← Κύπρος

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. Ανδρέα Βγενόπουλου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 8400/12, 23/5/2014

Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ν. Ανδρέα Βγενόπουλου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 8400/12, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 8400/12 Μεταξύ Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία Εναγόντων Και

  1. Ανδρέα Βγενόπουλου από την Αθήνα και άλλων Εναγομένων ως ο συνημμένος Κατάλογος «Α» Εναγομένων 23 Μαΐου, 2014 Aίτηση για συντηρητικά διατάγματα ημερομηνίας 29/4/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες- Αιτητές: κ. Δ. Αραούζος με τον κ. Π. Νεοκλέους και τον κ. Π. Παναγίδη Για τους Εναγόμενους 1 και 12 - Καθ' ων η Αίτηση: O κ. Θρασυβούλου για κ. Γιωρκάτζη Για τους Εναγόμενους 2 και 3: Ο κ. Χαβιαράς ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  2. Οι Αιτητές και η Καθ' ης η αίτηση 12 Οι αιτητές είναι δημόσια εταιρεία συσταθείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και για αρκετά χρόνια διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες. Οι εναγόμενοι διετέλεσαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα διευθυντές και/ή αξιωματούχοι των αιτητών. Στις 18/5/2012, λόγω της απίστευτα δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρέθηκαν οι αιτητές, η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε να ενεργήσει ως ανάδοχος μιας νέας έκδοσης μετοχών αξίας €1.8 δις από τους αιτητές με σκοπό ουσιαστικά να τους στηρίξει με βάση τις πρόνοιες του περί της Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμου του 2011 Ν.201/
  3. Στις 25/3/2013 η κα Άνδρη Αντωνιάδου διορίστηκε ως ειδική διαχειρίστρια των αιτητών με βάση τις πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του
  4. Οι αιτητές εισήλθαν στην ελληνική τραπεζική αγορά το 1992 με τη σύσταση και τη συμμετοχή αρχικώς με 72%, μιας ανεξάρτητης τράπεζας, της European Popular Bank SA μετονομασθείσας σε Laiki Bank (Hellas) SA. Αργότερα, τις 22/12/2006 οι αιτητές απέκτησαν, κατόπιν εφαρμογής σχεδίου ανταλλαγής μετοχών, πλειοψηφικό συμφέρον στην εναγόμενη 12 (MIG) και στην Egnatia Bank. Στις 30/6/2007 οι αιτητές συγχώνευσαν μέσα από τριπλή συγχώνευση τις τραπεζικές τους εργασίες στην Ελλάδα που διεξήγαγαν μέσω της Laiki Bank (Ηellas) με την Marfin Bank που τότε ανήκε αποκλειστικά στην ΜΙG και την Egnatia Bank σε μια θυγατρική εταιρεία που συστάθηκε στην Ελλάδα η οποία κατέστη γνωστή ως Marfin Egnatia Bank (ΜEB). Στις 12/7/2007 η ΜΙG ολοκλήρωσε μια δημόσια πρόσκληση ύψους €5.19 δις για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου. Οι αιτητές δεν συμμετείχαν στη δημόσια αυτή πρόσκληση με αποτέλεσμα η συμμετοχή τους στη MIG να μειωθεί από 97.36% σε 6.45%, οπότε η MIG έπαυσε να είναι θυγατρική των αιτητών. Στη συνέχεια οι αιτητές αγόρασαν στη χρηματιστηριακή αγορά επιπλέον μετοχές της ΜΙG αυξάνοντας το ποσοστό τους από 6.45% σε 8.96% με συνολικό κόστος €116.5 εκατ., ποσοστό το οποίο ακολούθως μειώθηκε σε 2.51% μέσω πώλησης εκτός πατώματος προς την Dubai Financial. Τον Νοέμβριο του 2009 αποφασίστηκε και από 31/3/2011 τέθηκε σε εφαρμογή διασυνοριακή συγχώνευση των αιτητών και της ΜEB με αποτέλεσμα έκτοτε η ΜΕΒ να λειτουργεί ως παράρτημα των αιτητών στην Ελλάδα αντί ως θυγατρική τους όπως ήταν πριν με το ποσοστό συμμετοχής των αιτητών να ανέρχεται σε 97.02%.
