← Κύπρος

Savva Home Developers Limited ν. Στέλιου Παπαστυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 312/2011, 14/4/2014

Savva Home Developers Limited ν. Στέλιου Παπαστυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 312/2011, 14/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 312/2011 Μεταξύ: Savva Home Developers Limited Εναγόντων και

  1. Στέλιου Παπαστυλιανού
  2. Σ.Π.Ε. Κυπερούντας Εναγομένων ----------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 5 Δεκεμβρίου 2013 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως 14 Απριλίου,
  3. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κα Α. Σολουκκίδου για Χρ. Τριανταφυλλίδη Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κ. Νικολαΐδης για Ν.Ε. Νεοκλέους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές, επικαλούμενοι τις δικονομικές διατάξεις τροποποίησης των δικογράφων (Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως τους ως ακολούθως: Α. Την τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως δια: Της προσθήκης μετά τη παράγραφο 11 νέων παραγράφων αριθμούμενων ως παραγράφων 12, 13, 14 και 15 ως ακολούθως:- «
  4. Ανεξάρτητα των ανωτέρω αναφερομένων, και/η άνευ βλάβης αυτών οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι χωρίς αυτό να είναι εις γνώση των κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Εναγόμενοι 2 παραπλάνησαν τους Ενάγοντες και/η απέκρυψαν την αλήθεια από τους Ενάγοντες και/η συνωμότησαν μετά του Εναγομένου 1 δια να παραπλανήσουν και/η ξεγελάσουν τους Ενάγοντες και/η από κοινού ενήργησαν δόλια έναντι των Εναγόντων αποκρύπτοντας από τους τελευταίους την αλήθεια ήτοι ότι ο πραγματικός αγοραστής του υπό κρίση ακινήτου ήτο οι Εναγόμενοι 2 και όχι ο Εναγόμενος 1 ως παρουσιάσθει εις τους Ενάγοντες και/η ότι ο Εναγόμενος 1 ήτο εικονικός αγοραστής, και/η
  5. Οι Εναγόμενοι 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ηδύναντο να αγοράσουν επ΄ ονόματι των το υπό κρίση ακίνητο αφού προς το σκοπό αυτό χρειάζοντο την άδεια και/η έγκριση του Εφόρου Συνεργατικής Ανάπτυξης την οποία δεν είχαν και/η την οποία εν πάση περιπτώση δε μπόρεσαν να εξασφαλίσουν και/η δια το λόγο αυτό ενήργησαν ως αναφέρεται εις τη παράγραφο 12 ανωτέρω, και/η
  6. Οι Ενάγοντες, εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνώριζαν τα ανωτέρω αναφερόμενα δεν θα συμβάλλοντο με τον Εναγόμενο 1 και/η δεν θα παρήχαν την οιανδήποτε εγγύηση εις τους Εναγομένους 2 δεδομένου ότι η μεν σύμβαση με τον Εναγόμενο 1 θα ήτο εικονική και κατ΄ επέκταση άκυρη και/η οι Εναγόμενοι 2 δε δεν θα ζητούσαν οιανδήποτε εγγύηση από τους Ενάγοντες αφού θα ήσαν οι ίδιοι αγοραστές και θα όφειλαν το τίμημα αγοράς του ακινήτου εις τους Ενάγοντες και κατ΄ επέκταση δεν θα υπήρχε αντικείμενο και/η λόγος χορήγησης οιασδήποτε εγγύησης από τους Ενάγοντες προς τους Εναγομένους 2, και/η
  7. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι η θέση των Εναγόντων ότι το υπό κρίση αγοραπωλητήριο έγγραφο και/η η συμφωνία εκχώρησης και/η η συμφωνία Δανείου και/η η συμφωνία εγγύησης και/η αι ανανεώσεις αυτής είναι άκυρα εξ΄ υπαρχής και/η οι Ενάγοντες ουδεμίαν υποχρέωση και/η επιβάρυνση δύνανται να έχουν βάση αυτών και/η ουδέν δικαίωμα δύνανται να αποκομίσουν οι Εναγόμενοι 1 και/η 2 βάση αυτών και/η οι Εναγόμενοι 1 και/η 2, οφείλουν όπως καταβάλουν εις τους Ενάγοντες το ποσό χρημάτων τα οποία οι Ενάγοντες κλήθηκαν και κατέβαλαν προς τους Εναγομένους 2 με βάση την υπό κρίση συμφωνία αγοράς και/η εκχώρησης και/η δανείου και/η εγγύησης και/η τις ανανεώσεις αυτής πλέον τόκου επ΄ αυτού και/η οι Εναγόμενοι 1 και/η 2 οφείλουν όπως αποζημιώσουν