← Κύπρος

L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. CYBEND HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4830/13, 29/5/2014

L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. CYBEND HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4830/13, 29/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4830/13 Μεταξύ: L.C.A. DOMIKI LIMITED Εναγόντων και CYBEND HOLDINGS LIMITED Εναγομένων ------ Αίτηση ημερομηνίας 13.3.2014 για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 25.2.2014 για άδεια αντεξέτασης Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους: κα Ν. Πετρίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Π. Πετράκης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το διάταγμα ημερομηνίας 25.2.2014, με το οποίο δόθηκε άδεια για αντεξέταση του Κώστα Λουκά επί της ένορκής του δήλωσης, που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 22.1.2014 στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, με την αγωγή τους, που καταχωρήθηκε στις 18.7.2013, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των €366.429,18, ως οφειλόμενο για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή επιστραφείσες απλήρωτες επιταγές, πλέον τόκους και έξοδα, συνεπεία πώλησης και παράδοσης στους εναγόμενους διάφορων ποσοτήτων σιδήρου οικοδομών κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 7.9.2007 και 19.10.

  1. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 20.9.
  2. Με την αίτησή τους ημερομηνίας 7.10.2013 (στο εξής «η κυρίως αίτηση»), οι ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, υποστηρίζοντας ότι οι εναγόμενοι παρελάμβαναν ανελλιπώς τα πωληθέντα εμπορεύματα και λαμβάνοντας κατά το τέλος εκάστου μηνός αντίγραφα της κατάστασης λογαριασμού τους για τις διενεργηθείσες πωλήσεις, ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο για οποιαδήποτε πώληση, μετά δε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εξόφλησαν τις δύο επιταγές ύψους €28.000, με αποτέλεσμα το χρέος τους έναντι των εναγόντων να έχει μειωθεί στο ποσό των €338.429,
  3. Με την ένστασή τους στην κυρίως αίτηση ημερομηνίας 22.1.2014, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του διευθυντή τους Κώστα Λουκά, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς και ότι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, την οποία θα πρέπει να τους επιτραπεί να προβάλλουν, παραθέτοντας επίσης ισχυρισμούς για την ύπαρξη ανταπαίτησης έναντι των εναγόντων σε σχέση με τα πωληθέντα εμπορεύματα. Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 21.2.2014, οι ενάγοντες ζήτησαν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου, που να διατάσσει τον Κώστα Λουκά να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο ακρόασης της κυρίως αίτησης για να αντεξεταστεί επί των παραγράφων 6 και 8-11 της ένορκης δήλωσής του, που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Η εν λόγω μονομερής αίτηση, έχουσα ως νομική βάση τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.2, Δ.39 θ.1 και 5Α καθώς και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση, και ως αναφέρετο επ' αυτής, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης, η δε αντεξέταση του Κώστα Λουκά είναι αναγκαία καθότι στην ένορκή του δήλωση προβάλλονται ισχυρισμοί που δεν γίνονται αποδεκτοί από τους ενάγοντες και επιβάλλεται διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων για πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Μετά την έκδοση, στις 25.2.2014, του αιτηθέντος διατάγματος καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Νομικό υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-3, 8

(4), 9, 11 και 12, και Δ.64, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 3, 9 και 11 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι αρχές του κοινοδικαίου καθώς και η σύμφυτη εξουσία, η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Λωρέττας Παπακωνσταντίνου. Όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές-εναγόμενους, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Μετά από έρευνά της στο δικαστικό φάκελο της υπόθεσης, η ενόρκως δηλούσα διεπίστωσε ότι εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 25.2.2014, του οποίου ζητείται η ακύρωση και/ή παραμερισμός επειδή εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.1 και Δ.48 θ.θ.8-9 καθώς και από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση και κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος εφόσον το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης αντί με αίτηση δια κλήσεως, χωρίς να συντρέχει επείγουσα ανάγκη έκδοσής του και χωρίς να δοθεί ευκαιρία στους αιτητές να ακουστούν, αλλά και χωρίς να εξυπηρετείται, με τον αποκλεισμό των αιτητών να ακουστούν, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και εκτός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και της ορθής διαδικασίας όπως καθορίζεται στη Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον το Δικαστήριο διέταξε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος των εναγομένων χωρίς περιορισμό, χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις και χωρίς να τεθεί ενώπιον του το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση τόσο ευρείας έκτασης διατάγματος αντεξέτασης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, όπως καθορίζεται στη Δ.48 θ.θ.8-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και βάσει της νομολογίας, η αίτηση για άδεια αντεξέτασης θα έπρεπε να γίνει δια κλήσεως και να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία να εξειδικεύονται τόσο εξαιρετικοί λόγοι, σύμφωνα με τη νομολογία, ώστε να επιτραπεί η αντεξέταση όσο και να συγκεκριμενοποιούνται τα σημεία στα οποία θα γίνει η αντεξέταση, με αποτέλεσμα να υπάρχει διπλό σφάλμα αφενός στον τύπο της υπό αναφορά αίτησης και αφετέρου λόγω της απουσίας ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, για να παραχωρηθεί άδεια για αντεξέταση θα πρέπει ο αιτητής να αποδείξει εξαιρετικό λόγο και/ή περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση τέτοιου διατάγματος, χωρίς να αποδεικνύεται τέτοιος λόγος στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση των εναγόντων που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος είναι γενική και/ή αόριστη και αντίθετη με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και τη νομολογία, εφόσον δεν εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση, έγινε δε παράτυπα εφόσον τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να μην επεκτείνονται σε οποιοδήποτε θέμα για το οποίο υπάρχει αμφισβήτηση ή διαφωνία ή προς το σκοπό μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Επιπρόσθετα, η έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης σε μονομερή βάση, πέραν του ότι έγινε κατά παράβαση ρητών προνοιών των διαδικαστικών κανονισμών, προσκρούει σε βασικό κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ο οποίος επιβάλλει όπως το Δικαστήριο, πριν την έκδοση της απόφασης του για ζήτημα που δεν μπορεί να προωθηθεί μονομερώς, ακούσει και τις δύο πλευρές, με αποτέλεσμα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να έχει ασκηθεί κατά τρόπο εσφαλμένο και κατά παράβαση των θεσμών. Όπως, επίσης, καθορίζεται στη νομολογία, αν στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, με αποτέλεσμα το επίδικο διάταγμα να πρέπει να παραμεριστεί εφόσον η αιτηθείσα αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις της, η ενόρκως δηλούσα θεωρεί ως λογικό και δίκαιο και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως η αίτηση εγκριθεί. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση- εναγόντων, που καταχωρήθηκε στις 9.4.2014, έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.4, Δ.39 θ.1, Δ.18 θ.3 και Δ.64 θ.θ.1-2, και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: Ø η Δ.39 θ.1 είναι εκτός των προνοιών της Δ.48 των κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας Ø το θέμα της αντεξέτασης επί ένορκης δήλωσης αφορά μόνο το Δικαστήριο και όχι τον εναγόμενο Ø η Δ.18 θ.3 ρητά εξουσιοδοτεί το Δικαστήριο να διατάξει αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος σε αίτηση για συνοπτική απόφαση Ø χωρίς αντεξέταση υπάρχει παράβαση των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και Ø η αντεξέταση έχει μοναδικό σκοπό τη διαπίστωση της καλοπιστίας του εναγόμενου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Ανθής Χριστοφίδου, γραμματέα των εναγόντων, η οποία ως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Έχοντας αναγνώσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η ενόρκως δηλούσα, έχοντας και τη συμβουλή του δικηγόρου των εναγόντων, αναπτύσσει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατέθηκαν πιο πάνω. Υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι η Δ.39 θ.1 δεν αναφέρεται σε υποβολή αίτησης για αντεξέταση αλλά σε «request» και συνεπώς δεν τίθεται θέμα κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να γίνει μονομερής αίτηση ή αίτηση δια κλήσεως, καθώς και ότι το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος είναι ανάλογο με την περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης όπου ο εναγόμενος δεν έχει λόγο, αλλά και ότι αν δεν αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών δεν θα υπάρχει πλήρης μαρτυρία, εκτός και αν φοβάται να αντιμετωπίσει τη διαδικασία αντεξέτασης και απορρίπτοντας τη θέση της ενόρκως δηλούσας των εναγομένων ότι υπάρχει κίνδυνος να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα και σε κρίση αξιοπιστίας, η ενόρκως δηλούσα υποδεικνύει ότι η αντεξέταση σε συνοπτική διαδικασία έχει αποκλειστικό σκοπό να καταδείξει το καλόπιστο της υπεράσπισης, ώστε να αποτραπεί η κατασκευή μιας ιστορίας από τους εναγόμενους που να ισοδυναμεί με υπεράσπιση και να καταστρατηγείται με αυτό τον τρόπο το πνεύμα του Νόμου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι, αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης που στηρίζουν τις θέσεις τους αυτές. Η συνήγορος των αιτητών, επισημαίνοντας ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα πηγάζει από τη Δ.48 θ. 8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, εισηγήθηκε ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει αίτησης, η οποία λανθασμένα καταχωρήθηκε μονομερώς και χωρίς ένορκη δήλωση να την υποστηρίζει, εφόσον στη Δ.48 θ. 8
(1)όπου παρατίθενται περιοριστικά οι αιτήσεις που μπορούν να γίνουν μονομερώς, δεν περιλαμβάνεται η Δ.39 θ. 1 δυνάμει της οποίας ζητήθηκε η άδεια αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος των εναγομένων, αλλά ούτε και στη Δ.48 θ.9 περιλαμβάνεται, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι αιτήσεις που δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Με αναφορά σε σχετική νομολογία η κα Πετρίδου υπέδειξε ότι το επίδικο διάταγμα είναι θνησιγενές λόγω ουσιώδους σφάλματος κατά την έκδοσή του, που δεν είναι θεραπεύσιμο δυνάμει της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και εκδόθηκε κατά παράβαση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης εφόσον δεν ακούστηκαν οι εναγόμενοι πριν την έκδοσή του. Πέραν τούτου, δεν προσδιορίστηκαν εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν την άδεια αντεξέτασης, ούτε είναι επιτρεπτή η επίκληση τέτοιων λόγων στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Άλλωστε, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να εξετάσει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να την αξιολογήσει και να προβεί σε κρίση αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε ευρήματα γεγονότων σε σχέση με την κυρίως αίτηση, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ούτε δυνάμει της Δ.18 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δεν περιλαμβάνεται εξάλλου στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, θεμελιώνεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης κατόπιν μονομερούς και χωρίς ένορκη δήλωση αίτησης, δεδομένου ότι η εν λόγω Διαταγή τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν η ένσταση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος θεωρεί ότι δεν διαφέρει η έννοια της εξέτασης και της αντεξέτασης στη Δ.18 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και, ως εισηγήθηκε, δυνάμει της Δ.39 θ.1 απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση κατόπιν «request» του διαδίκου που να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους, χωρίς επίσης να απαιτείται σχετική ένορκη δήλωση. Ως προς τη θέση της συνηγόρου των αιτητών ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ο συνήγορος υπέδειξε ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε που να είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό των εναγομένων, δεδομένου μάλιστα ότι το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση μονομερούς αίτησης, να διατάξει την επίδοσή της. Υποδεικνύοντας ο κ. Πετράκης ότι δυνάμει της Δ.64 θ.3 δεν παραμερίζεται οποιαδήποτε διαδικασία λόγω λάθους σ' αυτήν, εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση το επίδικο διάταγμα ορθά εκδόθηκε εφόσον απαιτείται η διευκρίνιση των γεγονότων που επικαλούνται οι εναγόμενοι σε σχέση με το καλόπιστο της υπεράσπισης που προβάλλουν, ως εμφαίνεται στην αίτηση που υπεβλήθη για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ως προς τη νομική πτυχή, δεν έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του κ. Πετράκη η αρμοδιότητα και εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει διάταγμα εκδοθέν μονομερώς, η οποία, ως ορθά εισηγήθηκε η κα Πετρίδου, πηγάζει από τη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί τη βάση της υπό κρίση αίτησης (βλ. Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 438, Νικολαΐδου ν. Αττίπα κ.α.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1620, Πέδιου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1995). Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.α. (πιο πάνω) ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει στη Δ.48 θ.8
(4)προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς και επισημάνθηκε ότι «.Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης δια κλήσεως, παρά την ταυτοσημία στη φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς, έχει τη δική της αυτοτέλεια και μάλιστα με ορίζοντες ευρύτερους.». Επισημαίνεται αρχικά ότι η δυνατότητα αντεξέτασης σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι η κυρίως αίτηση στην παρούσα υπόθεση, ρητά προβλέπεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία «..Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Το επίδικο διάταγμα, το οποίο ζητείται να παραμερισθεί στην παρούσα υπόθεση, έχει εκδοθεί δυνάμει της Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά τις αιτήσεις και ειδικότερα στο θ.1 αυτής προνοείται ότι: «
  2. Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, δικονομικά, η παράκληση (request) διαδίκου θα πρέπει να περιέχεται σε γραπτή αίτηση, η οποία να αναφέρεται στο άρθρο του νόμου ή στο διαδικαστικό κανονισμό όπου στηρίζεται. Συνεπώς και η παράκληση (request) για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης δυνάμει της Δ.39 θ.1 θα πρέπει να γίνεται γραπτώς με αίτηση, ως καθορίζεται στη Δ.48, η οποία εφαρμόζεται γενικότερα στις ενδιάμεσες αιτήσεις. Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση έχουν προωθήσει την παράκλησή τους (request), δυνάμει της Δ.39 θ.1, με γραπτή αίτηση, η οποία είχε ως νομική βάση και τη Δ.48 θ.2, έχοντας ωστόσο υποβληθεί μονομερώς (ex parte). Όπως ορθά υπεδείχθη από τη συνήγορο των εναγομένων, στη Δ.48 θ.8
(1)αναφέρονται περιοριστικά οι αιτήσεις που μπορούν να υποβληθούν μονομερώς (ex parte) και η Δ.39 θ.1 δεν περιλαμβάνεται σ' αυτές τις αιτήσεις. Περαιτέρω, δυνάμει της Δ.48 θ.9, όλες οι αιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο θ.8 της ίδιας Διαταγής, θα πρέπει να γίνονται δια κλήσεως και να υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση των γεγονότων στα οποία βασίζονται, εκτός από αυτές που ρητά αναφέρονται στον εν λόγω θεσμό, στον οποίο και πάλι δεν περιλαμβάνεται η Δ.39 θ.
  1. Βέβαια, και στις δύο περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει όπως μία αίτηση γίνει δια κλήσεως καθώς και να απαιτήσει την υποστήριξή της από ένορκη δήλωση, διαφορετικά από ό,τι προβλέπεται στη Δ.48 θ.8 και
  2. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος έγινε κατά παρέκκλιση των προνοουμένων στη Δ.48 θ.8 και 9, με αποτέλεσμα να είναι ορθή η εισήγηση της κας Πετρίδου ότι δεν ακολουθήθηκε ο προβλεπόμενος από τους θεσμούς τύπος για την υποβολή της, εφόσον έγινε μονομερώς και δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καταργείται η διάκριση μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας των νομικών διαδικασιών. Η νομολογία βέβαια υποδεικνύει ότι η Δ.64 δεν έχει σκοπό να καταργήσει τους θεσμούς και δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με αυτούς (βλ. Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 81). Οι διαδικαστικοί κανονισμοί πρέπει να τηρούνται, ενόσω η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες οι οποίες κρίνονται θεραπεύσιμες. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικά διαβήματα, έχοντας την υποχρέωση να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί (βλ. M. I. Holdings Public Ltd ν. Παναγή
(2006)1(Α) ΑΑΔ 298, Dasaki Ent. Co Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης (Αρ. 2)
(2009)1(Α) ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Prop) Ltd v. Unique U.K. Inc.
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1395). Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες των σχετικών δικονομικών διατάξεων και διαπιστώνεται παρατυπία, η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη στο παρόν στάδιο (βλ. Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ (πιο πάνω), Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellshaft
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1815). Η ερμηνεία που δόθηκε από τον κ. Πετράκη στη Δ.18 θ.3, πέραν του ότι δεν συνάδει με το περιεχόμενο της εν λόγω Διαταγής, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, εξετάζοντας τις λοιπές εισηγήσεις της κας Πετρίδου έχω την άποψη ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος στην παρούσα υπόθεση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, υπό το φως της νομολογίας που διέπει την ευρύτατη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης δυνάμει της Δ.39 θ.1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παρ. 878, υπό τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence»: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Στο Annual Practice 1958, σελίδα 921, στα σχόλια που αφορούν το παλαιό Αγγλικό Ο.38, που είναι αντίστοιχο με την Κυπριακή Δ.39, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης καθότι εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της συγκεκριμένης διαδικασίας. Όπως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Μήλου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 280, η Δ.39 θ.1 παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση για αντεξέταση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανεξάρτητα ακόμα από τη σύμφωνη γνώμη του καθ' ου η αίτηση για έγκριση της. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση δυνάμει της Δ.39 θ.1 είναι σαφώς πιο ευρεία σε αστικές υποθέσεις και δεν περιορίζεται σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1660, η οποία αφορούσε αίτηση για άδεια αντεξέτασης επί ενόρκων δηλώσεων σε υπόθεση Habeas Corpus. Αυτό προβάλλει και από τις πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων, στις οποίες επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Πετρίδου, που δεν είναι βέβαια δεσμευτικές, σε κάποιες εκ των οποίων το Δικαστήριο επελήφθη μονομερούς αιτήσεως για άδεια αντεξέτασης και απέρριψε το αίτημα μέσα στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, τονίζοντας την άσκηση της με γνώμονα τη φύση της εκάστοτε διαδικασίας. Όσον αφορά την κυρίως αίτηση, και χωρίς να αποφασίζεται οτιδήποτε ως προς την ουσία της, επισημαίνεται ότι όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία που αφορά την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις σχετικές προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417). Όπως ορθά υπεδείχθη από την κα Πετρίδου, το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση και δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση, να εξετάζει και να αποφαίνεται επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών μετατρέποντας τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι, όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 889, όπου εγείρεται θέμα καλής πίστης του διαδίκου, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ενεργεί χωρίς την αντεξέτασή του. Με βάση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και αφορούν τη διαπίστωση μη θεραπεύσιμης παρατυπίας στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών-εναγομένων και εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.