← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. KTICIC ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6418/2011, 15/4/2014

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. KTICIC ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6418/2011, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6418/2011 ΜΕΤΑΞΥ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγουσα -και-

  1. KTICIC ENTERPRISES LTD
  2. ΑΙΜΙΛΙΟΣ Χ" ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ
  3. ΚΩΣΤΑΣ Χ" ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ Χ" ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29.11.2013 για ασφάλεια εξόδων 15 Απριλίου 2014 Για τους εναγόμενους-αιτητές: κα Ματθαίου Για τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κος Σιδεράς Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων. Συγκεκριμένα αιτούνται· «Α: Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία του αιτούμενου διατάγματος καταθέσει ασφάλεια δια τα έξοδα των εναγομένων - αιτητών (SECURITY FOR COSTS) ή εντός άλλου χρόνου που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καθορίσει και κατατεθεί το ποσό των €4,300- υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Β: Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναστέλλει κάθε διαδικασία και σε περίπτωση που δεν κατατεθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο, η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των εναγόντων.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ1, 2

(1), 3, 5, 6, 7, 9
(1)και Δ.60 κ.5 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Τούτη τη δήλωση ορκίζεται πρόσωπο που εργάζεται ως δικηγορικός υπάλληλος στο γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Οι ενάγοντες δεν συναίνεσαν στο αίτημα και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ4 και 9 και Δ.60 κκ1, 2 και 5, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Και σε αυτή την περίπτωση τα γεγονότα που υποστυλώνουν την ένσταση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί παράθεση των πολυάριθμων λόγων ένστασης, αρκεί να ειπωθεί ότι οι ενάγοντες αμφισβητούν την αίτηση τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω ό,τι εισηγήθηκαν οι συνήγοροι εφόσον η διεργασία που ακολουθεί πραγματεύεται καθετί σχετικό. Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 382 του Κεφ. 113 παρέχει εξουσία για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων (βλ. απόφαση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 281/07, ημερομ. 14.07.2011). Η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτική και διέπεται από αριθμό παραγόντων ανάλογων με εκείνων που ισχύουν στην περίπτωση της Δ.60. Καθοδήγηση λοιπόν μπορεί να αντληθεί από τις αποφάσεις που αφορούν τη Δ.60. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης και η συμπεριφορά του αιτητή είναι παράγοντες που εξετάζονται (βλ. HE.NI.PA Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1ΑΑΔ 371 και Genemp Trading Ltd, πιο πάνω). Από την άλλη η υπεράσπιση του αιτητή, οι πιθανότητες επιτυχίας τούτης, όπως και η τυχόν παραδοχή όλης ή μέρους της αξίωσης, είναι στοιχεία που επίσης αποτιμούνται (βλ. World Shipping Corporation v. Vassiliko Cement Works Limited
(1979)1 CLR 242). Βαρόμετρο εν τούτοις είναι η οικονομική επάρκεια της εταιρείας να ικανοποιήσει τυχόν έξοδα που ήθελε επιδικαστούν εις βάρος της. Ως θέμα αρχής όταν μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση το γεγονός αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα (βλ. Genemp Trading Ltd, πιο πάνω). Στην υπό κρίση περίπτωση τα δικόγραφα δεν καθορίζουν την έκβαση της αίτησης. Αυτό γιατί οι εναγόμενοι δεν παραδέχονται την αξίωση. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς. Παρ' ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπέγραψαν τη συμφωνία, εν τούτοις αμφισβητούν ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό και ως εκ τούτου καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Είμαι της γνώμης ότι το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση δεν αμφισβητείται. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι τα γεγονότα που επικαλούνται εμπίπτουν στην κατηγορία πασίδηλων γεγονότων και συνεπώς συνιστούν δικαστική γνώση. Όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι η αίτηση των εναγομένων εδράζεται στις πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013και υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι μετονομάστηκαν σε Cyprus Popular Bank Co. Ltd, τελούν υπό καθεστώς εξυγίανσης και/ή εκκαθάρισης. Διατείνονται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν είναι φερέγγυοι, συμπέρασμα το οποίο προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, από το ότι τελούν υπό εκκαθάριση. Στον αντίποδα οι ενάγοντες διατείνονται πως δυνάμει της Κ.Δ.Π.104/2013 η Cyprus Popular Bank Co. Ltd μεταβίβασε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ότι δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013 αυτή η τελευταία τράπεζα είναι που συνεχίζει τη διαδικασία. Επιπλέον, προτάσσουν την ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 30.07.2013 (βλ. τεκμήριο 3) όπου αναφέρεται ότι η Τράπεζα Κύπρου «από σήμερα (νοείται από την 30.07.2013) εξέρχεται από το καθεστώς εξυγίανσης». Αφήνουν έτσι να νοηθεί ότι η τράπεζα που ανέλαβε τον κύκλο εργασιών της Cyprus Popular Bank Co. Ltd καθώς και τη συνέχιση της αγωγής, δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα φερεγγυότητας. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν όντως δεδομένα που εμπίπτουν στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης. Ό,τι εννοώ είναι πως η οικονομική κρίση που χτύπησε την πόρτα της χώρας μας και έπληξε με βάρβαρο τρόπο το κράτος και τους πολίτες, έχει διαγνωστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και συνεπώς αποτελεί πλέον δικαστική γνώση (βλ. Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθέσεις 551/13 κ.α., ημερομ. 07.06.2013). Πέραν της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου δικαστική γνώση συνιστά και το περιεχόμενο του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013και των σχετικών διοικητικών πράξεων, εν προκειμένω της Κ.Δ.Π.104/2013. Είναι με ιδιαίτερη προσοχή και ενδιαφέρον που διεξήλθα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων καθώς επίσης και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Εν τούτοις δεν συμμερίζομαι τις θέσεις των εναγομένων. Με όλο το σεβασμό στα επιχειρήματα της συνηγόρου τούτων, είμαι της γνώμης ότι πλέον δεν υφίσταται η τράπεζα Cyprus Popular Bank Co. Ltd. Η μεστότητα των διατάξεων της Κ.Δ.Π.104/2013 αποκαλύπτει ότι ο κύκλος εργασιών τούτης της τράπεζας ενσωματώθηκε στον κύκλο εργασιών της Τράπεζας Κύπρου. Πολύ πρόσφατα είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ ανάλογο αίτημα στο πλαίσιο της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 8353/12, Cyprus Popular Bank Co. Ltd ν. Ευθύβουλος Παρασκευαΐδης κ.α., απόφαση ημερομηνίας 21.01.2014. Όπως εκεί ανέφερα σε σχέση με τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π.104/2013 και του Ν.17(Ι)/2013· «Τούτη η διοικητική πράξη, Κ.Δ.Π. 104/2013, δεν έθεσε τους καθ' ων η αίτηση υπό διαχείριση, όπως διατείνονται οι αιτητές. Πολύ πιο δραστικό ήταν το μέτρο που επέβαλε το διάταγμα. Απώτερος όμως στόχος ήταν όχι η διαχείριση λόγω αφερεγγυότητας αλλά η ομαλοποίηση της κατάστασης και η εξυγίανση του ευρύτερου τραπεζικού συστήματος. Με βάση λοιπόν το διάταγμα κλήθηκε τρίτη τράπεζα, εν προκειμένω η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση. Τόσο η Κ.Δ.Π. 104/2013 όσο και ο Νόμος 17(Ι)/2013, καθιστούν σαφές ότι οι εργασίες των καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν, υπό άλλη όμως διάσταση, δηλαδή της τράπεζας που ανέλαβε τούτες. Ο νόμος ρυθμίζει ακόμη και αυτή τη διαδικασία που αφορά εκκρεμούσες αγωγές (βλ. άρθρο 28
(1)του Ν.17(Ι)/2013), διατυμπανίζοντας έτσι τη συνέχιση των διαδικασιών. Διατείνονται οι αιτητές πως ούτε και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι φερέγγυα και ικανή να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Γι' αυτό το λόγο είναι που επικαλούνται τη δήλωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (τεκμήριο 1 στη 2η ένορκη δήλωση) και το προοίμιο του διατάγματος Κ.Δ.Π. 340/
  1. Ούτε με αυτή τη θέση μπορώ να συμφωνήσω. Μείζονας σημασίας είναι η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (τεκμήριο 3 στην ένσταση), ενός εκ των αρμοδίων οργάνων που επιτηρούν την πορεία εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ρητά αναφέρεται εκεί ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εξήλθε από το καθεστώς εξυγίανσης. Μάλιστα η ανακοίνωση τονίζει ότι η εν λόγω εξέλιξη έθεσε τέρμα σε μια παρατεταμένη εξέλιξη αβεβαιότητας. Εις επίμετρον, κρίνω ότι η σχετική ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας δεν αντιφάσκει του προοιμίου της Κ.Δ.Π. 340/2013 όπως ούτε της ανακοίνωσης που εξέδωσε αργότερα αναφορικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου. Όλα τα πιο πάνω συνυπάρχουν στο ίδιο πλαίσιο και αναδεικνύουν τη σοβαρότητα και το μέγεθος της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας μας και του τραπεζικού τομέα. Την ίδια όμως ώρα όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν και τις ενέργειες που καταβάλλει η πολιτεία, έστω ασθμαίνοντας και ακολουθώντας τις εξελίξεις, για συγκράτηση της ανεξέλεγκτης πτώσης και διάσωση του τραπεζικού τομέα. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν αναδεικνύουν ακριβώς ότι η πολιτεία εφηύρε μέτρα και θέσπισε νομοθεσίες, ώστε οργανισμοί όπως οι καθ' ων η αίτηση, που είχαν την ατυχία να βιώσουν το μένος της οικονομικής κρίσης και να απορροφήσουν το ποικιλόμορφο οικονομικό, κοινωνικό και άλλο κόστος τούτης, να μην μετακυλήσουν την κρίση στην αγορά. Σε μεγάλο βαθμό τούτο επιτεύχθηκε μέσω της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που κλήθηκε να συνεισφέρει στην εξυγίανση. Τα όποια παράλληλα μέτρα συγκράτησης των εκροών κεφαλαίων δεν υποδηλώνουν υπαρκτό κίνδυνο αλλά ενδεχόμενο, μέχρις ότου η κοινωνία ανακτήσει την εμπιστοσύνη της στο τραπεζικό σύστημα.» Απ' όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι δυνάμει των διατάξεων του Ν.17(Ι)/2013 και της Κ.Δ.Π.104/2013 οι ενάγοντες δεν τέθηκαν υπό εκκαθάριση με τη συνήθη έννοια του όρου. Αν τούτη ήταν η περίπτωση θα τίθονταν σε εφαρμογή και οι διατάξεις του μέρους ΧΙΙΙ του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν.66(Ι)/1997, όπως άλλωστε προβλέπεται στο Ν.17(Ι)/
  2. Στην προκείμενη περίπτωση ο κύκλος εργασιών της Cyprus Popular Bank πωλήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, δηλαδή την ενδιάμεση Τράπεζα. Υπό το φως αυτού του δεδομένου καταλήγω ότι δεν εξυπηρετεί διερεύνηση της φερεγγυότητας της Cyprus Popular Bank. Στην παρούσα διαδικασία ενάγοντες είναι, πλέον, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία. Αυτό επιμαρτυρείται και από το τεκμήριο 2, δηλαδή την ειδοποίηση που καταχώρισαν οι ενάγοντες την 27.11.2013, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Ν.17(Ι)/
  3. Επιπλέον, οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντιμετωπίζει πρόβλημα φερεγγυότητας. Η αίτησή τους περιορίστηκε σε γεγονότα που είναι γνωστά τοις πάσι και όχι σε συγκεκριμένα περιστατικά, φέρ' ειπείν ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις καταθέτες ζήτησαν τα χρήματά τους και η τράπεζα αδυνατούσε να τα καταβάλει. Εν κατακλείδι, όπως έχει υποδειχθεί ήδη, η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι σήμερα σε καθεστώς εξυγίανσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.