  5. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 2.
  6. Ο εναγόμενος 1- Βγενόπουλος Για τον Βγενόπουλο αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα εξής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προερχόμενη από τον Αντώνη Γλυκή, σύμβουλο της ειδικής διαχειρίστριας των αιτητών: «
  7. Ο κ. Βγενόπουλος είναι δικηγόρος και ο ιδρυτής του ναυτιλιακού δικηγορικού οίκου Βγενόπουλος & Συνεργάτες. Το 1998 ίδρυσε την Marfin Financial Group S.A. (προκάτοχος της MIG). O κ. Βγενόπουλος ήταν ο αντιπρόεδρος και ένας από τους εκτελεστικούς συμβούλους της MIG προτού η MIG καταστεί μέρος του Ομίλου των Αιτητών το 2006 κατόπιν εφαρμογής σχεδίου ανταλλαγής μετοχών. Πρόσθετα, από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι τον Ιούνιου του 2007 ήταν εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Egnatia Bank S.A. και από τον Μάιο του 2007 μέχρι τον Ιούνιο του 2007 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Laiki Bank (Hellas) Ήταν επίσης εκτελεστικός πρόεδρος της Μarfin Bank S.A μέχρι τον Ιούνιο του 2007 όταν τέθηκε σε ισχύ η Τριπλή Συγχώνευση.
  8. Μετά την Τριπλή Συγχώνευση ο κ. Βγενόπουλος έγινε εκτελεστικός σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της MEB και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 31/3/
  9. Από τον Αύγουστο του 2008 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010 ο κ. Βγενόπουλος ήταν επίσης μέλος και πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΜΕΒ.
  10. Πρόσθετα προς τους πιο πάνω ρόλους, ο κ. Βγενόπουλος ήταν μέλος των Επιτροπών Πιστώσεων της ΜΕΒ (οι οποίες ενέκριναν τις χρηματοδοτήσεις της τράπεζας αυτής). Πιο συγκεκριμένα, από τον Οκτώβριο του 2007 μέχρι τον Μάρτιο του 2010, ο κ. Βγενόπουλος ήταν μέλος και πρόεδρος της αποκαλούμενης Ελληνικής Επιτροπής Πιστώσεων ΙΙ της MEB, στις εξουσίες της οποίας αναφερόμαστε πιο λεπτομερώς πιο κάτω.
  11. Ο κ. Βγενόπουλος κατείχε επίσης θέσεις εντός των Αιτητών. Στις 16/06/2006 διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο των Αιτητών και στις 6/11/2006 κατέλαβε την θέση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, θέση που κατείχε μέχρι τις 14/2/
  12. Μεταξύ 14/2/2008 και 9/2/2010 κατείχε την θέση του Εκτελεστικού Αντιπρόεδρου, ενώ από τις 9/2/2010 την θέση του μη-εκτελεστικού Πρόεδρου μέχρι τις 4/11/
  13. όταν και παραιτήθηκε.
