← Κύπρος

Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company) ν. Αναφορικά με την Εταιρεία CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αρ. Αιτ. 909/2011

Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company) ν. Αναφορικά με την Εταιρεία CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αρ. Αιτ. 909/2011, 26/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 909/2011 Αναφορικά με την Εταιρεία CRAZIENO HOLDINGS LTD από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφάλαιο 113 Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company), από τη Ρωσία Ημερομηνία: 26/5/2014 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση - Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση: κα Νικολάου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση - Αιτήτρια στην Κυρίως αίτηση: κ. Θ. Δημητρίου για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση ημερομηνίας 25.10.2013 της εταιρείας CRAZIENO HOLDINGS LTD (Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως αίτηση, η BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) (στο εξής «η Τράπεζα της Μόσχας») ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση Διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας Crazieno Holdings Ltd. Με την υπό κρίση αίτηση, η εταιρεία Crazieno Holdings Ltd αιτείται από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο για καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για στήριξη της Ένστασης που καταχωρήθηκε την 18/04/2012 για περίοδο που να λήγει 15 μέρες μετά τη σύνταξη του Διατάγματος. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για σκοπούς στήριξης της ένστασης που καταχωρήθηκε την 18/04/2012 σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης ως το Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα. Γ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα/Θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 10239150R)». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4

(2), Δ.39 θ.1, Δ.25, Δ.54 θ.θ.1, 2, 3, 4, στα άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α-γ), 213, 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών, στους Καν. 3 και 4 των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών, στους εν Αγγλία ισχύοντες Κανονισμούς Companies and Winding Up Rules 1949, Κανονισμός 36
(1), άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα εν Αγγλία πρακτική. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 25.10.2013 του κ. Σάββα Σιάτη, η οποία συνοδεύει την αίτηση. Όπως αναφέρεται στην παρα. 1 της Ε/Δ του κ. Σιάτη, αυτός είναι ο Ενόρκως Δηλών στην Ειδοποίηση Ένστασης, ημερομηνίας 18/04/2012, που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Crazieno Holdings Ltd στην κυρίως αίτηση, ήτοι στην αίτηση εκκαθάρισης ημερομηνίας 02/12/2012. Ο κ. Σιάτης προβαίνει στην παρούσα ένορκο δήλωση έχοντας, ως δηλώνει στην παρα. 2 της Ε/Δ του, σχετική εξουσιοδότηση από την Crazieno Holdings Ltd και, όντας ένας εκ των Διευθυντών της Oneworld Ltd εταιρείας που διαχειρίζεται την εν λόγω εταιρεία, δηλώνει ότι έχει απευθείας γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Όπως εξηγεί στην παρα. 3 της Ε/Δ του ο κ. Σιάτης, στο χρονικό διάστημα μεταξύ της καταχώρησης της Ειδοποίησης Ένστασης στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης και της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, μεσολάβησαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσης διαδικασίας. Ως τέτοια γεγονότα, ο κ. Σιάτης αναφέρει, μεταξύ άλλων - (α) την καταχώριση από μέρους της Τράπεζας της Μόσχας της αγωγής αρ. 1832/2012 στο Ε.Δ. Λ/σιας εναντίον της Marfin Popular Bank, της Oneworld Ltd και άλλων εναγομένων (βλ. παρα. 5 της Ε/Δ του κ. Σιάτη), (β) την καταχώριση στις 15.3.2012 από μέρους της Τράπεζας της Μόσχας, στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής αρ. 1832/12, μονομερούς αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος αποκάλυψης, στο πλαίσιο της οποίας αίτησης η Τράπεζα της Μόσχας προώθησε τη θέση ότι τα δάνεια που δόθησαν από αυτήν, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου προς την Crazieno Holdings Ltd αποτελούν μέρος δόλιων και παράνομων ενεργειών των πρώην στελεχών της με σκοπό την απόσπαση χρημάτων από αυτήν ή/και ότι τα δάνεια δόθηκαν χωρίς να εγκριθούν ποτέ νόμιμα (βλ. παρα. 7 της Ε/Δ του κ. Σιάτη, καθώς και το επισυνημμένο σε αυτή αντίγραφο εκδοθέντος διατάγματος αποκάλυψης ημερ. 21.3.2012 ως το Τεκμήριο 1), (γ) την καταχώριση από μέρους της Τράπεζας της Μόσχας και άλλης αγωγής, αρ. 6029/12, εναντίον της Oneworld Ltd, στην οποία επίσης προωθείται ο ισχυρισμός από μέρους της Τράπεζας της Μόσχας ότι τα 52 δάνεια που δόθηκαν από την εν λόγω Τράπεζα προς Κυπριακές εταιρείες χορηγήθηκαν δόλια ή παράνομα (βλ. παρα. 13 της Ε/Δ του κ. Σιάτη και τη συνημμένη σε αυτή Έκθεση Απαίτησης της εν λόγω Αγωγής αρ. 6029/12 ως το Τεκμήριο 4), (δ) τη μεταβίβαση στις 14.5.2012 στην Τράπεζα της Μόσχας, με έγγραφα εμπιστεύματος, όλων των Ρωσσικών περιουσιακών στοιχείων αξίας περί τα 3 δισεκατομμύρια Δολλάρια, ήτοι μετοχές σε ρωσσικές εταιρείες ή μονάδων στην Τράπεζα της Μόσχας που αποκτήθηκαν στη Ρωσία από τα δάνεια που δόθηκαν στις Κυπριακές εταιρείες (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ του κ. Σιάτη και το συνημμένο σε αυτήν Τεκμήριο 3), (ε) τη μεταβίβαση στις αρχές Ιουνίου 2013 στην Τράπεζα της Μόσχας της διαχείρισης των Ρωσικών εταιρειών στις οποίες ανήκουν τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με τα δάνεια που δόθηκαν στις Κυπριακές εταιρείες. Περισσότερες λεπτομέρειες των εν λόγω γεγονότων δίνονται στις παρα. 4 έως 15 της Ε/Δ του κ. Σιάτη και ό,τι επιζητείται με την υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά η δυνατότητα να δικογραφηθούν τα εν λόγω γεγονότα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης εκκαθάρισης (κυρίως αίτησης). Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην παρα. 20 της Ε/Δ του κ. Σιάτη, είναι η θέση του ότι «θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού συντρέχει καλός λόγος προς τούτο», ήτοι για να δοθεί η δυνατότητα στην Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση «να παρουσιάσει ολοκληρωμένα στο Δικαστήριο την υπεράσπισή της» (βλ. παρα. 17 της Ε/Δ του κ. Σιάτη), εν προκειμένω τους λόγους για τους οποίους δεν είναι ορθό και νόμιμο να εκδοθεί Διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Crazieno Holdings Ltd. Ως τέτοιους λόγους, ο κ. Σιάτης προτάσσει- (i) Αφενός, στηριζόμενος στα γεγονότα που συνόψισα υπό τις παρα. (α), (β) και (γ) πιο πάνω, τη θέση ότι «η Τράπεζα της Μόσχας, ενώ γνωρίζει και/ή ισχυρίζεται ότι τα δάνεια είναι άκυρα και αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών, καταχώρισε την παρούσα αίτηση εκκαθάρισης καταχρηστικά» (βλ. την παρα. 11 της Ε/Δ του), και (ii) αφετέρου, στηριζόμενος στα γεγονότα που συνόψισα υπό τις παρα. (δ) και (ε) πιο πάνω, τη θέση ότι το επίδικο χρέος, δηλαδή αυτό σε συνάρτηση με το οποίο καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης, «έχει εξοφληθεί πλήρως» (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ του) και συνεπώς δεν υφίσταται πλέον, δηλαδή «αμφισβητείται και η ύπαρξη χρέους» (βλ. παρα. 15 της Ε/Δ του). Σημειωτέον ότι στην Ε/Δ του κ. Σιάτη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 υπόδειγμα της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης που επιζητείται άδεια να καταχωρηθεί, στην οποία παρατίθενται όσα ακριβώς αναφέρονται στην Ε/Δ του. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω την παραδοχή από μέρους του κ. Σιάτη, στην παρα. 16 της Ε/Δ του, ότι τα ίδια γεγονότα που περιγράφει στις παρα. 4 έως 12 της Ε/Δ του, επιχειρήθηκε και στο παρελθόν να εισαχθούν στη διαδικασία εξέτασης της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική, όπως αποκαλύπτει ο κ. Σιάτης, η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 25/05/2012, η οποία και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι η ακρόαση μιας εναρκτήριας αίτησης γίνεται όπως μια αγωγή και δε χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση της Διαταγής 48 θ. 4
(2). Παραταύτα, η εταιρεία Crazieno Holdings Ltd επανέρχεται με νέα αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος της εν λόγω εταιρείας «18. [...] Στην Κύπρο εφαρμόζεται η Αγγλική Πρακτική με βάση την οποία είναι επιτρεπτή η καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων Δηλώσεων.». Η Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση (Τράπεζα της Μόσχας), ενίσταται στην παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως αναφέρεται στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης που καταχωρήθηκε στις 2.1.2014, η ένσταση βασίζεται στη Δ.1, Δ.39, Δ.48 Ο. 1-13, Δ.25 και Δ.54 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α-γ), 213, 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών, στους Κανονισμούς 3 και 4 των περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στους εν Αγγλία ισχύοντες Κανονισμούς Companies and Winding Up Rules 1949 Κανονισμός 36
(1), στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο φάκελο της δικογραφίας, στη νομολογία, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Εγείρονται δεκατρείς
(13)συνολικά λόγοι ένστασης ως ακολούθως:
  1. «Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γίνεται καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί και/ή χρησιμοποιείται ως ένα μέσο καταπίεσης των Καθ' ων η αίτηση και/ή προσβολής των νομίμων δικαιωμάτων και/ή των έννομων συμφερόντων αυτών και/ή προσβολή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους και/ή καθορισμό των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου και/ή σκοπεί στην προώθηση παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών.
  2. Η Αιτήτρια κωλύεται και/ή δεν δικαιούται να αιτείται τα αιτούμενα με την Αίτηση της ημερομηνίας 25/10/2013 διατάγματα καθώς το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει τελεσίδικα και έχει κάνει ευρήματα σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα και/ή τα αιτούμενα διατάγματα έπρεπε να ζητηθούν σε προηγούμενο χρόνο και/ή με την αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 25/05/
  3. Το Δικαστήριο με την ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 22/11/2012 έχει ήδη αποφασίσει για το ποια είναι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί κατά την ακρόαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας όπως ζητείται να πράξει η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση της.
  4. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν και/ή η υπό κρίση αίτηση να εκδικαστεί καθώς καλύπτεται από δεδικασμένο (res judicata) και/ή issue estoppel.
  5. Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο να ενεργήσει εκτός της' δικαιοδοσίας του και/ή να αναθεωρήσει την απόφαση του ημερομηνίας 22/11/2012 και/ή να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού και/ή επιδιώκει την έκδοση νέας απόφασης που να βρίσκεται σε διάσταση και/ή να εξουδετερώνει και/ή ακυρώνει την προηγούμενη απόφαση ημερομηνίας 22/11/2012 και/ή η Αιτήτρια δεν ακολουθεί την ορθή διαδικασία για αναθεώρηση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/11/2012 που είναι η καταχώριση Έφεσης εναντίον της.
  6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώριση Πρόσθετης ή Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
  9. Οι Θεσμοί και/ή νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και/ή δεν εφαρμόζονται.
  10. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα καταχώρισης συμπληρωματικής ή πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης μετά την καταχώριση Ειδοποίησης Ένστασης και/ή το αίτημα της βρίσκεται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδει με την διαδικασία που ακολουθείται και/ή το αποδεικτικό δίκαιο που ισχύει και/ή εφαρμόζεται σε αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας.
  11. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρούνται να κατατεθούν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
  12. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί και/ή τα τεκμήρια που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια με την πρόσθετη ένορκη δήλωση είναι άσχετα και/ή ασύνδετα με τα επίδικα θέματα με την κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή η προσαγωγή της μαρτυρίας που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια και/ή καταχώριση της είναι ανεπίτρεπτη.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 30.12.2013 του κ. Χρίστου Ιωάννου, ο οποίος δηλώνει (βλ. παρα. 1 της Ε/Δ του) ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας στην υπό κρίση αίτηση και ο οποίος, όπως αυτός δηλώνει, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Χρυσόστομο Νικολάου, δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την κυρίως αίτηση εκκαθάρισης, καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από αντιπροσώπους της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας. Είναι, δε, δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση εταιρεία να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο κ. Χρ. Ιωάννου δηλώνει ότι έχει αναγνώσει το περιεχόμενο της Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, το οποίο αυτός υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην Ε/Δ του. Κεντρική θέση του κ. Χρίστου Ιωάννου είναι ότι η Αιτήτρια «επιχειρεί παράτυπα και αντικανονικά, αλλά προπάντων καταχρηστικά να εισάξει μαρτυρία αχρείαστη στο παρόν στάδιο και αντίθετα προς τις πρόνοιες των σχετικών νόμων και κανονισμών» (βλ. παρα. 4 της Ε/Δ του). Εισηγείται ότι εφόσον η υπό κρίση αίτηση συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας του, θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει τις αιτιάσεις και λόγους που θέτει η Αιτήτρια ως πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης. Επισημαίνει ο κ. Χρ. Ιωάννου στις παρα. 5 και 6 της Ε/Δ του, ως απόδειξη του καταχρηστικού χαρακτήρα της υπό κρίση αίτησης, ότι η Αιτήτρια, με προηγούμενη αίτηση της ημερ. 25/05/2012 (εφεξής καλούμενη «η πρώτη αίτηση της Αιτήτριας»), ζήτησε ήδη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Ένστασης της ημερομηνίας 18/04/
  14. Η πρώτη αίτηση της Αιτήτριας εκδικάστηκε ήδη από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε στις 22/11/2012 για τους λόγους που εξηγούνται στην σχετική ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 22/11/2012, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Τα αιτούμενα με την πρώτη αίτηση της Αιτήτριας διατάγματα του Δικαστηρίου εάν εκδίδονταν θα έφερναν το ίδιο αποτέλεσμα με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με τα διατάγματα τα οποία ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση. Η Αιτήτρια ουσιαστικά ζητά για δεύτερη φορά αυτό που δεν της δόθηκε από το Δικαστήριο την πρώτη φορά. Είναι περαιτέρω η θέση του κ. Χρ. Ιωάννου, στην παρα. 6 της Ε/Δ του, πως ενώ το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης παρουσιάζεται να αφορά σε άδεια καταχώρισης «πρόσθετης» ένορκης δήλωση, ως εάν να πρόκειται για διαφορετικό πράγμα από την «συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εντούτοις ο κ. Σιάτης, στις παρα. 16 και 19 της Ε/Δ του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ομιλεί για «πρόσθετη / συμπληρωματική» ένορκη δήλωση, φανερώνοντας ότι πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πράγμα. Προσθέτει ο κ. Χρ. Ιωάννου στην παρα. 7 της Ε/Δ του ότι, ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι θα μπορούσε να επιτραπεί η καταχώριση «πρόσθετης» ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Ένστασης ημερομηνίας 18/04/2012, εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει, τέτοιο διάταγμα θα έπρεπε να είχε ζητηθεί με την πρώτη αίτηση της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να ζητήσει την συγκεκριμένη θεραπεία με προγενέστερη αίτηση ή διάβημα και κωλύεται τώρα να ζητά σε μεταγενέστερο στάδιο κάτι που ήταν ουσιωδώς ίδιο με αυτό που είχε ήδη ζητήσει με απλές φραστικές παραλλαγές ή αυτό που είχε το βάρος να ζητήσει. Επί της ουσίας των λόγων για τους οποίους θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, ο κ. Χρ. Ιωάννου υιοθετεί ουσιαστικά την αιτιολογία βάσει της οποίας απορρίφθηκε η πρώτη αίτηση της Αιτήτριας. Ειδικότερα, στην παρα. 9 της Ε/Δ του, δηλώνει ότι- «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι η ακρόαση αίτησης διάλυσης[1] εταιρείας γίνεται με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς υποστήριξη των ισχυρισμών που βρίσκονται στις ένορκες δηλώσεις ήδη κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου μέσω της αρχικής αίτησης διάλυσης και της ένστασης σε αυτήν, και κατά την ακρόαση της αίτησης τα διάδικα μέρη μπορούν να εισάγουν και νέα μαρτυρία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους εφόσον βέβαια αυτή κριθεί σχετική με τα επίδικα θέματα. Σε αντίθεση με τις δικονομικές πρόνοιες που εφαρμόζονται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και οι οποίες δικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατίθενται στα πλαίσια τους και για τις οποίες το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για καταχώριση συμπληρωματικής ή απαντητικής ένορκης δήλωσης, τέτοια εξουσία δεν προσφέρεται για τη διαδικασία αίτησης διάλυσης η οποία θεωρείται ως πρωτογενής αίτηση και της οποίας η ακρόαση γίνεται με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι η πιο πάνω διαδικασία εκδίκασης είναι αυτή που θα πρέπει να ακολουθηθεί κατά την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 05/11/2012, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο αλλά και οι διάδικοι δεσμεύονται από την πιο πάνω απόφαση και δεν μπορεί να ζητείται από το Δικαστήριο να παρεκκλίνει από αυτήν.». Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω θέσεών του, ο κ. Χρ. Ιωάννου εξηγεί στις παρα. 11, 13 και 14 της Ε/Δ του τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος εισηγείται ότι δεν συντρέχει καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Αιτήτρια. Προβάλλει την εισήγηση αυτή σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά από τα όσα αποφασίστηκαν στις 22/11/2012 επί της διαδικασίας. Συγχρόνως, εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στην παρα. 12 της Ε/Δ του, ότι τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που περιγράφεται στις παρα. 1- 12 του υποδείγματος Συμπληρωματικής Ε/Δ (βλ. το Τεκμήριο 7 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κ. Σιάτη), θα είναι η δεύτερη φορά που η Αιτήτρια επιζητεί να την εισάξει, αφού αυτή καλύπτετο από την πρώτη, ήδη απορριφθείσα, αίτησή της. Ο κ. Χρίστος Ιωάννου εισηγείται στην παρα. 10 της Ε/Δ του, ότι εφόσον η απόφαση του αδελφού Δικαστή, ημερ. 22/11/2012, εξακολουθεί να είναι ισχύουσα, παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της. Επισημαίνει, συναφώς, στην ίδια παράγραφο της Ε/Δ του ότι «η Αιτήτρια δεν ακολούθησε την ορθή διαδικασία για την αναθεώρησή της, ήτοι την καταχώριση έφεσης εναντίον της, αλλά αντιθέτως επιχειρεί με την υπό κρίση αίτηση την υπερφαλάγγιση της απόφασης του Δικαστηρίου προκαλώντας καθυστέρηση και ζητώντας από το πρωτόδικο Δικαστήριο να λειτουργήσει το ίδιο ως Εφετείο, εκδίδοντας νέα απόφαση, που να βρίσκεται σε διάσταση ή να εξουδετερώνει / ακυρώνει την προηγούμενη απόφαση.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Σπεύδω να αναφέρω ότι η πιο πάνω δήλωση του κου Χρίστου Ιωάννου ως προς το ταυτόσημο των θεμάτων και της μαρτυρίας που κάλυπτε η πρώτη αίτηση της Αιτήτριας με τα θέματα και τη μαρτυρία στα οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της απόφασης του αδελφού Δικαστή που εξέδωσε την απορριπτική απόφαση ημερ. 22/11/2012, όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφασηː «Στις 25.5.12 η εταιρεία Crazieno Holdings Limited (η εταιρεία εναντίον της οποίας στρέφεται η κυρίως αίτηση - στο εξής «η αιτήτρια») κατεχώρησε την υπό εξέταση αίτηση (στο εξής η υπό εξέταση αίτηση), με την οποία αιτείται διάταγμα του δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση της που καταχωρήθηκε στις 18.4.
  15. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην αιτήτρια να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει ότι το δάνειο, επί τη βάση του οποίου στηρίζεται η κυρίως αίτηση εδόθη και/ή συνομολογήθηκε κατόπιν δόλου και/ή παράνομων ενεργειών πρώην στελεχών της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) (αιτήτρια στην κυρίως διαδικασία και καθ΄ ης η αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση, στο εξής «η καθ΄ ης η αίτηση»), καθώς επίσης και μαρτυρία αναφορικά με ισχυριζόμενη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία μεταβίβαση, κατά την αιτήτρια, ισοδυναμεί με εξόφληση της οποιασδήποτε οφειλής της προς την καθ΄ ης η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, επισυνάπτεται ως τεκμήριο, μεταξύ άλλων, και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιχειρείται η καταχώριση.». Εφόσον η πρώτη αίτηση της Αιτήτριας απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22/11/2012, η Αιτήτρια είχε το δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση του αδελφού μου Δικαστή, έστω και αν αυτή αφορούσε μόνο σε διαδικαστικό ζήτημα. Το δικαίωμα έφεσης κατά ενδιάμεσης απόφασης προκύπτει αβίαστα από τις διατάξεις του άρθρου 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 118(Ι)/2008, τις οποίες και παραθέτωː «25.—
(1)Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, κάθε απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, ανεξάρτητα αν αυτή είναι καθοριστική ή δηλωτική για τα δικαιώματα των διαδίκων, είτε αυτή είναι ενδιάμεση είτε είναι τελική, υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο: Νοείται ότι διάδικος που δεν άσκησε εντός της καθορισμένης προθεσμίας έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης, δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης ζητήματα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση.». Παρά την ύπαρξη δικαιώματος έφεσης, προκύπτει, πράγματι, από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι δεν καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του αδελφού Δικαστή, ημερ. 22/11/2012. Είναι λοιπόν ορθό να σημειωθεί ότι στο βαθμό που ό,τι επιζητείται από το παρόν Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά η αναθεώρηση της απόφασης ημερ. 22/11/2012 επί των ιδίων ζητημάτων, η αίτηση είναι απορριπτέα. Είναι πάγια νομολογημένο ότι, πρωτόδικος Δικαστής δεν δύναται να ενεργεί ως εφέτης είτε του εαυτού του είτε ομόβαθμου Δικαστηρίου. Σχετικές μεταξύ άλλων, η Ελπίδα Ματθαίου ν. 1. Παντελίτσας Σολωμόντος κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 1201, καθώς η απόφαση ημερ. 3 Μαρτίου, 2010 στην Πολιτική Αίτηση αρ. 81/2009 Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Νικόλα Σιδέρη κ.α. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Τύπου CERTIORARI
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης που οδήγησαν στην καταχώριση της προμνησθείσας Πολιτικής Αίτησης 81/2009 ήταν ως εξήςː Οι Mikis & Markos Sideris Holdings Ltd καταχώρησαν εναρκτήρια αίτηση (originating summons) υπ' αρ. 529/08, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 53 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, με κύριο αίτημα να αναγνωριστούν ως πιστωτές της περιουσίας της αποβιωσάσης Φανής Σιδέρη ούτως ώστε να δεσμεύσουν τον εκτελεστή της διαθήκης της για πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.97.235,31 πριν αυτός προβεί στη διανομή της περιουσίας της στους νόμιμους κληρονόμους της, ήτοι στους Νικόλας, Κωνσταντίνος και Παύλος Σιδέρης οι οποίοι είναι κληρονόμοι της κατά το 1/6 μερίδιο (αιτητές στην παρούσα διαδικασία) και ο γιός της και θείος τους Μίκης Σιδέρης, ο οποίος είναι κληρονόμος των άλλων 3/6 μεριδίων της περιουσίας. Έπειτα οι Mikis & Markos Sideris Holdings Ltd καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζήτησαν απόφαση εναντίον των αιτητών ως η εναρκτήρια κλήση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης εντός 14 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης. Οι αιτούντες το Διάταγμα Certiorari, Νικόλας, Κωνσταντίνος και Παύλος Σιδέρης καταχώρησαν ένσταση και υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι οι θεσμοί επί των οποίων εστηρίζετο η αίτηση δεν παρείχε εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως η αίτηση, ότι δεν υπάρχει έκθεση απαίτησης στην εναρκτήρια αίτηση για να καταχωρήσουν υπεράσπιση, ούτε και προβλέπεται καταχώρηση υπεράσπισης από τους διαδικαστικούς κανονισμούς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, καθώς και ότι στην προκείμενη περίπτωση το θέμα κρίθηκε ουσιαστικά με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 11.5.2009 και συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας η διεκδίκηση της ίδιας θεραπείας με την επίδικη εναρκτήρια αίτηση. Παρά την ένσταση, το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφασή του ημερ. 23.10.2009 δέχθηκε την αίτηση και όρισε την εναρκτήρια αίτηση προς απόδειξη στις 3.11.
  2. Οι αιτητές, αφού εξασφάλισαν άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο, καταχώρησαν την αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari για ακύρωση της προαναφερόμενης απόφασης ημερ. 23.10.2009 και εντάλματος Prohibition το οποίο να απαγορεύει / παρεμποδίζει την απόδειξη της προαναφερόμενης εναρκτήριας κλήσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση για Εντάλματα Certiorary και Prohibition, επεσήμανε ότι η ύπαρξη της προγενέστερης ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 28.1.2009, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, συνιστούσε κώλυμα στην προώθηση της αίτησης για τα ανωτέρο Προνομιακά Εντάλματα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμαː «Το θέμα της δικαιοδοσίας όντως κρίθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.1.
  3. Με αυτή τέθηκε το θεμέλιο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και πάνω σ' αυτή όφειλε να κινείται η διαδικασία, εφόσον δεν έχει παραμεριστεί, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου, και αλώβητη εξακολουθεί να βρίσκεται στο νομικό στερέωμα. Το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό μέτρο στα πλαίσια της διαδικασίας όταν δεν υπήρξε προηγουμένως τέτοια αμφισβήτηση σχετικής απόφασης για το ίδιο θέμα. Αν με την υπό κρίση απόφαση ημερ. 23.10.09 αποφασιζόταν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είχε δικαιοδοσία για την επίλυση της διαφοράς με βάση το Αρθρο 53
(1), αυτή η απόφαση οπωσδήποτε θα βρισκόταν σε σύγκρουση με την προηγούμενη απόφαση ημερ. 28.1.09 η οποία, καθώς έχει ειπωθεί, εξακολουθεί να υφίσταται εφόσον δεν έχει παραμεριστεί. Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.). Δεν μου διαφεύγει η επιχειρηματολογία των συνηγόρων της Αιτήτριας, όπως αναπτύσσεται στη γραπτή τους αγόρευση (βλ. τις σελ. 19 - 20 αυτής) ότι- «Στην υπό εξέταση περίπτωση πέραν του ότι δεν διεκδικούνται τα ίδια διατάγματα με την αίτηση που απορρίφθηκε, εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει δεδικασμένο επειδή το Δικαστήριο όταν εξέτασε την προηγούμενη αίτηση δεν εξέτασε την ουσία της διαφοράς ήτοι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δυνάμει της Δ.48 θ.
  1. Δεν αποφάσισε δηλαδή το Δικαστήριο αν συνέτρεχε ή όχι καλός λόγος βάση των όσων ανάφερε η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση για να εκδώσει το διάταγμα, απλώς αποφάσισε ότι είναι δυνατή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για σκοπούς προώθησης και αντίκρουσης της κυρίως αίτησης. Την ουσία όμως δεν την εξέτσε. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι δεν συντρέχει δεδικασμένο και ότι δεν αποφάσισε το Δικαστήριο τελεσίδικα για το θέμα. [...] και επιπρόσθετα οι δύο αιτήσεις δεν στηρίζονται στην ίδια νομική βάση. Ανεξάρτητα του τρόπου εκδίκασης μιας αίτησης πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να ολοκληρώσει τα δικόγραφα της βάσει των οποίων θα διεξαχθεί η δίκη. [...] Δεν ζητείται να αποφασιστεί ο τρόπος εκδίκασης της αίτησης, αλλά να δοθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να ολοκληρώσει την Υπεράσπιση της με τη δυνατότητα καταχώρησης πρόσθετης ένορκης δήλωσης στην ένσταση της και/ή παράταση του χρόνου καταχώρρησής της.». Κρίνω κατάλληλο να διευκρινίσω εξ' αρχής τη θέση μου σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου εξαιτίας της απορριπτικής απόφασης ημερ. 22/11/
  2. Παραπέμπω, συναφώς, στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 16.4.2014, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 71/2011,
  3. Recnex Trading Limited,
  4. Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, όπου λέχθηκαν τα εξήςː «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. [...] Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. [...]». Ερχόμενη στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα υπόθεση, σημειώνω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται νέο ζήτημα προς εκδίκαση ή νέα στοιχεία - εν συγκρίση με ό,τι τέθηκε ενώπιον του αδελφού μου Δικαστή στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης της Αιτήτριας - που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Επισημαίνω, κατ' αρχάς, ότι ο αδελφός Δικαστής που εξέδωσε την απορριπτική απόφαση επί της πρώτης αίτησης της Αιτήτριας αποφάσισε και προδιάγραψε ρητά και με σαφήνεια τη διαδικασία εκδίκασης της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι είναι έργο και καθήκον του Δικαστηρίου να καθορίσει τη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης και όχι ζήτημα επιλογής των διαδίκων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 22/11/2012ː «Κρίνω ορθότερο από την αρχή να σημειώσω ότι η κυρίως αίτηση, είναι εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση και ως τέτοια εκδικάζεται ως εναρκτήρια κλήση (ως προς το τι συνιστά εναρκτήρια κλήση βλέπε Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc.
(1999)1 ΑΑΔ 124, σελ.131-133). Επομένως, ως εναρκτήρια κλήση δεν μπορεί να εκδικάζεται μόνο στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα δικόγραφα αλλά είναι επιτρεπτό και σε ορισμένες περιπτώσεις και επιβεβλημένο να προσκομιστεί και προφορική μαρτυρία. [...] Η Δ.48 θ.4, που αφορά και την ουσιαστική βάση της υπό εξέταση αίτησης, εφαρμόζεται μόνο για ενδιάμεσες αιτήσεις και δη για την συμπλήρωση ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν ενδιάμεσες αιτήσεις και επομένως, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει την νομική βάση για την κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήρια αίτηση. Ως προς το ότι οι πρόνοιες της Δ.48 εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις, τούτο προκύπτει και από τα όσα αναφέρονται στο θ.7 της εν λόγω διάταξης. Σύμφωνα με το θ.7 «The Court or Judge, in disposing of any application, may direct by whom the costs of the application are to be paid, and in default of any such direction, such costs shall be costs in the action, and, unless otherwise disposed of at the hearing of the action, shall be paid in the same manner, and by the same person, as the costs of the action». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι αιτήσεις στις οποίες αναφέρονται οι πρόνοιες της Δ.48 είναι αιτήσεις που καταχωρούνται και προωθούνται στα πλαίσια άλλης κυρίως διαδικασίας (action) και όχι εναρκτήριες αιτήσεις (βλέπε επίσης σχετική αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd ανωτέρω). Ως έχει αναφερθεί και προηγουμένως και πάντα αναφορικά με την κυρίως αίτηση της παρούσας υπόθεσης, στον βαθμό που διάδικος επιθυμεί να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία, θα μπορούσε, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας μαρτυρίας, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτή, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο και δη το δικαίωμα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας, καθότι η διαδικασία ενώπιον ενός δικαστηρίου δεν μπορεί να αφήνεται στην επιλογή των διαδίκων αλλά αποφασίζεται μόνο από το δικαστήριο. [...] Εν κατακλείδι, και πάντα σε σχέση με τα αμέσως πιο πάνω, κρίνω, ότι από την στιγμή που είναι δυνατή, η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, για σκοπούς προώθησης και αντίκρουσης της κυρίως αίτησης και εν απουσία νομικής πρόνοιας που να επιτρέπει καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήριες αιτήσεις, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Προς επίρρωση της ορθότητας της θέσης του αδελφού Δικαστή ότι είναι ρόλος του Δικαστή να καθορίσει τη διαδικασία σύμφωνα με το Νόμο και όχι θέμα επιλογής των διαδίκων, αρκεί να παραπέμψω στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 9.5.2014 στην Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2014, Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd από τη Λεμεσό για την παραχώριση άδειας υποβολής αίτησης για Certiorari και Prohibition. Υιοθετώ τη νομική ανάλυση του αδελφού μου Δικαστή σε ότι αφορά τη μη εφαρμογή της Δ.48, θ.4 σε διαδικασία που άρχεται με εναρκτήρια κλήση. Συγχρόνως, παρατηρώ ότι η δήλωση των συνηγόρων της Αιτήτριας στην παρα. 20 της γραπτής τους αγόρευσης ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν επιζητείται να αποφασιστεί ο τρόπος εκδίκασης της κυρίως αίτησης, δήλωση η οποία υποδηλεί ότι η Αιτήτρια αποδέχεται τη διαδικασία όπως την καθόρισε ο αδελφός Δικαστής με την ως άνω απόφασή του και η οποία αποδοχή συνάδει με το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε έφεση κατά της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης, κατά την κρίση μου δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο έγκρισης της υπό κρίση νέας αίτησης. Και τούτο γιατί η παραχώρηση ή μη άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης συνδέεται άρρηκτα με τον τύπο της κυρίως αίτησης ως εναρκτήριας αίτησης, καθώς και με την ήδη αποφασισθείσα ανωτέρω διαδικασία εκδίκασής της. Εξάλλου, τούτο υπέδειξε επίσης σαφώς ο αδελφός Δικαστής, επεξηγώντας το λόγο για τον οποίο δεν υπεισήλθε στο να εξετάσει αν συνέτρεχε καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης βάσει της Δ.48, θ.2
(4), σημειώνοντας στην απόφασή του ημερ. 22/11/2012 τα εξήςː «Ενδεχομένως, να ήταν ορθότερο, στα πλαίσια της παρούσας, να εκφράσω την κρίση μου, ως προς την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι πρόνοιες τις Δ.48 θ.2
(4)τυγχάνουν εφαρμογής. Έχοντας όμως υπόψη, ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης δυνατόν να επιχειρηθεί η εισαγωγή μαρτυρίας σχετική με τα όσα επιχειρήθηκε να εισαχθούν δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κρίνω ότι δεν θα ήταν πρέπον να προαποφασίσω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης την σχετικότητα και/ή αποδεκτικότητα της σκοπούμενης προς εισαγωγή μαρτυρίας της αιτήτριας.». Παρατηρώ ότι η ορθότητα ή μη της ως άνω κρίσης του αδελφού μου Δικαστή δεν προσβλήθηκε από την Αιτήτρια με έφεση και όπως προανέφερα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να ενεργήσει το ίδιο ως Εφετείο προς αναθεώρησή της. Θα συμφωνήσω, περαιτέρω, με τη θέση που διατυπώνει ο ενόρκως δηλών κ. Χρ. Ιωάννου στην παρα. 6 της Ε/Δ του, ημερ. 30/12/2013, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιωδώς διαφορετικό το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης από το αιτητικό της πρώτης αίτησης της Αιτήτριας που απορρίφθηκε στις 22/11/2012, για το μόνο λόγο ότι η υπό κρίση αίτηση επιδιώκει άδεια για καταχώριση «πρόσθετης» ένορκης δήλωσης, ενώ η πρώτη αίτηση ζητούσε άδεια για καταχώριση «συμπληρωματικής» ένορκης δήλωσης. Δεν τεκμηριώνεται στη βάση της Ε/Δ του κ. Σιάτη ουσιώδης διαφοροποίηση της φύσης ή του σκοπού ή του περιεχομένου των δύο ενόρκων δηλώσεων. Και οι δύο αποσκοπούν στην προσκόμιση προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας για υποστήριξη της ένστασης ημερ. 18/4/12. Επιχειρείται εκ νέου η προσκόμιση μαρτυρίας με άλλο μανδύα, που σχεδόν όλη - με εξαίρεση τη μαρτυρία περί των γεγονότων που περιγράφονται στις παρα. 13 έως 15 της Ε/Δ του κ. Σιάτη, είχε ζητηθεί να καταχωρηθεί μέσω της πρώτης αίτησης, η οποία αίτηση ήδη απορρίφθηκε. Ποια είναι αυτά τα γεγονότα που αναφέρονται στις παρα. 13 έως 15 της Ε/Δ του κ. Σιάτη είναι ζήτημα αδιάφορο για σκοπούς καθορισμού της διαδικασίας εκδίκασης της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Ο μόνος λόγος για τον οποίο το παρόν Δικαστήριο θα είχε νόημα να τα εξετάσει, είναι για να αποφάσιζε αν αποκαλύπτουν «καλό λόγο» δικογράφισής τους με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εφόσον όμως διαπίστωνε προηγουμένως ότι, ως θέμα διαδικασίας, τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48, θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[2] Το ζήτημα, δηλαδή, του κατά πόσον επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι πρώτιστα και κύρια ζήτημα διαδικασίας και όχι ζήτημα ουσίας (της ύπαρξης καλού λόγου για τέτοια καταχώριση). Συνεπώς παραμένει καθοριστικής σημασίας η απόφαση του αδελφού μου Δικαστή, ημερ. 22/11/2012, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ πλήρως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης προστέθηκε η Δ.25, πέραν της Δ.48, δεν αλλοιώνει, κατά την κρίση μου, την κατάσταση εφόσον ενώ φαινομενικά καλείται το παρόν Δικαστήριο να εγκρίνει «τροποποίηση» του αρχικού δικογράφου της ένστασης στην κυρίως αίτηση, εντούτοις η τροποποίηση αυτή, ως επιδιώκεται, λαμβάνει και πάλιν τη μορφή καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει της Δ.48, θ.4. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση της Αιτήτριας δεν δύναται να επιτύχει. Απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης) και εναντίον της Αιτήτριας (Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. (Υπ.).............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι η χρήση του όρου «αίτηση διάλυσης» στην Ε/Δ του κ. Χρ. Ιωάννου δεν είναι κατάλληλη ή/και δεν αντικατοπτρίζει ορθά το αιτητικό της κυρίως αίτησης. Η κυρίως αίτηση αποτελεί αίτηση εκκαθάρισης (winding up) δυνάμει του Άρθρου 213 του Κεφ. 113 και η έκδοση τέτοιου διατάγματος ενεργοποιεί τη διαδικασία συγκέντρωσης και προστασίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ενώ η αίτηση για διάλυση (dissolution) εταιρείας εδράζεται στο άρθρο 260 του Κεφ. 113 και συνεπάγεται την οριστική διάλυση τηε εταιρείας (βλ. Genemp Trading Ltd v Marfin Popular Bank Public Co. Ltd., Πολιτική Έφεση 354/2008, απόφαση ημερ. 29.12.2009). [2] "Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.