← Κύπρος

ΛΥΡΙΤΗΣ Α.Ε. ν. OSMACO MARKETING CO. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8995/12, 30/4/2014

ΛΥΡΙΤΗΣ Α.Ε. ν. OSMACO MARKETING CO. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8995/12, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A189 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8995/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΛΥΡΙΤΗΣ Α.Ε. Ενάγοντες -και- OSMACO MARKETING CO. LIMITED Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04.06.2013 για παραμερισμό της απόφασης 30 Απριλίου 2014 Για τους εναγόμενους-αιτητές: κα Γεωργιάδου Για τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κα Μέρικου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 26.03.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €11.018,77 πλέον τόκο προς 9% από 04.12.2012 και δικηγορικά έξοδα, δηλαδή €716 πλέον Φ.Π.Α. και τόκο 5,5% από 17.12.2012 και €11 έξοδα επίδοσης. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων και αυτό παρ' ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε δεόντως την 17.01.

  1. Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιζητούν τον παραμερισμό της προαναφερθείσας απόφασης. Η αίτηση των εναγομένων εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.17 κκ1-13, Δ.48 κκ1-9 και Δ.64, στο Σύνταγμα, συγκεκριμένα στο άρθρο 30 και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επικαλούνται ακόμη τόσο τη συμφυή όσο και τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, καθώς επίσης την πρακτική και τη νομολογία τούτου. Αξίζει να αναφερθεί ότι η αίτηση υποστηρίζεται από τρεις ένορκες δηλώσεις του ίδιου προσώπου, δηλαδή του Κυριάκου Χατζηκυριάκου. Επεξηγείται ότι η πρώτη δήλωση, ημερομηνίας 04.06.2013, ήταν ημιτελής σε σχέση με μια παράγραφο λόγω εκτυπωτικού σφάλματος και όταν διαπιστώθηκε τούτο δόθηκε άδεια προσθήκης της παραγράφου που υπολειπόταν. Έτσι καταχωρίστηκε η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27.09.
  2. Ακολούθως, ζητήθηκε άδεια απάντησης μέρους των ισχυρισμών που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εφόσον το αίτημα εγκρίθηκε την 03.01.2014 καταχωρίστηκε και τρίτη ένορκη δήλωση του Κυριάκου Χατζηκυριάκου. Το σύνολο των τριών ένορκων δηλώσεων πραγματεύομαι πιο κάτω. Οι ενάγοντες αντιτάχθηκαν στο αίτημα και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.17 κκ1-10, Δ.26 κ14, Δ.33 κκ2, 3 και 5, Δ.40 κ7(β) και 11 και Δ.48 κκ1, 2, 4, 7 και 9, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, όπως και στη διακριτική του ευχέρεια. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που στην προκείμενη περίπτωση ορκίζεται ο Δημήτρης Λυρίτης. Το περιεχόμενο τούτης πραγματεύομαι πιο κάτω. Δεν εξυπηρετεί αυτολεξεί παράθεση των λόγων ένστασης. Αρκεί να λεχθεί μόνο πως οι ενάγοντες διατείνονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για παραμερισμό απόφασης. Επικεντρώνονται στο χρόνο που παρήλθε από την επίδοση της αγωγής και υποστηρίζουν ότι αποκαλύπτεται καθυστέρηση που δεν αιτιολογήθηκε. Είναι η θέση τους ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν οι εναγόμενοι είναι ασύγγνωστη και συνιστά καταφρόνηση. Σκοπός της αίτησης, υποστηρίζουν, είναι η πρόκληση καθυστέρησης και ταλαιπωρίας. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος καταστρατηγεί την αρχή της τελεσιδικίας. Τέλος, είναι η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε ή και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σύνοψη των αναφερομένων στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, αποκαλύπτει ότι το αίτημα των εναγομένων ερείδεται επί τω ότι η απόφαση εκδόθηκε για μεγαλύτερο ποσό, αφενός και για το υπόλοιπο μέρος τούτης έχουν καλή υπεράσπιση, αφετέρου. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος διατείνονται ότι πιστωτική σημείωση (credit note) ύψους €2.143 (βλ. τεκμήρια Α και Β) δεν αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες στο στάδιο απόδειξης και συνεπώς η απόφαση που εκδόθηκε είναι για μεγαλύτερο ποσό. Επιπλέον, διατείνονται ότι και άλλη χρέωση, συγκεκριμένα ποσό €798,25, επίσης δεν ανταποκρίνεται στη μεταξύ τους αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια Γ και Δ). Για αυτή την περίπτωση υποστηρίζουν ότι η σε βάρος τους αδικαιολόγητη αύξηση του ποσού της απόφασης ανέρχεται σε €26,81. Η άλλη θέση που προωθούν οι εναγόμενοι θέλει συγκεκριμένο προϊόν που αγόρασαν από τους ενάγοντες, εν προκειμένω κυλιόμενα παντζούρια (rolling shutters), να αντιμετωπίζει πρόβλημα. Θέση των εναγομένων είναι ότι ενημέρωσαν τους ενάγοντες για την ελαττωματικότητα του προϊόντος και ότι κατόπιν απαίτησης των τελευταίων τους απέστειλαν και φωτογραφικό υλικό, με σκοπό οι ενάγοντες να αποταθούν στον κατασκευαστή ώστε να εξευρεθεί τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος. Η σχετική αλληλογραφία είναι τα τεκμήρια Ε, Στ και Ζ. Αναφορικά με την παράλειψη εμφάνισης ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι οφείλεται σε καλόπιστο λάθος. Αναφέρει ότι οι εναγόμενοι έχουν σύστημα αρχειοθέτησης των εγγράφων της εταιρείας και πως όταν παρέλαβε την επίδικη αγωγή την παρέδωσε στη γραμματέα του μαζί με άλλα έγγραφα ώστε· αφενός να προωθήσει την αγωγή στους δικηγόρους των εναγομένων, αφετέρου να αρχειοθετήσει τα υπόλοιπα έγγραφα. Αντ' αυτού η γραμματέας αρχειοθέτησε το σύνολο των εγγράφων. Το λάθος διεπιστώθη την 29.04.2013 όταν σε συνομιλία που είχε με τους συνηγόρους των εναγομένων διερωτήθηκε για την πορεία της αγωγής και ευθύς πληροφορήθηκε την άγνοια των συνηγόρων. Αυτό έδωσε έναυσμα για έρευνα στα αρχεία των εναγομένων όπου εν τέλει εντοπίστηκε η αγωγή και προωθήθηκε στους δικηγόρους. Αν και πάραυτα αποτάθηκαν για έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου μεσολάβησαν οι διακοπές του Πάσχα, γεγονός που παράτεινε την καθυστέρηση μέχρις ότου εντοπιστεί ο φάκελος. Παρεμβάλλω εδώ ότι με την τελευταία συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο ομνύων απορρίπτει τον ισχυρισμό των εναγόντων που θέλει τους εναγόμενους να αποτείνονται στο Δικαστήριο αφότου έλαβαν γνώση ότι εναντίον της περιουσίας τους εκκρεμούσε ένταλμα εκποίησης. Αυτή εν προκειμένω είναι η θέση των εναγόντων, δηλαδή ότι το ένταλμα εκποίησης είναι εκείνο που θορύβησε τους εναγόμενους και όχι οτιδήποτε άλλο. Οι ενάγοντες απορρίπτουν το σύνολο, σχεδόν, των ισχυρισμών των εναγομένων. Για δε τα τεκμήρια που οι εναγόμενοι επισύναψαν στην αίτηση, οι ενάγοντες δηλώνουν άγνοια και αρνούνται οιανδήποτε σχέση με αυτά. Καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Η αγόρευση των εναγομένων σημειώθηκε ως έγγραφο Α και των εναγόντων ως έγγραφο Β. Αν δεν σχολιάζω τις αγορεύσεις των συνηγόρων δεν είναι γιατί παραγνωρίστηκαν, αλλά γιατί η διερεύνηση που ακολουθεί πραγματεύεται ό,τι σχετικό. Πριν οτιδήποτε άλλο λίγα λόγια είναι αναγκαία για τη νομολογία που διέπει το ζήτημα. Έχει νομολογηθεί ότι αίτημα ως το επίδικο ανάγεται στη σφαίρα της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, και αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Kατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893, 897, λέχθηκε ότι∙ «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101. Η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο κρίνεται ανεδαφική. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο.» Συνάγεται λοιπόν ότι ο λόγος που επικαλείται ο αιτητής ως την αιτία που τον κράτησε μακριά από το Δικαστήριο εξετάζεται υπό το πρίσμα του δικαιώματος να ακουστεί και τις αρχές τελεσιδικίας, αρχές οι οποίες ουδόλως υποτιμόνται εφόσον η τήρηση των προθεσμιών είναι ζήτημα μείζονος σημασίας και συναρτάται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 951. «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους.» Αναφορικά με την άλλη παράμετρο που εξετάζεται σχετική είναι η υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294, όπου λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Σχετική είναι και η υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 793,
  1. Είναι με περισσή προσοχή που διεξήλθα το σύνολο των ισχυρισμών που προτάσσονται. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω ότι σε αιτήσεις αυτού του είδους η μαρτυρία δεν αξιολογείται, εκτός εάν τέτοια διεργασία είναι απολύτως απαραίτητη. Με δεδομένο τούτο διαπιστώνω ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Και εξηγώ· το σύνολο των ισχυρισμών του Κυριάκου Χατζηκυριάκου δεν περιορίζεται σε απλή παράθεση θέσεων. Η μαρτυρία του δεν είναι στείρα γεγονότων. Οι εναγόμενοι προσκόμισαν σειρά τεκμηρίων που φανερώνει προηγούμενη αλληλογραφία που είχαν με τους ενάγοντες. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι ενάγοντες δηλώνουν πως αγνοούν τούτη την αλληλογραφία και ότι δεν αποδέχονται την πατρότητα των τιμολογίων που οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι οι ενάγοντες τους απέστειλαν. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν διέλαθε την προσοχή μου. Εν τούτοις σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας εκείνο που εξετάζεται είναι η κατ' αρχήν επάρκεια των εκατέρωθεν θέσεων. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται τελεσίδικα επί του θέματος. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων και συναγωγή τελεσίδικων συμπερασμάτων, διεργασία ανεπίτρεπτη γι' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν από τους ενάγοντες. Για την ώρα όμως είναι ικανοποιητικό ότι οι εναγόμενοι προσκόμισαν τα εν λόγω τιμολόγια τα οποία και συσχετίστηκαν με αλληλογραφία που τα μέρη αντάλλαξαν. Κρίνω πως και οι δύο παράμετροι της προβαλλόμενης υπεράσπισης των εναγομένων ικανοποιούν το κριτήριο της εκ πρώτης όψεως. Το τεκμήριο Β, πιστωτική σημείωση ημερομηνίας 30.05.2012, είναι έγγραφο που φέρει το λογότυπο και τα στοιχεία των εναγόντων. Επιπλέον, τούτο το έγγραφο δεν αναφέρεται πουθενά στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισαν οι ενάγοντες ώστε να αποδείξουν την υπόθεσή τους (βλ. ένορκη δήλωση εναγόντων ημερομηνίας 21.03.2013). Ανάλογη είναι η περίπτωση και για το άλλο ποσό που επικαλούνται οι εναγόμενοι, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι είναι πολύ μικρότερο. Όλα τα πιο πάνω παρουσιάζουν, με τρόπο απτό, πραγματικό και λογικοφανή, τούτη την πτυχή της υπεράσπισης. Η αλληλογραφία και τα τιμολόγια εμπλουτίζουν τη θέση που προωθήθηκε και την εντάσσουν στην κατηγορία της εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σε σχέση με τον άλλο ισχυρισμό, δηλαδή ότι συγκεκριμένο προϊόν ήταν ελαττωματικό, παρατηρώ ότι και πάλι η αίτηση των εναγομένων δεν φείδεται λεπτομερειών. Το τεκμήριο Ε, ηλεκτρονικό μήνυμα που τρίτο πρόσωπο απέστειλε στους εναγόμενους, είναι ημερομηνίας 16.07.
  2. Αυτό φανερώνει και το χρόνο που τέθηκε το ζήτημα και ότι ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων δεν προέκυψε επιπόλαια και υστερόβουλα με σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις. Το τεκμήριο Ε συνιστά το πραγματικό υπόστρωμα του εν λόγω ισχυρισμού εφόσον είναι αλληλογραφία που οι εναγόμενοι είχαν με πελάτη τους που αιτιάτο ότι το εν λόγω προϊόν δυσλειτουργεί. Επιπλέον, τα τεκμήρια Στ και Ζ είναι η αλληλογραφία που στη συνέχεια αντάλλαξαν οι διάδικοι λόγω του παραπόνου που εισέπραξαν και τους μετέφεραν αναφορικά με το επίδικο προϊόν. Μάλιστα οι ενάγοντες δέχονται ότι αντάλλαξαν τούτη την αλληλογραφία (βλ. παράγραφο 9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Όπως και στην περίπτωση της πιστωτικής σημείωσης έτσι και εδώ δεν υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που κάθε πλευρά ήγειρε. Ζητούμενο δεν είναι η εγκυρότητα των ισχυρισμών αλλά κατά πόσο η υπεράσπιση που προβάλλεται υπερπηδά τη σκόπελο της εκ πρώτης όψεως. Τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί από το σύνολο των ισχυρισμών και των τεκμηρίων που τα πλαισιώνουν. Στη δοσμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί της αίτησης χαρακτηρίζονται από συνοχή και λογική, δεν αυτοαναιρούνται και πρωτίστως, είναι πλούσιοι σε λεπτομέρεια και αποδεικτικά στοιχεία. Αν θα μπορούσα να επικαλεστώ τα φρασεολογία που κατά κόρον χρησιμοποιείται στη νομολογία που αφορά παράθεση λεπτομερειών σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, κάτι που νομίζω ότι μπορώ να πράξω, θα έλεγα ότι η υπό κρίση αίτηση είναι υπόδειγμα παράθεσης πλούσιων λεπτομερειών (condescend upon particulars) που αναδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εφόσον αποκαλύπτουν ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων πως συγκεκριμένο προϊόν, εν προκειμένω τα κυλιόμενα παντζούρια (rolling shutters), αντιμετωπίζει πρόβλημα, δεν είναι καινοφανής, απασχόλησε τα μέρη παλαιότερα, αντάλλαξαν σχετική αλληλογραφία και οι εναγόμενοι ανέμεναν την αντίδραση των εναγόντων. Αυτό λοιπόν κρίνω ότι συνιστά εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι οι εναγόμενοι προώθησαν την επίδικη αίτηση σχεδόν πέντε μήνες μετά την επίδοση της αγωγής. Παρεμβάλλω εδώ ότι η επίδοση της αγωγής είναι το σημείο αναφοράς και όχι η έκδοση της απόφασης, η οποία παραπέμπει στην 26.03.2013, όπως οι εναγόμενοι αφήνουν να νοηθεί. Αυτό γιατί η προθεσμία τρέχει από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι από το χρόνο που ο ενάγων επιλέγει να δράσει λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι οι εναγόμενοι έχουν επεξηγήσει το λόγο που παρέλειψαν να εμφανιστούν. Με λεπτομέρεια και πάλι επεξήγησαν το σύστημα αρχειοθέτησης των εγγράφων καθώς και το μπέρδεμα που προκλήθηκε όταν το κλητήριο ένταλμα αρχειοθετήθηκε στους φακέλους που τηρούνται αντί να προωθηθεί στους δικηγόρους. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν ζήτησαν αντεξέταση του ομνύοντος τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περιορίστηκαν σε στείρα γεγονότων άρνηση. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η προσέγγιση δεν δικαιολογεί απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων. Πέραν του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας, οι ενάγοντες κανένα λόγο έδωσαν γιατί αρνούνται τους σχετικούς ισχυρισμούς και ούτε ζήτησαν αντεξέταση του μάρτυρα, ώστε να αναδείξουν τυχόν αναλήθεια τούτων των θέσεων. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της απόφασης από το ένταλμα που εξεδόθη, καταλυτικής σημασίας είναι η θέση του Κυριάκου Χατζηκυριάκου ότι μέχρι και την 03.01.2014, δηλαδή οκτώ μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και πέντε μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης, κανένα ένταλμα τέθηκε υπόψιν τους. Ούτε αυτή η θέση αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω ότι καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού επιτρέπει απόρριψη του ισχυρισμού των εναγομένων ότι η παράλειψή τους να εμφανιστούν οφειλόταν σε λάθος κατά την αρχειοθέτηση και πως τούτο διαπιστώθηκε τυχαία όταν σε συζήτηση που είχε ο Κυριάκος Χατζηκυριάκου με τους συνηγόρους των εναγομένων επέδειξε ενδιαφέρον για την πορεία της επίδικης αγωγής, για να διαπιστώσει όμως ότι οι συνήγοροι δεν είχαν ιδέα. Η αίτηση καταχωρίστηκε μετά πάροδο 40 ημερών και αυτό γιατί έπρεπε να εντοπιστεί ο φάκελος του Δικαστηρίου και ακολούθως να ετοιμαστούν τα έγγραφα. Όλα τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν εξαγωγή συμπεράσματος ότι η σχετική συμπεριφορά των εναγομένων είναι ασύγγνωστη και περιφρονητική, όπως διατείνονται οι ενάγοντες. Οι λεπτομέρειες που πρόσφεραν οι εναγόμενοι σε σχέση με τα περιβάλλοντα γεγονότα δικαιολογούν γιατί δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο. Σαφώς και οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται με ευλάβεια καθ' ότι η θέσπισή τους σκοπεί σε διασφάλιση της ευταξίας των δικαιωμάτων εκάστου μέρους και βεβαίως της τελεσιδικίας (βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 951). Εν τούτοις το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας, όπου θεωρεί πρέπον, να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του αιτητή. Αυτό και μόνο αποκαλύπτει πως δεν εξομοιώνεται το σύνολο των απουσιών και πως σε κατάλληλη περίπτωση η απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Ο κανονισμός δεν αγνοεί και δεν ακυρώνει τα ανθρώπινα. Ενίοτε αναίτιο σφάλμα είναι εκείνο που κρατά τον αιτητή μακριά από το Δικαστήριο. Όπου όμως αποδεικνύεται με επάρκεια ότι δεν ήταν τούτη η πρόθεση του αιτητή και ότι το σφάλμα του είναι καλόπιστο, σε συνδυασμό με απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το Δικαστήριο δικαιούται να διατάξει τον παραμερισμό της απόφασης. Αυτή, πιστεύω, είναι και η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. Παρά το σύστημα αρχειοθέτησης των εγγράφων, εσφαλμένα και ατυχώς αρχειοθετήθηκε το κλητήριο ένταλμα αντί να προωθηθεί στους συνηγόρους των εναγομένων. Πρόθεση των εναγομένων δεν ήταν να μην εμφανιστούν στο Δικαστήριο όπως ούτε να μην προωθήσουν την υπεράσπισή τους. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την υπεράσπιση που απεκάλυψαν οι εναγόμενοι με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου εξουσία και να παραμερίσω την επίδικη απόφαση. Κατ' επέκταση η απόφαση ημερομηνίας 26.03.2013 παραμερίζεται. Οι εναγόμενοι να καταχωρίσουν υπεράσπιση εντός 15 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας που προηγήθηκε, δηλαδή τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόντων στην απόφαση ημερομηνίας 26.03.2013, είναι κατανοητό ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν τούτα και αυτό παρά τον παραμερισμό της απόφασης. Υπό τις περιστάσεις, δηλαδή την απόρριψη των θέσεων των εναγόντων αλλά και το ότι η επίδικη αίτηση οφείλεται στην παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν, κρίνω ορθό σε σχέση με την επίδικη αίτηση να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ οιασδήποτε πλευράς. Ως εκ τούτου για την επίδικη αίτηση κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.