργανα που βρίσκονται πλησίον της χοληδόχου κύστης ανατομικά. Σε όλα αυτά τα θέματα η απάντηση μου για ιατρική αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου 1 είναι σαφώς αρνητική. Έχει γίνει μεγάλος λόγος στο Δικαστήριο για το σύνδρομο SIRS και κατά πόσον έπρεπε ο Δρ. Σπυριδάκης να το αναγνωρίσει και να το διαγνώσει και να δράσει πιο γρήγορα και πιο δυναμικά. Έχει γίνει αποδεκτό, και προς τούτο παραπέμπω στα ογκώδη πρακτικά ότι τα πλείστα συμπτώματα του συνδρόμου αυτού είναι ίδια ή ταυτόσημα με τα συμπτώματα του κωματώδους διαβήτη και ότι η αντιμετώπιση τους είναι η ίδια, δηλαδή καταπολέμηση της αφυδάτωσης με υγρά βλ. ορρός με ηλεκτρολύτες, χορήγηση αντιβιοτικού ευρέου φάσματος για την μόλυνση και τον πυρετό και ινσουλίνη η οποία με βάση τις εργαστηριακές εξετάσεις που έγιναν στην κλινική των εναγομένων 2 είχε ως αποτέλεσμα το σάκχαρο της αποβιώσας να μειωθεί από 612 σε 392. Είναι δε δεδομένη η θέση όλων ότι και σε περίπτωση του SIRS δε ετίθετο θέμα χειρουργικής επέμβασης άμεσα πριν την αποκατάσταση των πιο πάνω. Έτσι ακόμα σε εκείνη την περίπτωση δεν θα ετίθετο θέμα αμέλειας. Το μοναδικό θέμα κρίνω που έχει παραμείνει για εξέταση είναι το κατά πόσο ο Δρ. Σπυριδάκης ευθύνεται ιατρικά και είναι αμελής επί το ότι δεν ζήτησε επιτακτικά και ακόμα με την βία την εισαγωγή της αποβιώσασας σε κλινική ή νοσοκομείο στις 25.3.2004 που την είχε δει. Αναφέρω ότι ουσιαστικά αυτή τελικά ήταν και η μόνη θέση του Μ.Ε.2 στην οποία επέμεινε μέχρι τέλους και μετά που καταρρίφθηκε η υπόλοιπη μαρτυρία του αλλά γύρω και από αυτή την θέση ήταν η ουσιαστικότερα εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα κατά το στάδιο των τελικών του αγορεύσεων. Ήταν δε ιδιαίτερα παραστατικός ο κ. Γεωργιάδης στην αγόρευση του για το θέμα αυτό. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο Δρ. Σπυριδάκης είχε συστήσει εισαγωγή της αποβιώσασας σε κλινική στις 25.3.2004. Σχετική είναι και η παραδοχή του Μ.Ε.2 και το περιεχόμενο του παραπεμπτικού σημειώματος του 27.3.2004 αλλά και η μαρτυρία του ίδιου του εναγομένου 1 την οποίαν έχω ήδη αποδεχθεί. Το θέμα ήταν πόσο επιτακτική έπρεπε να ήταν αυτή του η θέση και αν μπορεί να κριθεί αμελής ουσιαστικά επί το ότι δεν ανάγκασε την αποβιώσασα και ή το σύζυγο της για να εισαχθεί στην κλινική αφού ας σημειωθεί δεν ετίθετο θέμα εισαγωγής της στο Γενικό Νοσοκομείο για το οποίο ο ενάγοντας την δεδομένη στιγμή ήταν αρνητικός όπως ισχυρίστηκε λόγω προηγούμενης του εμπειρίας. Στην υπόθεση Re T (Adult, Refusal of Treatment)
(1992)4 All E.R. 649 υπογραμμίζεται ότι κανένας γιατρός δεν έχει καθήκον ή δικαίωμα να υποχρεώσει και ή να εξαναγκάσει ασθενή να ακολουθήσει οποιαδήποτε θεραπεία αν δεν το επιθυμεί, κάτι τέτοιο ενδεχομένως συνιστά και ποινικό αδίκημα. Ο Μ.Υ.2 έχει επίσης αναφέρει ότι κανένας γιατρός δεν μπορεί να αναγκάσει ενήλικα να ακολουθήσει νοσηλεία ή θεραπεία εκτός από πρόσωπα ψυχικά ασθενείς ή σε κάποιες περιπτώσεις μάρτυρες του Ιεχωβά. Ο κ. Γεωργιάδης έχει στηριχτεί στην αγόρευση του σε μεγάλο βαθμό στην απόφαση στην αγωγή 2907/08 Νίκος Κλεάνθους ν. Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 19.7.2012, όμως όπως ο ίδιος αναφέρει τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης διαφοροποιούνται από την παρούσα ως προς τις ενέργειες του γιατρού. Η γιατρός σε εκείνη την περίπτωση είχε δώσει εξιτήριο στον ασθενή που προσκομίστηκε στο Νοσοκομείο μετά από πόνο στο στήθος, εφίδρωση και τάσεις λιποθυμίας, μετά από απόφαση ότι δεν υπήρχε οξύ καρδιολογικό πρόβλημα αφού το καρδιογράφημα ήταν φυσιολογικό και έγιναν αιματολογικές και βιοχημικές αναλύσεις. Σε εκείνη την περίπτωση ο ασθενής ήθελε να παραμείνει στο Νοσοκομείο αλλά καθησυχάστηκε από τις διαβεβαιώσεις των γιατρών ότι όλα ήταν καλά και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και έφυγε. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο γιατρός συστήσει εισαγωγή για νοσηλεία και υπάρχει άρνηση τόσο από την ίδια την ασθενή αλλά και από τον ενάγοντα να νοσηλευτεί η σύζυγος του. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι την επόμενη μέρα πριν να την εισάξει στην κλινική τηλεφώνησε πρώτα το πρωί και μετά πήγε και είδε τον εναγόμενο 1 μόνος του αναφέροντας του χειροτέρευση της κατάστασης και ζητώντας του αλλαγή της κατ' οίκον θεραπείας και είναι μετά από τις παραστάσεις του εναγομένου 1 που τελικά την εισήξε μετά από μία ώρα. Θεωρώ επομένως ότι δεν τίθεται θέμα αμέλειας του εναγομένου 1 ούτε και για το θέμα αυτό. Ο ενάγοντας μέσω των συνηγόρων του έχει στηριχθεί επίσης και στην αρχή res ipsa loquitur ισχυριζόμενος ότι η αποβιώσασα εισήχθη στο Ιπποκράτειο μετά από πόνους και μια κατάσταση κατάπτωσης και απεβίωσε. Σύμφωνα με τη νομολογία, παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Πέτρου κ.α. ν. Θεμιστοκλέους
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1426, έχει αναφερθεί ότι εκεί όπου ο ενάγοντας εξειδικεύει τις πράξεις που κατά την γνώμη του συνιστούν αμέλεια δεν μπορεί να επικαλείται τον κανόνα αυτό. Έχει επίσης υιοθετηθεί η Αγγλική υπόθεσης Lloyde v. West Midland Gas Board [1971] 2 All E.R. 1240, 1246. Περαιτέρω για να εφαρμοστεί αυτή η αρχή ειδικά σε θέματα ιατρικής αμέλειας πρέπει το γεγονός ή τα γεγονότα που προκάλεσαν ζημιά τελούσαν υπό τον έλεγχο του εναγομένου και δεν τα γνώριζε ο ενάγοντας. Κατά την άποψη μου από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η περίπτωση υπό εξέταση δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για εφαρμογή του δόγματος αυτού αφού πέραν του ότι ο ενάγοντας έχει εξειδικεύσει με την αγωγή του πλήρως την ισχυριζόμενη αμέλεια των εναγομένων 1 και 2 περαιτέρω δεν έχει αποδεικτεί ότι τελούσαν υπό τον έλεγχο των εναγομένων 1 και 2 γεγονότα που δεν γνώριζε ο ενάγοντας. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι ο ενάγοντας έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει την αμέλεια του εναγομένου 1 για τον οποίο η αγωγή επίσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον του ενάγοντα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.