← Κύπρος

Αννούλας Βασιλείου ν. Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις / Εφέσεις 164/05 και 165/05, 8/5/2014

Αννούλας Βασιλείου ν. Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις / Εφέσεις 164/05 και 165/05, 8/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις / Εφέσεις 164/05 και 165/05 Αίτηση/Έφεση 164/2005 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο, Κεφ.224 και τους Τροποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 123(Ι)/2001 Μεταξύ : Αννούλας Βασιλείου εκ Κακοπετριάς Εφεσείουσας-Αιτήτριας και

  1. Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου εκ Κακοπετριάς
  2. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσιβλήτων -Καθ'ων η αίτηση Αίτηση/Έφεση 165/2005 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο, Κεφ.224 και τους Τροποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 123(Ι)/2001 Μεταξύ : Αννούλας Βασιλείου εκ Κακοπετριάς Εφεσείουσας-Αιτήτριας και
  3. Γεώργιου Ιωάννη Σκώττη
  4. Αριστοτέλη Ιωάννη Σκώττη
  5. Αριστείδη Ιωάννη Σκώττη
  6. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Μαϊου 2014 Για την Αιτήτρια στην Αίτηση Έφεση 164/2005 και 165/05: κ. Χ''Ιωάννου και κ. Δ. Ιωαννίδης. Για την Καθ'ης η αίτηση 1 στην Αίτηση/Έφεση 164/05: κ. Π Παπαγεωργίου. Για τους Καθ'ων η αίτηση 1-3 στην Αίτηση/Έφεση 165/05: κ. Χρ. Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησε η αιτήτρια μονομερώς στις ως άνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις εφέσεις και η οποία επεδόθη στους καθ' ων η αίτηση σε κάθε μια από τις ως άνω υποθέσεις, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, αιτείται: «Α. - Διάταγμα ή Δήλωση Δικαστηρίου διατάσσον ή δηλών ή θεωρών ότι η Έφεση που καταχωρήθηκε στις 6.12.13 καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο εντός του οποίου μπορεί να καταχωρηθεί έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ημερομηνίας 29.10.13 κατά 7 ημέρες από τη σύνταξη του Διατάγματος και/ή Γ. Διάταγμα Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο εντός του οποίου να καταχωρηθεί η αίτηση για παράταση του χρόνου εντός του οποίου να καταχωρηθεί έφεση και/ή Δ. Έξοδα.» Η αίτηση στηρίζεται επί των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως ετροποποιήθησαν Καν. 13 και 17, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.34, Δ.35 Θ2, Δ.57 Θ.2 και Δ.48 θ 1-4, 8 και 11 και των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις της αιτήτριας Αννούλλας Ανδρέα Βασιλείου και του συνηγόρου της κ. Κώστα Χατζηϊωάννου. Η αιτήτρια με την ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι στις 29.10.13 εκδόθηκε η τελική απόφαση στις συνεκδικασθείσες υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αιτήσεις. Ως αναφέρει ήταν παρούσα στο Δικαστήριο συνοδευόμενη από το σύζυγο και τη θυγατέρα της Τροοδία. Ως αναφέρει τους δόθηκε αντίγραφο της απόφασης την οποία φωτοτύπησε και ανέμενε τον εκ των δικηγόρων της κ. Κώστα Χατζηϊωάννου, ο οποίος ευρίσκετο ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να συνεννοηθούν ως προς το τι θα έκαναν. Συναντήθηκαν ως αναφέρει γύρω στις 1 μ.μ. και η ίδια τον ρώτησε τι θα έπρεπε να κάνουν. Ο ίδιος της ανέφερε ότι η απόφαση έπρεπε να μελετηθεί πριν αποφασίσουν να καταχωρήσουν έφεση και τη συμβούλευσε να τη διαβάσει και η ίδια και να μιλήσουν το συντομότερο. Ως αναφέρει τον ρώτησε πόσο χρόνο είχαν στη διάθεση τους για την καταχώρηση έφεσης και ο ίδιος της ανέφερε ότι, εφ' όσον η απόφαση είναι τελική απόφαση, η προθεσμία ήταν 42 ημέρες. Ως αναφέρει μίλησε τηλεφωνικά και με τον κ. Δώρο Ιωαννίδη. Τις επόμενες ημέρες η ίδια και η θυγατέρα της τηλεφωνούσαν σχεδόν καθημερινά τόσον στον κ. Χατζηϊωάννου όσον και στον κ. Δώρο Ιωαννίδη επισημαίνοντας τους τα σημεία που κατά τη δική τους αντίληψη έκανε λάθος το Δικαστήριο και ζητώντας τη δική τους άποψη για έφεση. Τελικά ως αναφέρει ήρθε και ο υιός της από το εξωτερικό όπου εργάζεται και έγινε συνάντηση στο γραφείο του κ. Δώρου Ιωαννίδη στις 8.11.13, κατά την οποία αφού συζητήθηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης κατέληξαν ότι υπήρχαν βάσιμοι λόγοι έφεσης και ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί έφεση, πράγμα που ήταν και η δική της επιθυμία. Σε εκείνη τη συνάντηση αμφότεροι οι δικηγόροι δηλαδή οι κ.κ. Δώρος Ιωαννίδης και Κώστας Χατζηϊωάννου επιβεβαίωσαν ότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης είναι 6 εβδομάδες. Μάλιστα υπολόγισαν ότι η προθεσμία έληγε στις 10.12.
  7. Τη Δευτέρα 11.11.13 απέστειλε ως αναφέρει με ταξί τα διοριστήρια δικηγόρου με τα οποία διόριζε τους κ.κ. Δώρο Ιωαννίδη και Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία δικηγόρους της για να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης. Στη συνέχεια τόσο η ίδια όσο και η θυγατέρα της τηλεφωνούσαν μια ή δύο φορές την εβδομάδα για να επιβεβαιώσουν ότι έγινε η έφεση και τους έλεγαν να μην ανησυχούν και ότι υπήρχε χρόνος. Τελικά στις 6.12.13 οι δικηγόροι τους, τους απέστειλαν αντίγραφο της έφεσης που καταχώρησαν την ίδια ημέρα. Ως αναφέρει στη συνέχεια της τηλεφώνησαν και της ανέφεραν ότι συναντήθηκαν το Σάββατο 7.12.13 και συζήτησαν την υπόθεση και επειδή με βάση κάποιο κανονισμό του 1956 οι εφέσεις από Διαταγές του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις καταχωρούνται εντός 14 ημερών, θα ήταν ορθότερο να γίνει αίτηση ως η υπό εξέταση για να μην δημιουργηθούν συζητήσεις ως προς το αν η απόφαση είναι διαταγή ή απόφαση. Είναι η θέση της ότι με βάση τα όσα παραθέτει προκύπτει ότι η ίδια ενήργησε καλόπιστα ενώ η καθυστέρηση στην καταχώρηση της έφεσης δεν οφείλεται σε αδιαφορία της ίδιας ούτε σε παράλειψη ή αμέλεια αλλά στην εντύπωση που είχε ότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης ήταν 42 ημέρες, εντύπωση που δεν της δημιουργήθηκε αυθαίρετα, αλλά στηριζόταν στα όσα της ανέφεραν οι δικηγόροι της. Ως αναφέρει σίγουρα αν πίστευε ότι η προθεσμία μπορούσε να ήταν 14 ημέρες θα είχε φροντίσει για την καταχώρηση της έφεσης ενωρίτερα εντός της προθεσμίας εκείνης. Επισυνάπτει τους Λόγους Έφεσης που έχουν ετοιμασθεί ως Τεκμήριο 1, και αναφέρει ότι ειλικρινά πιστεύει ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της. Εκφράζει δε την απορία της γιατί η προθεσμία για άσκηση έφεσης στην περίπτωση τελικής απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου σε αίτηση/έφεση κατά απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να είναι 14 ημέρες ενώ σε όλες ή σχεδόν όλες τις άλλες τελικές αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου η προθεσμία να είναι 42 ημέρες. Αναφέρει τέλος ότι η καταχώρηση της ειδοποίησης έφεσης στις 6.12.13 και όχι προηγουμένως προέκυψε όπως αναφέρει ανωτέρω. Τελικά δε όπως πληροφορείται δόθηκε ημερομηνία καταχώρησης 9.11.13 λόγω παράδοσης της σε άλλο γραφείο του ιδίου τμήματος του Πρωτοκολλητείου και ζητήθηκε η πληρωμή για σύνταξη διατάγματος/ απόφασης. Τέλος υποστηρίζει ότι η έκδοση διαταγμάτων ως η συνημμένη αίτηση δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά ή οποιαδήποτε σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά. Ο κ. Χατζηιωάννου με τη δική του ένορκο δήλωση αναφέρει ότι είναι ένας εκ των δικηγόρων που χειρίστηκαν την υπό αναφορά υπόθεση και προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης κατόπιν εξουσιοδότησης της αιτήτριας. Ως αναφέρει έχει αναγνώσει την ένορκη δήλωση της αιτήτριας και επιβεβαιώνει ως ορθά τα όσα αυτή αποδίδει στον ίδιο και στον κ. Δ. Ιωαννίδη. Αναφέρει δε ότι όταν πληροφορούσαν την αιτήτρια για την προθεσμία της έφεσης, δεν είχαν υπόψη τους τον Κανονισμό 13 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του
  8. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης:
  9. Ειδοποίηση/ Έφεσης εναντίον της απόφασης και/ή του διατάγματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/10/2013, που καταχωρήθηκε στις 6/12/2013, είναι εκπρόθεσμη, θνησιγενής και άκυρη διότι δεν καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία των 14 ημερών που προνοεί ο Κανονισμός 13 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών. Υπάρχει παράβαση και της Διαταγής 35 Θ. 2 σε συνδυασμό με τη Δ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των Άρθρων 80 και 81 (ιδιαίτερα της επιφύλαξης αυτού) του Κεφ.
  10. Η παρούσα Αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έφεσης έγινε στις 10/12/2013 και αφού είχε ήδη προηγηθεί στις 6/12/3013 η εκπρόθεσμη καταχώριση της Έφεσης, χωρίς να εξασφαλισθεί προηγουμένως Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την τοιαύτην καταχώριση.
  11. Το λάθος ή η παράλειψη των δικηγόρων της Αιτήτριας ή/και οι άλλοι λόγοι που προβάλλονται στην Αίτηση ή/και τις Ένορκες Δηλώσεις που τη συνοδεύουν, που τους οδήγησαν στην παράλειψη να καταχωρίσουν εμπρόθεσμα την Έφεση, δεν αποτελούν ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση, εκ των υστέρων μάλιστα, διατάγματος παράτασης της προθεσμίας έφεσης.
  12. Οι Καθ'ων η Αίτηση επιφυλάσσονται να αναπτύξουν περαιτέρω τους λόγους ένστασης κατά την ακροαματική διαδικασία.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σάββα Καραγιάννη, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Αίτηση με αριθμό 164/05 και εξουσιοδοτημένος από την ίδια και από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 - 3 στην Αίτηση με αριθ. 165/05, να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση και στις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις. Ως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα των ανωτέρω αιτήσεων, οι οποίες έχουν συνεκδικασθεί, διότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκπροσώπησε ο ίδιος τη σύζυγο του. Ως αναφέρει στις 29/10/2013 εκδόθηκε απόφαση και/ή διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο απορρίφθηκαν οι πιο πάνω αιτήσεις και τα αιτούμενα από την αιτήτρια διατάγματα / διαταγές. Αναφέρει δε ότι όπως γνωρίζει και όπως πληροφόρησαν τον ίδιο και όλους τους καθ' ων η αίτηση, οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, η αιτήτρια στις 6/12/2013 καταχώρησε ειδοποίηση έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, 4 μέρες μετά την καταχώρηση της έφεσης, καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της έφεσης. Υποστηρίζει δε στη βάση νομικής συμβουλής που ελήφθη ότι η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης/διατάγματος είναι εκπρόθεσμη και θα πρέπει να απορριφθεί διότι αυτή έπρεπε να είχε καταχωρηθεί το αργότερο μέσα σε 14 μέρες από την έκδοση της απόφασης/διατάγματος, παράλειψη που καθιστά άκυρη την έφεση. Αναφέρει δε ότι η αίτηση της αιτήτριας για παράταση της προθεσμίας έφεσης είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ανυπόστατη και αστήρικτη και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Η διαδικασία Οι συνήγοροι στα πλαίσια της διαδικασίας περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης, στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια αυτά είναι κατά πόσον η έφεση είναι πράγματι εκπρόθεσμη για να τίθεται ζήτημα αξίωσης των θεραπειών που ζητούνται με την υπό εξέταση αίτηση. Σχετικοί είναι οι κανονισμοί 13 και 17 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956 οι οποίοι προβλέπουν ως ακολούθως. Ο κανονισμός 13 ο οποίος εμπίπτει στο δεύτερο μέρος του νόμου ο οποίος φέρει τίτλο «Appeals» αναφέρει τα εξής: «
  13. Where an appeal lies under the Law from any order of the District Court such appeal shall be brought within fourteen days after the making of such order and the provisions of Order 35 of the Civil Procedure Rules, relating to appeals shall apply.» Έγινε εισήγηση από την αιτήτρια ότι η εν λόγω διάταξη αφορά στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται διαταγή (order) και επομένως εφόσον στην προκειμένη περίπτωση απορρίφθηκε η αξίωση, δεν εκδόθηκε διαταγή αλλά απόφαση και ως εκ τούτου η πιο πάνω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής. Δυνάμει δε του 13 αλλά και του κανονισμού 17 ο οποίος προβλέπει ότι «Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable.», έγινε η εισήγηση ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η Δ.35.2[1] και να θεωρηθεί ότι η προθεσμία για καταχώρηση της έφεσης είναι 6 εβδομάδες. Στην αντίθετη περίπτωση εισηγήθηκε ότι καταδεικνύονται λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησης της έφεσης, ώστε αυτή να θεωρείται εμπρόθεσμη. Είναι γεγονός ότι ως προκύπτει από τη Δ.
  14. θ.2 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας η οποία καθορίζει τις προθεσμίες για την άσκηση έφεσης, ως αυτή έχει ερμηνευθεί, αν εφεσιβάλλεται ενδιάμεσο διάταγμα (interlocutory order) ή διάταγμα τελικό (final) σε διαδικασία που δεν αποτελεί αγωγή, η προθεσμία είναι 14 μέρες, ενώ στις άλλες περιπτώσεις είναι 6 βδομάδες (Βλ. Wilfrid Wortham κ.α. v. Ντίνας Τσιμόν κ.α.

(2001)1Β Α.Α.Δ. 1442.) Επίσης είναι γεγονός πως μια πρωτογενής αίτηση ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών (βλ. Wilfrid ανωτέρω). Όπως δε συγκεκριμένα λέχθηκε στην υπόθεση Α Ιωακείμ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2003)1 Α.Α.Δ 198 η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης με βάση τη Δ.
  1. Θ. 2 εξαρτάται από το κατά πόσο η απόφαση εναντίον της οποίας στρέφεται η έφεση είναι ενδιάμεση ή τελική και εφαρμοστέο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ ενδιάμεσης απόφασης ή διατάγματος και τελικής απόφασης ή διατάγματος είναι το application approach και όχι το order approach, δηλαδή το επίκεντρο είναι η φύση της αίτησης και όχι η φύση αυτού τούτου του διατάγματος. Παρά τα πιο πάνω η σχετική εισήγηση της αιτήτριας ότι η προθεσμία στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι αυτή των 6 εβδομάδων, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού παρά το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε τελική απόφαση-διαταγή από το Δικαστήριο, το ζήτημα της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης στο πλαίσιο που εξετάζεται, διέπεται και καθορίζεται ρητά από τον Κανονισμό 13 των Κανονισμών του 1956 που διέπει ειδικά το θέμα αυτό, και εμπίπτει στο μέρος του Νόμου που καλείται «Appeals», έτσι που η όποια αναφορά στη Δ.35 να περιορίζεται στα λοιπά διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν και σχετίζονται με τις εφέσεις και για τα οποία δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον Κανονισμό 13 των Κανονισμών του
  2. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να τυγχάνει εφαρμογής γενικά η Δ.35, Θ.2 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας στα πλαίσια αυτά, με τους πιο πάνω αναφερθέντες διαχωρισμούς ως προς τις προθεσμίες για την καταχώρηση έφεσης (14 μέρες και 6 εβδομάδες), τότε ο κανονισμός 13 θα περιοριζόταν στην αναφορά στη Δ.35 Θ. 2, χωρίς να καθορίζει ρητά την προθεσμία καταχώρησης έφεσης σε 14 ημέρες. Τονίζω δε ότι στον κανονισμό 13 γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε διαταγή ("any order") χωρίς να γίνεται κανένας διαχωρισμός ή διάκριση. Η δε θέση ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα (order) αλλά απόφαση, επειδή δεν εξέδωσε διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Διευθυντή, αλλά απέρριψε τις αιτήσεις/εφέσεις, επίσης δεν ευσταθεί αφού είτε το Δικαστήριο παραμερίσει την απόφαση του Διευθυντή είτε την επικυρώσει απορρίπτοντας την αίτηση/έφεση, εκδίδει σε κάθε περίπτωση ανάλογη διαταγή όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Όπως άλλωστε προκύπτει και από τη νομολογία που παρατίθεται πιο πάνω, μια διαταγή (order) μπορεί να είναι τελική ή ενδιάμεση. Αυτή είναι εξ άλλου και η έννοια της κατάληξης του Δικαστηρίου στην απόφαση που εκδόθηκε όπου αναφέρεται «Συνακόλουθα τόσο η αίτηση/έφεση 164/05 όσο και η 165/05 απορρίπτονται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση αρ. 1 στην 164/05 και των καθ' ων 1-3 στην 165/05 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Με άλλα λόγια το Δικαστήριο με την πιο πάνω κατάληξη του διέταξε την απόρριψη της αίτησης. Επομένως και με δεδομένο ότι η προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης στα πλαίσια αυτά, είναι αυτή των 14 ημερών, η έφεση που καταχωρήθηκε είναι πράγματι εκπρόθεσμη και με δεδομένο ότι καμία σχετική άδεια δόθηκε πριν την καταχώρηση της, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησης της ως εις την αίτηση ζητείται. Βάση του αιτήματος αποτελεί κατ' ουσίαν η Δ.57 η οποία προβλέπει τα εξής: «
  3. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Από το περιεχόμενο δε της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση προκύπτει ότι ο λόγος της μη έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης αφορά λάθος των δικηγόρων της αιτήτριας και συγκεκριμένα άγνοια αυτών καθ' όσον αφορά την ορθή προθεσμία για την καταχώρηση της έφεσης. Τώρα κατά πόσον τα όσα αναφέρονται δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σημειώνω τα εξής. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» v. Βαλεντίνας Καρασάββα Πολ. Έφεση 103/2011, ημερ. 14/3/2012, κατά την εκδίκαση μιας αίτησης όπως η παρούσα, το Δικαστήριο έχει πάντα ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Από τη μια έχει να σταθμίσει την ανάγκη για τελεσιδικία, αλλά και τα συμφέροντα των διαδίκων και από την άλλη την εξυπηρέτηση γενικά των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ως προς το εάν σφάλμα δικηγόρου μπορεί να δικαιολογήσει την παράταση του χρόνου αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι η παράλειψη δικηγόρου ή του διάδικου να προβεί στα δέοντα διαβήματα για την καταχώρηση έφεσης μέσα στην καθορισμένη από τους κανονισμούς προθεσμία, δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ του (βλέπε μεταξύ άλλων Pavlou and another v. George P. Cacoyiannis and others
(1963)2 C.L.R. 405). Στην υπόθεση Kyriacou v. Georghiadou
(1970)1 C.L.R. 145, λέχθηκε ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται όταν δίδεται τέρμα στη δικαστική διαδικασία και οι χρονικοί περιορισμοί που τίθενται από τους δικονομικούς κανονισμούς θα πρέπει να τηρούνται, εκτός αν η δικαιοσύνη προφανώς υπαγορεύει ότι θα πρέπει οι θεσμοί να εφαρμοστούν με ελαστικότητα (βλέπε ακόμα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 470). Στην υπόθεση Σολιάτης και Συνεργάται ν. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162, το δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτούμενης παράτασης, τονίζοντας ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι απεριόριστη και η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατόν να αποτελεί σε μερικές περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας. Από την άλλη στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ν. Χριστοφόρου, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε υπόθεση στην οποία η παράλειψη ή η αμέλεια του δικηγόρου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του έχει θεωρηθεί από μόνη της ως ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Η ίδια τάση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ρολάνδου Ευαγόρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1505 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να παραχωρήσει παράταση καταχώρησης της έφεσης, παρ΄ όλον ότι επρόκειτο για σφάλμα του δικηγόρου των αιτητών, καταλήγοντας ότι δεν ήταν προφανές ότι η παράταση της προθεσμίας επηρεάζει το δικαίωμα του ενάγοντα στη διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου. Η παράταση χρόνου για καταχώρηση έφεσης είναι ένα εξαιρετικό δικονομικό μέτρο (Lavar Shipping Co Ltd v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1635). Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να παραχωρήσει παράταση χρόνου είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο αιτητής οφείλει να προβάλει τα αναγκαία στοιχεία για να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Βούρια ν. Δασκάλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 808). Παρ΄ όλο που φαίνεται ότι η νομολογία μας δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί ως προς την αμέλεια ή το λάθος δικηγόρου, εν τούτοις φαίνεται ότι η επικρατούσα αντιμετώπιση είναι ότι το λάθος ή η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά από μόνη της λόγο παραχώρησης παράτασης καταχώρησης της έφεσης. Στην υπόθεση Βούρια ν. Δασκάλου, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας για υποβολή έφεσης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο διάδικο που επιδεικνύει αδιαφορία συνήθως το δικαστήριο αρνείται την έγκριση της αίτησης, αλλά εκεί που υπάρχει σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων του, η έγκριση της αίτησης γίνεται ευκολότερη. Οι προθεσμίες που τάσσονται από τους θεσμούς ή από το δικαστήριο θα πρέπει να τηρούνται. Παράτασή τους συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις (Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ, 470 και Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1088). Στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, τονίστηκε ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση με τα χρονοδιαγράμματα εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Ακόμα στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη
(1999)1 Α.Α.Δ. 221, επισημάνθηκε ότι το σύστημα λειτουργίας ενός δικηγορικού γραφείου δεν αφορά το δικαστήριο. Οι πιθανές ελλείψεις σ΄ αυτή δεν εμπίπτουν στην έννοια «πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα» που απαντά στον κανονισμό. Η μη συμμόρφωση με τις δικονομικές διατάξεις θα πρέπει να οφείλεται σε λόγο, η επέλευση του οποίου δεν οφείλεται στη συνήθη ανθρώπινη λειτουργία.» Στην υπόθεση Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» v. Βαλεντίνας Καρασάββα (ανωτέρω) όπου η παράλειψη καταχώρησης εμπρόθεσμα της έφεσης έγινε λόγω σφάλματος δικηγόρου, το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση ότι οι εκπρόσωποι των αιτητών έσπευσαν να το διορθώσουν, δεν ενέκρινε το αίτημα τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη του δικηγόρου και μόνο δεν συνιστά ικανοποιητικό λόγο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του. Τονίστηκε δε ότι παρά το γεγονός ότι η νομολογία μας φαίνεται ότι δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί ως προς την αμέλεια ή το λάθος δικηγόρου, εν τούτοις φαίνεται ότι η επικρατούσα αντιμετώπιση είναι ότι το λάθος ή η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά από μόνη της λόγο παραχώρησης παράτασης χρόνου καταχώρησης έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ό,τι προβάλλει η αιτήτρια ως λόγο για να της παραχωρηθεί η παράταση χρόνου, είναι στην ουσία η άγνοια και κατ' επέκταση η αμέλεια ή και το λάθος των δικηγόρων της και το γεγονός ότι έδρασε έγκαιρα. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι οι συνήγοροι της αιτήτριας έσπευσαν να διορθώσουν το σφάλμα τους καταχωρώντας την υπό εξέταση αίτηση, δεν θεωρώ ότι η παράλειψη τους να συμβουλεύσουν ορθά την αιτήτρια ή και να γνωρίζουν την προθεσμία και να ενεργήσουν εντός αυτής αποτελεί λόγο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της, αφού αποδοχή αυτής της θέσης θα δίδει την ευχέρεια σε κάθε αιτητή να επικαλείται τη σύγχυση ή την άγνοια του δικηγόρου του για να εξασφαλίζει παράταση των προθεσμιών, υπερφαλαγγίζοντας έτσι με εύσχημο τρόπο τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας και υπερ των καθ' ων η αίτηση στις αιτήσεις 164/05 και 165/05 εξ ημισίας τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αφού καταχωρήθηκε μια ένσταση. ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Δ.35. Θ. 2 επί της οποίας επίσης εδράζεται προβλέπει τα εξής: «2. Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, Rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time. The said respective periods shall be calculated from the time that the judgment or order becomes binding on the intending appellant, or in the case of the refusal of an application, from the date of such refusal. Such deposit or other security for the costs to be occasioned by any appeal shall be made or given as may be directed under special circumstances by the Court of Appeal.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.