  14. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, καθ' όλη τη διάρκεια της ανάμειξης του κ. Βγενόπουλου στην ΜΕΒ και στους Αιτητές και πριν από την Τριπλή Συγχώνευση, είχε ένα ανώτερο διευθυντικό ρόλο στη ΜΙG τον οποίο συνεχίζει να έχει. Κατά τη διάρκεια της ανάμειξης του στην MIG ήταν επίσης μέτοχος στην IRF European Finance Investments Limited («IRF») που τώρα είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της MIG. Σύμφωνα με την σελίδα 40 της Ετήσιας Έκθεσης της MIG του 2011 που είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5, η IRF κατέχει το 17.8% των μετοχών της MIG...» Είναι η θέση των εναγόντων μέσω Γλυκή ότι ο Βγενόπουλος ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές που ελάμβαναν αποφάσεις εντός της ΜΕΒ σε σχέση με δάνεια που χορηγήθηκαν κατά τρόπο που παραβίαζε κραυγαλέα καθιερωμένες τραπεζικές πρακτικές. Ήταν επίσης ένας από τους σημαντικούς πρωταγωνιστές που ελάμβαναν αποφάσεις εντός της ΜΙG και του Ομίλου ΜΙG. 2.2 Ο εναγόμενος 2- Μπουλούτας Για τον Μπουλούτα αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής στην ένορκη δήλωση Γλυκή: «
  15. Ο κ. Μπουλούτας προσελήφθη αρχικά στη Marfin Bank ως Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής. Στις 9/11/06 διορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος της Laiki Bank (Hellas) και στις 4/7/2007 διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της MEB όπου υπηρέτησε μέχρι την Διασυνοριακή Συγχώνευση.
  16. Ο κ. Μπουλούτας επίσης υπηρέτησε ως εκτελεστικός σύμβουλος των Αιτητών από τις 3/7/2007 (υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής (Ελλάδος) μέχρι τις 14/2/2008, όταν και διορίστηκε Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου) και διατήρησε τις θέσεις αυτές μέχρι που η Διασυνοριακή Συγχώνευση ολοκληρώθηκε.
  17. Ο κ. Μπουλούτας υπηρέτησε στις Επιτροπές Πιστώσεων της ΜΕΒ και αργότερα των Αιτητών. Πριν από τη Διασυνοριακή Συγχώνευση, ο κ. Μπουλούτας υπηρέτησε στην Ελληνική Επιτροπή Πιστώσεων ΙΙ (μαζί με τον κ. Βγενόπουλο και τον κ. Μάγειρα) και στην Εκτελεστική Επιτροπή. Μετά την ολοκλήρωση της Διασυνοριακής Συγχώνευσης, ο κ. Μπουλούτας ήταν μέλος τόσο στην Επιτροπή Πιστώσεων του Ομίλου όσο και στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ομίλου.
  18. Στις 29/11/2011, ενώ ο κ. Μπουλούτας ήταν ακόμη Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με επιστολή της προς τον ίδιο τον κ. Μπουλούτα, που είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, ζήτησε την «άμεση παραίτηση» του από τους Αιτητές. Στην επιστολή της η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφέρει, μεταξύ αλλών, ότι η διεύθυνση του Ομίλου είχε «προβεί σε μη συνετούς χειρισμούς όπως για παράδειγμα στην αλόγιστη παραχώρηση δανείων «χωρίς την εφαρμογή συνετής τραπεζικής πρακτικής». Συμμορφούμενος προς την Κεντρική Τράπεζα, ο κ. Μπουλούτας τελικά παραιτήθηκε από Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου των Αιτητών στις 5/12/2011, αφού πρώτα το υπόλοιπο πρώην Διοικητικό Συμβούλιο των Αιτητών, που περιλάμβανε και τους Εναγόμενους 4-11 (ο κος Βγενόπουλος είχε παραιτηθεί από τις 4/11/2011) ζήτησε από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με επιστολή του ημερομηνίας 30/11/2011 που είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 ν' αναθεωρήσει την απόφαση του να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση του κου. Μπουλούτα.
  19. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, καθ' όλη την ανάμειξη του στην ΜΕΒ και στους Αιτητές (και πριν από την Τριπλή-Συγχώνευση), ο κ. Μπουλούτας κατείχε ταυτόχρονα και υψηλές διευθυντικές θέσεις στην MIG (τις οποίες κατέχει μέχρι και σήμερα).» 2.3 Ο εναγόμενος 3- Μάγειρας «
  20. Ο κ. Μάγειρας προσελήφθη στην Marfin Bank το 2002 ως Shipping Manager και κατόπιν έγινε Loans & Leverage Director. Πριν από την Τριπλή-Συγχώνευση, ο κ. Μάγειρας ήταν σύμβουλος στη Laiki Bank (Hellas) και εργάστηκε στα λεγόμενα τμήματα Corporate και Investment Banking στην Marfin Bank.
  21. Ο κ. Μάγειρας υπηρέτησε ως εκτελεστικός σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο των Αιτητών από τις 15/6/2006 μέχρι τις 3/7/
  22. Μετά την Τριπλή Συγχώνευση της 30/6/07, από την οποία προέκυψε η ΜΕΒ, ο κ. Μάγειρας υπηρέτησε ως Διευθυντής Wholesale Banking του Ομίλου και συμμετείχε στις Επιτροπές Πιστώσεων της ΜΕΒ και αργότερα των Αιτητών. Πριν από την Διασυνοριακή Συγχώνευση, ο κ. Μάγειρας υπηρέτησε στην Ελληνική Επιτροπή Πιστώσεων ΙΙ (μαζί με τον κ. Βγενόπουλο και τον κ. Μπουλούτα) και στην λεγόμενη Επιτροπή Assets & Liabilities.
  23. Ο κ. Μάγειρας επίσης υπηρέτησε ως Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της IBG μεταξύ του Φεβρουαρίου 2006 και του Ιανουαρίου 2008, Αντιπρόεδρος μεταξύ Ιουλίου 2008 και Ιουνίου 2011 και Αντιπρόεδρος και Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής μεταξύ Ιουνίου 2011 και Δεκεμβρίου
  24. Η εργοδότηση του κ. Μάγειρα με τους Αιτητές τερματίστηκε στις 19/12/
  25. Από το 2008 ο κ. Μάγειρας ήταν ταυτόχρονα εκτελεστικός σύμβουλος των Αιτητών και της ΜΕΒ, όπως επίσης και διοικητικός σύμβουλος της Robne Kuce Beograd (RKB)που είναι μία εταιρεία του Ομίλου MIG. Επίσης κατείχε μετοχές στη MIG. Το 2007 διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Εισήγησης Επενδύσεων της MIG.»
  26. Το γενικότερο πλαίσιο των αποδιδομένων στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2,
  27. Γενικά, είναι η θέση των εναγόντων ότι όλοι οι εναγόμενοι και ειδικά οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 με ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις οδήγησαν σε κατάρρευση την δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στην Κύπρο. Διότι, μεταξύ άλλων, δεν άσκησαν τη δέουσα φροντίδα και επιμέλεια στις ανώτατες θέσεις που κατείχαν εντός της αιτήτριας ή και της ΜΕΒ και/ή επειδή παρέβηκαν τα εμπιστευτικά τους καθήκοντα. Σχετική γενική αναφορά γίνεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης Γλυκή ως ακολούθως: «10.(α) Πριν αναφερθώ με λεπτομέρεια επί των γεγονότων της παρούσας, θεωρώ ότι είναι βοηθητικό όπως γίνει μια σύντομη περίληψη των αξιώσεων που προωθούν οι Αιτητές. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2007-2011, οι Καθ' ων η Αίτηση λανθασμένα εκμεταλλεύτηκαν τις ψηλές διευθυντικές θέσεις που κατείχαν εντός των Αιτητών και του Ομίλου τους, περιλαμβανόμενης και της θυγατρικής τους τράπεζας ΜEB, και της επιρροής που μπορούσαν να έχουν στους Αιτητές και τον όμιλο εταιρειών τους (ο «Όμιλος των Αιτητών»), με σκοπό να οδηγήσουν τους Αιτητές και/ή τον Όμιλό τους (περιλαμβανομένου συγκεκριμένα και της ΜΕΒ)

(1)να παρέχουν αδικαιολόγητα δάνεια σε τρίτα πρόσωπα ώστε τα εν λόγω πρόσωπα να αγοράσουν μετοχές στην MIG και στις εταιρείες της, στις οποίες οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν συμφέροντα και εμπλοκή, και συνήθως οι εν λόγω μετοχές της MIG χρησιμοποιούνταν ως εξασφάλιση για σκοπούς του δανείου και/ή
(2)να παρέχουν αδικαιολόγητα δάνεια στη MIG και τις εταιρείες της και/ή
(3)να παρέχουν αδικαιολόγητα δάνεια σε τρίτα πρόσωπα που τελικώς θα είναι οφέλη για τη MIG ή τις εταιρείες της και/ή τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους φίλους τους και/ή
(4)να μην απαιτούν και/ή διατηρούν και/ή εξασφαλίζουν κατάλληλες εξασφαλίσεις αναφορικά με τα εν λόγω δάνεια και άλλως πως να μην διαχειρίζονται ορθά τα εν λόγω δάνεια και/ή
(5)να αποκτούν και διατηρούν επενδύσεις υπό τέτοιους όρους και περιστάσεις που δεν δικαιολογούνταν για σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών των Αιτητών και των εταιρειών τους εντός των ορθών πλαισίων, συμπεριλαμβανομένων των Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων («GGBs») και/ή
(6)να συμφωνήσουν με τη συγχώνευση με τη ΜΕΒ, ενώ εμπορικά ήταν αδικαιολόγητο να γίνει αυτό, έχοντας υπόψη τα χρέη της ΜΕΒ, και
(7)να προωθούν δάνεια για την αγορά μετοχών στους Αιτητές. Όσον αφορά τις αξιώσεις εναντίον της MIG, η θέση των Αιτητών είναι ότι η MIG εν γνώσει της και δόλια μέσω των Καθ' ων η Αίτηση συνομώτησε και προκάλεσε και/ή προέτρεψε και/ή προώθησε και/ή βοήθησε να ληφθούν λανθασμένες ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους
(1)έως
(4)πιο πάνω έως του σημείου που εμπλεκόταν η MIG, και/ή η MIG έλαβε κάποια κεφάλαια ενώ ήταν εις γνώση της ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν παραβεί τα εμπιστευτικά καθήκοντα τους και/ή πίστης. Όσον αφορά τους άλλους Εναγόμενους, η υπόθεση των Αιτητών επί του παρόντος είναι ότι παρέβηκαν τα καθήκοντά τους σχετικά με όλες τις αξιώσεις
(1)έως
(6)πιο πάνω. Δια της παρούσας Αγωγής δεν προωθούνται αξιώσεις που εμπίπτουν στα πλαίσια του δικαιοδοτικού όρου που αναγράφονται στις συμφωνίες εργοδότησης με τους Εναγόμενους 2 και 3, αντίγραφα των συμφωνιών εργοδότησης επισυνάπτονται για σκοπούς αποκάλυψης ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΙΙΙ και ΙV, αντίστοιχα. (β) Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς της παρούσας Αγωγής και Αίτησης κατείχαν τόσο θέσεις ή ήταν αναμεμειγμένοι στους Αιτητές και στην MEB αλλά κατείχαν ταυτόχρονα θέσεις διοικητικών συμβούλων στα Διοικητικά Συμβούλια διαφόρων εταιρειών της MIG. Η πραγματική έκταση αυτής της πολύ στενής σχέσης είχε ως εξής: (
  1. i)Ο κ. Βγενόπουλος διετέλεσε μεταξύ 15/6/2006 και 9/2/2010 Διευθύνων Σύμβουλος των Αιτητών και μεταξύ 9/2/2010 και 4/11/2011 μη εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος τους. Επίσης, ήταν εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος της MEB από της ίδρυσης της τον Ιούνιο του 2007 μέχρι που συγχωνεύθηκε με τους Αιτητές στις 31/3/2011. Εντούτοις, ο κ. Βγενόπουλος υπηρέτησε επίσης στο Διοικητικό Συμβούλιο της MIG εναλλάσσοντας τις θέσεις μεταξύ προέδρου και αντιπροέδρου. Σήμερα κατέχει την θέση του Προέδρου της MIG. Πρόσθετα ήταν ο Πρόεδρος της Vivartia Holding S.A., Πρόεδρος του Διαγνωστικού και Θεραπευτικού Κέντρου της Αθήνας ΥΓΕΙΑ ΑΕ, και μη εκτελεστικός σύμβουλος της δημόσιας εταιρείας Attica Α.Ε. Συμμετοχών (ή άλλως Attica Group) όλες εκ των οποίων είναι μέλη του Ομίλου MIG. Την ίδια στιγμή διετέλεσε εκτελεστικός ή απλώς σύμβουλος της MEB. (
