Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Δανιήλ Χ''Τοφή, Αρ. Αγωγής: 9037/05, 12/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9037/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας -και- Δανιήλ Χ''Τοφή Εναγομένου Ημερομηνία: 12.5.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., κα Θ. Καουτζάνη για να ακούσει την απόφαση. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Σ. Παπαντωνίου, κα Δ. Δημητρό για να ακούσει την απόφαση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται σε συμφωνία που έγινε με τον εναγόμενο, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκαν στον τελευταίο πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.50.000, για να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο της Ενάγουσας και της CISCO Ltd, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «CISCO». Αντικείμενο του πιο πάνω σχεδίου ήταν η αγοραπωλησία κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι αγοραπωλησίες, σύμφωνα πάντα με το σχέδιο θα εγίνονταν από τη CISCO, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου. Η ενάγουσα απαιτεί από τον εναγόμενο τα πιο κάτω: (α) ΛΚ58.638 πλέον τόκους προς 10.50% από 24.10.2005 επί του ποσού των ΛΚ56.786,29 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.
- και 31.
- (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών. Ο εναγόμενος κατεχώρησε πολυσέλιδη υπεράσπιση και ανταπαίτηση, στην οποία εγείρει πληθώρα ισχυρισμών, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Το έργο του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι οι θέσεις της υπεράσπισης έχουν καταγραφεί με περίπλοκο, δυσνόητο και ανορθόδοξο τρόπο. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω το περιεχόμενο της. Ο εναγόμενος αμφισβητεί ότι είναι μέρος της επίδικης συμφωνίας και ότι συμμετείχε στη διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ του εναγομένου και της CISCO Ltd και όχι μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου και ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε δεν ήταν λογαριασμός τραπεζικών διευκολύνσεων αλλά επενδυτικός λογαριασμός. Η ενάγουσα και η CISCO Ltd είχαν δε αναλάβει τη διαχείριση των ενεχυριασμένων μετοχών. Ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας ότι η ενάγουσα είχε το απόλυτο δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να ''πωλεί αμέσως'' τις υπό ενέχυρο μετοχές για κάλυψη του επιδίκου επενδυτικού λογαριασμού. Η ενάγουσα παράνομα παρουσιάστηκε στον εναγόμενο ως χρηματίστρια και παράνομα εισέπραττε προμήθεια από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ο εναγόμενος ουδέποτε συμφώνησε στην επιβολή επιτοκίου. Η συμφωνία διαχείρισης και το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν το αποτέλεσμα απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας. Πρόθεση της ενάγουσας ήταν η χειραγώγηση των τιμών του χρηματιστηρίου. Εξώθησε τον εναγόμενο να συμμετάσχει και ή να συνεχίσει να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο ενώ η ίδια και οι συγγενικές της εταιρείες επωλούσαν τις μετοχές τους με σημαντικό κέρδος. Η ενάγουσα απέκρυψε από τον εναγόμενο ότι οι αξίες των μετοχών ήταν ''παραφουσκωμένες'' και ''πλασματικές''. Απέκρυψε επίσης ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, μετά τον Ιούλιο του 1999, τέτοιας φύσης λογαριασμοί δεν θα έπρεπε να ανοίγονται και όσοι υπήρχαν θα έπρεπε να κλείσουν. Τα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών υπογράφησαν τη 17.1.97, χωρίς προηγουμένως να επεξηγηθεί η σημασία του περιεχομένου τους και χωρίς να παρευρίσκονται μάρτυρες κατά την υπογραφή τους. Ο εναγόμενος ουδέποτε παραβίασε την επίδικη συμφωνία, η ενάγουσα ήταν αυτή που την παραβίασε. Παραβίασε επίσης τις νόμιμες υποχρεώσεις της που επήγαζαν από τη συμφωνία παρακαταθήκης/ενεχύρου. Συγκεκριμένα, δεν άσκησε την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια, προσοχή και δεξιότητα. Επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και ενήργησε κακόπιστα και ανέντιμα με μοναδικό γνώμονα τα δικά της συμφέροντα. Παρέλειψε να καθορίσει χρονική περίοδο για την πώληση των μετοχών και παρέλειψε να πωλήσει τις μετοχές κατά το χρόνο που η ίδια και οι συγγενικές της εταιρείας επωλούσαν τις μετοχές τους, κάνοντας κέρδος. Η παράλειψη της αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί σημαντική ζημιά. Η ενάγουσα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν η εξασφάλιση ήταν εκτός του συμφωνηθέντος ορίου έτσι ώστε να καλυφθεί το χρέος. Τον Απρίλη του 2000 όταν ο λογαριασμός δεν είχε την απαιτούμενη εξασφάλιση η ενάγουσα παρέλειψε και ή αμέλησε και ή αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποτροπή της ζημιάς και να λάβει διορθωτικά μέτρα. Η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου, κρατούσε την περιουσία του ως εμπιστευματοδόχος. Ως εκ της θέσης της παρέλειψε να εκτελέσει τα νόμιμα καθήκοντα που απορρέουν από την ιδιότητα της αυτή. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ακύρωση της συμφωνίας ήταν παράνομη. Ο εναγόμενος κατεχώρησε ανταπαίτηση η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσαν οι Κλεοπάτρα Χαραλάμπους και ο Σταύρος Αγρότης και εκ μέρους της υπεράσπισης ο εναγόμενος, η Χριστιάνα Βωβίδου και ο Πανίκος Χριστοφόρου. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Η ΜΕ1, Κλεοπάτρα Χαραλάμπους είναι υπάλληλος της ενάγουσας, υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο κίνησης λογαριασμών των πελατών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγομένου. Ταυτόχρονα, από το Δεκέμβριο του 2001 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2003, ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης των margin accounts. Οι γνώσεις της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση πηγάζει από το είδος της εργασίας που εκτελούσε στο τμήμα Bank Office της CISCO, από τη μελέτη του αρχείου που διατηρούσε η ενάγουσα σε σχέση με τον εναγόμενο, καθώς και τη θέση που κατέχει σήμερα. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι το margin account ήταν επενδυτικό σχέδιο, με το οποίο η ενάγουσα παρείχε πιστωτική διευκόλυνση στους πελάτες της με σκοπό την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν όπως οι συναλλαγές διεκπεραιώνονταν μέσω της CISCO, στη βάση συγκεκριμένης αίτησης για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο, με όρους τους οποίους έθετε η ενάγουσα. Την 17.1.97 κατόπιν αίτησης του εναγομένου για συμμετοχή στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός και παραχωρήθηκε στον εναγόμενο όριο στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO, ύψους Λ.Κ.50.000, το οποίο θα εχρησιμοποιείτο για αγοραπωλησίες κινητών αξιών εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, οι οποίες θα διενεργούνταν μέσω της CISCO. Η εντολή για άνοιγμα του λογαριασμού δόθηκε από τη CISCO, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου. Η μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO, ημερομηνίας 17.1.1997 τεκμήριο
- Οι όροι συμμετοχής καταγράφονταν στο πίσω μέρος της αίτησης και αυτοί, ως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 7 της αίτησης, ρυθμίζουν το επίδικο σχέδιο. Η αίτηση εγκρίθηκε την 17.1.97 με ποσοστό εξασφάλισης 25%. Σύμφωνα με την παράγραφο 11 των όρων συμμετοχής, ο επενδυτής αναλάμβανε και υποχρεούτο να διορίσει τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, με εξουσία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή του επενδυτή στο επενδυτικό σχέδιο και να υπογράψει προς το σκοπό αυτό πληρεξούσιο και συμφωνία με τη CISCO που θα ήταν ανέκκλητη εφόσον εκκρεμούσε οποιοδήποτε υπόλοιπο σε λογαριασμό του επενδυτή με την τράπεζα. Την 3.2.1997 ο εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία διαχείρισης με τη CISCO και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της CISCO. Η CISCO δυνάμει του πληρεξουσίου αυτού εγγράφου, εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει και να αποδέχεται μεταβιβάσεις στο όνομα του οποιεσδήποτε κινητές αξίες, δικής του ιδιοκτησίας που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Τη 18.1.2002 ο εναγόμενος υπόγραψε και δεύτερο πληρεξούσιο προς όφελος της CISCO. Με βάση τον όρο 3 του επενδυτικού σχεδίου, τεκμήριο 1 όλες οι κινητές αξίες που θα αγοράζονταν, θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας, για εξασφάλιση του λογαριασμού του εναγόμενου. Προς τούτο, ο εναγόμενος υπέγραψε τη 3.2.97 συμφωνία ενεχυρίασης κινητών αξιών προς όφελος της ενάγουσας. Το ποσό κάλυψης που απαιτήθηκε αρχικά από τον εναγόμενο ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω, 25% επί του ορίου που είχε παραχωρηθεί, στη συνέχεια όμως, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 50%. Το ποσοστό κάλυψης ουδέποτε αυξήθηκε σε 100%, το ποσοστό αυτό αφορούσε νέους και όχι υφισταμένους λογαριασμούς όπως ήταν ο λογαριασμός του εναγομένου. Για τεχνικούς λόγους όμως αναγραφόταν το ποσοστό αυτό σε όλους τους λογαριασμούς νέους και υφισταμένους. Η μάρτυρας παρουσίασε μεγάλο αριθμό εγγράφων προς υποστήριξη της αξίωσης της ενάγουσας. Παρουσίασε μεταξύ άλλων έντυπα κατάθεσης διαφόρων ποσών στο λογαριασμό του εναγόμενου, έντυπα χρεώσεων και πιστώσεων του λογαριασμού αυτού, πινακίδια συναλλαγών και κατάσταση λογαριασμού που αφορά τη χρονική περίοδο, 6.2.97 μέχρι 25.11.
- Η μάρτυρας περιέγραψε τον τρόπο που εγίνονταν οι χρεώσεις και οι πιστώσεις στο λογαριασμό και τη μέθοδο επαλήθευσης αυτών. Σε δύο περιπτώσεις ο εναγόμενος απέσυρε από το λογαριασμό του μεγάλα ποσά. Το Σεπτέμβριο του 1999 απέσυρε Λ.Κ.80.000 και τον Απρίλη του 2000, Λ.Κ.64.000, καθότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του, το δεδομένο χρόνο, ήταν τέτοιο που του διδόταν αυτή η δυνατότητα. Ο εναγόμενος, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ουδέποτε αρνήθηκε και ή αμφισβήτησε οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις. Ενημερωνόταν συστηματικά σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού του με μηνιαίες καταστάσεις που του αποστέλλονταν από τη CISCO, ενώ σε περίπτωση που γινόντουσαν πράξεις στο Χρηματιστήριο η ενημέρωση γινόταν αυθημερόν είτε με φαξ είτε με τηλέφωνο. Ο εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε ότι δεν ετύγχανε ενημέρωσης. Η μάρτυρας απόρριψε τη θέση ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές για να εξοφληθεί το χρέος. Η ενάγουσα είχε δικαίωμα όχι όμως υποχρέωση. Ο εναγόμενος παρέβη τους όρους της συμφωνίας και ως εκ τούτου η ενάγουσα με επιστολή της, ημερομηνίας 5.12.03, τερμάτισε τη συμφωνία λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού και τον εκάλεσε να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο λογαριασμός του εναγομένου, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, από τον Ιούνιο του 2000 μέχρι και τον τερματισμό του, δεν είχε επαρκή κάλυψη. Όταν ο λογαριασμός δεν είχε επαρκή κάλυψη ο εναγόμενος μπορούσε να πωλήσει μετοχές δεν μπορούσε όμως να αγοράσει, εκτός αν του διδόταν προηγουμένως σχετική έγκριση από την ενάγουσα. Την 24.10.2005 η ενάγουσα απέστειλε και δεύτερη επιστολή στον εναγόμενο με την οποία του εζήτησε να εξοφλήσει το υπόλοιπο. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις πιο πάνω εκκλήσεις της ενάγουσας. Ήταν η θέση της μάρτυρας ότι το οφειλόμενο ποσό μέχρι την έγερση της παρούσας αγωγής, μετά των δεδουλευμένων τόκων, ανερχόταν σε €95.106,14 με τόκο 10.5% από 25.11.11 επί ποσού €91.176,00 μέχρι εξοφλήσεως. Η μάρτυρας παρουσίασε, μεταξύ άλλων, την επιστολή ημερομηνίας 23.4.2001, τεκμήριο 17, ως επίσης και την επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 20.2.2003, τεκμήριο
- Με την πρώτη επιστολή, τεκμήριο 17, η CISCO πληροφορούσε τον εναγόμενο ότι από τον Ιανουάριο του 2001 το επιτόκιο του λογαριασμού καθορίσθηκε σε 10.75%. Αναφορά σε επιτόκιο γίνεται και στην επιστολή τερματισμού, τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, ο λογαριασμός από την ημερομηνία τερματισμού θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο προς 10.5% ετησίως και θα κυμαινόταν ''.σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου της τράπεζας που ίσχυε από καιρού εις καιρό''. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσε και ο Σταύρος Αγρότης, διευθυντής του χρηματιστηριακού τμήματος της CISCO, από το Φεβρουάριο του
- Αποχώρησε από την πιο πάνω θέση την 21.4.
- Ο μάρτυρας αναφερόμενος στον επίδικο λογαριασμό είπε ότι η συμφωνία διαχείρισης αφορούσε τη χρηματική πτυχή της διαχείρισης του λογαριασμού και όχι τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Περιγράφοντας τη διαδικασία είπε ότι το τμήμα ελάμβανε εντολές από τους πελάτες, γραπτές οι προφορικές οι οποίες καταχωρούνταν στο τερματικό του χρηματιστηρίου. Στη συνέχεια εκδίδονταν πινακίδια για ενημέρωση των πελατών. Ο εναγόμενος έδιδε εντολές προφορικώς, μέσω τηλεφώνου και γραπτώς με χειρόγραφα και τηλεομοιότυπα. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο αριθμό εντολών του εναγομένου που κατάφερε να εντοπίσει τα οποία συσχέτισε με τα πινακίδια συναλλαγών και με τις καταστάσεις εκτελεσθεισών συναλλαγών του ΧΑΚ. Αναφέρθηκε επίσης στις επικοινωνίες που είχε με τον εναγόμενο σε διάφορες ημερομηνίες, για διευθέτηση του χρέους του. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ανήκε στο Λάζαρο Λαζάρου και ότι οι μετοχές που είχαν ενεχυριασθεί προς εξασφάλιση του συγκεκριμένου λογαριασμού ανήκαν στο πρόσωπο αυτό. Ο μάρτυρας απόρριψε τις θέσεις αυτές και ισχυρίσθηκε ότι καμία σχέση είχε το εν λόγω πρόσωπο με το λογαριασμό και ουδέποτε αναφέρθηκε το όνομα του από τον εναγόμενο κατά τις συνομιλίες που είχαν μεταξύ τους. Ο εναγόμενος καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι τις εξασφαλίσεις στο συγκεκριμένο λογαριασμό τις κατέθεσε τρίτο πρόσωπο, ο Λάζαρος Λαζάρου. Είπε επίσης ότι όταν η εξασφάλιση δεν διατηρείτο στη συμφωνηθείσα αναλογία, αυτός δεν είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει οποιεσδήποτε συναλλαγές, μόνο η ενάγουσα διατηρούσε τέτοιο δικαίωμα. Η ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια του επιδίκου λογαριασμού καθότι έλεγχε πλήρως τη CISCO, τα ίδια άτομα ήταν ταυτόχρονα υπάλληλοι της ενάγουσας και της CISCO. Η ενάγουσα είχε υποχρέωση να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό και να πωλήσει τις μετοχές, αυτή όμως παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να καταστεί ζημιογόνος. Αντεξεταζόμενος όμως παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε από την ενάγουσα να κλείσει το λογαριασμό. Ο μάρτυρας ερωτηθείς για τη σχέση του Λάζαρου Λαζάρου με τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε ότι καμία σχέση είχε το εν λόγω πρόσωπο με το λογαριασμό και ουδέποτε αναφέρθηκε το όνομα του από τον εναγόμενο κατά τις συνομιλίες που είχαν μεταξύ τους. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι κατά την υπογραφή του εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών, τεκμήριο 5, δεν υπήρχαν μάρτυρες. Προέβαλε επίσης η θέση ότι η ενάγουσα, κατά παράβαση των καθηκόντων της, του απέκρυψε το περιεχόμενο των εγκυκλίων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα και παρέλειψε να τον ενημερώσει για τη δημόσια πολιτική, ως αυτή εκφραζόταν στις εγκυκλίους ημερομηνίας 12.7.99, 12.10.99, 24.11.99, 29.11.99 και 5.1.
- Η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, είχε υποχρέωση με βάση τις πιο πάνω εγκυκλίους να κλείσει το συγκεκριμένο λογαριασμό, ''.τουλάχιστον στις 30.11.99''. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν επίσης η λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Χριστιάνα Βωβίδου, και ο Πανίκος Χριστοφόρου, λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η μάρτυρας Χ. Βωβίδου κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κάποια έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην CISCO πρόστιμο Λ.Κ.4.000 για παράβαση του Κανονισμού 21 των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών του 1995 -
- Συγκεκριμένα σε έρευνα που διενεργήθηκε στη CISCO διαπιστώθηκε ότι τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας δεν ενημερώνονταν καθημερινώς και οι λογαριασμοί για τα χρήματα των εντολέων δεν ετηρούνταν σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Η μαρτυρία του Πανίκου Χριστοφόρου δεν έριξε φως στα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία της ΜΕ1, Κλεοπάτρας Χαραλάμπους και του Σταύρου Αγρότη είχε συνοχή ήταν θετική και τεκμηριωμένη και βασιζόταν στα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους. Και οι δύο αντεξετάσθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα για πολλά και ποικίλα θέματα και δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μαρτυρία της Χριστιάνας Βωβίδου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, δεν ήταν όμως σχετική με τα επίδικα θέματα. Το γεγονός ότι επιβλήθηκε στη CISCO πρόστιμο, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφω πιο πάνω, δεν ενισχύει με οποιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση του εναγομένου. Ο εναγόμενος, ως αναφέρω και ανωτέρω, προέβαλε στην υπεράσπιση του σωρεία ισχυρισμών πολλούς εκ των οποίων δεν προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία ενώ άλλους τους ανέτρεψε ο ίδιος. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε προς όφελος του Λάζαρου Λαζάρου, γενικού λογιστή του κράτους και ότι όλες οι εξασφαλίσεις είχαν δοθεί από το εν λόγω πρόσωπο. Τέτοιες θέσεις δεν περιέχονται στην πολυσέλιδη υπεράσπιση που καταχωρήθηκε, ανεξαρτήτως τούτου όμως δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία πέραν των αναφορών του ίδιου του εναγόμενου και μιας επιστολής που κατέθεσε το περιεχόμενο της οποίας είναι γενικό και αόριστο και δεν παραπέμπει στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στο άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού. Η θέση αυτή αντικρούεται από τη μαρτυρία του ιδίου του εναγομένου ο οποίος στη γραπτή δήλωση του ρητά αναφέρει ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε κατόπιν δικής του αίτησης. Ο εναγόμενος δε στα πλαίσια συμμετοχής του στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, διόρισε τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και την εξουσιοδότησε, μεταξύ άλλων, να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στην ενάγουσα. Έντονη ήταν η προσπάθεια του εναγόμενου να πείσει το δικαστήριο ότι ο ίδιος κανένα έλεγχο είχε σε σχέση με την αγορά και πώληση των μετοχών και γενικά με τη λειτουργία του λογαριασμού αυτού. Από τη μαρτυρία όμως που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι αυτός ήταν ενήμερος για όλες τις πράξεις που εγίνονταν καθότι έδιδε εντολές σε σχέση με τις αγοραπωλησίες μετοχών, ετύγχανε συχνής και συστηματικής ενημέρωσης και αυτός ήταν που απέσυρε σε δύο περιπτώσεις από τον επίδικο λογαριασμό μέρος των εσόδων από την αγοραπωλησία μετοχών, το συνολικό ποσό των οποίων ανήλθε σε Λ.Κ.144.
- Παραδέχθηκε επίσης ότι ουδέποτε ζήτησε από την ενάγουσα όπως κλείσει τον εν λόγω λογαριασμό και πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Στην υπεράσπιση του προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα παράνομα παρουσιάστηκε ως χρηματίστρια και εισέπραττε προμήθεια από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων. Καμία μαρτυρία έχει προσκομισθεί και σε σχέση με τη θέση του ότι η συμφωνία διαχείρισης και το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν το αποτέλεσμα απάτης και δόλου και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας, με σκοπό όπως η τελευταία ''χειραγωγήσει'' τις τιμές του χρηματιστηρίου και ότι ήταν η ενάγουσα που τον ''εξώθησε'' να συμμετάσχει και να συνεχίσει να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο. Ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί του ότι η ενάγουσα ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος του, ότι παραβίασε πρόνοιες του νόμου υπό την ιδιότητα της αυτή, ότι επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και ενήργησε ανέντιμα και κακόπιστα. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Σοφία Μάτση και Ellinas Finance Ltd[1] από την οποία παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ''.Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v Tan [1989] 3 All E.R. 839, οι εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυροδανειστή, όπως ήταν οι εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να τα πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή''. Οι όροι της αίτησης, τεκμήριο 1, οι οποίοι ρυθμίζουν και τις σχέσεις των δύο μερών, καμία πρόνοια κάνουν για υποχρέωση της ενάγουσας να καθορίσει χρονική περίοδο για την πώληση των μετοχών και να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν η αναλογία εξασφάλισης ήταν κάτω από το συμφωνηθέν όριο. Αντίθετα υπάρχει ρητή πρόνοια, όρος 10, ότι η τράπεζα, ''.δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Επενδυτή σε σχέση με οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ενεχυριάζονται βάσει του παρόντος σχεδίου''. Η ενάγουσα είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε και την εγκυρότητα του τεκμηρίου 5, που αφορούσε την ενεχυρίαση των μετοχών και ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου και ως εκ τούτου αυτό είναι άκυρο. Το άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 θέτει τρεις τυπικές προϋποθέσεις για την εγκυρότητα ενός ενεχύρου. Η σύμβαση ενεχύρου πρέπει να είναι γραπτή, να υπογράφεται στο τέλος αυτής από τον ενεχυριαστή και να καταρτίζεται στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων, οι οποίοι θα προσυπογράφουν αυτήν ως μάρτυρες. Το συγκεκριμένο έγγραφο φέρει την υπογραφή ενός μόνο μάρτυρα και ως εκ τούτου θα συμφωνήσω με τη θέση της υπεράσπισης ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Ο εναγόμενος προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα και η CISCO ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι υποχρεώσεις της ενάγουσας ήταν διαφορετικές από αυτές της CISCO. Το γεγονός ότι η τελευταία ήταν θυγατρική της πρώτης δεν εξυπακούει ότι ενεργούσαν από κοινού και ότι είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μιχάλης Χ''Γαβριήλ και Ellinas Finance Public Co Ltd[2]: ''Πέραν του γεγονότος ότι η αγωγή και συνακόλουθα η διαφορά μεταξύ των διαδίκων κατά αυστηρό νομικό τρόπο αφορούσε τον εφεσείοντα ως επενδυτή, με τους εφεσίβλητους ως δανειστές-χρηματοδότες, η ευρύτερη ύπαρξη ενός ομίλου εταιρειών δεν δίνει κατά ανάγκη το δικαίωμα άρσης εταιρικού πέπλου ώστε να θεωρείται ότι οι ενέργειες μιας των εταιρειών δεσμεύουν ολόκληρο τον όμιλο ή την μητρική εταιρεία. Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law, 2003, στις σελ. 74-82, είναι με μεγάλη δυσκολία που τα Αγγλικά Δικαστήρια δέχονται την άρση του εταιρικού πέπλου στη βάση της θεωρίας της ενιαίας μονάδας ενός ομίλου εταιρειών. Πέραν της αυτοτέλειας της εταιρικής οντότητας με βάση τη γνωστή υπόθεση Salomon & Co Ltd
(1987)Α.C. 22, και μεταγενέστερα, αναφορά με την ύπαρξη θυγατρικών εταιρειών, η υπόθεση Adams v Cape Industries plc
(1990)BCLC 479, έχει αναγνωρίσει ότι παρά το γεγονός ότι οι θυγατρικές εταιρείες είναι δημιουργήματα των μητρικών τους εταιρειών, εξακολουθούν να θεωρούνται στο γενικό εταιρικό δίκαιο ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η αρχή στη Salomon δεν ατονεί διότι οι εταιρείες οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους ''in group structures'', (δέστε Ord v Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 447). Στην υπόθεση Re: Southard Ltd
(1979)3 Αll E.R. 556, υποδείχθηκε ότι ο κύριος νόμιμος σκοπός για τη χρήση ομίλου εταιρειών είναι ο περαιτέρω περιορισμός των υποχρεώσεων του ομίλου, όπως δε ορθά υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στο σύγγραμμα του Pennington: The Principles of Company Law σελ. 27 και 32, ο Νόμος και το δίκαιο δεν ασχολούνται με την οικονομική οργάνωση ενός ομίλου εταιρειών, στα μάτια δε του Νόμου, η μητρική ή ιθύνουσα εταιρεία είναι απλώς ένας μεγάλος μέτοχος της θυγατρικής της''. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι με βάση τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, που εκδόθησαν μετά τον Ιούλιο του 1999, οι εμπορικές τράπεζες δεν θα έπρεπε να άνοιγαν επενδυτικούς λογαριασμούς και οι υφιστάμενοι λογαριασμοί θα έπρεπε να είχαν κλείσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε δέσμη με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες απευθύνονταν σε όλες τις τράπεζες. Σε καμία από τις εγκυκλίους αυτές δεν γίνεται αναφορά σε κλείσιμο των υφισταμένων επενδυτικών λογαριασμών. Η Κεντρική Τράπεζα επισήμανε στις τράπεζες τους κινδύνους οι οποίοι συνεπάγονταν από την αλόγιστη επένδυση με δανειακά κεφάλαια και τους προέτρεπε να περιορίσουν τα δάνεια, να μειώσουν σταδιακά τους λογαριασμούς αυτούς, ιδιαίτερα όπου το υπόλοιπο ήταν πιστωτικό ή μηδενικό και να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας. Με την εγκύκλιο, ημερομηνίας 12.10.1999, υποδεικνύεται στις τράπεζες ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρουν σε νέους πελάτες ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων. Η προσέγγιση της Κεντρικής Τράπεζας διαφοροποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα, σχετική είναι η εγκύκλιος ημερομηνίας 28.7.
- Η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση, με βάση τις πιο πάνω εγκυκλίους να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό, εκείνο που είχε υποχρέωση να κάνει ήταν να αυξήσει το ποσοστό του περιθωρίου ασφάλειας, το οποίο έπραξε. Υπενθυμίζω ότι το ποσοστό εξασφάλισης αυξήθηκε από 25% σε 50%, τη 12.1.
- Πέραν των πιο πάνω όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι παράβαση εγκυκλίου αποτελεί εσωτερικό θέμα μεταξύ της εμπορικής τράπεζας και της Κυπριακής Τράπεζας και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξισωθούν με νόμο. Το συγκεκριμένο θέμα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ[3]: Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. ''.Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του εφεσίβλητου, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και τους κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομική ρύθμιση. Και στην υπόθεση Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ[4]: ''Εγείρονται επί του προκειμένου, δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική, χωρίς την κατάδειξη της οποίας δεν μπορεί να ευσταθήσει η υποστηριχθείσα θέση, και αν ναι, κατά πόσο η τράπεζα τις παραβίασε. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική, στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Με την εγκύκλιο τεκμήριο 26
(1)η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να΄ ναι πιο προσεκτικές. Με την δεύτερη εγκύκλιο, το τεκμ. 26
(2)δηλαδή - που φαίνεται να στάληκε μετά την αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000 - εκφραζόταν η προσδοκία (αναμενόταν, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται) ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα πρόσφεραν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να εξετασθούν όλες οι εγκύκλιοι, δεν απαγορεύεται η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και, επομένως, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει''. Η υπεράσπιση αμφισβητεί και τη νομιμότητα του τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Το άρθρο 5 των όρων συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, τεκμήριο 1, προβλέπει ότι η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να του ζητήσει την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού ήταν καθ' όλα νόμιμος. Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η ασφάλεια ζωής που συνήψε ο εναγόμενος με τη Eurolife, η οποία σύμφωνα με τη θέση του ήταν ''εκχωρημένη προς εξασφάλιση του επιδίκου λογαριασμού". Ήταν η θέση του ότι παρά το γεγονός ότι επλήρωνε τα ασφάλιστρα, μέσω τραπεζικής εντολής, Λ.Κ.50.00 μηνιαίως, έλαβε επιστολή την 8.5.2006 με την οποία πληροφορήθηκε ότι το συμβόλαιιο μετατράπηκε ''ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών λόγω μη έγκαιρης καταβολής ασφαλίστρων". Απέρριψε τη θέση της ενάγουσας ότι ο λόγος διακοπής της ασφάλειας ήταν η μη έγκαιρη καταβολή ασφαλίστρων. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε διέκοψε την τραπεζική εντολή για καταβολή των ασφαλίστρων και ουδέποτε ο λογαριασμός του κατέστη ανενεργός. Πέραν των προφορικών του δηλώσεων κανένα στοιχείο προσκόμισε στο δικαστήριο προς υποστήριξη της θέσης του ότι κατέβαλλε τα ασφάλιστρα ενώ όταν κατά την αντεξέταση του παρουσιάστηκε η τελευταία πληρωμή που ήταν το Σεπτέμβριο του 2005, φάνηκε και ο ίδιος προβληματισμένος. Ενόψει των πιο πάνω οι θέσεις που προέβαλε ο εναγόμενος σε σχέση με το θέμα αυτό δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της όσον αφορά την καταβολή του ποσού και των τόκων όχι όμως σε σχέση με το διάταγμα πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών καθότι ως επισημαίνω και πιο πάνω το έγγραφο ενεχυρίασης δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Η αξίωση της ενάγουσας όσον αφορά την έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €95.106,14, πλέον τόκο 10.5% επί του ποσού των €91.176,60 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα που θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Α.Σ. [1] Π.Ε. 98/2009, ημερομηνίας 31.10.2012. [2] Π.Ε. 209/2009 , ημερ. 20.3.13. [3]
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131. [4]
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο