LUMOS SHIPPING COMPANY LTD ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5118/13, 6/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5118/13 Μεταξύ: LUMOS SHIPPING COMPANY LTD Eναγόντων και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Ντίνου Χριστοφίδη, υπό την ιδιότητα του Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων -------------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 31.10.2013 Ημερομηνία: 6 Μαΐου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Μ. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 1: κα Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση τους στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1, 2 και 9 και Δ.48 θθ 1-3, 7 και 9 καθώς και στη σύμφυτη και γενική εξουσία του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Λάμπρου Κούζουνα, ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών, ως αναφέρει, είναι διευθυντής των εναγόντων (αντίγραφο σχετικού πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1) και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το οποίο και επιβεβαιώνει. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι ενάγοντες είναι νόμιμα εγγεγραμμένη εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία (βλ. Τεκμήριο 2) και κατόπιν συμφωνίας τους με τους εναγόμενους 1, που είναι τραπεζικός οργανισμός, προέβησαν σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σ' αυτούς, τον οποίο τηρούν, παραθέτοντας τον αριθμό του. Στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό οι ενάγοντες μπορούσαν να καταθέτουν, να μεταφέρουν και να αποσύρουν, τόσο οι ίδιοι όσο και τρίτα πρόσωπα, χρήματα, οι δε εναγόμενοι 1 συμφώνησαν να εκτελούν οδηγίες των εναγόντων σε σχέση με τη λειτουργία και χρήση του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού και να μεταφέρουν, επιστρέφουν, παραδίδουν και αποζημιώνουν τους ενάγοντες για όσα ποσά κατατίθεντο σ' αυτόν. Κατά τις 15.3.2013 οι ενάγοντες είχαν κατατεθειμένο στον υπό αναφορά τραπεζικό λογαριασμό τους το ποσό των €240.907,81, τουλάχιστον, το οποίο ευρίσκετο κατατεθειμένο από τον Ιανουάριο του
- Κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.3.2013 έως 29.3.2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.1.2013 έως 31.1.2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Στις 15.1.2013 οι ενάγοντες αιτήθηκαν με γραπτό αίτημά τους, το οποίο παραδόθηκε δια χειρός στους εναγόμενους 1, όπως οι τελευταίοι προχωρήσουν σε μεταφορά του ποσού των €200.000 προς τον τραπεζικό λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου καταγράφονται, που τηρείτο στην Cyprus Developments Bank (βλ. Τεκμήριο 5). Παρά τις γραπτές και προφορικές οχλήσεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1, έχοντας προμηθεύσει αυτούς με όλα τα απαραίτητα στοιχεία για υποστήριξη του αιτήματος τους, οι τελευταίοι παραλείπουν αντισυμβατικά και παράνομα να προβούν στην αποδέσμευση και μεταφορά του πιο πάνω ποσού προς τους ενάγοντες. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής οι εναγόμενοι 1 κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 12.8.
- Με την θέση ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και υποστηρίζοντας ότι μοναδικός σκοπός τους είναι να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης δεδομένου ότι δεν κατεχώρησαν υπεράσπιση, ο ενόρκως δηλών ζητά να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 ως το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 2.1.2014 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1-6 και 9, Δ.39 θθ 1-21 και Δ.48 θθ 1-9, στα άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17(Ι)/2013, στο περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013), ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, στους περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013), στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 16(Ι)/2013, στα άρθρα 30 και 32 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 έως 2013 (Ν.66(Ι)/1997), στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 1 προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης, ως συνοψίζονται: - η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη, ανυπόστατη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή λανθασμένη και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, είναι δε ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, χωρίς να εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος - οι εναγόμενοι 1 αποκαλύπτουν με την ένορκή τους δήλωση καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων - η υπό κρίση αίτηση είναι αντίθετη και/ή σε άμεση σύγκρουση με τα προνοούμενα στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/13), με τα Διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού καθώς και με όσα διατυπώθηκαν στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.6.2013 και - είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον να απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Στην ένορκή του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο Σωκράτης Σωκράτους, όπως αναφέρει, είναι στην υπηρεσία των εναγομένων 1 και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκή του δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο προσωπικά όσο και από πληροφορίες που έλαβε από αρμόδιους λειτουργούς των εναγομένων 1, έχοντας και τη νομική συμβουλή των δικηγόρων τους. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχουν και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και αναπτύσσοντας τους λόγους ένστασης, όπως αυτοί παρατέθηκαν πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι, υπό το φως και των αποφασισθέντων στην σχετική, τελεσίδικη και δεσμευτική, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.6.2013, οι εναγόμενοι 1 έχουν ουσιαστική και πραγματική υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι και ενόψει των περιοριστικών μέτρων και των νομοθεσιών που ακολούθησαν τα γεγονότα της 15/3/2013, οι οποιεσδήποτε εντολές που ισχυρίζονται ότι έδωσαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο Α κατάσταση λογαριασμού από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, όπου φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε ο επίδικος λογαριασμός μετά το «κούρεμα». Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις, υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων ο συνήγορος τους εισηγήθηκε ότι οι αιτητές-ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις βασικές προϋποθέσεις προς έκδοσης συνοπτικής απόφασης ενόσω οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 1 δεν απέσεισαν το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν καλή ή εύλογη υπεράσπιση ούτε και γεγονότα επαρκή για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Σύμφωνα με τον συνήγορο, οι εναγόμενοι 1 χωρίς να αμφισβητούν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση των εναγόντων, επικαλούνται τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, ο οποίος θεσπίστηκε στις 22.3.2013 και, ως καθορίζεται στη νομολογία, δεν έχει αναδρομική ισχύ, όπως και οι δυνάμει αυτού εκδοθείσες Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, με αποτέλεσμα να προβάλλει ότι στις 15.1.2013, πριν την εφαρμογή οποιασδήποτε νομοθεσίας ή μέτρων εξυγίανσης, οι εναγόμενοι 1 όφειλαν να προχωρήσουν στη μεταφορά των επίδικων ποσών. Αντίθετα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπεράσπιση στην υπόθεση, όπως με λεπτομέρεια προβάλλεται στην ένορκη τους δήλωση και παρέμεινε αναντίλεκτο, καθόσον υπάρχει ουσιώδες θέμα προς εκδίκαση που δεν μπορεί να αποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.7.2013 και επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 στις 7.8.
- Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 1 καταχωρήθηκε στις 12.8.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 1 παράνομα αρνούνται και/ή παραλείπουν από τον Ιανουάριο του 2013 να αποδεσμεύσουν τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων και διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι αφενός να διενεργήσουν αμέσως τη μεταφορά του ποσού των €200.000, ως η εντολή των εναγόντων ημερομηνίας 15.1.2013 καθώς και να αποδεσμεύσουν άμεσα το ποσό των €240.907,81 που ήταν κατατεθειμένο κατά την ίδια ημερομηνία στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό, αξιώνοντας, επίσης, αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία, ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. και ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 837). Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα, που καταχωρήθηκε στις 30.7.2013, είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου οι εναγόμενοι 1 έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 12.8.2013. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι ο ενόρκως δηλών, ενόψει των όσων αναφέρει στις παραγράφους 1 και 3 της ένορκης του δήλωσης, όντας διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην ένορκη του δήλωση, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Έλλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274 και Θεοδώρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 915). Είναι εντέλει φυσικό πρόσωπο που ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας εταιρείας. Με την ένορκη δε δήλωση του επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και όσα αξιώνονται και υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Έχοντας ικανοποιήσει οι ενάγοντες τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 παρουσιάζουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε να αποσείουν το βάρος που μετατίθεται στους ώμους τους για να τους δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και τους ισχυρισμούς που εκεί προβάλλονται, όπως αναλυτικά παρατέθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι αποκαλύπτονται τέτοια στοιχεία που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην παρούσα υπόθεση (βλ. Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω), ενώ η θέση του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων ότι όσα προβάλλονται δεν είναι ικανά να υποδείξουν υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 1 δεν αμφισβήτησαν ειδικά όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται και σχετίζονται με την ύπαρξη του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού των εναγόντων, το κατατεθειμένο σ' αυτόν ποσό καθώς και τη δοθείσα στις 15.1.2013 εντολή των εναγόντων για μεταφορά μέρους του σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό. Παρά ταύτα, χωρίς να αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος των εναγομένων 1 ή να εξάγονται ευρήματα αναφορικά με την υπεράσπιση τους, κάτι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση φανερώνουν την ύπαρξη υπεράσπισης και επιδίκων θεμάτων εναντίον της αξίωσης που πρέπει να εκδικαστούν. Συγκεκριμένα, δεν παραγνωρίζεται ότι η προαναφερθείσα νομοθεσία και ειδικότερα ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/13)ως και τα Διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, έχοντας θεσπιστεί μετά τα γεγονότα της 15.3.2013, δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή, ως ορθά εισηγείται ο συνήγορος των εναγόντων. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 που σχετίζονται με την αναγκαιότητα συμμόρφωσης με την εν λόγω νομοθεσία, υπό το φως και των αποφασισθέντων στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χριστοδούλου και άλλων ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 και άλλες, ημερομηνίας 7.6.2013, -οι οποίες είχαν καταχωρηθεί από πρόσωπα-καταθέτες που επηρεάζοντο από τις ενέργειες των Αρχών, έχοντας έρεισμα τον προαναφερθέντα Νόμο και τα βάσει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα, τα οποία αφορούν τόσο τη Λαϊκή Τράπεζα όσο και την Τράπεζα Κύπρου- χρήζουν διασαφήνισης μέσα στα πλαίσια της δίκης, ανεξάρτητα από τους λόγους της μη εκτέλεσης της εντολής των εναγόντων, την οποία, ως αυτοί ισχυρίζονται, έδωσαν στους εναγόμενους 1 από τις 15.1.2013. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει το καταχωρηθέν στις 2.1.2014 δικόγραφο της υπεράσπισης των εναγομένων 1, όπου στην παράγραφο 7 αναφέρονται οι λόγοι της μη ολοκλήρωσης της δοθείσας εντολής των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1. Η εξουσία όμως του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση δυνάμει της Δ.18 θ.1 παραμένει άθικτη καθότι η καταχώρηση υπεράσπισης, η οποία σημειωτέον ότι κινείται στα ίδια πλαίσια με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, δεν αποτελεί χρήσιμο διάβημα (βλ. The Annual Practice, 1958
(1), σελ. 260, Melita Manuf. Ltd v. Chris Joannou Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1238, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 408). Ακόμη δε και αν δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη οτιδήποτε προβάλλουν στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1, το οποίο δεν έχουν περιλάβει στην ένσταση τους για την υπό κρίση αίτηση, ουσιώδες παραμένει ότι η προαναφερθείσα εντολή των εναγόντων δεν είχε εκτελεστεί μέχρι την θέσπιση της προαναφερθείσας νομοθεσίας. Αυτό που αβίαστα συνάγεται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι εγείρονται σοβαρά και περίπλοκα νομικά ζητήματα που δεν είναι δυνατό να αποφασιστούν σ' αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει τις προβαλλόμενες θέσεις, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα (πιο πάνω), δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση, να εξετάζει και να αποφαίνεται επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών μετατρέποντας τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή σε αυθεντίες, τόσο Αγγλικές όσο και Κυπριακές, λέχθηκε ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση» (βλ. και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω)). Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, όπως ουσιαστικά καλείται να πράξει από τον συνήγορο των αιτητών, να εξηγήσει τις πράξεις ή τις παραλείψεις των εναγομένων 1 σε σχέση με τη μη εκτέλεση της εντολής των εναγόντων προς αυτούς που οδήγησε στο να παραμείνει το επίδικο ποσό στον υπό αναφορά τραπεζικό λογαριασμό και ως προς το αποδεκτό τυχόν μαρτυρίας που αυτοί θα προσφέρουν κατά την ακρόαση της αγωγής ούτε να αποδεχθεί άνευ ετέρου τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση φανερώνουν ότι αναφύονται προς εξέταση νομικά θέματα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά και άλλα ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 977). Ως ακόμη η νομολογία υποδεικνύει, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 1 ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι γνήσια προβάλλουν και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, καλόπιστη υπεράσπιση με σοβαρά νομικά επιχειρήματα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 και εναντίον των αιτητών-εναγόντων και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.).......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο