Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Lombard NatWest Bank Ltd) ν. Μιχαήλ Τύμβιου κ.α., Αγωγή αρ. 14665/97, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 14665/97 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Lombard NatWest Bank Ltd) Εναγόντων -και-
- Μιχαήλ Τύμβιου
- Evgenia Michaelidou Developments Ltd Εναγομένων ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 24.2.2014 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους 1 και 2: κ. Ν. Αγγελίδης για Νικόλας Αγγελίδης & Συνεργάτες και Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση ημερομηνίας 31.10.2013 (στο εξής «η κυρίως αίτηση»), στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται, αφορά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το εκδοθέν στις 27.9.2012 διάταγμα στην παρούσα αγωγή. Με το εν λόγω διάταγμα δόθηκε στους ενάγοντες άδεια για εκτέλεση της απόφασης επί της αγωγής που εκδόθηκε στις 28.4.1998, για περίοδο 10 ετών από την έκδοση του, κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 14.9.
- Με την κυρίως αίτηση ζητείται η ακύρωση και/ή παραμερισμός του εν λόγω διατάγματος για τους λόγους που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που τη συνοδεύει και σχετίζονται τόσο με την έκδοση του διατάγματος δυνάμει μονομερούς αίτησης όσο και αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγόντων που σχετίζονται με τα διαβήματά τους για εκτέλεση της επί της αγωγής απόφασης καθώς και με την καθυστέρηση στη διαδικασία εκτέλεσής της. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι με μονομερή αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 30.1.2013 και αφού προηγήθηκε συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 77 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εξασφαλίστηκε στις 5.2.2013 διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας της Κυπριακής Δημοκρατίας - μεσεγγυούχου για το ποσό των £101.320,45, ισάξιο σε €173.116,26, πλέον τόκων και εξόδων, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 28.4.1998, το οποίο επιδόθηκε τόσο στον μεσεγγυούχο όσο και στον εναγόμενο 1 που τον αφορούσε και εκκρεμεί η εκδίκασή του. Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εναγόμενο 1, στην ένορκή του δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση, για να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Σάββα Άδωνη, οι οποίοι προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του τελευταίου ημερομηνίας 8.1.2014, που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων στην κυρίως αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1- 4
(2), 8 και 9 και Δ.64 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του εναγόμενου 1, ο οποίος ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, έχοντας λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 2 εταιρεία, την οποία εκπροσωπεί. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι απαραίτητη καθότι είναι αναγκαία η συμπερίληψη γεγονότων και ισχυρισμών προς απάντηση ψευδών, αναληθών και παραπλανητικών ισχυρισμών των εναγόντων στην ένστασή τους επί της κυρίως αίτησης -παραθέτοντας στη συνέχεια τις σχετικές παραγράφους της ένορκης δήλωσης της ένστασης- ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα και να διαφυλαχθούν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των αιτητών, που έχουν και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους στην κυρίως αίτηση. Συγκεκριμένα, απαιτείται να απαντηθεί η θέση των εναγόντων ότι η κυρίως αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της, ως προβάλλεται από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τέτοιο θέμα εφόσον οι ίδιοι καθυστέρησαν να λάβουν μέτρα εκτέλεσης της επί της αγωγής απόφασης και για να δικαιολογήσουν την αδράνειά τους ισχυρίζονται ψευδώς ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν παράταση χρόνου για την αποπληρωμή των χρεών τους. Επίσης, πρέπει να απαντηθεί ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων ότι η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στους εναγόμενους και εκδόθηκε εκ συμφώνου, μετά την εμφάνισή τους στο Δικαστήριο, δικαστική απόφαση δεδομένου ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του κατά το έτος 1998 εφόσον από τον Νοέμβριο του 1996 μέχρι το τέλος Μαΐου του 1998 ο εναγόμενος 1 απουσίαζε στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους, ως προκύπτει από ηλεκτρονικό μήνυμα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Η θέση των εναγόντων ότι οι ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, πέραν του ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εφόσον ο αρχικός δικαστικός φάκελος της αγωγής έχει καταστραφεί. Απαιτείται, επίσης, να απαντηθεί ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων ότι η άδεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μπορεί να ληφθεί κατόπιν μονομερούς αίτησης, δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αλλαγή διαδίκου και όχι μόνο αλλαγή ονόματος, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, χρήζουν απάντησης οι ισχυρισμοί των εναγόντων που σχετίζονται με την καταβολή σ' αυτούς από τον Επίσημο Παραλήπτη ποσού, το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου 1, ενόσω αυτός τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης, οι δε ενάγοντες, κατόπιν θέματος που έθεσε ο εναγόμενος 1, συμφώνησαν ότι εξοφλήθηκαν πλήρως και οριστικώς οι απαιτήσεις τους εναντίον του εναγόμενου 1 και συγκατατέθηκαν στην ακύρωση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του και στην αποκατάστασή του. Με τη θέση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφόσον τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι υπάρχει καλός λόγος προς τούτο, ώστε να τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την ακρόαση της αίτησης και να μην προκληθεί η αδικία στους αιτητές, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης ημερομηνίας 11.3.2014, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 και Δ.39, στη νομολογία και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου καθώς και στις συμφυείς του εξουσίες, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα καθότι οι αιτητές γνώριζαν τα γεγονότα που επιθυμούν να εισάξουν και όφειλαν να τα είχαν περιλάβει στην κυρίως αίτηση, μαζί με όλα τα έγγραφα και τα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν σε γνώση τους, όπως και τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να προσθέσουν, εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι νομικοί ισχυρισμοί η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, προσπάθεια κωλυσιεργίας και κλασσικό παράδειγμα έκδηλης κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών με την εισαγωγή μη ουσιωδών γεγονότων και ισχυρισμών, αποσκοπεί δε στην πρόκληση εξόδων και υπέρμετρης καθυστέρησης με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των εναγόντων να εισπράξουν το λαβείν τους οι αιτητές δεν απεκάλυψαν καλό λόγο για την αναγκαιότητα καταχώρησης της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτε επεσύναψαν αυτήν αυτούσια, ως όφειλαν οι αναφορές των αιτητών σε άγνοια των δικαστικών διαδικασιών στερούνται λογικής και πειστικότητας και έρχονται σε αντίθεση με παραδοχές τους και τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων προκαλώντας κωλυσιεργία και ζημιά σ' αυτούς. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο Σάββας Άδωνη, υπάλληλος των εναγόντων, ο οποίος, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην ένορκή του δήλωση, έχοντας και τη νομική συμβουλή των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, ως πιο πάνω παρατέθηκαν, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Οι συνήγοροι, στις γραπτές τους αγορεύσεις, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις νομολογιακές αρχές υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αυτή η Διαταγή έχει τροποποιηθεί και εφαρμόζεται από τις 23.12.1999. Δυνάμει αυτής ο ενδιαφερόμενος μπορεί με προφορικό αίτημα ή και με γραπτή αίτηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για να του παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά την εν λόγω τροποποίηση, στις αιτήσεις που καταχωρούνται βάσει της Δ.48 δεν απαιτείται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη γεγονότων που αμφισβητούνται (βλ. την παλαιά υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)της Δ.48 θ.4, η ακρόαση τέτοιας αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Δ.39 και από το ίδιο εδάφιο πηγάζει και η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει για καλό λόγο, μετά από σχετικό αίτημα, την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα υπόθεση, η κυρίως αίτηση είναι μια ενδιάμεση αίτηση που βασίζεται δικονομικά στη Δ.48 και αυτό προκύπτει και από τη νομική βάση τόσο της ίδιας της αίτησης όσο και της ένστασης σ' αυτή. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί στην υπό κρίση αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Ως αναφέρεται στο αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ζητείται προς απάντηση ισχυρισμών του Σάββα Άδωνη, που περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης του δήλωσης και έχουν παρατεθεί πιο πάνω στη σύνοψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι με την αίτηση τους οι ενάγοντες επιχειρούν να διορθώσουν την παράλειψη τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, τα οποία όφειλαν να περιλάβουν στην αίτηση τους εφόσον ήταν γνωστά σ' αυτούς αλλά και ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με την κυρίως αίτηση, με την εισήγηση ότι δεν διαφάνηκε καλός λόγος για την αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως απάντησης σε ισχυρισμούς της καταχωρηθείσας ένστασης. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. κ. α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Αγγελίδης και η οποία αφορούσε αίτηση που υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αίτησης για επαναφορά έφεσης, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «.. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Αναμφίβολα όταν καταδεικνύεται καλός λόγος είναι δυνατό να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να παρασχεθούν διευκρινίσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων με βάση τις περιστάσεις και τη φύση της εκάστοτε διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας ζητείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές, όπως επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, θεωρούν αναληθείς τις αναφορές του ενόρκως δηλούντος των καθ' ων η αίτηση που σχετίζονται με την καταχρηστική και καθυστερημένη υποβολή της κυρίως αίτησης, υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες αδράνησαν και καθυστέρησαν να λάβουν μέτρα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 28.4.
- Οι αιτητές επιθυμούν να προβάλλουν ισχυρισμούς για να διαφανεί ότι όσα σχετικά αναφέρονται εκ μέρους των εναγόντων ως προς τα ληφθέντα μέτρα εκτέλεσης και τους λόγους της καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης είναι ψευδή. Επιθυμούν επίσης να αναφερθούν στον τρόπο έκδοσης της προς εκτέλεση δικαστικής απόφασης και στην κατά τη θέση τους αντικανονική έκδοση του διατάγματος άδειας εκτέλεσης με μονομερή αίτηση. Παρατηρείται εν προκειμένω ότι αυτά τα θέματα περιλαμβάνονται εν εκτάσει στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση και με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ουσιαστικά όπως επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί των αιτητών. Ειδικότερα εκτενής αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση στα μέτρα εκτέλεσης που ισχυρίζονται ότι προώθησαν οι ενάγοντες και στην καθυστέρηση στη λήψη τους αλλά και σε όσα αφορούν την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 28.4.
- Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι η κυρίως αίτηση δεν αποτελεί αίτηση παραμερισμού της απόφασης αυτής οπότε το κατά πόσο η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου ή στην απουσία των αιτητών δεν θεωρείται ως επίδικο θέμα. Όσα δε σχετίζονται με την λήψη της άδειας εκτέλεσης, λανθασμένα κατά τους αιτητές, με μονομερή αίτηση καθώς και το κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν αντικατασταθεί από άλλο νομικό πρόσωπο χωρίς να τηρηθεί η δέουσα διαδικασία αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς, που ήδη περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Έχω την άποψη ότι για τα πιο πάνω θέματα η αμφισβήτηση των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση εκ μέρους των αιτητών δεν αποτελεί καλό λόγο και δεν δικαιολογεί το αίτημα τους να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Άλλωστε οι αιτητές μπορούν να αμφισβητήσουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς που θεωρούν ανυπόστατους ασκώντας το δικαίωμα τους να αιτηθούν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος των καθ' ων η αίτηση, ως προνοείται στη Δ.48 θ.4
(2). Ωστόσο, όσον αφορά το ύψος του οφειλόμενου ποσού εκ μέρους των αιτητών καθώς και το αν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 28.4.1998, στο βαθμό που σχετίζεται με τα θέματα της κυρίως αίτησης δεδομένου ότι μόνο η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού δικαιολογεί την άδεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, η κατάληξη είναι διαφορετική. Κρίνεται επί του προκειμένου ότι, επειδή οι ενάγοντες θεωρούν ότι οι αιτητές αποδέχονται ότι οφείλουν μέρος του ποσού ενώ οι αιτητές αμφισβητούν όχι μόνο το ύψος του αλλά και την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου δυνάμει της δικαστικής απόφασης προβάλλοντας τη θέση στην υπό κρίση αίτηση ότι, κατόπιν συμφωνίας τους με τους ενάγοντες το εξόφλησαν, συντρέχει καλός λόγος για να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών προς διευκρίνιση του θέματος. Δεν μου διαφεύγει ότι δεν έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση οποιοδήποτε προσχέδιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αλλά θεωρώ ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο όταν εξηγείται με σαφήνεια εκ μέρους του αιτούντος σε τέτοιες αιτήσεις ποια θέματα χρήζουν απάντησης και διευκρίνισης. Με βάση όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί κρίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει εν μέρει. Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια στους αιτητές όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντός 15 ημερών από σήμερα, ως η παράγραφος 4.3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση και αφορά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 4(γ) της ένορκης δήλωσης του Σάββα Άδωνη ημερομηνίας 8.1.2014. Δίδεται περαιτέρω άδεια στους καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν, αν επιθυμούν, εντός 15 ημερών από τη λήψη της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των αιτητών, απαντητική ένορκη δήλωση επί του ιδίου θέματος. Ως προς τα λοιπά θέματα η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης και της εν μέρει επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης, τα έξοδα αυτής, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα αποτελέσουν έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης και θα αποδοθούν στον επιτυχόντα στην κυρίως αίτηση διάδικο. (Υπ.)................ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο