← Κύπρος

CYPRUS RADIOLETRIX CO LTD ν. Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8059/10, 28/4/2014

CYPRUS RADIOLETRIX CO LTD ν. Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 8059/10, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8059/10 Μεταξύ: CYPRUS RADIOLETRIX CO LTD Εναγόντων -και- Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 28.4.2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Δημητριάδης, για να ακούσει την απόφαση κ. Χρ. Δημητριάδης Για τους Εναγομένους: κ. Μ. Μούρος Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους το ποσό των €238.791,65 δυνάμει τιμολογίων και ή γραπτής και ή προφορικής συμφωνίας που καταρτίσθηκε το Φεβρουάριο του 2010 και ή δυνάμει «παραδεδειγμένου λογαριασμού» και ή κατάστασης λογαριασμού και ή ως λογική αμοιβή για αγαθά πωληθέντα και παραδοθέντα στους εναγομένους. Ζητούν επίσης την καταβολή του ποσού των €56.627,30 που αποτελεί το συνολικό ποσό τριών επιταγών που εκδόθησαν από τους εναγομένους προς όφελος των εναγόντων, έναντι οφειλής τους για αγορά αγαθών και δεν εξαργυρώθηκαν καθότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους εναγομένους το Φεβρουάριο του 2010 διάφορα ηλεκτρικά είδη έναντι του ποσού των €464.625,

  1. Οι ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν στους εναγομένους τιμολόγια τα οποία οι τελευταίοι τα αποδέχτηκαν. Έναντι του πιο πάνω ποσού οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €225.834,
  2. Στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνονται και τρεις επιταγές τις οποίες οι εναγόμενοι παρέδωσαν στους ενάγοντες, τον Ιούλιο του 2010 για το ποσό των €56.627,30 οι οποίες όμως δεν κατέστη δυνατό να εξαργυρωθούν. Το ποσό που οφείλεται σήμερα στους ενάγοντες είναι το ποσό των €238.791,65 πλέον €56.627,30 για τις ακάλυπτες επιταγές. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση που κατεχώρησαν παραδέχονται ότι είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες, ήτοι ότι αγόραζαν από αυτούς διάφορα ηλεκτρικά είδη, αρνούνται όμως ότι αγόρασαν προϊόντα έναντι του ποσού των €464.625,
  3. Αρνούνται επίσης την έκδοση των τιμολογίων και ισχυρίζονται ότι «.έχουν παραπλανηθεί από τους ενάγοντες για τα ισχυριζόμενα τιμολόγια καθότι το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων έχει παραδοθεί σε τρίτα άτομα που συνεργάζονταν και χρεώθηκαν οι εναγόμενοι». Σε σχέση με τις επιταγές παραδέχονται την έκδοση αυτών, αρνούνται όμως ότι οφείλουν το αντίτιμο τους. Αυτός είναι ο λόγος, σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, που αυτές έχουν ανακληθεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο μόνο μάρτυρες, ο διευθυντής των εναγόντων Ανδρέας Πρωτοπαπάς και ο διευθυντής των εναγομένων Παναγιώτης Κάττος. Ο Ανδρέας Πρωτοπαπάς ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποίαν υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη δήλωση του επαναλαμβάνει τα ό,σα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, ήτοι τη συνεργασία των εναγόντων με τους εναγομένους, την πώληση και παράδοση προς αυτούς των αγαθών, αξίας €464.625,80 και τις πληρωμές που έγιναν έναντι. Ο μάρτυρας παρουσίασε κάποιες από τις παραγγελίες που έδωσαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες, ως επίσης και μεγάλο αριθμό τιμολογίων που φέρουν την υπογραφή των εναγομένων. Παρουσίασε επίσης την κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων όπου φαίνεται το υπόλοιπο €238.791,65 ως επίσης και αντίγραφα των επιταγών που εξέδωσαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες για το συνολικό ποσό των €56.627,30 οι οποίες ουδέποτε εξαργυρώθηκαν. Σε σχέση με τις επιταγές ανέφερε επίσης ότι το όνομα των εναγομένων γράφτηκε λανθασμένα, γράφτηκε «Cyprus Radiolectrics Co Ltd» αντί του ορθού ονόματος που είναι «Cyprus Radioelectrixs Co Ltd». Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή προς τους εναγομένους, μέσω των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 19.7.2010, με την οποία τους ζητούσαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό, πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε αρνήθηκαν το χρέος αυτό, παραλείπουν μέχρι σήμερα να το εξοφλήσουν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας σε σχέση με τις παραγγελίες, τεκμήριο 1 ανέφερε ότι αρχικά δεν ζητούσαν από τους εναγομένους να τους δίδουν γραπτές παραγγελίες, στη συνέχεια όμως όταν το υπόλοιπο αυξανόταν εζήτησαν από τον διευθυντή των εναγομένων Πανίκο Κάττο να τους δίδει γραπτή παραγγελία σε σχέση με τα εμπορεύματα που επιθυμούσαν να αγοράσουν. Η δέσμη παραγγελιών που κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν περιλαμβάνει όλες τις παραγγελίες που έγιναν, καθότι πολλές παραγγελίες έγιναν προφορικά ενώ άλλες δεν έχουν εντοπισθεί. Οι παραγγελίες αυτές σύμφωνα με το μάρτυρα είναι δευτερευούσης σημασίας, τείνουν απλώς να καταδείξουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Εκείνο που είναι καθοριστικής σημασίας σε σχέση με την οφειλή είναι τα τιμολόγια που παρουσίασε τα οποία έχουν υπογραφή από τους εναγομένους. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι στις παραγγελίες μερικοί αριθμοί είναι «αλλοιωμένοι» καθότι ο πελάτης σε κάποιες περιπτώσεις προτού γίνει η παραγγελία, την τροποποίησε. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι το όριο πίστωσης του λογαριασμού είχε συμφωνηθεί στο ποσό των ΛΚ20.000 ως επίσης και τη θέση ότι οι μόνες παραγγελίες που έγιναν από τους εναγομένους είναι αυτές που αναγράφονται στις γραπτές παραγγελίες, τεκμήριο
  4. Οι εναγόμενοι, σύμφωνα με το μάρτυρα υπεράσπισης Παναγιώτη Κάττο, ασχολούνταν με το εμπόριο ηλεκτρικών ειδών και συγκεκριμένα με συστήματα ήχου και εικόνας για σπίτια και για οχήματα. Αγόραζαν τα προϊόντα χονδρικώς από τους ενάγοντες και τα πωλούσαν λιανικώς. Από τις πιο κάτω συναλλαγές οι εναγόμενοι κέρδιζαν κάποια προμήθεια, 5% περίπου. Ο ΜΥ1, Παναγιώτης Κάττος, ισχυρίσθηκε στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι σχεδόν όλα τα εμπορεύματα που καταγράφονται στα τιμολόγια τα παρέλαβε κάποιο τρίτο πρόσωπο ο Ιωάννης Καρβέλλης. Ο Ιωάννης Καρβέλλης χρέωσε τα εμπορεύματα παράτυπα στο λογαριασμό των εναγομένων. Στην αμέσως επόμενη παράγραφο της δήλωσης του όμως αναφέρει ότι αρχές Μαΐου του 2010 συμφώνησε με το διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας όπως προμηθεύει και παραδίδει εμπορεύματα της εταιρείας του στον Ιωάννη Καρβέλλη και να χρεώνει το λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας. Στην αρχή της συνεργασίας οι παραγγελίες ήταν τηλεφωνικές. Κατέγραφε την παραγγελία του πελάτη και στη συνέχεια τηλεφωνούσε στους ενάγοντες και τους ζητούσε όπως παραδώσει συγκεκριμένα εμπορεύματα στον Ιωάννη Καρβέλλη και στη συνέχεια να χρεώσει τους εναγομένους. Στη συνέχεια αναφέρει τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
  5. Πού σύντομα όμως το ποσόν της πίστωσης ξεπέρασε το συμφωνηθέν ποσόν για πίστωση λόγω του ότι δεχόμουν συνέχεια απειλές και εκβιασμούς από τον Καρβέλλη και την παρέα του ότι αν δεν τους παράδιδε άλλα εμπορεύματα η ενάγουσα δεν θα μου πλήρωναν τα οφειλόμενα και κινδύνευα να πάθω κακό επειδή είχαν συνεργασία με τον Φανιέρο.
