← Κύπρος

CENTURY INTERNATIONAL ARMS, INC ν. COSTAS V. PHILIPPOU LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1510/14, 9/4/2014

CENTURY INTERNATIONAL ARMS, INC ν. COSTAS V. PHILIPPOU LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1510/14, 9/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1510/14 Μεταξύ: CENTURY INTERNATIONAL ARMS, INC Εναγόντων -και-

  1. COSTAS V. PHILIPPOU LTD
  2. ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  3. ΠΑΡΙΣ Κ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  4. ΑΓΓΕΛΟΣ Κ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγομένων ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 14.3.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κα Μ. Παπαευσταθίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Μάριος Γεωργίου και κα Μ. Αγγελίδου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες και Νικόλας Αγγελίδης & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται, αφορά αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου αφενός ότι το πυρομαχικό υλικό που περιγράφεται ή/και είναι αντικείμενο της σύμβασης ημερομηνίας 11.10.2013 του Διαγωνισμού με αρ. ΓΛ5/2013 μεταξύ του Υπουργείου Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των εναγομένων 1, αποτελεί ιδιοκτησία των εναγόντων και οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα στο εν λόγω υλικό και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες τους, κατέχουν παράνομα και/ή χωρίς δικαίωμα και/ή παρεμβαίνουν παράνομα στο προαναφερθέν πυρομαχικό υλικό, ενεργώντας σε κάθε περίπτωση ως αντιπρόσωποι των εναγόντων. Οι ενάγοντες αξιώνουν, επίσης, εναντίον των εναγομένων γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή παράνομη κατοχή και/ή παράνομη χρήση και/ή παράνομη εκμετάλλευση και/ή παράνομη κάρπωση και/ή παράνομη οικειοποίηση και/ή αποζημιώσεις από τις 11.10.2013 μέχρι παραδόσεως στους ενάγοντες του πυρομαχικού υλικού ιδιοκτησίας των εναγόντων, καθώς και για παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και/ή της συμφωνίας αντιπροσώπευσης των εναγόντων από τους εναγόμενους 1, ενόσω ζητείται ακόμη διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι, ή και μέσω των υπαλλήλων τους ή και των αντιπροσώπων τους ή και των υπηρετών τους, όπως σταματήσουν άμεσα και/ή παύσουν να παρεμβαίνουν και/ή να κατέχουν το πυρομαχικό υλικό ιδιοκτησίας των εναγόντων και/ή να ενεργούν χωρίς τις οδηγίες των εναγόντων ως κυρίως ιδιοκτητών. Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 14.3.2014 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο αφενός απαγορεύεται στους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση και/ή μέσω των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων και/ή αντιπροσώπων τους, να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή άλλως πως διαθέσουν με οποιοδήποτε τρόπο το πυρομαχικό υλικό αντικείμενο της σύμβασης ημερομηνίας 11.10.2013 του Διαγωνισμού με αρ. ΓΛ5/2013 μεταξύ των εναγομένων 1 και της Διεύθυνσης Δημοσίων Συμβάσεων του Γενικού Λογιστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφετέρου διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως σε περίπτωση που ειδοποιηθούν από το Υπουργείο Άμυνας για την παράδοση των πυρομαχικών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης ημερομηνίας 11.10.2013 του Διαγωνισμού με αρ. ΓΛ5/2013, να ειδοποιήσουν αμέσως τους ενάγοντες για την εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 21.3.2014, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 20.3.
