← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΣ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ ν. ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3990/2009, 15/4/2014

ΣΤΑΥΡΟΣ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ ν. ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3990/2009, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A167 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3990/2009 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ Ενάγοντα -και- ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένης --------------------- 15 Απριλίου 2014 Για τον ενάγοντα: κος Παπαντωνίου Για την εναγομένη: κος Σταυράκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται ότι η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται επί τω ότι η εναγομένη του οφείλει το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (στη συνέχεια Φ.Π.Α.) που ο ίδιος κατέβαλε στο κράτος σε σχέση με υπηρεσίες που της παρείχε. Εν τούτοις, η απαίτηση του ενάγοντα δεν αφορά το σύνολο της ποσοστιαίας αναλογίας Φ.Π.Α. καθ' ότι είναι παραδεκτό πως κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους η εναγομένη του κατέβαλλε μέρος τούτης της αναλογίας και συγκεκριμένα το 10%. Τα επίδικα ζητήματα αποκρυσταλλώνονται πιο κάτω με παράθεση των παραδεκτών και αναμφισβήτητων γεγονότων. Και εξηγώ· Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η εναγομένη είναι η Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας (στη συνέχεια η Λέσχη) και είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εγγραφής Νόμο, Κεφ.

  1. Ως εκ τούτου ενάγεται δια του γραμματέως της, Πάρη Κωνσταντινίδη. Επιπλέον, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγε ιπποδρομίες σε ιδιόκτητο χώρο και είχε άδεια να διεξάγει ιπποδρομιακά στοιχήματα. Από την άλλη, μεταξύ των ημερομηνιών 08.02.2000 και 07.06.2006 ο ενάγων ήταν διορισμένος αντιπρόσωπος της Λέσχης και διενεργούσε πωλήσεις ιπποδρομιακών στοιχημάτων στην επαρχία Λεμεσού. Ο διορισμός του ενάγοντα ως αντιπροσώπου της εναγομένης και οι σχέσεις των δύο διέπεται από τη μεταξύ τους συμφωνία που τιτλοφορείται Συμβόλαιο Διορισμού Αντιπροσώπου. Τούτη η συμφωνία κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της και είναι το τεκμήριο
  2. Υποδεικνύεται δε ότι αναπόσπαστο μέρος του τεκμηρίου 1 είναι και η Γενική Συμφωνία μεταξύ Της Επιτροπείας της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας και Της Επιτροπής του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Αντιπροσώπων Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων, ως επίσης παρεμφερής δήλωση του ενάγοντα σε σχέση με τον όρο 1(β) της συμφωνίας. Παρεμβάλλω εδώ πως παρ' ότι η συμφωνία είναι διετής (βλ. όρο 21), τα δικόγραφα καθιστούν παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε ισχύ, καθ' ότι ανανεωνόταν από καιρού εις καιρό (ως προς την παραδοχή βλ. παράγραφο 3 έκθεσης απαιτήσεως και 3 υπεράσπισης). Το σύνολο των λογιστικών πράξεων, νοείται των ιπποδρομιακών στοιχημάτων, γίνονταν μέσω αυτόματης μηχανής ηλεκτρονικού υπολογιστή (στη συνέχεια το τερματικό) που εγκαταστάθηκε στα υποστατικά του ενάγοντα από την εναγομένη και ελεγχόταν από αυτή (βλ. παράγραφο 5 της έκθεσης απαιτήσεως και παράγραφο 5 της υπεράσπισης). Η δε πρακτική που ακολουθείτο ήταν ως επεξηγήθηκε από τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν στο Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια των ιπποδρομιακών συναντήσεων ο ενάγων δεχόταν στοιχήματα και ως εκ τούτου εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό και εξ ονόματος της Λέσχης. Στο τέλος κάθε ιπποδρομιακής συνάντησης αφαιρούσε από τις εισπράξεις τυχόν χρήματα που πλήρωσε για λογαριασμό της Λέσχης, όπως και την προμήθειά του. Σε αυτό το στάδιο ο ενάγων δεν απέκοπτε το Φ.