Έλλη Κωστουρή Καραολίδου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5454/12, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5454/12 Μεταξύ:- Έλλη Κωστουρή Καραολίδου Ενάγουσας -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd (και ως ο επισυνημμένος Πίνακας) Εναγομένων Ημερομηνία: 28.4.2014 Αίτηση ημερ. 25.6.13 από εναγόμενο 5 Ανδρέα Βγενόπουλο Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 5-Αιτητή: κ. Αυγουστή για κ. Γιωρκάτζη Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ν. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση του ο αιτητής ζητά:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 7.2.2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην ενάγουσα για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας Κύπρου στον αιτητή.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 7.2.2013 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην ενάγουσα για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή ως παράτυπη και ή ως αντικανονική και ή ως μη διενεργηθείσα δεόντως και ή ως διενεργηθείσα με τη ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης.
- Διαζευκτικά προς τα ως άνω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή ως διενεργηθείσα κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.2.2013 για υποκατάσταση επίδοση στον αιτητή. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 3-9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ1 και 4, Δ.16 Θ.9, Δ.39, Δ.48, Θ.1-4, 8
(4), 9, 13, Δ.51, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 άρθρα 5, 6, 24, 59 και 60, στον Νόμο 35(ΙΙΙ) του 2003 άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 άρθρα 2-15, στο νόμο 55/84 άρθρα 3,4,5,6 και 7, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο φάκελο δικογραφίας, στην νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με την ένορκη δήλωση του Αντώνη Παντέχη, ημερομηνίας 25.6.2013. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα ο αιτητής τυγχάνει Έλληνας υπήκοος που διαμένει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του αιτητή και των Αντρέα Γιωρκάτζη, Νικόλα Θρασυβούλου και αυτού στις 03.05.13 έχει ενημερωθεί ότι στις 29.04.13 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών (courier service) στη διεύθυνση λεωφόρος Θησέως 67 που βρίσκεται στη Νέα Ερυθραία στην Ελλάδα φάκελος που όταν ανοίχθηκε από πρόσωπο άλλο από τον αιτητή διαπιστώθηκε ότι περιείχε επιστολή ημερομηνίας 22.04.13 των Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε απευθυνόμενη στον αιτητή και σε άλλα τρία πρόσωπα επί της οποίας ήταν επισυνημμένα δύο έγγραφα περιγραφόμενα στην επιστολή ως «Πιστό Αντίγραφο Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος» και «Διάταγμα Δικαστηρίου». Μεταξύ των εγγράφων που παραδόθηκαν κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω δεν περιλαμβάνεται η μονομερής αίτηση της καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσας ημερομηνίας 25.1.2013 στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα ημερομηνίας 7.2.2013 αντίγραφο της οποίας έχει εξασφαλιστεί στις 5.6.2013 μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρου του αιτητή προς τους δικηγόρους της καθ΄ ης η αίτηση. Ως ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενόρκως δηλών: "
- i)Η νομική βάση της μονομερούς αίτησης της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 25.1.2013 δεν ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της εν λόγω αίτησης αφού απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στους ΕΚ 44/2001 και ΕΚ1393/2007.
- ii)Η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 25.1.2013 στηρίχθηκε σε θεσμούς πολιτικής δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί από της εφαρμογής του ΕΚ 1393/2007 . iii) Στον αιτητή δεν έχει επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο (writ of summons or an equivalent document) ως προβλέπεται από τον ΕΚ 1393/2007.
- iv)Στον αιτητή δεν επιδόθηκαν η μονομερής αίτηση της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 25.1.2013 μαζί με την επισυνημμένη σε αυτή Ένορκη Δήλωση ως προβλέπεται στη Δ.48 Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- v)Το διάταγμα ημερομηνίας 7.2.2013 καθ΄ ων μέρος αφορά υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από τον ΕΚ 1393/2007 και ή η έκδοση του συνιστά άσκηση μη υπάρχουσας εξουσίας από το Δικαστήριο και ή εν πάση περιπτώσει συνιστά παράβαση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού.
- vi)Το διάταγμα ημερομηνίας 7.2.2013 σε σχέση με την υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων εκδόθηκε κατά παράβαση και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου 55/84. vii) Η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 7.2.2013 στον Αιτητή ουχί μέσω των αρμοδίων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 και/ή στο Ν.55/84καθιστά την επίδοση άκυρη. viii) Η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 7.2.2013 δεν έγινε στον αιτητή ως η πρόνοια του σχετικού διατάγματος αλλά σε άλλο πρόσωπο.
- ix)Η Ένορκη Δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση 25.1.2013 που υποστηρίζει την μονομερή της αίτηση της ίδιας ημερομηνίας είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης της Καθ΄ ης η Αίτηση και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών της." Από την πλευρά της, η ενάγουσα-καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην παρούσα αίτηση, συγκεκριμενοποιώντας τους λόγους ένστασης στους αναφερόμενους στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης ημερομηνίας 11.10.2013. Οι λόγοι είναι οι εξής: «(α) Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση παραμερισμού του διατάγματος παραχώρησης άδειας για σφράγιση έκδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας καθότι δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σύμφωνα με τη Διαταγή 16 Θ.9, ο διάδικος που θέλει να αμφισβητήσει είτε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είτε την επίδοση θα πρέπει να καταχωρήσει πρώτα δικαίωμα εμφάνισης υπό επιφύλαξη χωρίς να χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου πλέον με βάση τη νομολογία. Από τη στιγμή που δεν το έπραξε δεν δικαιούνται να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου και πολύ περισσότερο να καταχωρεί αίτηση παραμερισμού. (β) Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με την αναφορά στην αίτηση στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 3 και 9 του Κεφ. 6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παράλειψη αναφοράς στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς συνιστά απλή παρατυπία η οποία δεν συνεπάγεται ακύρωση της νομικής βάσης της αίτησης και ή της μονομερούς αίτησης. (γ) Σε καμία περίπτωση οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας έχουν καταστεί ανενεργοί. Οποιαδήποτε δε αλλοίωση ή τροποποίηση των θεσμών με βάση το άρθρο 163 του Συντάγματος μπορεί ή δύναται να γίνεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο. (δ) Πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι απαραίτητο πλέον σε χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιδίδεται η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, μπορεί να επιδίδεται η ειδοποίηση ή το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα της Δ.6 Θ.6 δεν είναι ανάγκη να επιδίδεται το Κλητήριο ένταλμα αλλά μπορεί να επιδίδεται η Ειδοποίηση ή το Κλητήριο ένταλμα. Το Δικαστήριο με το σχετικό διάταγμα του επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου εντάλματος και ή του Κλητηρίου εντάλματος και συνεπώς ουδεμία παρατυπία υφίσταται. (ε) Η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 25.1.2013 στάληκε στους δικηγόρους των αιτητών και συνεπώς οποιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί και ή εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες καθ΄ων η αίτηση επιφυλάττουν το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση των σχετικών οδηγιών δυνάμει της Δ.64 Θ.1 και 2. (στ) Ο αιτητής μπορούσε κάλλιστα να ζητήσει πριν την καταχώρηση της αίτησης αντίγραφο της μονομερούς αίτησης και ή να ερευνήσει το φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν το έπραξε άρα εμποδίζεται από του να εγείρει θέμα. (ζ) Η επίδοση που προνοεί ο Κανονισμός 1393/2007 μέσω των αρμόδιων αρχών Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι αποκλειστικής μορφής και δεν αποκλείει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως ενήργησε. Περαιτέρω υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του ΕΚ1393/2007 και ή εν πάση περιπτώσει δεν εφαρμόζεται κατ΄ αποκλεισμό της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία απορρέει από το Κυπριακό Σύνταγμα, τα άρθρα 3 και 9 του Κεφ. 6 τον Ν.14/60 και τους κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. (η) Η υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων δεν έγινε κατά παράβαση και δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Νόμου 55/84 εάν και στο βαθμό που εξακολουθεί να ισχύ κάτω από το φως των προνοιών του Κανονισμού 44/2001 και 1393/2007. (θ) Το διάταγμα δεν προνοούσε για επίδοση στους Αιτητές αλλά δια επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων διά της παράδοσης στις διευθύνσεις που ενέκρινε. (ι) Ο αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαταγή του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης είτε με είτε χωρίς διαμαρτυρία και δεν νομιμοποιείται υπό τας περιστάσεις να αμφισβητεί το επίδικο διάταγμα. (κ) Καμία παρατυπία δεν υφίσταται ή αντικανονικότητα στις Ενόρκους Δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση η οποία κάθε άλλο παρά γενική και αόριστη είναι. (λ) Η αίτηση είναι καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς.» Αναπόφευκτα το πρώτο θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι η εισήγηση της ενάγουσας ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει την παρούσα αίτηση εφόσον δεν είχε καταχωρήσει προηγουμένως εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Σύμφωνα με τη Δ.16 θ.9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «9. A defendant before appearing shall be at liberty without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ or to discharge the order authorizing such service.» Είναι εμφανές, από το λεκτικό της ως άνω διάταξης, ότι ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης προτού καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Σχετικές επί του θέματος είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Δήμος Γεωργιάδης v Σωκράτη Χάσικου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και G. T. Magdon Ltd v A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1 Γ Α.Δ.Δ. 2064. Έχοντας αποφασίσει το εν λόγω σημείο ως ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω τη βάση αίτησης ότι η επίδοση θα έπρεπε να είχε γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό 1393/2007 που ρυθμίζει τα θέματα επίδοσης και κοινοποίησης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Το εν λόγω θέμα απασχόλησε το Δικαστήριο, μάλιστα εγειρόμενο από τα ίδια πρόσωπα, στην αγωγή 8062/2012, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου η Δικαστής Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, στην απόφαση της ημερομηνίας 20.2.2014 ανέφερε τα εξής: «Η επίδοση σύμφωνα με τον κανονισμό γίνεται από την «υπηρεσία διαβίβασης», που είναι αρμόδια για τη διαβίβαση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων προς επίδοση ή κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος και από την υπηρεσία παραλαβής, αρμόδια για την παραλαβή δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων άλλου κράτους μέλους. Σύμφωνα με το προοίμιο του πιο πάνω Κανονισμού, αυτός θεσπίσθηκε για να διευκολύνει και να επισπεύσει τη διαβίβαση, επίδοση και κοινοποίηση πράξεων μεταξύ κρατών μελών. Το άρθρο 17 του προοιμίου που αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του Κανονισμού ρητά προβλέπει για το δικαίωμα επίδοσης πράξεων σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους, απευθείας μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο και το άρθρο 18 που αντιστοιχεί στο άρθρο 15 του Κανονισμού, για το δικαίωμα επίδοσης των πράξεων απευθείας, «.μέσω δικαστικών επιμελητών ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, αν αυτό επιτρέπεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, δεν εμποδίζει όμως τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων, εφόσον αυτές συνάδουν με τις διατάξεις του. Σχετικό είναι το άρθρο 23 του προοιμίου και το άρθρο 20