  6. Για να αποφύγω τον Ιωάννη Καρβέλλη, το παράπεμψα στους ενάγοντες για να τους πει να μου παραχωρήσουν μεγαλύτερο ποσό πίστωσης.
  7. Ο Ιωάννης Καρβέλλης μετέβηκε στους ενάγοντες και έπεισε τον κ. Πρωτοπαπά όπως παραχωρήσει περαιτέρω πίστωση στην εταιρεία μου, για να τον προμηθεύει με εμπορεύματα της.
  8. Μετά τα ως άνω γεγονότα με πήρε τηλέφωνο ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας ο κ. Πρωτοπαπάς και απαίτησε για τη συνέχιση της συνεργασίας μας όπως του δίνω γραπτές οδηγίες για κάθε παραγγελία. Αυτό έγινε κατά ή περί την τέλος Μαΐου 2010». Στην ίδια δήλωση και σε αντίφαση με τα όσα ισχυρίζεται πιο πάνω, προβάλλει τη θέση ότι όλες οι γραπτές οδηγίες που δόθησαν στους ενάγοντες περιλαμβάνονται στη δέσμη εγγράφων, τεκμήριο 1 και ότι πέραν των όσων περιλαμβάνονται στο πιο πάνω έγγραφο «.δεν έχει δώσει καμία άλλη γραπτή ή προφορική οδηγία για παράδοση εμπορευμάτων στον Ιωάννη Καρβέλλη ή σε οποιονδήποτε άλλον τρίτο». Σε σχέση με τα τιμολόγια, τεκμήριο 2, ισχυρίζεται ότι η υπογραφή τους γινόταν τυπικά και αρχικά χωρίς κανένα έλεγχο. Στη συνέχεια τα υπέγραφε λόγω των απειλών και των εκβιασμών που δεχόταν από τρίτα πρόσωπα. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά από τη γραπτή δήλωση του: «
  9. Η υπογραφή των επίδικων τιμολογίων τα οποία έχουν κατατεθεί ως τεκμήριο

(2)γινόταν πάντα τυπικά και απολύτως χωρίς κανένα έλεγχο στην αρχή λόγω της εμπιστοσύνης μου προς την ενάγουσα εταιρεία αργότερα όπως ανάφερα πιο πάνω, δεχόμουν απειλές και εκβιασμούς και δεν μπορούν να δεσμεύουν την εναγομένη αλλά δεν ήτο δυνατόν ούτε να καταμετρήσω τα παραδοθέντα εμπορεύματα γιατί αυτά τα παραλάμβανε ο Ιωάννης Καρβέλλης, ούτε ήταν δυνατόν να τα ελέγξω λόγω του μεγάλου αριθμού των τιμολογίων και των πολλών αριθμών και κωδικών εμπορευμάτων τους οποίους δεν γνώριζα εγώ». Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες παρέδωσαν στον Ιωάννη Καρβέλλη και ή σε τρίτα άτομα που είναι άγνωστα στους εναγομένους, εμπορεύματα και τα χρέωσαν παράτυπα στους εναγομένους. Πρόκειται για 28 τιμολόγια λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στη δήλωση του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι συνεργαζόταν με τους ενάγοντες για 4-5 χρόνια προηγουμένως, επρόκειτο για «άψογη» συνεργασία, που στηριζόταν στην αμοιβαία «εμπιστοσύνη και φιλία». Ο ΜΕ1 ήταν πάντα «κύριος» και η εταιρεία του μια από τις καλύτερες στο τομέα της. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Ε. Κύριε μάρτυρα, παρόλο που το είπατε, με τον κ. Πρωτοπαπά πόσα χρόνια συνεργάζεστε; Α. Με τον κ. Πρωτοπαπά συνεργαζόμουν γύρω στα 4-5 χρόνια και η συνεργασία μας όπως ανέφερα και στην κατάθεση μου δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Ήταν άψογη. Ε. Πλήρης εμπιστοσύνη; Α. Πλήρης εμπιστοσύνη. Ε. Κύριος ο κ. Πρωτοπαπάς με τα όλα του. Α. Βεβαίως, δεν μπορώ να κατηγορήσω τον κ. Πρωτοπαπά. Ε. Και η εταιρεία του ένα από τα καλύτερα ονόματα στην αγορά στο είδος της; Α. Βεβαίως». Ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που υπέγραφε τις παραγγελίες. Οι παραγγελίες συμπληρώνονταν από τον Ιωάννη Καρβέλλη, στη συνέχεια σφραγίζονταν και υπογράφονταν από το μάρτυρα. Ο τελευταίος τις επέστρεφε στον Ιωάννη Καρβέλλη, ο οποίος τις έπαιρνε και τις παρουσίαζε στους ενάγοντες. Ο μάρτυρας, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι όταν ο Ιωάννης Καρβέλλης έπαιρνε στα χέρια τους τις παραγγελίες, τις παραποιούσε. Ο μάρτυρας παραδέχθηκε επίσης ότι ήταν αυτός που υπέγραφε τα τιμολόγια, ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν τα έλεγχε προηγουμένως. Αρχικά δεν τα έλεγχε λόγω της εμπιστοσύνης, στη συνέχεια τα υπέγραφε από φόβο, λόγω των απειλών που είχε δεχθεί από άτομα του υποκόσμου. Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης του ισχυρίσθηκε ότι ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξει τα τιμολόγια καθότι εμπλέκονταν πολλά άτομα, υπήρχε «ποικιλία εμπορευμάτων» και τα εμπορεύματα παραδίδονταν σε πολλά άτομα ταυτόχρονα. Τα εμπορεύματα έφεραν κωδικούς, οι κωδικοί αυτοί ανανεώνονταν, «χρόνο με το χρόνο» και ήταν, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, δύσκολο «να τους παρακολουθήσει». Ερωτηθείς κατά πόσο υπέγραφε τα τιμολόγια χωρίς να τα ελέγξει προηγουμένως έδωσε την πιο κάτω απάντηση την οποία παραθέτω αυτούσια: «Α. Κατά το πλείστο γνώριζα πάνω κάτω τι εμπορεύματα ήταν αλλά όπως καταλαβαίνετε κάποτε ένα γράμμα ή ένας αριθμός μπορεί να διπλάζει τη τιμή του εμπορεύματος». Αναγνώρισε επίσης ότι ο λόγος που ανακάλεσε τις επιταγές ήταν λόγω της αδυναμίας του να πληρώσει τις επιταγές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Γιατί ανακάλεσες τις επιταγές; Α. Ανακάλεσα τις επιταγές λόγω του ότι ως ανέφερα και πιο πάνω μια επιταγή η οποία εκδόθηκε από τον Τάκη Σιεγγερή έγινε stop payment και δεν είχα αρκετά υπόλοιπα να πληρώσω την επιταγή. Αξίζει να πω ότι πολλά από τα χρήματα της εταιρείας μου κάλυψαν μια άλλη επιταγή αξίας €50.000 εκδιδομένης στον κ. Πρωτοπαπά». Κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι καμία διαφορά είχε με τους ενάγοντες όλες οι διαφορές του ήταν με το συνεργάτη του τον Ιωάννη Καρβέλλη, καθότι ο τελευταίος δεν τον επλήρωνε για τα εμπορεύματα που έπαιρνε από τους ενάγοντες. Για τα εμπορεύματα αυτά οι εναγόμενοι είχαν εκδώσει τιμολόγια στο όνομα του Ιωάννη Καρβέλλη αυτός όμως παρέλειψε να τα εξοφλήσει. Αν ο Ιωάννης Καρβέλλης εξοφλούσε τα τιμολόγια, τότε οι εναγόμενοι θα εξοφλούσαν και το ποσό που οφείλουν στους ενάγοντες. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Ε. Είχατε οποιοδήποτε λόγο εσείς, η εταιρεία σας εφόσον ο Ιωάννης Καρβέλλης και τα άλλα νομικά πρόσωπα σας πλήρωναν και τα υπόλοιπα χρήματα που οφείλονταν να μην τα δίδατε στον κ. Πρωτοπαπά; Α. Δεν υπήρχε περίπτωση. Φαίνονται στον λογαριασμό όλες οι συναλλαγές. Ε. Θα κρατάτε δηλαδή εκείνες τις περίπου, το 5% ποσό που είπατε ως δικά σας κέρδη να το ονομάσουμε και τα υπόλοιπα θα τα δίδατε στον κ. Πρωτοπαπά προς πλήρη εξόφληση. Α. Βεβαίως. Ε. Όμως αυτός ο κ. Καρβέλλης και η εταιρεία του πατέρα του δεν σας πλήρωσαν εξού και η αδυναμία σας να πληρώσετε τον κ. Πρωτοπαπά. Α. Μάλιστα». Οι εναγόμενοι έχουν λάβει νομικά μέτρα εναντίον του Ιωάννη Καρβέλλη για να εισπράξουν το ποσό που τους οφείλει. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ο,τιδήποτε ποσό εισπράξουν από τον Ιωάννη Καρβέλλη θα το δώσουν «σίγουρα» στους ενάγοντες έναντι του χρέους του. Από τη μαρτυρία του ιδίου του μάρτυρα υπεράσπισης, διαφάνηκε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους είναι εντελώς αβάσιμοι και ο μόνος λόγος που αυτοί δεν κατέβαλαν το υπόλοιπο της οφειλής τους οφείλεται σε οικονομική αδυναμία. Η οικονομική αδυναμία προκλήθηκε λόγω της άρνησης των πελατών τους, στους οποίους μεταπωλούσαν τα εμπορεύματα που αγόραζαν από τους ενάγοντες. Ο Παναγιώτης Κάττος προσπάθησε στα αρχικά στάδια της κατάθεσης του να αποδώσει ευθύνες και στους ενάγοντες, τελικά όμως παραδέχθηκε ότι η εταιρεία του οφείλει το αξιούμενο ποσό. Η μαρτυρία του ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια ήταν γεμάτη αντιφάσεις τις οποίες επισημαίνω κατά τη παράθεση της μαρτυρίας του και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Προέβαλε διάφορες εκδοχές γιατί «αναγκάσθηκε» να υπογράψει τα τιμολόγια και διάφορους λόγους για να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν αδύνατο να ελέγξει το περιεχόμενο των τιμολογίων. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν πείθουν. Ο μάρτυρας ήταν διευθυντής μιας εταιρείας η οποία αγόραζε και μεταπωλούσε προϊόντα πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο διευθυντής της τα υπόγραφε χωρίς να τα ελέγξει, λόγω πρακτικών δυσκολιών ή εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του ΜΕ1. Ο ισχυρισμός του δε ότι τα υπόγραψε λόγω φόβου καθότι δέχθηκε απειλές για τη ζωή του από άτομα του υποκόσμου δεν στέκει στη λογική. Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να είχε κάποια βάση αν οι απειλές προέρχονταν από τους ενάγοντες και όχι κάποιους τρίτους, οι οποίοι καμία σχέση είχαν με αυτούς. Η μαρτυρία του Ανδρέα Πρωτοπαπά, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κάττου ήταν θετική και σταθερή, απαλλαγμένη από υπερβολές και αοριστίες. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Καταλήγω, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες στα πλαίσια συνεργασίας που είχαν με τους εναγομένους, τους πώλησαν μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα αυτά, μετά από οδηγίες των εναγομένων, παραδίδονταν απευθείας στους πελάτες των τελευταίων. Κατά το 2010 πωλήθηκαν εμπορεύματα συνολικής αξίας €464.625,80. Εκδόθηκαν για τα εμπορεύματα αυτά τιμολόγια τα οποία έγιναν αποδεκτά από τους εναγομένους και υπεγράφησαν από το διευθυντή τους Παναγιώτη Κάττο. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του χρέους τους €225.834,14 εξακολουθούν όμως να οφείλουν το ποσό των €238.791,65. Σχετική είναι και η κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως τεκμήριο. Οι εναγόμενοι οφείλουν επίσης το ποσό των €56.627,30 δυνάμει επιταγών τις οποίες εξέδωσαν προς όφελος των εναγόντων και οι οποίες δεν εξαργυρώθηκαν λόγω ανάκλησης τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €238.791,65 με τόκο 8% από 22.9.10 μέχρι εξοφλήσεως και για το ποσό των €56.627,30 με νόμιμο τόκο από 22.9.10 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.