Π.Α. Η πρακτική ήταν ότι ο Φ.Π.Α. καταβάλλετο από τη Λέσχη στους αντιπροσώπους κάθε τρίμηνο. Υποδεικνύεται όμως ότι η Λέσχη δεν κατέβαλλε το σύνολο του Φ.Π.Α.. Η από μέρους της αποδοχή του Φ.Π.Α. περιορίζετο στο 8%. Εν ολίγοις, ενόσω ο Φ.Π.Α. ήταν στο 8% η Λέσχη πλήρωνε το σύνολο τούτου. Όταν αργότερα αυξήθηκε σε 10% η Λέσχη απορρόφησε την επιπλέον αύξηση. Εν τούτοις, στη συνέχεια αρνήθηκε να καταβάλει οτιδήποτε πέραν του 10% όταν ο σχετικός φόρος σκαρφάλωσε στο 13% και μετά στο 15%. Παρεμβάλλω εδώ και εκείνο που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, δηλαδή ότι «ο Φ.Π.Α. αυξήθηκε από 8% σε 10% τον Ιούλιο του 2000, σε 13% τον Ιούλιο του 2002 και σε 15% τον Ιανουάριο του 2003». Αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός που αποκαλύπτεται από το τεκμήριο 5, έντυπο του Υπουργείου Οικονομικών. Δυνάμει του τεκμηρίου 5 συνιστά γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγων ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α.. Η κατάσταση πραγμάτων, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι ο λόγος που τα μέρη κατέληξαν στο Δικαστήριο. Θέση του ενάγοντα είναι ότι η Λέσχη οφείλει να του καταβάλει και το υπόλοιπο του Φ.Π.Α. που κατέβαλε λόγω των προμηθειών που έλαβε, ενώ η υπεράσπιση διατείνεται ότι ο Φ.Π.Α. είναι αποκλειστική υποχρέωση του υποκείμενου στο φόρο προσώπου, δηλαδή του ενάγοντα και πως η ίδια ουδεμία ευθύνη φέρει. Αξίζει να υποδειχθεί εδώ ότι η Λέσχη εδράζεται στους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (τεκμήριο 1). Σχετικός εν προκειμένω είναι ο όρος 1(γ) ο οποίος αναφέρει ότι· «Ο ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ εις αντάλλαγμα των υπηρεσιών τας οποίας προσφέρει δυνάμει της παρούσης συμφωνίας θα λαμβάνη, υπό μορφήν προμηθείας, ποσοστά 8% (οκτώ επί τοις εκατόν) και 12% (δώδεκα επί τοις εκατόν) επί των πωλήσεων των προείρηται ιπποδρομιακών στοιχημάτων και λαχείων Sweepstakes αντιστοίχως απηλλαγμένων του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος θα βαρύνη την ΛΕΣΧΗΝ εφόσον ούτος ευρίσκεται εις το σημερινόν ύψος του 8% (οκτώ επί τοις εκατόν). Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ο εν λόγω Φόρος Προστιθεμένης Αξίας (Φ.Π.Α.) ήθελεν αυξηθή πέραν του 8% (οκτώ επί τοις εκατόν) θα συζητηθή μεταξύ της ΛΕΣΧΗΣ και του Συνδέσμου Αντιπροσώπων Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων το οικονομικόν πρόβλημα το οποίον θα προκύψη.» Αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι και το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της έκθεσης απαιτήσεως (βλ. σχετικά παράγραφο 11 υπεράσπισης), το οποίο αποκαλύπτει το ύψος της αξίωσης. Συνάγεται πως στο πλαίσιο της συνεργασίας των διαδίκων ο ενάγων εξέδωσε πέντε τιμολόγια που αφορούσαν την προμήθειά του και ως εκ τούτου κατέβαλε στο κράτος τον οφειλόμενο κατά τον ίδιο χρόνο Φ.Π.Α.. Περαιτέρω, είναι κοινός τόπος ότι η Λέσχη δεν του κατέβαλε μέρος τούτου του φόρου, δηλαδή εκείνο που υπερβαίνει το 10%. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αξίωση δεν αφορά το όλον της ποσοστιαίας αναλογίας Φ.Π.Α.. Αυτό γιατί η Λέσχη απορρόφησε το 8%, αρχικά και ακολούθως το 10% του Φ.Π.Α. που ο ενάγων κατέβαλε στο κράτος. Συνακόλουθα, η απαίτηση του ενάγοντα περιορίζεται στο υπόλοιπο της ποσοστιαίας αναλογίας, ως αναφέρεται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαιτήσεως. Λόγω της σημασίας που ανακτούν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαιτήσεως, παρατίθενται αυτούσια· «
  3. Ο ενάγων περαιτέρω αναφέρει ότι τα ποσά τα οποία έχει καταβάλει στο Φ.Π.Α., με βάσει τα τιμολόγια τα οποία είχαν εκδοθεί εντός της πιο πάνω αναφερόμενης περιόδου, αλλά δεν έχουν πληρωθεί από την Εναγομένη προς αυτόν μέχρι σήμερα είναι τα εξής: (α) €777,80σ (Λ.Κ.455,23σ) το οποίο αντιπροσωπεύει την διαφορά του Φ.Π.Α. (3%) για την περιόδους από 01-07-2002 μέχρι 31-12-2002 (β) €1,598,25σ (Λ.Κ.935,65σ) το οποίο αντιπροσωπεύει την διαφορά του Φ.Π.Α. (5%) για το έτος 2003, (γ) €1,701,95σ (Λ.Κ.996,11σ) το οποίο αντιπροσωπεύει την διαφορά του Φ.Π.Α. (5%) για το έτος 2004, (δ) €1,418,61σ (Λ.Κ.830,28σ) το οποίο αντιπροσωπεύει την διαφορά του Φ.Π.Α. (5%) για το έτος 2005, (ε) €471,43σ (Λ.Κ.275,92σ) το οποίο αντιπροσωπεύει την διαφορά του Φ.Π.Α. (5%) για την περιόδους από 01-01-2006 μέχρι 07-06-2006». Οι προμήθειες που έλαβε ο ενάγων και οι οποίες χρεώθηκαν με Φ.Π.Α., ως τότε ίσχυε, αποτυπώνονται στα τεκμήρια 3Α μέχρι και Ε. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι τα αναφερόμενα ποσά στις υποπαραγράφους (α) μέχρι και (ε) της παραγράφου 11 της έκθεσης απαιτήσεως αντιστοιχούν σε κάθε ένα από τα τεκμήρια 3Α μέχρι και Ε, δηλαδή τις βεβαιώσεις που εξέδωσε η Λέσχη. Τέλος, είναι παραδεκτό γεγονός ότι την 07.06.2006 οι διάδικοι τερμάτισαν τη συνεργασία τους. Ακολούθως, την 08.06.2006, δηλαδή μια ημέρα μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του ενάγοντα, ο τελευταίος υπέγραψε και παρέδωσε στη Λέσχη έντυπο τιτλοφορούμενο ως «Δήλωση Απαλλαγής». Και αυτού του εγγράφου το περιεχόμενο έχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον η Λέσχη υποστηρίζει ότι εμποδίζει τον ενάγοντα να αξιώνει οτιδήποτε. Ό,τι αναφέρεται στη Δήλωση Απαλλαγής (τεκμήριο 2) είναι πως· «Ο υποφαινόμενος Σταύρος Φασουλιώτης με αρ. ταυτότητας 463275 εκ Λεμεσού, Αντιπρόσωπος Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας από τις 8 Φεβρουαρίου, 2000 μέχρι και τις 7 Ιουνίου, 2006, δηλώνω ότι μεταβίβασα την Αντιπροσωπεία Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων μου στον κ. Γιώργο Αντωνίου ύστερα από σχετική έγκριση της Επιτροπείας της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Δια της παρούσης δηλώνω επισήμως ότι ουδεμία απαίτηση έχω ή προτίθεμαι ή δικαιούμαι να εγείρω καθ' οιονδήποτε χρόνο έναντι της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας ούτε να διεκδικήσω καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιασδήποτε μορφής αποζημίωση ή χρηματικό ποσό για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την εν λόγω αντιπροσωπεία ή μεταβίβαση της είτε μέσω δικαστηρίου είτε άλλως πως.» Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεχτά και αναμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Αν και δεν έχω παραθέσει σύνοψη της μαρτυρίας που έκαστη πλευρά προσκόμισε, κρίνω βολικότερο να επισημάνω εδώ τα επίδικα θέματα, ως τούτα διαγράφονται από τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία. Δύο εν προκειμένω είναι τα επίδικα ζητήματα. Το πρώτο άπτεται της Δήλωσης Απαλλαγής που ο ενάγων προμήθευσε τη Λέσχη. Σύμφωνα με την τελευταία, λόγω της δήλωσης ο ενάγων κωλύεται (is estopped) από το να αξιώνει οτιδήποτε που απορρέει από την αντιπροσωπεία ιπποδρομιακών στοιχημάτων. Το άλλο ερώτημα που χρήζει απάντησης παραπέμπει στην αξίωση αφ' εαυτή. Ό,τι πρέπει να αποφασιστεί είναι ποιος εκ των διαδίκων είχε υποχρέωση να καταβάλλει το Φ.Π.Α.. Το εν λόγω ζήτημα εστιάζεται στην ερμηνεία που θα δοθεί στον όρο 1(γ) της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, τεκμήριο
  4. Προς υποστήριξη της απαίτησης μαρτυρία έδωσε μόνο ο ενάγων, ενώ εκ μέρους της υπεράσπισης παρουσιάστηκε η Δέσπω Φλουρέντζου, λειτουργός οικονομικών της Λέσχης (ΜΥ1). Ως προς τα επίδικα πάντα θέματα οι δύο μάρτυρες τοποθετήθηκαν ως ακολούθως. Ο ενάγων εξέφρασε την άποψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αντιπρόσωπος της Λέσχης συμφώνως του άρθρου 37 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/
  5. Χαρακτήρισε την επιλογή της Λέσχης να μην καταβάλει το Φ.Π.Α. ως παράλογη και αυθαίρετη, εφόσον ο ίδιος κατέβαλλε το Φ.Π.Α. για λογαριασμό της Λέσχης. Αρνήθηκε συνεπώς ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. ήταν δική του υποχρέωση. Πέραν των πιο πάνω δέχθηκε ότι όταν ο Φ.Π.Α. αυξήθηκε πέραν του 10% ο σύνδεσμος των αντιπροσώπων ήλθε σε επαφή με τη Λέσχη για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε σχέση με την αξίωση του ο ενάγων προσκόμισε και τα τεκμήρια 4Α έως Ε, δηλαδή αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη. Για τη Δήλωση Απαλλαγής που υπέγραψε (τεκμήριο 2), ήταν η θέση του ότι «δεν θεωρούσε πως ήταν για όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα». Όπως ανέφερε «θα ήταν πραγματικά άδικο για μένα να θεωρηθεί ότι χάριζα τον Φ.Π.Α. στην Εναγομένη». Υποστήριξε ότι ο λόγος δια τον οποίο υπέγραψε τη σχετική δήλωση ήταν η μεταβίβαση του τερματικού που εξακολουθούσε να λειτουργεί από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο στο οποίο μεταβίβασε την αντιπροσωπεία του. Η λειτουργός οικονομικών της Λέσχης (ΜΥ1) ανέφερε ότι μετά την αύξηση του Φ.Π.Α. η Λέσχη συναντήθηκε με το σύνδεσμο των αντιπροσώπων αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Η Λέσχη επέμεινε στο 10%, κάτι που οι αντιπρόσωποι δεν δέχθηκαν. Η μάρτυρας δέχθηκε εν τούτοις ότι μετά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση 3878/06, απόφαση ημερομηνίας 27.03.2008, τα μέρη διαβουλεύθηκαν εκ νέου και κατέληξαν σε συμβιβασμό. Τούτος ήταν ότι η Λέσχη θα κάλυπτε το Φ.Π.Α. αναδρομικά ως εξής· για την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2002 και Δεκεμβρίου 2005 η Λέσχη θα αναλάμβανε το σύνολο του Φ.Π.Α., για την περίοδο Ιανουαρίου 2006 και Δεκεμβρίου 2008 η Λέσχη θα κατέβαλε στους αντιπροσώπους το 60% του οφειλόμενου Φ.Π.Α.. Παρ' ότι ο συμβιβασμός αυτός είχε αναδρομική ισχύ η μάρτυρας δέχθηκε ότι κανένα ποσό καταβλήθηκε στον ενάγοντα που πριν την αποχώρησή του ήταν μέλος του συνδέσμου αντιπροσώπων. Ο λόγος, ανέφερε η μάρτυρας, ήταν επειδή αποφασίστηκε ότι όσοι αντιπρόσωποι είχαν υπογράψει τη Δήλωση Απαλλαγής δεν θα συμπεριλαμβάνονταν στη συμβιβαστική πρόταση. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση της μάρτυρος ότι υπόλογος για την καταβολή του Φ.Π.Α. δεν είναι η Λέσχη αλλά ο αντιπρόσωπος. Είναι με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον που παρακολούθησα τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν στο Δικαστήριο. Χωρίς να θεωρηθεί ότι ενστερνίζομαι απόλυτα τις θέσεις που εξέφρασαν σε αμιγώς νομικά ζητήματα, σημειώνω ότι δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την ειλικρίνειά τους. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους παρέμεινε αναμφισβήτητο ή κατέστη παραδεκτό. Αυτό επιβεβαιώνει ότι και οι δύο ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Εν τούτοις, είμαι της γνώμης ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εξαρτάται από την αξιολόγηση των μαρτύρων. Ό,τι εννοώ είναι πως δεν έχει σημασία πώς οι δύο μάρτυρες αντιλαμβάνονται την υποχρέωση κάθε πλευράς, φέρ' ειπείν σε σχέση με τις πρόνοιες του Νόμου (Ν.95(Ι)/2000), ή τη Δήλωση Απαλλαγής. Το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο, δηλαδή εκείνο που είναι ουσιώδες ώστε να αποφασιστεί η νομική διαμάχη των μερών, είναι σε μεγάλο βαθμό αδιαμφισβήτητο και δεν εξαρτάται από τις προσωπικές θέσεις των δύο μαρτύρων. Με δεδομένη λοιπόν την αξιοπιστία των δύο μαρτύρων παρατηρώ ότι ως θέμα λογικής το πρώτο που πρέπει να απασχολήσει είναι κατά πόσο ο ενάγων κωλύεται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό συνεπεία της Δήλωσης Απαλλαγής που υπόγραψε προς όφελος της Λέσχης. Εν τούτοις, κρίνω βολικότερο να πραγματευτώ το άλλο ερώτημα· δηλαδή ποιού υποχρέωση ήταν η καταβολή του Φ.Π.Α.. Η θέση του ενάγοντα που πρωτοεμφανίστηκε στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, δηλαδή ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αντιπρόσωπος Φ.Π.Α. της Λέσχης, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η αναμφισβήτητη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα δεν αποκαλύπτουν εντολή του Εφόρου Φ.Π.Α. προς τη Λέσχη για διορισμό τέτοιου αντιπροσώπου (νοείται αντιπροσώπου Φ.Π.Α.), και ούτε ότι ο ενάγων διορίστηκε ως τέτοιος αντιπρόσωπος. Το τεκμήριο 5 αποκαλύπτει πως κατά τον επίδικο χρόνο εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. ήταν ο ενάγων και όχι η Λέσχη. Επιπλέον, το εδάφιο (2Α) του άρθρου 37 του Ν.95(Ι)/2000 αντιπρόσωπο Φ.Π.Α. καθιστά εκείνον που διορίζεται σύμφωνα με τα εδάφια

(1)και
(2)του ίδιου άρθρου. Συσχετισμός όσων αναφέρονται στα δύο αυτά εδάφια με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, αποκαλύπτει ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση για την οποία θα μπορούσε να διοριστεί αντιπρόσωπος Φ.Π.Α.. Στη δοσμένη περίπτωση το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι ο ενάγων και όχι άλλο (βλ. τεκμήριο 5). Η δε Λέσχη έχει μόνιμη εγκατάσταση και τόπο διαμονής στη Δημοκρατία. Είναι για αυτούς τους λόγους που θεωρώ ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 37 του σχετικού νόμου. Επιπλέον, αν η περίπτωση ήταν τέτοια, δηλαδή ίσχυαν οι πρόνοιες του άρθρου 37, το πρόσωπο που θα δικαιούταν να διεκδικήσει το φόρο θα ήταν ο ίδιος ο Έφορος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι στη δοσμένη περίπτωση δεν ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 37 του σχετικού νόμου. Το σύνολο των θέσεων του ενάγοντα αφήνει να νοηθεί ότι σε κάθε περίπτωση που συναλλαγή βαρύνεται με Φ.Π.Α., ο καταναλωτής που συναλλάσσεται με τον προμηθευτή των υπηρεσιών, υποχρεούται να καταβάλει τούτο και αυτή η υποχρέωση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Σχετική εν προκειμένω είναι η απόφαση στην υπόθεση Ακίνητα Ανθούπολις Λτδ ν. Εργοληπτικής Εταιρείας Δημήτρης & Αυξέντης Αυξεντίου Λτδ,
(1999)1Β Α.Α.Δ.877. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι σε εκείνη την υπόθεση απασχόλησαν οι πρόνοιες του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 1990 (Ν.246/90). Εν τούτοις, είμαι της γνώμης ότι για το ζήτημα που εδώ απασχολεί η φιλοσοφία των δύο νομοθετημάτων ταυτίζεται και συνεπώς μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση. Υποδεικνύω ότι σε εκείνη την υπόθεση τα μέρη προέβησαν σε συμφωνία για παροχή υπηρεσιών, εν προκειμένω ανέγερση οικοδομών, πριν την θέσπιση του νόμου, η ολοκλήρωση των οποίων επιτεύχθηκε όταν ο νόμος ήταν πλέον σε ισχύ. Οι εφεσείοντες, δηλαδή τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν τούτων των υπηρεσιών, αρνήθηκαν να καταβάλουν Φ.Π.Α. υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία που είχαν με την άλλη πλευρά δεν προέβλεπε κάτι τέτοιο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η πληρωμή του Φ.Π.Α. δεν είναι θέμα συμφωνίας αλλά εφαρμογής του νόμου και εξέδωσε απόφαση υπέρ των εργοληπτών. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 881)· «Η παρερμηνεία του νόμου από τον πρωτόδικο δικαστή είναι κατάδηλη. Ο Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί του προσώπου που παρέχει τις φορολογητέες υπηρεσίες (εδώ στην εφεσίβλητη) κατά τη σαφή διατύπωση του αρθρ. 5
(4)του νόμου και όχι επί του δέκτη τέτοιων υπηρεσιών. Όπως αναφέρουν οι εκδότες των Halsbury's Statutes, 4η έκδοση, τόμος 48, σελ. 571, σχολιάζοντας όμοια διάταξη της Value Added Tax Act του 1983, ο φόρος αυτός: "is a liability of the person making the supply, the tax becoming due at the time of supply; . . . . " ...... Το ζήτημα είναι αστικής φύσεως και ασφαλώς μπορεί να ρυθμιστεί με συμφωνία των μερών δεδομένου ότι δε μεταβιβάζεται η υποχρέωση, η απορρέουσα από το νόμο, σε βάρος άλλου προσώπου. Τέτοια συμφωνία δε θα ασκούσε επίδραση επί του φορολογικού δικαιώματος του Δημοσίου. Στην παρούσα περίπτωση το τεκμ. 1 όχι μόνο δεν προβλέπει για καταβολή του Φ.Π.Α. από την εφεσείουσα, αλλά διαγράφει τους τυποποιημένους όρους για αναπροσαρμογές του ποσού της συμφωνίας.» Υποδεικνύω εδώ ότι το λεκτικό του άρθρου 5
(4)του Ν.246/90 που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 5
(2)του Ν.95(Ι)/
  1. Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι εκείνο που ρυθμίζει ο σχετικός νόμος δεν είναι το ποιος θα καταβάλει το Φ.Π.Α., αλλά ότι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο οφείλει να καταβάλει τέτοιο φόρο σε κάθε φορολογητέα συναλλαγή. Αν όμως επιλέξει να απορροφήσει ο ίδιος το Φ.Π.Α. που προκύπτει από τη σύμβαση, δεν σημαίνει ότι αυτή η απόφασή του αντιστρατεύεται των προνοιών του νόμου. Όπως εύγλωττα αναφέρεται στην απόφαση το ζήτημα είναι αστικής φύσεως και μπορεί να τύχει ρύθμισης αναλόγως των προθέσεων των συμβαλλομένων. Έχοντας πλέον ως δεδομένο ότι τα συμβαλλόμενα πρόσωπα μπορούν να ρυθμίσουν και να συμφωνήσουν το ποιος θα επωμισθεί το Φ.Π.Α., στρέφομαι να εξετάσω ποιες ήταν οι προθέσεις των μερών στην υπό κρίση περίπτωση. Έχω παραθέσει ήδη το περιεχόμενο του όρου 1(γ) του τεκμηρίου
  2. Είναι βασικό να τονιστεί ότι ο σχετικός όρος πραγματεύεται την προμήθεια του αντιπροσώπου. Είναι δε ρητή η αναφορά ότι η καταβολή τέτοιας προμήθειας είναι απαλλαγμένη Φ.Π.Α.. Προστίθεται ακόμη ότι η Λέσχη αναλαμβάνει καταβολή του Φ.Π.Α. εφόσον τούτος βρίσκεται στο ύψος του 8%. Συνακόλουθα, η Λέσχη αποδέχθηκε μέρος μόνο της υποχρέωσης του υποκείμενου στο φόρο προσώπου, δηλαδή του αντιπροσώπου, περιορισμένο στο 8%. Είναι δε παραδεκτό γεγονός ότι στη συνέχεια αποδέχθηκε το 10%. Έχοντας κατά νου το σαφές και αναντίλεκτο λεκτικό του όρου 1(γ) του τεκμηρίου 1 και εφαρμόζοντας βεβαίως τις νομολογιακές πρόνοιες που αφορούν την ερμηνεία συμβάσεων (βλ. Ανδρέας Κώστα Λάμπρου ν. Γεωργίου Μιχαήλ Παράσχου
(1993)1 Α.Α.Δ.397, 401 - οι προθέσεις των μερών διαπιστώνονται από το κείμενο κοιταγμένο στο σύνολο) είμαι πεπεισμένος ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως η Λέσχη απορροφήσει το Φ.Π.Α. ενόσω τούτος βρίσκετο στο ύψος του 8% και αργότερα του 10%. Κατ' επέκταση, όταν στη συνέχεια ο Φ.Π.Α. αυξήθηκε σε 13% και 15% η Λέσχη δεν είχε καμία υποχρέωση να καταβάλει την επιπρόσθετη αύξηση του φόρου εφόσον η συμβατική της υποχρέωση ήταν μέχρι το 8%. Από αυτή και μόνο τη διαπίστωση είναι αντιληπτό ότι η αξίωση του ενάγοντα είναι ανυπόστατη εφόσον με τη σύμβαση που υπέγραψε αποδέχθηκε, εμμέσως, να απορροφήσει τυχόν αύξηση του Φ.Π.Α., εκτός αν τα μέρη κατέληγαν σε νέα συμφωνία. Εδώ τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία και η Λέσχη αρνήθηκε να πληρώσει οτιδήποτε πέραν του 10%. Αυτή εν προκειμένω ήταν η μόνη υποχρέωσή της, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε εφόσον τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία, και γεγονός είναι ότι τούτη την υποχρέωση την έχει εκπληρώσει στο ακέραιο. Συνακόλουθα η αξίωση απορρίπτεται. Παρ' ότι τα πιο πάνω καθορίζουν την τύχη της αξίωσης φρονώ ότι ορθό είναι να μην αφήσω αδιαπραγμάτευτη και την άλλη πτυχή που απασχόλησε, δηλαδή ό,τι σχετικό της Δήλωσης Απαλλαγής. Πολύ πρόσφατα είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ ανάλογο ζήτημα στην αγωγή 1391/06, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Ανδρέας Θεοδούλου ν. Aqua Masters Ltd κ.α., ημερομηνίας 31.10.2013. Ό,τι εκεί ανέφερα είναι πως· «Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω σπεύδω σε επεξήγηση της σχετικής νομικής αρχής. Ευθύς αναφέρω ότι η υπόθεση Οικονομίδης (Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ.2053), πιο πάνω, είναι καθ' όλα σχετική. Με τρόπο ευσύνοπτο και κατατοπιστικό διαγράφεται εκεί η νομολογιακή αρχή. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα στη σελίδα 2060 όπου αναφέρεται· «Δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Σε αγγλική νομολογία, όμως, έχει γίνει αναφορά στο ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διάδικου το οποίον απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος. Σε άλλες όμως περιπτώσεις νομοθετικών προνοιών που αφορούν π.χ. σε τύπους ή χρονικούς περιορισμούς, το δικαίωμα που απορρέει από τη νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί με τη λειτουργία της αρχής του κωλύματος (Δέστε: Halsbury's Laws of England, Reissue, Τόμος 16
(2), παράγραφος 960-963, σελ. 413-420 και τη νομολογία που αναφέρεται στις σελίδες εκείνες). Το συμπέρασμα που φαίνεται να εξάγεται από τη νομολογία είναι ότι η αρχή του κωλύματος συχνότερα εφαρμόζεται όταν πρόκειται για συμβατικά δικαιώματα και σπανιότερα όταν πρόκειται για δικαιώματα που πηγάζουν από το νόμο, τα οποία συνήθως επηρεάζουν μεγαλύτερο φάσμα ατόμων απ' ότι τα συμβατικά δικαιώματα. Όμως στην υπόθεση Scholey (ανωτέρω), εξετάστηκε συγκεκριμένα το ζήτημα της απώλειας του δικαιώματος ακύρωσης συμφωνίας αγοράς μετοχών, που δημιουργήθηκε εξαιτίας ψευδών παραστάσεων και το οποίον πήγαζε από νομοθετική πρόνοια και αποφασίστηκε ότι η είσπραξη μερίσματος συνιστούσε ενέργεια που αποστερούσε το δικαιούχο από το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας.». Έχω την αίσθηση πως το πιο πάνω απόσπασμα δεν δικαιολογεί τη θέση του ενάγοντα ότι «ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διαδίκου το οποίο απορρέει από νομοθετική διάταξη». Εν πρώτοις, η σχετική εισήγηση αποκαλύπτει στρέβλωση, ήτοι αντιστροφή των όρων. Η νομολογία δεν είναι το δικαίωμα της υπεράσπισης που αναγνωρίζει αλλά την υποχρέωση που επωμίζεται ο ενάγων, δηλαδή το πρόσωπο που στα συγγράμματα καλείται grantor (ο παραχωρών) (βλ. Phipson on Evidence 16η έκδ. 5ο κεφάλαιο, συγκεκριμένα 5-07 έως 5-33). Η υποχρέωση του παραχωρούντος συνίσταται στο ότι δεν επιτρέπεται να ανακαλέσει ή αναιρέσει όσα συμφώνησε και γι' αυτό ακριβώς το λόγο είναι που κωλύεται να προχωρήσει επικαλούμενος πραγματική βάση που συγκρούεται με εκείνο που ο ίδιος συμφώνησε σε προηγούμενο στάδιο. Επιπλέον η νομολογία, και δη η απόφαση Οικονομίδης, διατυμπανίζει πως δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας ότι η αρχή του κωλύματος δεν μπορεί να εγερθεί για εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Πέραν της ρητής αυτής αναφοράς ας μην λησμονείται ότι στην υπόθεση Οικονομίδης το δικαίωμα του ενάγοντα εδραζόταν σε νεοσύστατη νομοθετική πρόνοια. Προκύπτει συνεπώς ότι όπου οι περιστάσεις το επιβάλλουν το κώλυμα υπερισχύει έστω και αν το αγώγιμο δικαίωμα απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Πέραν όμως των πιο πάνω, επίσης καθοδηγητική είναι και η υπόθεση Χ" Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/09, ημερομηνίας 22.05.2012. Σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων, εργοδοτούμενος της εφεσίβλητης, κινήθηκε εναντίον της τελευταίας αιτιώμενος ότι τον δυσφήμησε με έγγραφο που δημοσίευσε. Εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας ο εφεσείων απεχώρησε από την εργασία του στην εφεσίβλητη ως πλεονάζων προσωπικό και υπέγραψε έγγραφα απαλλαγής. Το κείμενο που υπέγραψε ο εφεσείων ανέφερε τα ακόλουθα· «(γ) Επιπρόσθετα ο Υπάλληλος δηλώνει ότι μετά από την πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή του ποσού των (ΛΚ 19.811) και ποσού ΛΚ 5.540 η Εταιρεία αποδεσμεύεται και απαλλάσσεται τελεσίδικα από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά, και/ή αγωγές, και/ή δικαστικές και/ή άλλες διαδικασίες και/ή διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής που ο Υπάλληλος είχε, τώρα έχει ή δυνατό να είχε κατά οποιοδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της Εταιρείας για και/ή λόγω και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων εμποδίζετο να προχωρήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος εκδηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed). Η σχετική θέση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέφερε ότι· «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος».» Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι και η υπόθεση Χ" Στυλλή, πιο πάνω, δεν αφορούσε συμβατικό δικαίωμα αλλά δικαίωμα που πηγάζει από νόμο, εν προκειμένω το Κεφ. 148, όπως και η επίδικη υπόθεση.» Επανερχόμενος στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρώ ότι εδώ δεν πρόκειται για δικαίωμα που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ερώτημα ποιος από τους συμβαλλόμενους θα επωμισθεί το Φ.Π.Α. μπορεί να τύχει συμβατικής ρύθμισης (βλ. Ακίνητα Ανθούπολις Λτδ, πιο πάνω) και αυτό έγινε εδώ με τη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 1). Τούτη η συμφωνία (τεκμήριο 1) προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία αν ειδωθεί παράλληλα με τη Δήλωση Απαλλαγής (τεκμήριο 2). Σε αυτή την έκφανση της διαφοράς η σημασία που προσλαμβάνει το τεκμήριο 1 είναι πως ενώ τα συμβαλλόμενα μέρη μετέθεσαν σε βάθος χρόνου τυχόν συμφωνία αναφορικά με αύξηση του Φ.Π.Α., προτού οι προβλεπόμενες διαπραγματεύσεις οδηγήσουν σε αποτέλεσμα, ο ενάγων παραχώρησε τη Δήλωση Απαλλαγής (τεκμήριο 2) και απεμπόλησε το δικαίωμά του να διεκδικήσει «καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιασδήποτε μορφής αποζημίωση ή χρηματικό ποσό για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την εν λόγω αντιπροσωπεία ή μεταβίβαση της .». Με αυτή την επισήμανση και έχοντας ως δεδομένο ότι το λεκτικό της Δήλωσης Απαλλαγής είναι σαφές και όχι διφορούμενο, καθίσταται αντιληπτό ότι ο ενάγων δεν δικαιούται σήμερα να διεκδικεί εκείνο που παραχώρησε με το έγγραφο που υπέγραψε (τεκμήριο 2). Αν πρόθεσή του ήταν η Δήλωση Απαλλαγής να αφορά μόνο το τερματικό, όπως υποστήριξε, στο χέρι του ήταν να ζητήσει ρητή συμπερίληψη τούτου του θέματος στο έγγραφο, ώστε η δήλωση να περιοριστεί σε εκείνο μόνο το ζήτημα. Δεν έπραξε όμως τοιουτοτρόπως και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 άλλα είναι που δηλώνει. Δέχθηκε εν προκειμένω να απεμπολήσει το σύνολο των δικαιωμάτων που ενδεχομένως να δικαιούταν συνεπεία των διαπραγματεύσεων της Λέσχης με τους αντιπροσώπους. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι και γι' αυτό το λόγο, δηλαδή λόγω κωλύματος συνεπεία έγγραφης δήλωσης (estoppel by deed) η αξίωση υπόκειται σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Λέσχης και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.