(2)του Κανονισμού. Εξετάζοντας τον Κανονισμό στο σύνολο του και ιδιαίτερα τις πρόνοιες που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι ο σκοπός του Κανονισμού δεν ήταν να ρυθμίσει με τρόπο αποκλειστικό και απόλυτο το θέμα των επιδόσεων δικαστικών εγγράφων, αλλά να προσφέρει στα κράτη μέλη επιπρόσθετες διαδικαστικές μεθόδους για επίσπευση της διαβίβασης και κοινοποίησης των πράξεων. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει έναντι του εθνικού δικαίου. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκό Δίκαιο[1]: «.Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο απορρέει από αυτόνομη πηγή δεν είναι δυνατόν, λόγω του πρωτοτύπου χαρακτήρα του, να του αντιταχθεί οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς να χάνει το κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται η νομική βάση της ίδιας της κοινότητας. Συνεπώς, καμία διάταξη του εσωτερικού δικαίου, οποιασδήποτε μορφής ή βαθμίδας, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, δεν μπορεί να αντιταχθεί στο κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι σε θέση να το τροποποιήσει, να το καταργήσει ή να το παραμερίσει.». Το κοινοτικό δίκαιο υπερέχει στις περιπτώσεις όπου αντίκειται με το εθνικό δίκαιο. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο τρόπος που διενεργήθηκε η επίδοση στην υπό κρίση υπόθεση δεν αντίκειται με τις πρόνοιες του Κανονισμού αντίθετα, η μέθοδος που υιοθετήθηκε προβλέπεται από τον ίδιο τον Κανονισμό. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι ες θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Ο σκοπός στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει επιτευχθεί. Καταλήγω ότι η πιο πάνω εισήγηση των αιτητών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή». Απόλυτη είναι η συμφωνία μου με την πιο πάνω ανάλυση επί του υπό κρίση θέματος. Είναι δε στη βάση του ιδίου σκεπτικού που θεωρώ ότι το εγειρόμενο αυτό σημείο δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Προχωρώ με την εξέταση του ζητήματος που αφορά την παράλειψη της ενάγουσας να επιδώσει στον αιτητή αντίγραφο της αίτησης ημερομηνίας 25.1.2013 μαζί με την επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την Δ.48 Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όποτε επιδίδεται δυνάμει των κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι κοινή θέση των δύο πλευρών ότι αντίγραφα των εγγράφων αυτών δόθηκαν μετά από σχετικό αίτημα του αιτητή προς τους δικηγόρους της ενάγουσας. Ανάλογο ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus v Si Senh Dau κ.α Π.Ε 23/2013 ημερομηνίας 13.9.2013 όπου κρίθηκε ότι η παρατυπία αυτή ήταν θεραπεύσιμη εφόσον η μονομερής αίτηση είχε πλέον περιέλθει στη γνώση των εφεσιβλήτων και στην πράξη είχε «αυτοθεραπευθεί». Τονίστηκε δε ότι εκείνο που υπερέχει είναι τα έγγραφα να περιέλθουν στη γνώση των εναγομένων. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι η όντως υπαρκτή παράλειψη της ενάγουσας έχει ήδη θεραπευθεί πριν την καταχώρηση της αίτησης και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που τίθενται σε σχέση με τον τρόπο ενημέρωσης του αιτητή για τη διαδικασία και τον τρόπο παράδοσης των εγγράφων στην αναφερόμενη διεύθυνση, είμαι της άποψης ότι τίθεται με τέτοιο γενικό και ασαφές τρόπο που δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω αντικανονικότητα στον τρόπο επίδοσης. Παραμένει άγνωστο σε ποιον αφέθηκε ο φάκελος και το γεγονός ότι αυτός ανοίχθηκε από τρίτο πρόσωπο δεν καθιστά από μόνο του την επίδοση αντικανονική. Επαναλαμβάνω δε το γεγονός ότι ο σκοπός της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον εναγόμενο έχει επιτευχθεί και μάλιστα, ως εμφαίνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αυτό έγινε με βάση και το λεκτικό του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Με αναφορά στα εγειρόμενα ζητήματα που αφορούν την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου αντί του κλητηρίου εντάλματος, είμαι της άποψης ότι αφενός η ενάγουσα ενήργησε στη βάση των προνοιών του εκδοθέντος από το Δικαστήριο διατάγματος και αφετέρου, με δεδομένο ότι οι σχετικοί με το θέμα Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν καταργηθεί και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 5 δεν είναι Κύπριος πολίτης, ορθώς επιδόθηκε σ΄ αυτόν ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Ολοκληρώνοντας τα εγειρόμενα με την παρούσα αίτηση θέματα, παρατηρώ ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 25.1.2013 δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Ευγενία Σαχπεκίδου, Β΄ έκδοση παρ. 20.41. Βλέπετε επίσης σχετικά COSTA/ENEL, ΔΕΚ 15.7.1964. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο