← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Παναγιώτη Ζερβό, Αρ. Αίτησης: 223/2012, 30/5/2014

Επί τοις αφορώσι τον Παναγιώτη Ζερβό, Αρ. Αίτησης: 223/2012, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 223/2012 Σε πτώχευση: Επί τοις αφορώσι τον Παναγιώτη Ζερβό Ημερομηνία: 30 Μαϊου 2014 Για τους Αιτητές: κα Ξ. Κόκκινου δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Γεωργίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση ημερομηνίας οι πιστωτές στην αίτηση πτώχευσης (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή και/ή ακύρωση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας υπ αριθμόν 2441/13 το οποίο καταχωρήθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Πτώχευσης από τον Καθ' ου η Αίτηση εναντίον των Αιτητών, ως εξοφληθέν και πλήρως διευθετηθέν. Β. Αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό 2441/13 που εκδόθηκε εις την ως άνω Αίτηση Πτώχευσης από τον Καθ'ού η Αίτηση εναντίον των Πιστωτών-Αιτητών για δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του Καθ'ού η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών σε Αίτηση ημερ. ημερ.24/7/12 για ποσό ύψους €928.50 πλέον €153.85 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €42 έξοδα επίδοσης, πλέον €56 έξοδα του Διατάγματος εντάλματος κινητών, μέχρις τελικής εκδίκασης της Αίτησης Πτώχευσης και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής τους Δικαστηρίου. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο ορθή και πρέπουσα. Δ . Έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ. 18, 19, Δ.40, Θ.1,2,3,7,10 και 11, Δ.41 Θ.1,2,3, Δ.44, Δ.49 Δ.59, Δ.48 Θ.1,2,3,4,8,9,10,11, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31, 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4-6 και 9, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρα 3

(1)(ζ), 6
(4), 11
(1), 93
(1),
(2)και στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 2,4,6,7,16,44,45,50, 51 και 188 στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Γεωργίου ο οποίος αναφέρει ότι ευρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών στην παρούσα αίτηση στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries), είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και ως αναφέρει γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούν τόσο την αίτηση πτώχευσης όσο και τα γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση αίτηση για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό 2441/13 που εκδόθηκε στις 4/7/13, για δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Συγκεκριμένα ως αναφέρει οι αιτητές καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση πτώχευσης την 25/5/12, και επέδωσαν αυτήν στον καθ' ου η αίτηση την 29/5/12 ο οποίος στις 24/7/12 καταχώρησε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας της πτώχευσης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης υπ' αρ. 225/11 και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πιστωτές καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση και το Δικαστήριο ύστερα από ακροαματική διαδικασία ενέκρινε την αίτηση του χρεώστη και εξέδωσε διάταγμα αναστολής της αίτησης πτώχευσης μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης υπ' αρ. 225/11, επιδικάζοντας παράλληλα και τα έξοδα της εν λόγω αίτησης υπέρ του χρεώστη και εναντίον των πιστωτών ως αυτά θα υπολογίζοντο από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίνοντο από το Δικαστήριο. (βλ Τεκμήριο 1). Ως αναφέρει οι αιτητές στην παρούσα αίτηση την 11/4/13 πλήρωσαν στον καθ' ου η αίτηση (στην παρούσα), το ποσό των εξόδων που εν τω μεταξύ υπολογίστηκαν και συγκεκριμένα ως αναφέρει την 11/4/13 οι αιτητές εξέδωσαν επιταγή στο όνομα του καθ' ου η αίτηση για το ποσό των εν λόγω εξόδων, η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση που διατηρεί με τους αιτητές με αριθμό 0184-22-068429, κι έτσι ο λογαριασμός του καθ' ου η αίτηση πιστώθηκε με το πιο πάνω ποσό, το οποίο αποτελεί τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του από το Δικαστήριο (βλ. Τεκμήρια 2 Α, Β και Γ). Στις 28/6/13 ως αναφέρει, καταχωρήθηκε ένταλμα για κατάσχεση κινητής περιουσίας των αιτητών (βλ. Τεκμήριο 3). Είναι η θέση του ότι, οι αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με το Διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1), και έπραξαν όπως ακριβώς διέταξε το Δικαστήριο, δηλαδή πλήρωσαν στον καθ' ου η αίτηση τα έξοδα που υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, συνεπεία της επιτυχίας της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης, εκκρεμούσης της έφεσης. Από νομική συμβουλή δε που έχει λάβει ως αναφέρει από τους δικηγόρους των αιτητών, με βάση τις αρχές του κοινοδικαίου οι αιτητές έχουν το γενικό δικαίωμα επίσχεσης (general preferential lien) επί όλων των περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση που βρίσκονται στην κατοχή των αιτητών. Ο χρεώστης/καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης:
  1. Οι Αιτητές δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον τους στα πλαίσια της Αίτησης Αναστολής της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Πτωχευτικής Διαδικασίας.
  2. Η απαίτηση του Οφειλέτη - Καθ ου η Αίτηση για καταβολή των δικηγορικών του εξόδων δεν έχει καμία σχέση με τον λογαριασμό στον οποίο κατέθεσαν οι Πιστωτές - Αιτητές το εν λόγω ποσό.
  3. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται να προβούν σε συμψηφισμό και/ή σε κατάθεση και/ή σε πίστωση και/ή επίσχεση του ποσού των δικηγορικών εξόδων στον λογαριασμό υπ' αρ. 0184-22-
  4. Οι Αιτητές δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των δικηγορικών εξόδων, τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος του Οφειλέτη - Καθ' ου η Αίτηση και εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρο το ποσό των εξόδων.
  5. Οι Αιτητές δεν είχαν κανένα δικαίωμα και ούτε τους δόθηκε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση είτε από μέρους του Καθ' ου Αίτηση είτε από μέρους των Δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση, ώστε να καταβάλουν σε λογαριασμό της επιλογής τους και ιδίως στους ίδιους ως Τράπεζα τα δικηγορικά έξοδα του Οφειλέτη.
  6. Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  7. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide), ως νόμο και ουσία αβάσιμη.
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι ενοχλητική, εκδικητική και μοναδικός σκοπός των Αιτητών είναι να εμποδίσουν τον Καθ' ου η Αίτηση από το να λάβει τους καρπούς της επιτυχίας του, ήτοι τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος του.
  9. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  10. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, Παναγιώτη Ζερβού, ο οποίος ως αναφέρει έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ενώ καθ' όσον αφορά οποιαδήποτε νομικά σημεία αναφέρει ότι έχει λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους του. Απορρίπτει τόσο το περιεχόμενο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και αναφέρει ότι αφότου εκδόθηκε απόφαση με την οποία αναστάληκε η διαδικασία πτώχευσης στην παρούσα υπόθεση με έξοδα υπέρ του και αφότου υπολογίστηκαν τα έξοδα και συντάχθηκε η απόφαση (drawn up), στη συνέχεια οι δικηγόροι του επικοινώνησαν με τους δικηγόρους των αιτητών και ζήτησαν την καταβολή των δικηγορικών εξόδων, τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον τους. Συγκεκριμένα ως αναφέρει οι δικηγόροι του, απέστειλαν σχετική επιστολή στους δικηγόρους των αιτητών με την οποία τους καλούσαν να μεριμνήσουν για την άμεση καταβολή των δικηγορικών εξόδων, που επιδικάστηκαν εναντίον των αιτητών. (βλ Τεκμήριο 2). Ως περαιτέρω αναφέρει οι δικηγόροι των αιτητών, στη συνέχεια απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους του κατά την 15/04/13, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι οι αιτητές εξέδωσαν τραπεζική επιταγή προς όφελος του, την οποία κατέθεσαν στο λογαριασμό 0184-22-068429, χωρίς όμως να ενημερώσουν τον ίδιο προς τούτο και χωρίς βεβαίως την δική του εξουσιοδότηση και/ή συγκατάθεση. (βλ. Τεκμήριο 3). Ως αναφέρει το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής απορρίφθηκε με σχετική επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 26/04/
  11. (βλ. Τεκμήριο 4) και στη συνέχεια και ενόψει των πιο πάνω στις 28/06/2013 ο ίδιος καταχώρησε, μέσω των Δικηγόρων του, ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας των αιτητών, ως το Τεκμήριο
  12. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι κατέβαλαν τα έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον τους και υποστηρίζει ότι αυτοί εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρο το ποσό των εξόδων και ότι το υπό αναφορά ένταλμα εκκρεμεί προς εκτέλεση και δεν έχει πληρωθεί. Επιπλέον, αναφέρει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τους αιτητές ότι θα κατέθεταν το ποσό των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον τους στο λογαριασμό υπ' αρ. 0184-22-068429 και ουδέποτε τους εξουσιοδότησε για κάτι τέτοιο. Υποστηρίζει δε ότι οι αιτητές ενήργησαν παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση του με μοναδικό σκοπό να επωφεληθούν οι ίδιοι τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία έπρεπε να καταβάλουν, αφού με την πίστωση του προαναφερόμενου λογαριασμού, το συνολικό ποσό των €1.124,35 πιστώθηκε προς όφελος τους. Είναι η θέση του ότι οι αιτητές δεν έχουν κανέναν δικαίωμα συμψηφισμού και/ή επίσχεσης επί των περιουσιακών του στοιχείων, και η προαναφερόμενη οφειλή των αιτητών για την καταβολή των δικηγορικών εξόδων αποτελεί ανεξάρτητη υποχρέωση αυτών και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμψηφισμού. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά τα χέρια αφού απέκρυψαν ότι οι δικηγόροι του, τους απέστειλαν τις επιστολές ημερ. 11/03/13 και 26/04/13 (Τεκμήρια 2 και 4 πιο πάνω) και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Σε κάθε περίπτωση υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί κακόπιστα, εκδικητικά και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό να αποφύγουν οι αιτητές να πληρώσουν την εξ αποφάσεως οφειλή τους, πλέον τα έξοδα του εντάλματος. Μοναδικός δε σκοπός των αιτητών, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, είναι να αποστερήσουν από τον ίδιο τους καρπούς της επιτυχίας του στην αίτηση αναστολής της πτωχευτικής διαδικασίας ημερ. 24/07/2012, μη καταβάλλοντας τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον τους. Καταληκτικά είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει ακυρώσει το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 16/10/13 και να απορρίψει την υπό εξέταση αίτηση ως καταχρηστική και ως νόμο και ουσία αβάσιμη, με έξοδα εις βάρος των αιτητών, αφού δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Το αντίθετο ως αναφέρει θα αποτελούσε κατάφωρη αδικία, αφού σε κάθε περίπτωση επιτυχίας οποιουδήποτε εναγόμενου υπέρ του οποίου επιδικάστηκαν δικηγορικά έξοδα, οι ενάγοντες, εφόσον είναι τραπεζικός οργανισμός, θα προχωρούν με την πίστωση των δικηγορικών εξόδων, σε οποιοδήποτε λογαριασμό δανείου διατηρεί ο εναγόμενος κοντά τους και θα επωφελούνται οι ίδιοι αυτών των χρημάτων και όχι ο δικηγόρος του εναγόμενου, ο οποίος δικαιούται τα εν λόγω έξοδα. Η διαδικασία Στα πλαίσια της διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν στην εκ συμφώνου δήλωση ότι ο λογαριασμός με αρ. 0184-22-068-429 στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή ημερ. 11/4/2013 για ποσό €1124.35 που αφορά τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης 223/12 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 5/11/2012, είναι ο λογαριασμός που αφορά το χρέος της αγωγής 2170/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία εξεδόθη απόφαση ημερ. 19/4/2011 υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, η οποία (απόφαση) αποτέλεσε τη βάση της Πτωχευτικής Διαδικασίας 223/
  13. Πέραν της πιο πάνω δήλωσης οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις δια των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης προς αποφυγή επαναλήψεων. Σημειώνω επίσης ότι πέραν της επίδικης αίτησης καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με ανάλογο αιτητικό προσωρινού όμως χαρακτήρα. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε στις 30/9/2013 προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος και ακολούθως και αφού αυτό επεδόθη στον καθ' ου η αίτηση, οι συνήγοροι των δύο πλευρών συμφώνησαν στις 16/10/2013, όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί μέχρι εκδικάσεως της υπό εξέταση αίτησης. Νομική Πτυχή Η Δ.40 ΘΘ 7 και 11 δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης, νοουμένου ότι καταδειχθούν ειδικοί και καλοί λόγοι που να δικαιολογούν τέτοια διαταγή (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Νίκου Νικολάου
(2000)1Β Α.Α.Δ 1422, 1426 και Αναφορικά με την Αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου Κκάρα Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1868, 1871), Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές αιτούνται την αναστολή ή και ακύρωση του επίδικου εντάλματος επί τω ότι αυτό είχε εξοφληθεί προ της έκδοσης του εν λόγω εντάλματος. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι παρά το ότι η συνήγορος των αιτητών με την αγόρευση της προωθεί και αιτείται την αναστολή του εν λόγω εντάλματος, δεν αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο διάστημα για το οποίο ζητείται η αναστολή ούτε και προκύπτει κάποιος λόγος ο οποίος να δικαιολογούσε την αναστολή του εντάλματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αντίθετα ό, τι προκύπτει από το σύνολο των θέσεων της είναι ότι στην ουσία αυτό που ζητά είναι την ακύρωση του, δεδομένου του ισχυρισμού των αιτητών περί εξόφλησης. Ως εκ τούτου θα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει πέραν από την αναστολή, και την ακύρωση του εντάλματος. Το ζήτημα απασχόλησε τον αδελφό Δικαστή Λ. Παντελή στα πλαίσια εξέτασης παρόμοιας με την υπό εξέταση αίτησης, στην αγωγή 2764/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου αναφέρει τα εξής στην απόφαση του ημερ. 18/2/2014, με τα οποία συμφωνώ και τα οποία υιοθετώ και παραθέτω αυτούσια: «Επί του προκειμένου είμαι της γνώμης ότι πέραν της εξουσίας που ρητά αναφέρεται στους θεσμούς, το Δικαστήριο κέκτηται και πρόσθετης εξουσίας να ακυρώσει μέτρο εκτέλεσης. Τούτο βεβαίως είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Δικαιολογείται μόνο όπου διαπιστώνεται ότι ο διάδικος προωθεί το μέτρο κατά τρόπο αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό. (βλ. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες v. Αβίβου Βασιλάρα κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ 830,836). Στη δοσμένη περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι η επιμονή του εξ αποφάσεως πιστωτή για κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη, και αυτό παρ' ότι ο τελευταίος έχει ήδη καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, μπορεί, δυνητικά, να κριθεί καταπιεστική. Επί του προκειμένου, ενδιαφέρουσα και σχετική είναι και η ανάλυση παραπλήσιου ζητήματος στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 457, με πλαγιότιτλο Wrongful Execution. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το αναφερόμενο στο ένταλμα ποσό, τότε η επιμονή για εκτέλεση μπορεί να κριθεί καταπιεστική και καταχρηστική και το Δικαστήριο οφείλει να παρέμβει καταστέλλοντας τούτην και επαναφέροντας τα πράγματα σε τάξη.» Τα πιο πάνω ισχύουν κατ' αναλογία και εδώ, και επομένως θεωρώ πως πράγματι το Δικαστήριο έχει εξουσία για ακύρωση μέτρου εκτέλεσης, στην κατάλληλη περίπτωση, και δη σε περίπτωση όπως την παρούσα όπου προβάλλεται ισχυρισμός ότι λόγω της προηγηθείσας εξόφλησης του ποσού για το οποίο προωθείται το συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης, η προώθηση του καθίσταται καταπιεστική ή και καταχρηστική. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον οι αιτητές κατέβαλαν πράγματι ως ισχυρίζονται το αναφερόμενο στο ένταλμα ποσό, σημειώνω ότι ως έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ενώπιον μου, οι αιτητές κατέβαλαν το ποσό των εξόδων στο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση ο οποίος (λογαριασμός) ήταν το αντικείμενο της αγωγής 2170/05 στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση και η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας πτώχευσης. Προς αιτιολόγηση των ενεργειών τους οι οποίες ως είναι παραδεκτό έγιναν χωρίς τη γνώση ή και συγκατάθεση του καθ' ου η αίτηση, επικαλούνται το δικαίωμα γενικής επίσχεσης που έχουν επί της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, ως τραπεζίτες και επικαλέστηκαν προς τούτο την απόφαση Αντωνίου v. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 A.A.Δ 720,725 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ανεξάρτητα όμως με τη διαπίστωση αυτή, κρίνουμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε, μια και το θέμα εγέρθηκε ενώπιον μας, πως το δικαίωμα της Τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς του αυτού πελάτη της, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Αυτό το δικαίωμα όμως, που αποκαλείται και τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης (banker's lien), δεν έχει ομοιότητα με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επίσχεσης (lien). Επίσης θα πρέπει να διευκρινισθεί πως το τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού, που απορρέει από τη σχέση Τράπεζας και του αυτού πελάτη, διαφοροποιείται και δεν δημιουργεί θέμα συμψηφισμού (set-off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Είναι αυτός ο συμψηφισμός που δεν ισχύει στην Κύπρο (βλ. Δ.19, Καν. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), που δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωσης και που προέρχεται από ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Το θέμα της τραπεζιτικής επίσχεσης και συμψηφισμού από την Τράπεζα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, αποτελεί μια λογιστική πράξη, με την οποία διαπιστώνεται η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και βοηθά την τράπεζα να καλύψει χρεωστικά υπόλοιπα όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του πελάτη είναι πιστωτικοί. Μια τέτοια πράξη δεν δημιουργεί ανεξάρτητη αιτία αγωγής ή ανταξίωσης.» Ό,τι συνάγεται από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού από τραπεζίτη, το οποίο όμως περιορίζεται σε αμοιβαίες και συνδεδεμένες υποχρεώσεις και δεν επεκτείνεται σε αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις, και τυγχάνει εφαρμογής νοουμένου πάντα ότι δεν υπάρχει ρητή συμφωνία που να το αποκλείει. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι στα πλαίσια αυτά οι ασφάλειες ή τα ποσά που υπόκεινται σε επίσχεση είναι όσα καταλήγουν στα χέρια της τράπεζας υπό την ιδιότητα της ως τραπεζίτης. Σχετική είναι η παρ. 172, της 4ης έκδοσης τόμος 3(Ι), του συγγράμματος Halsbury' s Laws of England, όπου αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «172. When lien attaches. Whatever the nature of the securities, the lien attaches only when they have come to the banker's hands in his capacity as a banker, that is to say in the way of his business.» (η έμφαση δική μου) (βλ. και Brandao v. Bernett (1843-1860) ALL E.R. Rep 719 ή
(1846)12 Cl & Fin 787 at 808 per L. Campbell). Επίσης σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση National Westminster Bank Ltd v. Halesowen Presswork and Assemblies Ltd
(1972)2 ALL ER 641 στην οποία υιοθετήθηκαν από τη Βουλή των Λόρδων (βλ. σελίδες 646 και 653) τα λεχθέντα του Buckley LJ (ο οποίος είχε δώσει διαφωνούσα με την πλειοψηφία απόφαση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο - Εφετείο) και ο οποίος είχε παρατηρήσει ότι κανένας δεν μπορεί να έχει δικαίωμα επίσχεσης επί της δικής του περιουσίας και ότι ο όρος ασφάλειες («securities») στα πλαίσια αυτά δεν εκτείνεται για να καλύψει το χρέος του ίδιου του τραπεζίτη προς τον πελάτη. Σχετικό είναι τo πιο κάτω απόσπασμα από στη σελίδα 653 της απόφασης (L. Cross): « ... I agree with Lord Denning MR and Buckley LJ that a debtor cannot sensibly be said to have a lien on his own indebtedness to his creditor. ...» (Βλ. και σελίδα 646 της πιο πάνω απόφασης και επίσης Paget' s Law of Banking, 13th edition
(2007)στη σελίδα 708 παράγραφος 29.6). Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στη δοσμένη περίπτωση σημειώνω ότι το γεγονός ότι το ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν υπερ του καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης στην παρούσα διαδικασία πτώχευσης, κατατέθηκε από τους αιτητές, χωρίς γνώση ή συγκατάθεση του καθ' ου, δια επιταγής σε χρεωστικό λογαριασμό του τελευταίου σε σχέση με τον οποίο εκδόθηκε δικαστική απόφαση, η οποία αποτελεί τη βάση για την υπό τον ως αριθμό και τίτλο διαδικασία πτώχευσης, δεν αμφισβητείται. Επίσης αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι μια επιταγή εμπίπτει στις ασφάλειες που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο επίσχεσης (βλ. παρ. 172, 4η έκδοση τόμος 3(Ι), Halsbury' s Laws of England, Brandao ανωτέρω). Παρά ταύτα όμως διαπιστώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές δεν είχαν δικαίωμα να ενεργήσουν με τον τρόπο που ενήργησαν. Και τούτο διότι η τράπεζα δεν κατείχε το ποσό των εξόδων ή την επιταγή που τελικώς κατατέθηκε στο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού εξόδων, ως τραπεζίτης του καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια των εργασιών της, αλλά ως εξ αποφάσεως οφειλέτης του. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ πως δεν είχε κανένα δικαίωμα να την καταθέσει σε οποιοδήποτε λογαριασμό ή και να την συμψηφίσει ή να ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης επ' αυτής, χωρίς τη συγκατάθεση του καθ' ου η αίτηση η οποία αποτελεί κοινό τόπο ότι ουδέποτε δόθηκε. Εξ άλλου όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν μπορεί μια οφειλέτης, (όπως ήταν εδώ η αιτήτρια τράπεζα, σε σχέση με το ποσό των εξόδων στα οποία καταδικάστηκε), να θεωρηθεί λογικά ότι έχει δικαίωμα επίσχεσης επί του δικού της χρέους προς τον πιστωτή (που για τους σκοπούς αυτούς ήταν ο καθ' ου η αίτηση-πελάτης της). Ούτε και μπορούσε να έχει δικαίωμα επίσχεσης επί της δικής της περιουσίας, ήτοι της δικής της επιταγής την οποία η ίδια εξέδωσε προς τον πελάτη της με σκοπό την εξόφληση του χρέους της. (βλ. National Westminster Bank Ltd v. Halesowen Presswork and Assemblies Ltd (ανωτέρω απόφαση Βουλής των Λόρδων)) Πέραν των πιο πάνω τα οποία αναπόφευκτα οδηγούν στην απόρριψη της αίτησης σημειώνω ότι η τράπεζα σε κάθε περίπτωση για να δικαιούται να επικαλεστεί το δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού, θα έπρεπε να ενεργεί σε σχέση με αμοιβαίες και συνδεδεμένες υποχρεώσεις, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε σε σχέση με ένα εξ αποφάσεως χρέος δικό της που αφορά τόκους έξοδα και Φ.Π.Α δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου στα πλαίσια της διαδικασίας πτώχευσης και την εξ αποφάσεως οφειλή του χρεώστη εν σχέσει με συγκεκριμένο λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση, η λειτουργία του οποίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 2170/05 Ε. Δ. Λευκωσίας, τερματιστεί με επιστολή των πιστωτών ημερ. 14/6/2004 (βλ. ευρήματα του Δικαστηρίου στη σελ. 10 της απόφασης). Το γεγονός ότι πρόκειται για λογαριασμό σε σχέση με τον οποίο εκδόθηκε απόφαση η οποία αποτελεί τη βάση για την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό τίτλο αίτησης πτώχευσης ουδόλως μεταβάλλει τα πράγματα, και τούτο μαρτυρείται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι με τον τρόπο που ενήργησαν οι αιτητές οικειοποιήθηκαν εμμέσως πλην σαφώς και του Φ.Π.Α το οποίο ουδείς (ούτε ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση, ούτε ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση, αλλά ούτε και οι αιτητές) έχει δικαίωμα να κατακρατεί, παρά μόνο να το εισπράττει και να το αποδίδει. Συνακόλουθα για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση των αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι με την κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι αιτητές θα κληθούν να καταβάλουν στην ουσία για δεύτερη φορά το ίδιο ποσό, πλην θεωρώ ότι ως είναι προφανές από τα γεγονότα που οι ίδιοι οι αιτητές παρέθεσαν, αυτοί έχουν πρόσβαση στο λογαριασμό στον οποίο και πληρώθηκε το ποσό των εξόδων αρχικά και μπορούν να προβούν σε ανάλογες ρυθμίσεις. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 16/10/2013 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση και εναντίον των αιτητών. .......................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.