τους Ενάγοντες, ΚΑΙ/Η Β. Την αρίθμηση της νυν παραγράφου 12 σε παράγραφο 16, ΚΑΙ/Η Γ. Τη προσθήκη νέων παραγράφων 16Ζ, 12Η και 12Θ ως ακολούθως:- «Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Αγοραπωλησίας και/η η Συμφωνία Εκχώρησης και/η η Συμφωνία Δανείου και/η η Συμφωνία Εγγύησης και/η αι Συμφωνίαι ανανεώσης αυτής είναι άκυραι εξ΄ υπαρχής δεδομένου ότι ο πραγματικός αγοραστής του ακινήτου ήσαν οι Εναγόμενοι 2 και όχι ο Εναγόμενος 1 ως ψευδώς και/η δολίως παρέστησαν εις τους Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο, παραπλανώντας τοιουτοτρόπως τους Ενάγοντες και οδηγώντας τους εις την υπογραφή των ανωτέρω Συμφωνιών, ΚΑΙ/Η Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι με βάση το Αγοραπωλητήριο ΄Εγγραφο και/η τη Συμφωνία Εκχώρησης και/η τη Συμφωνία Δανείου και/η τη Συμφωνία Εγγύησης και/η τις Συμφωνίες ανανέωσης αυτής ουδεμία υποχρέωση δύναται να προσδωθεί εις τους Ενάγοντες έναντι των Εναγομένων 1 και/η 2 και/η ουδέν δικαίωμα δύναται να αποκομισθεί από τους Εναγόμενους 1 και/η 2 έναντι των Εναγόντων, ΚΑΙ/Η Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και/η 2 υποχρεούνται να επιστρέψουν και/η καταβάλουν εις τους Ενάγοντες οιονδήποτε ποσό κατέβαλαν εις τους Εναγομένους 1 και/η 2 οι Ενάγοντες με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα πλέον τόκου επ΄ αυτού», ΚΑΙ/Η Δ. Την αναρίθμηση των υφισταμένων παραγράφων 12Ζ, 12Η και 12Θ, 12Ι και 12Κ σε παραγράφους 16Ι, 12Κ, 12Λ, 12Μ και 12Ν αντίστοιχα, ΚΑΙ/Η Πέραν της Δ.25, θθ.1-5 η Αίτηση στηρίζεται και στη Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 8 και 9, Δ.19, Δ.20 και Δ.31 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Κεφ. 148 και 149, στο Άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Σάββα ημερ. 5.12.
  1. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της:
  2. Eίμαι μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Αιτητών και ορκίζομαι την παρούσαν υπό την ως άνω ιδιότητα μου, εκ πληροφοριών τας οποίας έλαβα, με βάση συμβουλής του Δικηγόρου των Αιτητών και εξ΄όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι.
  3. Την 2/6/2011 κατεχωρήθη εις το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκ μέρους των Αιτητών η ΄Εκθεση Απαιτήσεως εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, εναντίον των Εναγομένων.
  4. Εκ των υστέρων από πληροφορίες που λήφθηκαν από πηγές προσκείμενες προς τους Εναγομένους 1 και 2 διεπιστώθει ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν ήσαν εν γνώση των Αιτητών κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η ΄Εκθεση Απαιτήσεως καθ΄ότι απεκρύβησαν και δεν απεκαλύφθησαν από τους Εναγομένους 1 και 2 εις τους Ενάγοντες, με αποτέλεσμα αυτά να μην περιληφθούν εις την ΄Εκθεση Απαιτήσεως. Αυτή η παράλειψη αφορά γεγονότα καθοριστικά για την έκβαση της εκδίκασης της απαίτησης των Αιτητών.
  5. Τα εν λόγω γεγονότα σχετίζονται με το καθοριστικό ζήτημα ποίος ήτο εις τη πραγματικότητα ο αγοραστής του υπό κρίση ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συσχετισμό με τους Εναγομένους 1 και 2 και κατ΄ επέκταση τη νομιμότητα των εγγράφων τα οποία αποτελούν τη βάση της απαίτησης των Εναγόντων δια της Αγωγής των και τας εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα μεταξύ των διαδίκων.
  6. Η προτεινόμενη τροποποίησις είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριον να έχει ενώπιον του το πλήρες δικόγραφο εν όψει των γεγονότων που θα εκτίθενται εις την ΄Εκθεση Απαιτήσεως ως τα αληθή και πραγματικά γεγονότα και τοιουτοτρόπως να δυνηθή να αποφασίση τελεσίδικα και ολοκληρωμένα επί της ουσίας της υποθέσεως.
  7. Δια της προτεινομένης τροποποιήσεως θα δυνηθούν οι Αιτητές, βάσει των Συνταγματικών των δικαιωμάτων, να προβάλουν τους ισχυρισμούς των ενώπιο του Δικαστηρίου και να παρουσιάσουν την υπόθεση των και να προστατεύσουν τα δικαιώματα των κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπον.
  8. Δια των προτεινομένων τροποποιήσεων ουδόλως επηρεάζεται η θέση των Εναγομένων και ούτοι ουδεμίαν ζημίαν υφίστανται καθ΄ότι τους δίδεται η ευκαιρία να αποδείξουν το αληθές των ισχυρισμών των κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
  9. Εντίμως πιστεύω και ως με συμβουλεύουν, δια της προτεινομένης τροποποιήσεως, η διαδικασία και η εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου θα απλοποιηθή και θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης και επομένως είναι δίκαιον και ορθόν όπως το Δικαστήριον διατάξει ως η Αίτηση των Αιτητών. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  10. Ο ενόρκως δηλών Γιώργος Σάββα στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 05.12.2013, δεν αποκαλύπτει την πηγήν των πληροφοριών του.
  11. Είναι ανεπίτρεπτη η τροποποίηση κλητηρίου εντάλματος ή έκθεσης απαίτησης με προσθήκη θεραπειών που εδράζονται σε γεγονότα που εισάγουν νέες αιτίες αγωγής ή που αποτελούν βάση νέας αγωγής (fresh action).
  12. Η νομική βάση της αίτησης είναι αντίθετη με τους Δικονομικούς Κανόνες που πηγάζουν από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και το Annual Practice 1959 σελ.
  13. Η αίτηση για τροποποίηση αντίκειται στις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας.
  14. Οι προσθήκες επηρεάζουν τα δικαιώματα των Εναγομένων και τους προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά.
  15. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύη την αίτηση δεν παρατίθενται λόγοι και γεγονότα που να δικαιολογούν την αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.25, θθ.1-5, Δ.48, θθ1-3, 4
(1), 4
(2), Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 32 και 41 του Ν.14/60, στη σχετική νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση του Αργυρού Καρασιάλη ημερ. 24.1.2014 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates
(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). «Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tranways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει η Αιτήτρια για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 Αll E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 Αll E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Η υπόθεση Sait Electronic v. "Dominique" κ.α. (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 Αll E.R., 38 : "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω]. Στην Π. Χ"Χρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd,
(2007)1(A) A.A.Δ 650, στις σελ. 656-657, ο Κωνσταντινίδης Δ. είπε τα εξής σε σχέση με το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης: «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους.» Σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο [Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Τα δικόγραφα αποτελούν την περίμετρο και το πλαίσιο της δίκης γιατί περικλείουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. Τα πλαίσια αυτά δεν είναι αμετακίνητα ούτε άκαμπτα. Ο διάδικος που κρίνει ότι απαιτείται τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό [Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ 1005, 1007-1008, συνοψίζονται οι αρχές καθοδήγησης του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξου­σίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαι­τεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδε­ται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντί­δικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξό­δων.» Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης [Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)] Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή, επανέρχομαι στα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης για να εξετάσω τους λόγους ένστασης, υπό το φως των θέσεων και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι ο ενόρκως δηλών Γιώργος Σάββα δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, θεωρώ ότι αυτός δεν ευσταθεί καθότι, ως αναφέρεται στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του, η πηγή της γνώσης του έλκεται από την ιδιότητά του ως μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Αιτητών. Όπως έχει λεχθεί και από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), παρά την επίγνωση της ανάγκης για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, από μόνη της η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν επενεργεί απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο χρόνος καθυστέρησης θα πρέπει να προσμετρά από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή μπορούσε να διαπιστωθεί από τον αιτούντα, η ανάγκη για τροποποίηση. Εάν δηλαδή προηγουμένως δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων πραγμάτων και δεν αναμενόταν να γνώριζε, αυτός ο χρόνος δεν προσμετρά εναντίον του σαν καθυστέρηση, αφού δεν μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με κάτι που δεν γνώριζε. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Σάββα που συνοδεύει την Αίτηση, η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρήθηκε κατά ή περί την 2.6.2011. Κατά την προετοιμασία της αποκάλυψης εγγράφων, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 7.3.2013, στην προσπάθεια των Αιτητών να αποκαλύψουν τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους και να εξασφαλίσουν έγγραφα που δεν είχαν στην κατοχή τους και τα οποία σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι ο δανεισμός του Εναγόμενου 1 από τους Εναγόμενους 2 ήταν εικονικός. Το γεγονός αυτό δεν ήταν στη γνώση των Αιτητών-εναγόντων κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να περιληφθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως κατά την καταχώρησή της. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του κατά την ακρόαση της υπόθεσης όλα τα σχετικά γεγονότα. Επίσης, είναι σημαντικό για τους Αιτητές να θέσουν και αυτή την πτυχή της υπόθεσής τους ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια προώθησης της υπόθεσής τους. Με αυτή την έννοια, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι παρατηρείται εδώ υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μετά τη διάγνωση στοιχείων και μετά τη διαπίστωση της αναγκαιότητας για τροποποίηση, ούτε και στοιχειοθετείται η ύπαρξη κακής πίστης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική γιατί πλήττει τα δικαιώματα τους για αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώ παραβλέπουν ότι, πλήττονται τα δικαιώματα του Αιτητή για να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο σύνολό της ενώπιον Δικαστηρίου. Κατάχρηση της διαδικασίας θα υπήρχε αν οι Αιτητές δεν προχωρούσαν τώρα, πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και ενώ γνώριζαν ότι το δικόγραφό τους έχρηζε τροποποίησης, και το ζητούσαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και για την ισχυριζόμενη κακοπιστία η οποία κρίνω ότι δεν υπάρχει. Το γεγονός και μόνο της καθυστέρησης δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα και κακοπιστία. Τόσο το περιεχόμενο της Αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καταδεικνύει ότι η Αίτηση έχει ουσία και βάση και γίνεται με μόνο σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία και γεγονότα για να μπορέσει να επιλύσει την πραγματική διαφορά των μερών έχοντας πλήρη εικόνα των εκατέρωθεν θέσεων. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει και επομένως οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς αφού θα μπορούν να καταχωρήσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως και να προετοιμαστούν ως κρίνουν σκόπιμο για την ακρόαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία ακόμη και στην περίπτωση που εισάγεται νέα βάση αγωγής, είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική αγωγή, ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα. Θεωρώ ότι ο λόγος ένστασης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, είναι αβάσιμος, καθότι με την αγωγή τους οι Αιτητές-ενάγοντες αιτούνται, μεταξύ άλλων, και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση συμφωνία ήταν άκυρη (βλ. Έκθεση Απαίτησης, παράγρ. 12 Στ). Η σκοπούμενη τροποποίηση απλά προσθέτει στα γεγονότα προς υποστήριξη της εν λόγω αιτούμενης θεραπείας. Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης, με βρίσκει αποκλίνοντα. Θεωρώ ότι η Αίτηση είναι σύμφωνη με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων και σκοπός της είναι να διασαφηνιστούν και να αποκρυσταλλωθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα που έχουν δημιουργηθεί, έτσι που να δίδεται στα μέρη η δυνατότητα να ετοιμαστούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για τη σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να δυνηθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους [Perestrello (ανωτέρω) και Domsalla (ανωτέρω)]. Η αίτηση έχει σαν κύριο νομικό υπόβαθρο τη Δ.25 η οποία είναι η ορθή δικονομική διάταξη σε ό,τι αφορά τροποποιήσεις δικογράφων. Επομένως, ο λόγος ένστασης περί μη στήριξης της Αίτησης στο ορθό νομικό υπόβαθρο κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε σχέση με τον υπό στοιχείο 5 λόγο ένστασης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν επεξηγούν για ποιο λόγο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματά τους η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την επιδίκαση σε αυτούς των εξόδων που προκύπτουν. Οι σκοπούμενες τροποποιήσεις όχι μόνο δεν θα επιφέρουν οποιαδήποτε ζημιά στα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση αλλά, τουναντίον, τροποποίηση στο παρόν στάδιο, δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, θα δώσει την ευκαιρία στους Καθ΄ ων η Αίτηση να τροποποιήσουν και τα δικά τους δικόγραφα. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά των Αιτητών κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση επιτυγχάνει. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Απαιτήσεως και αντίγραφό της να παραδοθεί στους δικηγόρους των Αιτητών. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αντίγραφό της να δοθεί στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Ενόψει των πιο πάνω, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.