← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΜΑΡΑΘΑΣΑΣ ΛΤΔ ν. Λένια Σαββίδου κ.α., Αρ. Αίτησης: 2197/2012, 11/4/2014

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΜΑΡΑΘΑΣΑΣ ΛΤΔ ν. Λένια Σαββίδου κ.α., Αρ. Αίτησης: 2197/2012, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2197/2012 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΜΑΡΑΘΑΣΑΣ ΛΤΔ Αιτητών και Λένια Σαββίδου

  1. Στέλλα Σαββίδου
  2. Άκης Σαββίδης Καθ' ων η Αίτηση ­_______________________ HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Φλωρίδης Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δ. Παυλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους ημερ.6/12/2012 οι αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερ. 6/5/2009 εναντίον των καθ' ων η αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Λάμρου Κέρβερου, ο οποίος όπως αναφέρει σε αυτήν, είναι ο γραμματέας των αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, ενώ έχει ως αναφέρει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπό τoν άνω αριθμόν και τίτλο αιτήσεως. Συγκεκριμένα ως αναφέρει την 06/05/2009 ο Διαιτητής Ανδρέας Αντωνιάδης, σε διαιτησία που έγινε στο Μουτουλλά σε σχέση με τη φιλονικία των διαδίκων για το δάνειο με αριθμό 7210654-2, αποφάσισε όπως οι ως άνω καθ' ων η αίτηση, πληρώσουν προς τους αιτητές το ποσόν των €5.636,98:- πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 06/05/2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €150:- έξοδα διαιτησίας. (βλ Τεκμήριο Α). Όπως περαιτέρω αναφέρει πιστό αντίγραφο της υπό αναφορά αποφάσεως γνωστοποιήθηκε στους καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 3 την 06/5/2009 και στην καθ' ης η αίτηση αρ.2 την 11/06/2009 σύμφωνα με το, Τεκμήριο Β το οποίο επισυνάπτει. Ως δε αναφέρει εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση, ενώ οι καθ' ων η αίτηση, μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει την οφειλή τους και εξακολουθούν να οφείλουν τα πιο πάνω ποσά και γι' αυτό αιτείται διάταγμα ως η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «Α Το ποσό το οποίο οφείλουν στους Αιτητές οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1,2 και 3 δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην Αίτηση των Αιτητών και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης αλλά πολύ μικρότερο. Β. Οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1,2 και 3 δεν έχουν παραλάβει με Διπλοσυστημένη επιστολή την σχετική ειδοποίηση για την έναρξη Διαδικασίας Διαιτησίας, αντικανονικά, παρά τον Νόμο και την σχετική διαδικασία η οποία καθορίζει ότι η έναρξη διαδικασίας γίνεται μόνο δυνάμει Διπλοσυστημένης επιστολής σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς. Γ. Υπάρχει κατάχρηση στη διαδικασία. Δ. Έχει γίνει παραβίαση της δίκαιης δίκης σύμφωνα με το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 η οποία αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκο δηλωση προς υποστήριξη της ένστασης της ίδιας αλλά και των καθ' ων η αίτηση αρ. 2 και 3, οι οποίοι την έχουν προς τούτο εξουσιοδοτήσει σχετικά. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρει ότι η έγκριση της αίτησης, δεν θα είναι μέτρο δικαιοσύνης, ούτε επιεικές, διότι με τον τρόπο αυτό το μόνο που θα επιτευχθεί είναι η οικονομική καταστροφή τους. Συνεπώς αναφέρει, ότι όπως την συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον όπως μη εγκριθεί η αίτηση, καθότι «έχει γίνει παραβίαση της Δίκαιης Δίκης, έχει γίνει διαδικασία παρά τον Νόμο, και τους σχετικούς Κανονισμούς» αφού η ίδια ως αναφέρει δεν έχει λάβει ποτέ γνώση για την συνεδρία της Διατησίας και δεν της επιδόθηκε ποτέ με διπλοσυστημένη επιστολή σχετική ειδοποίηση, με αποτέλεσμα να μην παρεβρεθεί στη σχετική συνεδρία και να εκδοθεί Διαιτητική απόφαση ερήμην της παράνομα και παράτυπα. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Σύμφωνα με το αρ. 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η επίδικη απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση στις ημερομηνίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο Β ούτε και έχουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί οι υπογραφές τους επί του εν λόγω τεκμηρίου. Περαιτέρω δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερ. 6/5/2009 εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και συνακόλουθα αυτή κατέστη τελική σύμφωνα με το άρθρο 52. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν ειδοποιήθηκαν με τον ορθό τρόπο για τη διαδικασία διαιτησίας με αποτέλεσμα να αποστερηθούν του συνταγματικού δικαιώματος της ακρόασης, και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, και η όλη η διαδικασία να είναι παράτυπη, σημειώνω ότι στην ίδια την απόφαση Τεκμήριο Α αναγράφεται ρητώς ότι επιδόθηκε ειδοποίηση σε όλους τους καθ' ων η αίτηση, εκ των οποίων μάλιστα αναφέρεται ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 ήταν παρόντες. Τούτου δοθέντος ο ισχυρισμός τους αυτός ως και ο ισχυρισμός ότι το ποσό που αναφέρεται στην αίτηση δεν είναι το ορθό, δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, αλλά θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο εάν οι καθ' ων η αίτηση καταχωρούσαν έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 προθεσμίας, δικαίωμα το οποίο οι καθ' ων η αίτηση για δικούς τους λόγους και παρά το ότι δεν αρνούνται ότι τους γνωστοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση, δεν άσκησαν με αποτέλεσμα η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, να καταστεί τελική και δεσμευτική για τους ίδιους δυνάμει του άρθρου 52
(5)του Νόμου 22/85, το οποίο παρατίθεται πιο πάνω. Με άλλα λόγια εάν οι καθ' ων η αίτηση όταν τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση, θεωρούσαν ότι αδικούντο καθ' οιονδήποτε τρόπο από την εν λόγω απόφαση όπως για παράδειγμα λόγω του ότι το ποσό που επιδικάστηκε ήταν μεγαλύτερο από το πραγματικό ή ότι οι ίδιοι δεν είχαν λάβει ειδοποίηση για να παραστούν στην ακρόαση ή και ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν ήταν παρόντες στη σχετική συνεδρία ως αναγράφεται στην απόφαση, όπως ισχυρίζονται τώρα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, θα μπορούσαν δικαιωματικά να υποβάλουν έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτούς της εν λόγω απόφασης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85. Επαναλαμβάνω δε ότι η καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση στις ημερομηνίες που αναφέρονται στον Τεκμήριο Β ούτε και αμφισβητούν την υπογραφή τους επί του εν λόγω τεκμηρίου. Παρά ταύτα όμως, ουδείς εξ αυτών καταχώρησε έφεση για να προσβάλει την ορθότητα ή τη νομιμότητα της απόφασης εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που τάσσει το άρθρο 52
(4), και συνεπώς, δεν δύνανται να προωθούν, στο πλαίσιο της παρούσας, συναφείς ισχυρισμούς περί λαθών στην απόφαση, περί παρατυπίας της διαιτητικής διαδικασίας, ακυρότητας της απόφασης, παραβίασης του δικαιώματος για δίκαιη δίκη ή και του δικαιώματος ακρόασης, εφόσον παρά το ότι είχαν κάθε ευκαιρία να εφεσιβάλουν την απόφαση και να προβάλουν τους ισχυρισμούς αυτούς με τον κατάλληλο τρόπο αμέσως μετά που έλαβε γνώση της απόφασης παρέλειψε να το πράξει. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να εξετάσει ισχυρισμούς όπως αυτούς που οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν με τους λόγους ένστασης Α, Β και Δ προκύπτει αβίαστα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία καταδεικνύει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντης Κυριακίδης κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 όπου αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου, είναι κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ό,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Στην δε υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολ. Έφ. 357/08 ημερ. 11.4.12, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κτλ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρηςδιαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε και να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, κρίνω ότι στερείται δικαιοδοσίας να ελέγξει τα ζητήματα που εγείρονται με τους λόγους ένστασης Α, Β και Δ οι οποίοι θα πρέπει συνακόλουθα να απορριφθούν. Ως προς τον λόγο ένστασης Γ με τον οποίο προωθείται η θέση ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα σημειώνω πως δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον μου, ούτε έχω αντιληφθεί πως τέτοιο ζήτημα προκύπτει. Σε κάθε περίπτωση στο βαθμό που ο ισχυρισμός περί κατάχρησης και κακοπιστίας βασίζεται στο ότι οι αιτητές επιδιώκουν την εγγραφή μιας κατ' ισχυρισμόν εσφαλμένης ή και παράνομης απόφασης, σημειώνω ότι όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί το Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε και να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, και συναφώς ο σχετικός λόγος ένστασης υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να απορριφθεί. Έχοντας δε υπόψη ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία ό,τι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια της εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται σημειώνω τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί καταληξη μου ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 6/5/2009 (Τεκμ. Α) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ειδικότερα, φέρει το όνομα και υπογραφή του διαιτητή που την εξέδωσε, φέρει ημερομηνία έκδοσης της, αναφέρεται στους διαδίκους οι οποίοι είχαν ειδοποιηθεί για τη διαδικασία της διαιτησίας, όπου και παρουσιάστηκε η καθ' ης η αίτηση 1 και ο καθ' ου 3, αναφέρεται ξεκάθαρα στην απαίτηση των αιτητών ως και στο ύψος του χρέους που οφείλεται από τους καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1-3 για καταχώρηση και εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της αναφερόμενης στην αίτηση απόφασης του Διαιτητή. Επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1-3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.