← Κύπρος

L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD, Αρ. Αγωγής? 3792/13, 16/5/2014

L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD, Αρ. Αγωγής? 3792/13, 16/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιονː Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 3792/13 Μεταξύː L.C.A. DOMIKI LIMITED, Βιολέττας 10, Βιομηχανική Περιοχή Σροβόλου Ενάγοντες και SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD 18 Σαλαμίνος, Τάλα, Πάφος Εναγόμενους 16 Μαϊου, 2013 Εμφανίσειςː Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Πέτρος Μ. Πετράκη Για τους Εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Σοφρωνίου, για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, ημερομηνίας 26.9.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Με αίτηση, ημερομηνίας 26.9.2013, οι Ενάγοντες - Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές) αιτούνται από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Καθ'ων η αίτηση») για το λόγο ότι στερούνται υπεράσπισης στην αγωγή. Η αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.θ. 1 - 2, Δ.48, θ.2 και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ημερομηνίας 23.9.

  1. Ο ομνύων, κ. Μάριος Χριστοδούλου, από την Πάφο, ενόρκως δηλώνει (στην παράγραφο 1 της ίδιας δήλωσης) ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση και (στην παράγραφο 2 της ίδιας δήλωσης) ότι είναι στην υπηρεσία των Αιτητών, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση, συμφωνεί πλήρως με αυτά και τα υιοθετεί. Ειδικότερα, ο ομνύων κάνει αναφορά στα εξής γεγονότα (σχετικές οι παρα. 3- 5 της Ε/Δ του): «
  2. Όλες οι πωλήσεις προς τους Εναγομένους ελάμβαναν χώρα μέσον μου και εκτελούντο πάντοτε σύμφωνα με τες οδηγίες των Εναγομένων τόσο αναφορικά με την τιμή όσο και τον τόπο και τον τρόπο παράδοσης και παραλαβής του εμπορεύματος. Μετά από κάθε παράδοση του εμπορεύματος προσωπικά επικύρωνα ανελλιπώς με τους Εναγομένους ότι τα εμπορεύματα πράγματι παρελήφθησαν από αυτούς.
  3. Επί πλέον κάθε τέλος εκάστου μηνός οι Εναγόμενοι εφοδιάζοντο με αντίγραφα της κατάστασης λογαριασμού των και αυτοί ουδέποτε εξάφρασαν οιονδήποτε παράπονο για οιανδήποτε πώληση.
  4. Οι Εναγόμενοι συνεχίζουν μέχρι σήμερον να χρωστούν στους Ενάγοντας το ποσό που αναφέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως για πώληση και παράδοση σιδήρου. Επισυνάπτω δέσμη εγγράφων, κατάσταση λογαριασμού, τιμολόγια και αντίγραφα επιταγών, Τεκ. 1.» Καταλήγει ο ομνύων, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης, ότι όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής και όπως αυτός πιστεύει, οι καθ'ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην ως άνω αγωγή και εξαιτείται συνοπτική απόφαση ως η απαίτηση. Σημειωτέον ότι με βάση την Έκθεση Απαίτησης που είναι ειδικά οπισθογραφημένη στο Κλητήριο Ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων €23.378,12 ως οφειλόμενο ποσό για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή απλήρωτες επιστραφείσες επιταγές, πλέον έξοδα, Φ.Π.Α και νόμιμο τόκο. Οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην εν λόγω αίτηση. Η ένσταση εδράζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, τη Δ.18, θ.θ. 1,2,3 και 6, καθώς και τη Δ.48, θ.θ. 1, 2, 4, 9 και Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι ότιː «(α) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ. 1 όπως αυτές έχουν τεθεί από τη σχετική νομολογία και είναι αντίθετη με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.
  5. (β) Οι Αιτητές δεν αποδεικνύουν την υπόθεσή τους στο σύνολο της ως οφείλουν, με αποτέλεσμα το Σεβαστό Δικαστήριο να αδυνατεί να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εμαγομένων. (γ) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρουν οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωσή τους είναι ελλειπή, ενίοτε αναληθή, παραπλανητικά και αστήρικτα, με αποκλειστικό σκοπό να παρασύρουν το Δικαστήριο στην έκδοση της αιτούμενης αποφάσεως. (δ) Η παρούσα αίτηση γίνεται κακή τη πίστη (mala fide), καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τους Εναγόμενους - Καθ'ων η αίτηση το δικαίωμα να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους σε κανονική δίκη. (ε) Δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθορισθεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος. (ζ)[1] Το ποσό που ζητούν οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθ΄ως ζητείται άνευ νόμιμου ανταλλάγματος. (θ) Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι πρόωρη, εκβιαστική και ασκείται καταχρηστικά των δικαστικών διαδικασιών (abuse of the process of the court). (ι) Οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν πολύ καλή ουσιαστική και γνήσια Υπεράσπιση τους. (κ) Ο ομνύοντας προέβη στην ένορκη του δήλωσή στις 23/9/13 και η αίτηση καταχωρήθηκε στις 26/9/13.». Η ως άνω ένσταση των καθ'ων η αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.1.14 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Σάββα, από την Πάφο, ημερομηνίας 16.1.
  6. Ο ομνύων Σάββας Σάββα δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους για να προβεί στην Ε/Δ, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα και πληροφορίες που έχει στην κατοχή του και τα οποία συνέλεξε ο ίδιος, ενώ σε ότι αφορά τα νομικά σημεία, έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Καθ'ων η αίτηση. Ο κ. Σ. Σάββα δηλώνει (βλ. παρα. 2 και 3 της Ε/Δ του) ότι αυτός έχει διαβάσει τόσο την αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, ημερ. 26.9.2013 όσο και την ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Χριστοδούλου που τη συνοδεύει, και εισηγείται προς το Δικαστήριο, ότι- (α) αφενός, η ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Χριστοδούλου δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1 όπως αυτές έχουν τεθεί από τη σχετική νομολογία και είναι αντίθετη με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.
  7. (βλ. σχετικά τις λεπτομέρειες ως η πα. 9 της Ε/Δ του κ. Σάββα), και (β) αφετέρου, ότι απορρίπτει και αρνείται τους ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχει η Ε/Δ του κ. Μ. Χριστοδούλου και αντιτάσσει τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα δίδοντας λεπτομέρειες στις παρα. 3 έως 7 προωθώντας τη θέση ότι τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτουν ότι οι Εναγόμενοι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση. Παραθέτω αυτούσια την παρα. 9 της Ε/Δ του κ. Σάββα: «
  8. Ειδικότερα, ισχυρίζομαι ότι το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών για συνοπτική απόφαση δεν είναι πρόσωπο το οποίο δύναται να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ο ομνύοντας σκόπιμα και παραπλανητικά παραλείπει να αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση από πότε είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και τί θέση κατέχει και δεν διευκρινίζει τη θέση που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης ούτως ώστε να είναι σε θέση να έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. (β) Για να είναι σε θέση ο ομνύοντας να έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να γνωρίζει τα εν λόγω γεγονότα από την αρχή, να έχει ο ίδιος προσωπικά την εν λόγω υπόθεση. (γ) Ο ομνύοντας όχι μόνον δεν έχει χειριστεί ο ίδιος προσωπικά την παρούσα υπόθεση, αλλά περαιτέρω η πηγή των γνώσεών του σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προέρχεται από πληροφορίες που έλαβε από τρίτους και ήτοι από άλλους υπαλλήλους της Εταιρείας και ο ίδιος ούτε γνώση έχει για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ούτε δύναται να ορκιστεί θετικά γι' αυτά. (δ) Ο ομνύοντας υπέγραψε την Ένορκη Δήλωση στις 23/9/2013 ενώ η αίτηση των Εναγόντων καταχωρήθηκε στις 26/9/2013.». Παραθέτω επίσης αυτούσιο το περιεχόμενο των παρα. 3 - 7 της Ε/Δ του κου Σάββα όσον αφορά τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση: «3.Α. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2012 δυνάμει συμφωνίας η οποία έγινε στην Πάφο μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι παρήγγειλαν από τους Ενάγοντες 96.64 τόνους σίδερο για την κατασκευή του κυβερνητικού έργου για τη διαμόρφωση της πλατείας της Λετύμπου για το ποσό των €570.- τον τόνο. Η συνήθης διαδικασία για την παραγγελία σιδήρου είναι ότι για το παραγγελθέν σίδερο θα πρέπει να παραδίδεται μεταχρονολογημένη επιταγή και/ή επιταγές στον προμηθευτή (Ενάγοντες) πριν ακόμα το σίδερο παραδοθεί στους αγοραστές (Εναγόμενους). Σε περίπτωση μη παράδοσης επιταγών, το σίδερο δεν παραδίδεται. Αποτελούσαν ρητούς όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας τα πιο κάτω: α. Οι Ενάγοντες θα παρέδιδαν τη σωστή και την παραγγελθείσα ποσότητα σιδήρου. β. Στα τιμολόγια θα αναγράφετο η πραγματική και η σωστή και η παραγγελθείσα ποσότητα σιδήρου και δεν θα αναφέρετο ποσότητα μεγαλύτερη από την παραδοθείσα.
  9. Οι Εναγόμενοι εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές για την πληρωμή του παραγγελθέντος σιδήρου για το εν λόγω έργο.
  10. Σύμφωνα και με τον τελικό λογαριασμό ο οποίος ετοιμάσθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, οι ποσότητες σιδήρου που αναγράφονται στα τιμολόγια τα οποία εξέδωσαν οι Ενάγοντες είναι πολύ περισσότερες από την πραγματική ποσότητα σιδήρου η οποία παραδόθηκε στους Εναγόμενους και έχει πληρωθεί από τους Εναγόμενους. Για τον λόγο αυτό, οι Εναγόμενοι προέβησαν στην ανάκληση των επίδικων επιταγών αφού το σίδερο δεν παραδόθηκε και τα ποσά των επιταγών δεν οφείλοντο.
  11. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας και απαιτούσαν την έκδοση επιταγών για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ήταν η συμφωνημένη αξία της παραδοθείσας ποσότητας σιδήρου.
  12. Με βάση τα πιο πάνω και εξ όσων με πληροφορούν οι Δικηγόροι των Εναγομένων είναι η θέση μου και πιστεύω ότοι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή της Ενάγουσας.». Καταλήγει ο ομνύων κ. Σ. Σάββα να δηλώνει στις παρα. 10 - 12 της Ε/Δ του ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα που αντικατοπτρίζουν το πραγματικό πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, καθώς και ότι η αίτηση είναι αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών. Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων για αντεξέταση των ομνυόντων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων και τις διευκρινίσεις που έδωσαν επ' αυτών. Θα αναφερθώ σε μετέπειτα τμήμα της παρούσας απόφασης στις εκατέρωθεν θέσεις όπως έχουν προωθηθεί με τις αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.
  13. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε πρόσφατη απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω διάταξης Δ.18, θ.
  14. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου

(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99. Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι οι Καθ'ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνιση. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), υπό το φως της ένστασης των Καθ'ων η αίτηση. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα κ. Μάριου Χριστοδούλου στη βάση της Δ.18 Θ. 1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει ότι έχει «προσωπική γνώση» για τα γεγονότα, καθώς και ότι έχει την αναγκαία εξουσιοδότηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του, ότι δηλαδή προκύπτει ευθέως από την ανάμειξη του στα γεγονότα και από την ιδιότητά του ως προσώπου που βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων. Δεν επικαλείται πληροφόρηση από τρίτα πρόσωπα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι Καθ'ων, ούτε εκ των υστέρων μελέτη εγγράφων που βρίσκονται σε αρχείο των Εναγόντων. Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο είναι λογικό και αναμενόμενο η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι υπάλληλός τους. Η μη αποκάλυψη του τίτλου που κατέχει ως υπάλληλος στην εταιρεία, ή και του έτους από το οποίο άρχισε να υπηρετεί σε αυτήν, δεν αποτελεί ουσιώδη απόκρυψη ενόψει του ότι δίδει λεπτομέρειες σε ό,τι αφορά τις ενέργειες που ισχυρίζεται ότι έκανε για την παρούσα υπόθεση, παρέχοντας έτσι την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να τις αρνηθεί και να αντιτάξει τη δική της εκδοχή. Ειδικότερα, ο ομνύων εκ μέρους των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι όλες οι πωλήσεις προς τους Εναγόμενους γίνονταν μέσω του και ότι μετά μετά από κάθε παράδοση του εμπορεύματος ο ομνύων επικύρωνε προσωπικά με τους Εναγόμενους ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν πράγματι από αυτούς. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν δώσει λεπτομέρειες για οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή, ήτοι για την ανάμειξη άλλου προσώπου είτε στις παραγγελίες είτε στις παραδόσεις των εμπορευμάτων τα οποία παραδέχονται ότι παρέλαβαν από τους Ενάγοντες. Προκύπτει από τα όσα εξέτασα ανωτέρω ότι ο ομνύων για την Αιτήτρια είναι όντως πρόσωπο ικανό, εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1, για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έχει πράξει. Σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι η Ε/Δ του ομνύοντα για την υπόθεση των Εναγόντων φέρει ημερομηνία 23.9.2013 ενώ η υπό κρίση αίτηση για συνοπτική καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, στις 26.9.2013, κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι, το γεγονός ότι ο όρκος λήφθηκε σε προγενέστερη ημερομηνία φαίνεται να επεξηγείται μέσα από το γεγονός ότι λήφθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεδομένης της διαμονής του ομνύοντα στην Πάφο και ακολούθως θα έπρεπε να καταχωριστεί, ως επισυνημμένη στην αίτηση, ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας, προφανώς δύσκολο πρακτικά να επιτευχθεί εντός της ίδιας εργάσιμης ημέρας. Δεν παραλείπει, εν πάση περιπτώσει, ο ομνύων να αναφέρει ρητά στην Ε/Δ (βλ. συγκεκριμένα την παρα. 6) ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση υποστηρίζει την αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση ως η απαίτηση και δεδομένου ότι φέρει τον ίδιο αριθμό και τίτλο ως η παρούσα αγωγή Δεν απομένει οποιοδήποτε ερωτηματικό για τη σύνδεσή της με την υπό κρίση αίτηση ή την παρούσα αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1 και, επομένως, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους των καθ'ών η αίτηση, να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να τους δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης Είναι η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι οι ισχυρισμοί του ομνύοντα για τους καθ'ων η αίτηση τίθενται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να τεκμηριώνονται και χωρίς να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε καλή ή καλόπιστη Υπεράσπιση. Σχετικές, ως προς το τί συνιστά καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση είναι οι υποθέσεις Hermes Insurance
(1983)1 CLR 333 αλλά και η TransMiddle East Trading Ltd ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239 καθώς και η υπόθεση VIDISAVA SUBOTIC ν Anuou Στυλιανίδη
(1998)1 (A) AAA 22, όπου καθιερώθηκε ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ενός Εναγομένου και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Επίσης στην υπόθεση Χριστάκη Αυγουστη ν. Γεώργιου Ππίριλου (Π.Ε. 8882) αναφέρεται ότι η παράταξη γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση. Είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων, όπως εκτέθηκε ενώπιον μου κατά την προφορική του αγόρευση, ότι όσον αφορά το αγώγιμο δικαίωμα βάσει επιταγών, σύμφωνα με τη νομολογία, για να υπάρξει υπεράσιπιση νομικώς βάσιμη, πρέπει να υπάρξει μόνο μία εκ των δύο υπερασπίσεων. Η μια είναι ο ισχυρισμός δόλου και η άλλη είναι το λεγόμενο «total failure of consideration». Η Υπεράσπιση που ισχύει σε ποινική υπόθεση για επιταγές όπου ο εκδότης μπορεί να ισχυριστεί ότι ο εκδότης είχε εύλογη δικαιολογία για ανάκληση των επιταγών δεν ισχύει σε πολιτικές αγωγές και τούτο διότι η νομολογία λέγει ότι οι επιταγές πρέπει να θεωρούνατι πληρωμή τοις μετρητοίς. Πράγματι, στη σελ. 142 του White Book
(1976), Rules of the Supreme Court , O.14, r.r. 3-4, παρατίθεται η εξής χρήσιμη περικοπή αναφορικά με την ισχύ μιας επιταγής που επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του συνηγόρου των Εναγόντων: «The principle is that a bill, cheque or note is given and taken in payment as so much cash, and not as merely giving a right of action for the creditor to litigate a counterclaim (see Jackson v Murphy, supra). We have repeatedly said in this court that a bill of exchange or a promissory note is as to be treated as cash. It is to be honoured unless there is some good reason to the contrary, e.g. if there is an arguable case based on total failure of consideration (see per Lord Denning M..R. in Fielding & Platt Ltd v Selim Najjar [1969] 1 W.L.R. 357 at p. 361; [1969] 2 All ER 150 at p. 152, C.A.). Προσθέτω ότι ακολουθεί αμέσως μετά στην ίδια σελίδα η εξής περικοπή: «Neverthless, in an action on a dishonoured bill of exchange the court is not bound in every case to give judgment for the plaintiff unconditionally but still has a discretion in the matter, e.g. where there appears to be a real issue to be tried, leave to defend may be given conditionally upon the whole amount claimed brought into court (see per Salmon L.J. in Saga of Bond Street Ltd v. Avalon Promotions Ltd [1972] 2 QB 325; [1972] 2 WLR 1250 at 1252; [1972 2 All ER 545 at 547).". Προκύπτει από τις ανωτέρω περικοπές ότι για να κριθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση καλής υπεράσπισης θα πρέπει να αποκαλύπτεται παντελής έλλειψη αντιπαροχής έναντι της αξίας της επιταγής. Αν, δε, υπάρχει τέτοια συζητήσιμη υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να θέσει ως όρο την πληρωμή αντίστοιχου ποσού στο Δικαστήριο ως όρου για άδεια καταχώρισης υπεράσπισης από τον Εναγόμενο. Στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι δεν συντρέχει περίπτωση παντελούς έλλειψης ανταλλάγματος για την αξία των επίδικων επιταγών, διότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι παραδόθησαν έστω και μικρότερες ποσότητες από αυτές που αναγράφονται στα τιμολόγια. Ευσταθεί αυτή η επισήμανση του συνηγόρου των Εναγόντων. Σχετικά τα όσα αναφέρονται στην παρα. 5 της Ε/Δ του κ. Σ. Σάββα, ημερ. 16.1.2014 όπου δεν αρνούνται ότι τους έγιναν παραδόσεις σιδήρου. Παρατηρώ περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν εκθέσει επαρκείς λεπτομέρειες της δικής τους εκδοχής για την ακριβή ποσότητα που τους παραδόθηκε, την ίδια στιγμή που αρνούνται την παράδοση της ποσότητας σιδήρου ως περιγράφεται στα τιμολόγια που οι Ενάγοντες - Αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο ως επισυνημμένα στην Ε/Δ ημερ. 23/9/13. Έτι περαιτέρω, ενώ εγείρουν ισχυρισμό περί έκδοσης των επιταγών σε χρόνο προγενέστερο των παραδόσεων του σιδήρου ως μεταχρονολογημένων επιταγών, εντούτοις δεν αποκαλύπτουν ποιες είναι κατά τον ισχυρισμό τους οι πραγματικές ημερομηνίες παράδοσης. Δεν παρουσιάζουν οι Εναγόμενοι αντίγραφο του τελικού λογαριασμού που, όπως ισχυρίζονται στην παράγραφο 5 της Ε/Δ του κου Σ. Σάββα, ημερ. 16/1/2014, ετοιμάστηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και δείχνει ότι η πραγματική ποσότητα σιδήρου που παραδόθηκε είναι πολύ μικρότερη. Εφόσον οι Εναγόμενοι επικαλούνται το συγκεγκριμένο τελικό λογαριασμό της Επαρχ. Διοίκησης Πάφου ως βάση της άρνησης του περιεχομένου των τιμολογίων που εξέδωσαν οι Ενάγοντες, όφειλαν, κατά την κρίση μου, να τον παρουσιάσουν ως επισυνημμένο στην Ε/Δ. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση ημερ. 22/1/2013 στην Πολιτική Έφεση 230/2009, Κώστα Κυριάκου ν. Θεράποντα Αναστασίου, όπου επεξηγείται αντίστοιχη βάση υποχρέωσης προσκόμισης εγγράφων από αυτόν που αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασηςː «[...] η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.». Παρατηρώ, επίσης, ότι αντιφατικά προς τη θέση περί παράδοσης μικρότερης ποσότητας, οι Εναγόμενοι προωθούν και τη θέση (βλ. την παρα. 6 της Ε/Δ του κ. Σ. Σάββα, ημερ. 16/1/2014) ότι αντισυμβατικά οι Ενάγοντες «απαιτούσαν την έκδοση επιταγών για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ήταν η συμφωνηθείσα αξία της παραδοθείσας ποσότητας σιδήρου». Δηλαδή στρέφουν τα πυρά της Υπεράσπισης τους σε ότι αφορά την τιμή, παρά την ποσότητα. Επομένως, ενώ φαινομενικά δίδεται μια εκδοχή περί μη επαρκούς ανταλλάγματος, δεν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες ή/ και δεν προωθείται με συνοχή η εκδοχή αυτή. Τέλος, επισημαίνω ότι δεν εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να καθιστά συζητήσιμο το αν οι Εναγόμενοι συνηδειτά και ελεύθερα, χωρίς δηλαδή να επικαλούνται ψυχική πίεση ή εξαναγκασμό ή δόλο, εξέδωσαν τις επιταγές για τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία αντιστοιχούν επακριβώς στα ποσά που αναγράφονται στα τιμολόγια που εξέδωσαν οι Ενάγοντες. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται στη μη τίμηση επιταγών, λαμβάνει υπόψη τη φύση των επιταγών ως χρηματικού μέσου που φέρει το τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Παραπέμπω στην απόφαση ημερ. 18/11/1999, στην Πολιτική Έφεση Aρ. 10419, N. V. CATERCHEF LTD. ν. P.C.P. ELECTRONICS LTD.,
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Η εφεσίβλητη-ενάγουσα εξασφάλισε συνοπτική απόφαση κατά της εφεσείουσας-εναγόμενης για ποσό £20.
  2. Το εν λόγω ποσό οφείλετο δυνάμει επιταγής που η εφεσείουσα εξέδωσε στο όνομα και προς όφελος της εφεσίβλητης αλλά δεν πληρώθηκε από την Τράπεζα όταν παρουσιάσθηκε για είσπραξη. Η εφεσίβλητη είχε υποστηρίξει ότι δόθηκε νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της επιταγής. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύθηκε από ένορκη δήλωση που έκαμε διευθυντής της εφεσίβλητης. Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση και υποστήριξε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ένορκη δήλωση που κατατέθηκε από διευθυντή της εφεσείουσας δεν αποκάλυπτε καλόπιστη υπεράσπιση, είναι εσφαλμένο. Aυτό που προβλήθηκε ως υπεράσπιση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, είναι ότι η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στην εφεσίβλητη, όχι λόγω έλλειψης χρημάτων στον λογαριασμό της εφεσείουσας, αλλά επειδή αυτή η ίδια σταμάτησε την πληρωμή προς την εφεσίβλητη για το λόγο ότι η τελευταία δεν έδωσε νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της. Υπεδείχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του ότι ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς καμιά άλλη εξήγηση, δεν ικανοποιεί το κριτήριο για ύπαρξη δικάσιμου θέματος, που υπαγορεύει παράθεση γεγονότων και λεπτομερειών έτσι ώστε να φαίνεται πως προβάλλεται καλόπιστα υπεράσπιση. Το γεγονός ότι η Τράπεζα κλήθηκε να μην πληρώσει και η ξηρή άρνηση, χωρίς τίποτε άλλο, ότι δόθηκε αντάλλαγμα δεν συνιστούν από μόνα τους υπεράσπιση. Ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή που το Άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Ως εκ των πιο πάνω παρατηρήσεών μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων για το ποσό ως η αξίωσης (α) της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Δεν υπάρχει παράγραφος (στ) στην Ειδοποίηση Ένστασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.