  5. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στις 3.4.2014, στην παρουσία εκπροσώπων του Γενικού Λογιστηρίου και του Υπουργείου Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που, ως λέχθηκε στο Δικαστήριο, ενημερώθηκαν εκ μέρους των εμπλεκομένων μερών για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Για τον άμεσο ορισμό της αίτησης για ακρόαση λήφθηκε υπόψη αφενός ότι βάσει της προαναφερθείσας σύμβασης το επίδικο πυρομαχικό υλικό θα έπρεπε να παραδοθεί και εξαχθεί σε 6 μήνες από τις 11.10.2013 και αφετέρου ότι ο Διοικητικός Λειτουργός της Διεύθυνσης Εξοπλισμών του Υπουργείου Άμυνας - ο οποίος ήταν παρών στο Δικαστήριο σε όλα τα στάδια μετά την επίδοση του εκδοθέντος διατάγματος στους καθ' ων η αίτηση - δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι «έχουν ειδοποιηθεί οι εναγόμενοι ότι μπορούν να αρχίσουν άμεσα την έναρξη των εργασιών σύμφωνα με το σχέδιο απομάκρυνσης και διάθεσης των πυρομαχικών που υπέβαλαν οι εναγόμενοι στο Υπουργείο Άμυνας για έγκριση» καθώς και ότι «δεν είναι υψηλού βαθμού επικινδυνότητας τα συγκεκριμένα φυσίγγια, όμως ως πυρομαχικά κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσε να είναι επικίνδυνα». Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι Δ.48 θ.θ. 1-3, 8 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ο περί Εκρηκτικών Υλών Νόμος Κεφ. 54, οι περί Εκρηκτικών Υλών Κανονισμοί, ο περί της Διεθνούς Συμβάσεως περί Ασφάλειας της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα του 1974 (Κυρωτικός Πρωτοκόλλου του 1988) Νόμος 24(ΙΙΙ)/1997, ο περί της Διεθνούς Συμβάσεως περί Αστικής Ευθύνης και Αποζημίωσης για Ζημιά σε σχέση με τη θαλάσσια μεταφορά επικίνδυνων και επιβλαβών ουσιών του 1996 (Κυρωτικός) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2004, το δίκαιο της επιείκειας καθώς και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Νίκος Παπαευσταθίου, διευθύνων συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέροντας γεγονότα που γνωρίζει λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς του αλλά και από πληροφορίες που συνέλεξε σχετικά από τους ενάγοντες. Λόγω του ότι οι ενάγοντες έχουν την έδρα των εργασιών τους στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και οι διευθυντές και αξιωματούχοι τους είναι κάτοικοι εξωτερικού που ασχολούνται με διεθνείς συναλλαγές ήταν αδύνατο και ιδιαίτερα χρονοβόρο να ταξιδεύσουν για την παρούσα υπόθεση και εξουσιοδότησαν τον ενόρκως δηλούντα, λόγω και του κατεπείγοντος του θέματος, να προβεί στην ένορκή του δήλωση. Οι ενάγοντες ασχολούνται με την αγορά και πώληση όπλων, πυρομαχικών και άλλου είδους εξοπλισμό ασφαλείας, κατέχοντας σχετική άδεια και αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς παλαιών όπλων και πυρομαχικών, τα οποία μεταπωλούν. Περί τον Ιούνιο του 2013 οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για την προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού προσφορών από το Υπουργείο Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας και επικοινωνώντας με τους εναγόμενους 1, μετά από συστάσεις του Πρίαμου Κούμα, συνεργάτη των εναγόντων που είναι κάτοικος Ελλάδας, τους πρότειναν να τους αντιπροσωπεύσουν στην Κύπρο στην προσφορά με αρ. ΓΛ5/2013 (στο εξής «η προσφορά»), την οποία προκήρυξε το Υπουργείο Άμυνας για την καταστροφή συμβατικών πυρομαχικών, απαρτίων και άλλων συναφών εκρηκτικών υλικών. Οι εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν την πρόταση των εναγόντων και συμφωνήθηκε ότι θα λάμβαναν προμήθεια 10% επί του ποσού της προσφοράς. Με έγγραφη εξουσιοδότηση ημερομηνίας 2.7.2013 (Τεκμήριο 1), οι ενάγοντες εξουσιοδότησαν τον εναγόμενο 2, διευθυντή των εναγομένων 1, ώστε να εκπροσωπήσει τους ενάγοντες στη διαδικασία της προσφοράς, αναφέροντας ότι οι τελευταίοι θα είναι υπεύθυνοι για την εξασφάλιση άδειας εισαγωγής των πυρομαχικών στην Αμερική. Με επιστολή τους ημερομηνίας 4.7.2013 προς το Γενικό Λογιστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας (Τεκμήριο 2), οι εναγόμενοι 1 επεξηγούσαν ότι ενεργούν ως αντιπρόσωποι και κατ' εντολή των εναγόντων στην προσφορά και θα είναι υπεύθυνοι για την άδεια εξαγωγής των πυρομαχικών από την Κύπρο σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς για τη μεταφορά πυρομαχικών, στις πρόνοιες των οποίων αναφέρεται ο ενόρκως δηλών σχετικά με την αναγκαιότητα έκδοσης άδειας εξαγωγής των πυρομαχικών από τη μία χώρα, την ασφαλή μεταφορά τους μέσω θαλάσσης και την αναγκαιότητα έκδοσης άδειας εισαγωγής στη χώρα υποδοχής των πυρομαχικών. Αντίγραφο της σχετικής άδειας εισαγωγής που κατέχουν οι ενάγοντες επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Οι εναγόμενοι 1 υπέβαλαν την προσφορά περί τις 11.7.2013 (βλ. Τεκμήριο 4) δηλώνοντας ρητά στον όρο 5 του οικονομικού μέρους της προσφοράς (υπό τον τίτλο «Financial Offer Template») ότι ενεργούν ως αντιπρόσωποι των εναγόντων. Στο Τεκμήριο 4 περιλαμβάνεται πιστοποιητικό με το οποίο οι εναγόμενοι 1 βεβαιώνουν ότι σε περίπτωση που θα τους ανατεθεί η προσφορά δεν θα προχωρήσουν στην πώληση ή άλλη διάθεση των πυρομαχικών σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκτός από τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 5). Περί τις 11.10.2013, ο εναγόμενος 2 ενεργώντας εκ μέρους των εναγόντων, υπέγραψε τη συμφωνία με την οποία κατακυρώθηκε η προσφορά, πληροφορώντας σχετικά τους ενάγοντες στις 21.10.2013 και αποστέλλοντας αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. Τεκμήριο 6). Μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 17.10.2013 ο εναγόμενος 2 εξηγούσε στους ενάγοντες τους κύριους όρους της προαναφερθείσας συμφωνίας, αναφέροντας ρητά ότι οι εναγόμενοι 1 θα διευθετούσαν για την εξαγωγή των πυρομαχικών από την Κύπρο και οι ενάγοντες θα ήταν υπεύθυνοι για την έκδοση άδειας εισαγωγής τους στην Αμερική, με τα έξοδα μεταφοράς και συσκευασίας να βαρύνουν τους ενάγοντες και η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης ύψους €220.000 θα καταβάλλετο με την παράδοση του εν λόγω υλικού στους εναγόμενους 1 (βλ. Τεκμήριο 7). Με βάση τη συμφωνία η παράδοση του υλικού θα πρέπει να γίνει εντός 6 μηνών από την υπογραφή της και η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας είναι 48 μήνες από την υπογραφή της, που ερμηνεύεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα πληροφορεί μόνο τους ενάγοντες για νέες περιπτώσεις πώλησης άλλων πυρομαχικών. Όπως προκύπτει από αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. Τεκμήριο 8), στις 7.11.2013 οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους 1 και 2 για τους ειδικούς που θα τους εκπροσωπούσαν στη διαδικασία εκτέλεσης της συμφωνίας και στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 με επιστολή εκ μέρους των εναγομένων 1 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Άμυνας ημερομηνίας 12.11.2013 (βλ. Τεκμήριο 9), κοινοποίησε τα ονόματα των προσώπων που θα βοηθούσαν στην εκτέλεση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγόντων. Περί τις 11.1.2014, ο εναγόμενος 2 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται αποκλειστικά στο Υπουργείο Άμυνας (βλ. Τεκμήριο 10). Ο Πρίαμος Κούμας - συνεργάτης των εναγόντων λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην εκτέλεση της συμφωνίας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εναγόμενο 2, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι η καθυστέρηση οφείλετο στο ότι προηγείτο η μετακίνηση άλλων πυρομαχικών από τις ίδιες αποθήκες. Ωστόσο, ο εναγόμενος 2 με επιστολή του ημερομηνίας 4.3.2014 προς τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 11) ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι η Κυπριακή Δημοκρατία απεφάσισε να προχωρήσει σε νέα κατακύρωση προσφοράς με σκοπό την είσπραξη μεγαλύτερου ποσού χρημάτων. Ενόψει των πιο πάνω, οι ενάγοντες επικοινώνησαν με την Πρεσβεία της Κύπρου στις Ηνωμένες Πολιτείες και με το εμπορικό κέντρο της Πρεσβείας της Κύπρου στη Νέα Υόρκη, αποστέλλοντας ηλεκτρονικό μήνυμα στις 4.3.2014, όπου επεξηγούσαν την κατάσταση τονίζοντας ότι τα υπό αναφορά πυρομαχικά είναι άκρως επικίνδυνα (βλ. Τεκμήριο 12), λαμβάνοντας την απάντηση λειτουργού της Πρεσβείας στις 5.3.2014 (βλ. Τεκμήριο 13) ότι προώθησε το μήνυμα των εναγόντων στις αρμόδιες υπηρεσίες της Κύπρου, χωρίς ωστόσο να δοθεί οποιαδήποτε σχετική απάντηση μέχρι τώρα. Δεδομένου ότι οι ενέργειες των εναγόντων δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα αναζητήθηκαν, μέσω των δικηγόρων των εναγόντων στην Αμερική, δικηγόροι στην Κύπρο για να χειριστούν την υπόθεση των εναγόντων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα και από πληροφορίες που έλαβε από τον Πρίαμο Κούμα, οι εναγόμενοι δεν θα συνεχίσουν με την εκτέλεση της υπογραφείσας συμφωνίας ημερομηνίας 11.10.2013 καθότι θα πωλήσουν τα πυρομαχικά με μεγαλύτερο αντίτιμο σε τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Σε προφορική επικοινωνία του ενόρκως δηλούντος με το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Άμυνας στις 12.3.2014, ο τελευταίος κατόπιν διερεύνησης του θέματος, διέψευσε τους αναληθείς ισχυρισμούς των εναγομένων 1 που περιέχονται στο Τεκμήριο 11 και τον ενημέρωσε ότι η προσφορά παραμένει κατακυρωμένη στους ενάγοντες μέσω των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο και ουδέποτε ακυρώθηκε, τα δε πυρομαχικά παραμένουν αποθηκευμένα στις αποθήκες της Εθνικής Φρουράς. Με τη θέση ότι οι ενάγοντες έχουν καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων και θα είναι σχεδόν αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, με κίνδυνο να παραληφθούν τα πυρομαχικά εκ μέρους των εναγομένων και να διατεθούν σε άτομα που δεν έχουν την κατάλληλη κατάρτιση για την καταστροφή τους ή να προχωρήσουν σε διαδικασίες εξαγωγής από πρόσωπο που δεν είναι κάτοχος άδειας εισαγωγής του υλικού, ο ενόρκως δηλών θεωρεί αναγκαία την έκδοση του υπό κρίση προσωρινού διατάγματος. Στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 20.3.2014, έχουσα νομική βάση παρόμοια με αυτήν της αίτησης, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στην παρούσα αίτηση εφόσον δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 ούτε και οποιαδήποτε νομική σχέση μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2-4, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, ούτε και είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον η οποιαδήποτε ζημιά των εναγόντων είναι αποτιμητή χρηματικά, οι αποζημιώσεις είναι επαρκής θεραπεία για αυτούς και οι εναγόμενοι 1 είναι αξιόχρεη εταιρεία · δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου · το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή εκδόθηκε μονομερώς χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις κατά παράβαση του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και δεν μπορεί να τίθεται θέμα οριστικοποίησης του εφόσον εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία · δυνάμει του επίδικου διατάγματος δεσμεύθηκε μεγάλος αριθμός παλαιών πυρομαχικών, που ανήκει στους εναγόμενους 1 και αγοράστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα υποστεί τις επιπτώσεις από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, κάτι που είναι δυσανάλογο και άσχετο με τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδίδει διάταγμα και να επηρεάζει δικαιώματα προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή · το επίδικο διάταγμα επηρεάζει τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία θα είναι αναγκασμένη να διατηρεί ληγμένα και πεπαλαιωμένα πυρομαχικά σε στρατόπεδα πλησίον κατοικημένων περιοχών με κίνδυνο να εκραγούν με τραγικές συνέπειες για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή των στρατιωτών και των κατοίκων της περιοχής · το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει όπως τα πιο πάνω πυρομαχικά απομακρυνθούν αμέσως από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεπώς το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί · η έκδοση του επίδικου διατάγματος ισοδυναμεί με έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, εφόσον αναγκάζει έμμεσα να δοθούν τα πυρομαχικά στους ενάγοντες, που είναι νομικά ανεπίτρεπτο εφόσον η ζημιά των εναγόντων, αν επιτύχουν στην αγωγή τους, μπορεί εύκολα να υπολογιστεί σε χρηματικό ποσό · τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, καταχωρήθηκαν για αλλότριους σκοπούς και/ή για άσκηση πίεσης στους εναγόμενους, δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, η αγωγή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική, προκαλεί αμηχανία στους εναγόμενους και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου · η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο, ο οποίος μάλιστα υπογράφει και την αγωγή-παρεμβάλλεται εδώ ότι ο λόγος αυτός εγκαταλείφθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης · με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παραποιούνται και αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα, όπως ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ως αντισυμβαλλόμενο μέρος των εναγομένων 1 ενέκρινε νέο τρίτο νομικό πρόσωπο ως τον τελικό παραλήπτη των πυρομαχικών · δεν υπάρχει οτιδήποτε το κατεπείγον στην υπό κρίση αίτηση, η οποία είναι νομικά και τυπικά αβάσιμη και · η έκδοση του διατάγματος θα επιφέρει πρόωρη ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους 1 και σε όλους τους επηρεαζόμενους, χωρίς να εξυπηρετήσει τα πραγματικά συμφέροντα οποιουδήποτε Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος 2, ένας εκ των διευθυντών των εναγομένων 1, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, προσδιορίζοντας την πηγή των πληροφοριών του για όσα δεν γνωρίζει προσωπικά και η αναφορά του σε νομικά θέματα γίνεται μετά από συμβουλή των δικηγόρων του. Με αναφορά στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, τους οποίους δεν αποδέχεται θεωρώντας τους αναληθείς και υιοθετώντας τους λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι στις 29.1.2014, οι εναγόμενοι 1 με αίτημά τους προς την Συντονιστική Αναθέτουσα Αρχή ζήτησαν την αντικατάσταση των εναγόντων βάσει των όρων της υπογραφείσας συμφωνίας ημερομηνίας 11.10.2013 (βλ. Τεκμήριο 2 της ένστασης), το οποίο εγκρίθηκε προφορικά περί τον Φεβρουάριο του 2014 και γραπτά στις 17.3.
  7. Αντίγραφο της γραπτής έγκρισης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, στο οποίο έχει διαγραφεί το όνομα της εταιρείας που εγκρίθηκε καθώς και τα ποσά της σύμβασης, τα οποία είναι εμπιστευτικά και αποτελούν προσωπικά δεδομένα. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η άδεια των εναγόντων που αφορά τις επιχειρήσεις της είναι γνήσια. Η επίδικη προσφορά προκηρύχθηκε τον Μάιο του 2013 (βλ. Τεκμήριο 3), για την προκήρυξη της οποίας ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με τον Πρίαμο Κούμα περί το τέλος του 2012 - αρχές του 2013, ενημερώνοντας τον για την πρόθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προκηρύξει την προσφορά από πληροφορίες που είχε από σχετικά δημοσιεύματα. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 4 της ένστασης, οι ενάγοντες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 8.1.2013 εκφράζουν γραπτώς το ενδιαφέρον τους να συνεργαστούν με τους εναγόμενους για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων παλαιών πυρομαχικών από την Κύπρο, δηλώνοντας ότι θα προσκομίσουν άδεια εισαγωγής από την Αμερική για αυτά που θα αγοράσουν. Από το Τεκμήριο 5, που αποτελεί ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 29.5.2013, προκύπτει ότι ο ενόρκως δηλών ενημέρωσε τον Πρίαμο Κούμα για τις ημερομηνίες που θα μπορούσε να επιθεωρήσει τα πυρομαχικά, ο οποίος στις 7.6.2013 προέβη στην επιθεώρηση (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Ουδέποτε συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία αντιπροσώπευσης των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων 1, οι οποίοι θα ελάμβαναν από τους ενάγοντες το ποσό των €242.000 με την παραλαβή των πυρομαχικών και θα τα κατέβαλλαν στη Δημοκρατία με την έκδοση τιμολογίου. Από τις προφορικές συνεννοήσεις μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 συνάγεται ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ τους και το έγγραφο εξουσιοδότησης που συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα της προσφοράς ήταν παρεμφερούς σημασίας και όχι ουσιώδης όρος της σύμβασης, εφόσον δεν υπάρχει υπογραφή των εναγομένων 1 ότι αποδέχονται την εξουσιοδότηση. Οι όροι της προσφοράς δεν απαιτούσαν οτιδήποτε άλλο πέραν των εντύπων 1-5 (βλ. Τεκμήριο 8 της ένστασης), τα οποία οι εναγόμενοι 1 κατέθεσαν κατά την υποβολή της προσφοράς τους και η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι δε ενάγοντες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Το έγγραφο εξουσιοδότησης, που αποτελεί το Τεκμήριο 1 της αίτησης, είναι ανυπόγραφο και δεν απαιτείτο για την υποβολή της προσφοράς ούτε και δικαιολογούσε την έκδοση του επίδικου διατάγματος, είχε δε ζητηθεί από τους εναγόμενους 1 για να υποστηρίξουν ότι τα πυρομαχικά θα κατέληγαν σε έγκυρα χέρια και σε υπεύθυνη εταιρεία που θα εξασφάλιζε άδεια εισαγωγής. Η οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα των εναγόντων στα έγγραφα της προσφοράς δεν δημιουργεί οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1, εφόσον είχε σκοπό να φανεί με ποια εταιρεία είχαν πρόθεση να συνεργαστούν οι εναγόμενοι 1 χωρίς να υπάρχει συμφωνία αντιπροσώπευσης. Ως προς την άδεια εισαγωγής, που αποτελεί το Τεκμήριο 3 της αίτησης, αυτή αποτελεί γενική άδεια εισαγωγής πυρομαχικών εντός της Αμερικής, ενόσω για την εισαγωγή των συγκεκριμένων πυρομαχικών οι ενάγοντες θα έπρεπε να συμπληρώσουν αιτήσεις ως τα δείγματα που αποτελούν τα Τεκμήρια 9 και 10 της ένστασης. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι έχουν εξασφαλίσει άδεια εισαγωγής για τα επίδικα πυρομαχικά είναι ψευδής και παραπλανητικός και αποτελεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που δικαιολογεί την ακύρωση του επίδικου διατάγματος, αποτελώντας και έναν ακόμη λόγο για τον οποίο οι εναγόμενοι 1 ζήτησαν την αντικατάστασή των εναγόντων για την επίδικη προσφορά. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων αποτελεί και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η προσφορά υπεβλήθη εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους. Όσον αφορά το πιστοποιητικό-βεβαίωση ορθής χρήσης (βλ. Τεκμήριο 4 της αίτησης) παρά το ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο έγγραφο, όπως επεξηγεί ο ενόρκως δηλών με βάση τους όρους της συμφωνίας (βλ. όρο 2.1.1.3 των ειδικών όρων του Παραρτήματος ΙΙ- Τεκμήριο 2 της ένστασης), κατετέθη με τα έγγραφα της προσφοράς για να ενισχυθεί η θέση των εναγομένων 1 ότι τα πυρομαχικά δεν θα διατεθούν σε τρίτο μη έγκυρο πρόσωπο, και δεν δημιουργούνται δυνάμει αυτού συμβατικά δικαιώματα για τους ενάγοντες. Λόγω επανειλημμένων προφάσεων των εναγόντων, στις οποίες αναφέρεται με λεπτομέρεια ο ενόρκως δηλών, ότι δεν θα παρελάμβαναν ολόκληρη την ποσότητα των πυρομαχικών (βλ. Τεκμήρια 11-14), οι εναγόμενοι 1 δεν μπορούσαν να βασισθούν στους ενάγοντες για την παροχή των υπηρεσιών τους και λόγω του κινδύνου οικονομικών και νομικών κυρώσεων δυνάμει της υπογραφείσας συμφωνίας, ζήτησαν την αντικατάσταση τους. Η καθυστέρηση που δημιουργείται με την έκδοση του επίδικου διατάγματος δημιουργεί κίνδυνο για την ζωή των οπλιτών που φυλάττουν τα πυρομαχικά και για την ασφάλεια των κατοίκων στις γύρω περιοχές, δεδομένου ότι σύμφωνα με σχετική έκθεση ειδικού εμπειρογνώμονα (βλ. Τεκμήρια 15-16) συνεπεία του τρόπου φύλαξης των πυρομαχικών υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης τους. Ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 17, απαιτείται τεράστιος όγκος εργασίας εκ μέρους των εναγομένων 1 για την εξαγωγή των πυρομαχικών, ενόσω οι απαιτήσεις των εναγόντων για την εκτέλεση της συμφωνίας δυσχέραιναν την διαδικασία. Ο ενόρκως δηλών ενημέρωνε τον εκπρόσωπο των αιτητών για τις εξελίξεις επί του θέματος (βλ. Τεκμήριο 18) και από το περιεχόμενο της επιστολής των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες (Τεκμήριο 19) προκύπτει η ανακρίβεια των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, δεδομένου ότι ήταν επιτρεπτή η αντικατάσταση των αιτητών για την εκτέλεση της συμφωνίας. Με την εισήγηση ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση του επίδικου διατάγματος καθότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και επειδή η οποιαδήποτε ζημιά των εναγόντων είναι χρηματική με δυνατότητα μεταγενέστερης αποζημίωσης, ο ενόρκως δηλών ζητά την ακύρωση του. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι τους, των οποίων οι εισηγήσεις θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ενόσω το άρθρο 5 που επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης δεν είναι σχετικό με το αιτητικό της, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση προέχει η εξέταση του ισχυρισμού των καθ' ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης εκ μέρους των αιτητών ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, έχοντας ήδη επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developments Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Η εισήγηση του κ. Γεωργίου είναι ότι οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, η κα Παπαευσταθίου εισηγήθηκε ότι οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη προσαχθείσα μαρτυρία βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και των Τεκμηρίων που τις συνοδεύουν, έχω σχηματίσει την αντίληψη ότι οι αιτητές κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, δεν απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξ αντικειμένου είχαν βαρύνουσα σημασία και μπορούσαν να επηρεάσουν καταφανώς την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όσα αφορούν τη συνεργασία τους με τους εναγόμενους 1 για την υποβολή της προσφοράς, η οποία θεωρούν ότι υπεβλήθη εκ μέρους των εναγομένων 1 υπό την ιδιότητα τους ως αντιπροσώπων τους κατόπιν της μεταξύ τους συμφωνίας καθώς και ό,τι επακολούθησε και περιήλθε σε γνώση τους αναφορικά με τον αποκλεισμό των εναγόντων από την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης με την Κυπριακή Δημοκρατία. Το γεγονός ότι οι αιτητές κατά την έκδοση μονομερώς του υπό κρίση διατάγματος έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου την γενική άδεια εισαγωγής πυρομαχικών στην Αμερική (Τεκμήριο 3) αντί άδειας για το συγκεκριμένο υλικό, δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου να θεωρηθεί ότι επηρέασε εξ αντικειμένου την κρίση του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του. Όσα προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση δεν θεωρώ ότι αποτελούν μη αποκάλυψη γεγονότων ουσιώδους σημασίας, που θα είχαν στο παρόν στάδιο ως συνέπεια την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος σύμφωνα με τη νομολογία. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει. Ως προς τις τρεις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και οι οποίες σύμφωνα με την κα Παπαευσταθίου συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι είχαν συμφωνήσει με τους εναγόμενους 1 να τους αντιπροσωπεύσουν στην επίδικη προσφορά, η οποία κατεκυρώθη στους τελευταίους υπό την ιδιότητα τους ως αντιπροσώπων των εναγόντων και η σχετική σύμβαση μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των εναγομένων 1 υπεγράφη από τους εναγόμενους 1 υπό αυτή τους την ιδιότητα, όπως αναλυτικά πιο πάνω παρατέθηκε στη σύνοψη της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους των αιτητών. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι οι εναγόμενοι 2-4 είναι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 της αίτησης, διευθυντές και μέτοχοι των εναγομένων
  1. Η βάση των αξιώσεων των εναγόντων σχετίζεται με την, κατά τον ισχυρισμό τους, συμφωνία τους με τους εναγόμενους 1, που αποτελεί εταιρεία και ως εκ τούτου νομικό πρόσωπο με δική του υπόσταση, χωρίς να προκύπτει από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε συμφωνία με τους εναγόμενους 2-4, υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Οι καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται τη συνεργασία τους με τους αιτητές, προβάλλουν ωστόσο ότι δεν επρόκειτο περί συμφωνίας αντιπροσώπευσης. Όπως υπέδειξε η κα Παπαευσταθίου, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων για αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις αξιώσεις τους στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πηγάζει από την παράβαση της συμφωνίας αντιπροσώπευσης μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1, βάσει των Τεκμηρίων 1-2, 4-5 και 7-8 της αίτησης, και ανεξάρτητα του κατά πόσον η συμφωνία αυτή είναι γραπτή ή προφορική, καθώς και από την κατ' ισχυρισμόν των εναγόντων παράνομη επέμβαση και κατοχή του επίδικου υλικού λόγω πώλησης του σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται η προσωπική εμπλοκή των εναγομένων 2-
  2. Δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι πιο πάνω παρατεθείσες θέσεις των αιτητών και χωρίς να παραγνωρίζονται οι αντίθετες θέσεις των καθ' ων η αίτηση δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εναντίον των εναγομένων 1, ενώ το ίδιο δεν ισχύει για τους εναγόμενους 2-
  3. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας έναντι των εναγομένων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές και δεδομένου ότι όσα υποστήριξαν οι καθ' ων η αίτηση, όπως ήδη παρατέθηκαν, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, η εισήγηση της κας Παπαευσταθίου είναι ότι οι αιτητές-ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον η εκτέλεση της υπό αναφορά συμφωνίας από τρίτο άγνωστο πρόσωπο θα στερήσει τους αιτητές από το επίδικο υλικό, το οποίο τους ανήκει δυνάμει της υπογραφείσας συμφωνίας και η απομάκρυνση του υλικού από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς τη συμμετοχή τους εγκυμονεί κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια, αποβαίνουσα ενάντια στο δημόσιο συμφέρον. Όπως, επίσης, εισηγήθηκε η κα Παπαευσταθίου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει τη συνέχιση μιας παράνομης κατάστασης πραγμάτων, που δημιουργήθηκε από την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων 1 έναντι των εναγόντων, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Όπως επαναλήφθηκε δε στην πρόσφατη απόφαση Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Στην προκειμένη περίπτωση επιζητείται η άρση της κατάστασης πραγμάτων, η οποία δημιουργήθηκε με τις ενέργειες των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση 1, τις οποίες οι αιτητές-ενάγοντες θεωρούν αντισυμβατικές. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το Γενικό Λογιστήριο του κράτους έχει ήδη λάβει απόφαση αντικατάστασης του παραλήπτη του επίδικου πυρομαχικού υλικού, μετά την επιστολή των εναγομένων 1 ημερομηνίας 29.1.2014 (βλ. Τεκμήριο 1 της ένστασης), γεγονός που παρέμεινε αναμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον ο ενόρκως δηλών των καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε. Όσα αντίθετα εισηγείται η κα Παπαευσταθίου και η ερμηνεία που δίδεται στο Τεκμήριο 11 της αίτησης δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Η εμπιστευτικότητα ως προς το τρίτο πρόσωπο, ως υπεδείχθη από τον κ. Γεωργίου και συνδέεται με τις διαγραφές επί του Τεκμηρίου 1 της ένστασης, έχει έρεισμα το άρθρο 7 των Γενικών Όρων Συμφωνίας Πλαίσιο (Παράρτημα Ι) και η δυνατότητα τροποποίησης της συμφωνίας προβλέπεται στο άρθρο 20 του ίδιου μέρους (βλ. Τεκμήριο 2 της ένστασης). Υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης άλλωστε δεν συμφωνώ με την κα Παπαευσταθίου ότι τίθεται θέμα διαφύλαξης του κράτους δικαίου σύμφωνα με τα λεχθέντα στη υπόθεση Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245. Θεωρώ ότι οι αρμόδιες κρατικές αρχές, που έχουν σχέση με την επίδικη προσφορά και την υπογραφείσα με τους εναγόμενους 1 σύμβαση εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχουν πλήρη επίγνωση των τυχόν κινδύνων από την όποια τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας με την αντικατάσταση του παραλήπτη του επίδικου πυρομαχικού υλικού καθώς και όσων απαιτούνται ως προς την ασφαλή απομάκρυνση και μεταφορά του εν λόγω πυρομαχικού υλικού εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχοντας αφενός την πλήρη ευθύνη για αυτήν τους την απόφαση και ενεργώντας αφετέρου, ως είναι υποχρέωση τους, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Ο αποκλεισμός των αιτητών-εναγόντων από την εκτέλεση της υπογραφείσας σύμβασης, υπό το φως όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ενέχει μόνο χρηματικές συνέπειες για τους ίδιους έναντι των εναγομένων 1 και ότι οι ενάγοντες θα έχουν τη δυνατότητα να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα αν επιτύχουν στην αγωγή τους. Ως ορθά επικαλέστηκαν οι καθ' ων η αίτηση δεν τίθεται θέμα αφερεγγυότητας και αδυναμίας των εναγομένων 1 να καταβάλλουν τυχόν αποζημιώσεις, που αποτελούν επαρκή θεραπεία για τους αιτητές, νοουμένου ότι οι τελευταίοι αποδείξουν όσα ισχυρίζονται κατά την εκδίκαση της αγωγής. Όλοι οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη δείχνουν ότι η οποιαδήποτε ζημιά των αιτητών, νοουμένου ότι αυτοί επιτύχουν στην αγωγή τους, είναι χρηματική και δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 θα παραμείνει ανικανοποίητη. Κρίνεται συνεπώς ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση, καθότι εάν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ, θα πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση του. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών. Αφενός δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά των αιτητών δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος θα απέληγε ενάντια στο δημόσιο συμφέρον λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου για την δημόσια ασφάλεια αν παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής το επίδικο πυρομαχικό υλικό, που ως είναι κοινώς αποδεκτό είναι επικίνδυνο στην κατάσταση που ευρίσκεται, και δεδομένου ότι οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες επέλεξαν να προχωρήσουν με την αντικατάσταση των εναγόντων για την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, ως παρατέθηκε πιο πάνω. Για τους προαναφερθέντες λόγους, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 14.3.2014 ακυρώνεται στην ολότητα του, με έξοδα εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.