  2. ii)Ο κ. Μπουλούτας είχε διατελέσει Διευθύνων Σύμβουλος της Marfin Bank S.A («Egnatia Bank»), όταν κατά ή περί τις 7/11/2006 διορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος της Laiki Bank (Hellas) S.A. («Laiki Bank (Hellas)»), θέση που κατείχε μέχρι που η Laiki Bank (Hellas) συγχωνεύτηκε στις 30/6/2007 με την Marfin Bank και την Egnatia Bank S.A. («Egnatia Bank») για να δημιουργηθεί η ΜΕΒ. Εντούτοις, κατά ή περί την 3/7/2007 διορίστηκε εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος των Αιτητών και όταν παραιτήθηκε στις 5/12/2011 ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος τους. Επίσης από τις 3/7/2007 κατείχε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΜΕΒ μέχρι τις 29/2/2008 όταν πλέον ήταν μόνο εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος και κατείχε την θέση αυτή μέχρι που η ΜΕΒ συγχωνεύτηκε με τους Αιτητές στις 31/3/2011. Την ίδια στιγμή υπηρέτησε ως εκτελεστικός διευθυντής της MIG και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της MIG Real Estate REIT. Στην τελευταία υπηρέτησε και ως μέλος της Επενδυτικής Επιτροπής. Σήμερα είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος της MIG. Ο κ. Μπουλούτας διαδέχθηκε επίσης τον κ. Βγενόπουλο ως μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Attica Group. (iii)Ο κ. Μάγειρας διετέλεσε, όπως και οι κ.κ. Βγενόπουλος και Μπουλούτας, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Laiki Bank (Hellas) από τις 7/11/2006. Από τις 15/6/2006 μέχρι τις 3/7/2007 ήταν εκτελεστικό μέλος τους Διοικητικού Συμβουλίου των Αιτητών. Υπηρέτησε ως διοικητικός σύμβουλος στην Robne Kuce Beograd (που είναι εταιρεία εντός του Ομίλου MIG). Ταυτόχρονα, ήταν Διευθυντής Ομίλου του λεγόμενου τμήματος Corporate, Shipping και Wholesale Banking και Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της Investment Bank of Greece («IBG»), που είναι μια οντότητα μέλος του Ομίλου των Αιτητών. Προηγουμένως, η IBG άνηκε στον Όμιλο της MIG. Ο κ Μάγειρας επίσης διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της MIG Real Estate REIT και μέλος της Επενδυτικής της Επιτροπής. Επίσης, εξέλεγη στις 17/1/2012 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Attica Group. Και οι τρεις Καθ' ων η Αίτηση διετέλεσαν μέλη ενός από τα πιο σημαντικά σώματα, ήτοι την Επιτροπή Πιστώσεων ΙΙ στην ΜΕΒ και ουσιαστικά ήταν οι τρεις τους που, ενώ είχαν και τις πιο πάνω θέσεις στους Αιτητές, προέβηκαν σε διάφορες αποφάσεις χρηματοδοτήσεων για τις οποίες αναφορά γίνεται πιο κάτω. Και οι τρεις Καθ' ων η Αίτηση, όταν επρόκειτο και/η θα έπρεπε να ενεργήσουν ή αποφασίσουν κατά τον ουσιώδη χρόνο για οποιοδήποτε ζήτημα που αφορούσε ή σχετιζόταν άμεσα ή έμμεσα με την MIG ή τον Όμιλο MIG, όπως π.χ. δάνεια για αγορές μετοχών της MIG, πάντοτε ενεργούσαν και αποφάσιζαν με τον ίδιο τρόπο χωρίς, εξ όσων γνωρίζω, να παρουσιάζεται οποιαδήποτε διχογνωμία. Η παρουσία του κ. Βγενόπουλου στην αρμόδια Επιτροπή Πιστώσεων της ΜΕΒ ήταν προφανώς ο λόγος για τον οποίο δεν προτάσσονταν οποιεσδήποτε επιφυλάξεις ή αντίθετες απόψεις από τα υπόλοιπα μέλη της. Οι διάφορες θέσεις που οι Καθ' ων η Αίτηση, αλλά και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι κατείχαν στο Διοικητικό Συμβούλιο και/ή στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ομίλου των Αιτητών, που ήταν η εγκριτική Επιτροπή Δανείων με την δεύτερη μέγιστη δικαιοδοσία έγκρισης δανείων κάτω από το ίδιο το Διοικητικό Συμβούλιο των Αιτητών, φαίνονται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1(α)-1(στ) που λήφθηκαν από τις Ετήσιες Εκθέσεις των Αιτητών για τα έτη 2006-2011. Στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1(α)-(στ) φαίνονται επίσης και τα Βασικά Οικονομικά Στοιχεία των Αιτητών κατά τη διάρκεια των ετών αυτών που δείχνουν την φθίνουσα πορεία του Ομίλου των Αιτητών με αποκορύφωμα το 2011 που καταδεικνύει ότι ο Όμιλος των Αιτητών πραγματοποίησε ζημιά €3.650.380.000.» Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών με αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους και τεκμήρια της ένορκης δήλωσης Γλυκή αποδίδουν ειδικότερα στους καθ' ων η αίτηση 1, 2, και 3 ότι εσφαλμένα εκμεταλλεύθηκαν τις υψηλές θέσεις και αξιώματά τους που κατείχαν στην αιτήτρια και στον όμιλο της αιτήτριας και την επιρροή που θα μπορούσαν να έχουν στην αιτήτρια, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να ενεργεί κατά τρόπο που στο τέλος προωθούνταν τα συμφέροντα των ιδίων των καθ' ων η αίτηση σε βάρος της αιτήτριας. Οι καθ' ων η αίτηση δεν ήταν απλώς σε θέση σύγκρουσης συμφερόντων, αλλά ενεργούσαν σε συνωμοσία μεταξύ τους αντίθετα με τα συμφέροντα της αιτήτριας. 4. Οι συγκεκριμένες κατ' ισχυρισμόν ενέργειες και παραλείψεις Τα όσα εν εκτάσει περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση Γλυκή ως αποδιδόμενες ενέργειες στους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 σε συνωμοσία μεταξύ τους και με την καθ' ης αρ. 12, μπορούν να συνοψιστούν, όπως και συνοψίστηκαν στην αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της αιτήτριας, με παράλληλες παραπομπές υπό μορφή υποσημειώσεων στις αντίστοιχες παραγράφους της ένορκης δήλωσης Γλυκή, ως ακολούθως: 4.1. Παραχώρηση δανείων €724 εκατ. σε τρίτους για να αγοράσουν μετοχές της MIG[1] Είναι η θέση των εναγόντων ότι οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια του όλου σχεδιασμού και της συνεργασίας τους ενήργησαν ώστε η αιτήτρια να παραχωρήσει δάνεια ύψους περίπου €724 εκατ. σε τρίτα πρόσωπα ώστε αυτοί να αγοράσουν μετοχές της ΜΙG και να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ύψους €5.2 δις κατά τον Ιούνιο του 2007, με εξασφαλίσεις ως επί το πλείστον τις ίδιες τις μετοχές της MIG. Τα εν λόγω δάνεια δόθηκαν, μεταξύ άλλων, ως ακολούθως: i. €96.6 εκ. σε Μοναστήρια ii. €80.5 στον Όμιλο Φράγκου iii. €70.9 εκ. στον Όμιλο Θεόδωρου Βενιάμη iv. €41.9 εκ. στον Βασίλειο Θεοχαράκη, που είναι ο Εναγόμενος 9 και ο οποίος διετέλεσε Διοικητικός Σύμβουλος των Αιτητών από τον Απρίλιο του 2007 μέχρι τον Ιούνιο του 2012 v. €37 εκ. στον Όμιλο Κούμπα vi. €27.2 εκ. στον Νικόλαο Φίστε vii. €25 εκ. στον Ανδρέα Πετράκη viii. €13 εκ. στον Διονύση Μαλαματίνα ix. €12.5 εκ. στον Πέτρο Βέττα x. €12.1 εκ. στον Όμιλο Ζολότα xi. €3 εκ. στον Βασίλειο Πονηράκη xii. €1.3 εκ. στον Κώστα Γιάννικο xiii. €173.2 εκ. σε διάφορες άλλες οντότητες, περιλαμβανομένων και προσωπικών δανείων. Έχοντας υπόψη τη στενή εμπλοκή τους στην MIG είναι η θέση των αιτητών πως αυτά έγιναν προς όφελος των ιδίων των καθ' ών η αίτηση οι οποίοι προώθησαν τα δικά τους συμφέροντα και αυτά της MIG αγνοώντας τα συμφέροντα της αιτήτριας, εφόσον η παραχώρηση των εν λόγω δανείων με τους συγκεκριμένους όρους δεν εδικαιολογείτο. Επρόκειτο για δάνεια υπερβολικά επικίνδυνα, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους των δανείων αφενός και του μεγέθους της αιτήτριας, αφετέρου. Σε αρκετές περιπτώσεις τα στοιχεία ως προς την ικανότητα του δανειζομένου να αποπληρώσει το δάνειο ήταν ανεπαρκή λ.χ. δάνεια δόθηκαν και σε μοναστήρια τα οποία δεν είναι καν εμπορικές οντότητες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η υπολογιζόμενη ζημία των αιτητών, όπως υπολογίζεται στο Τεκμήριο 18(α) σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις προς τα μοναστήρια που περιελάμβαναν και τα δάνεια για αγορά μετοχών της MIG, ανέρχεται σε €275.926.887. Κατά τον κ. Γλυκή, η ακαταλληλότητα του δανεισμού στα μοναστήρια περιγράφεται στο Πόρισμα της Ελληνικής Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης κατά πρώην Υπουργών για την Ενδεχόμενη Τέλεση Αδικημάτων σχετικά με την Υπόθεση της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου ημερομηνίας 18/10/2010 (Τεκμήριο 81). Σ' αυτό ειδικά το ζήτημα ο κ. Καρατζένης απάντησε ότι οι ενάγοντες επέλεξαν να αναφερθούν στο Πόρισμα αποκρύπτοντας ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εξέτασε τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση και απεφάνθη ότι είναι απολύτως νόμιμη. Όπως όμως θα αναφέρω και κατωτέρω οι εξετάσεις και τα πορίσματα άλλων οργάνων δεν μπορούν να προσδιορίσουν τη δικαστική κρίση, η οποία θα πρέπει να διαμορφώνεται αυτόβουλα και ανεξάρτητα επί τη βάσει των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Είναι η θέση των αιτητών πως, δοθέντος ότι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις η εξασφάλιση ήταν οι μετοχές που είχαν αγοραστεί, σε περίπτωση που η αξία των μετοχών της ΜΙG μειωνόταν τότε θα επερχόταν υποτίμηση στην εξασφάλιση. Με αυτό τον τρόπο η αιτήτρια εκτέθηκε αδικαιολόγητα στην τύχη της MIG και βρέθηκε σε τέτοια θέση που έπρεπε να στηρίξει την αξία της μετοχής της MIG. Οι όροι των δανείων ήταν αδικαιολόγητα ευνοϊκοί για τους δανειζομένους, που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν φίλοι ή συνέταιροι των καθ' ων η αίτηση. 4.2 Αγορά από την αιτήτρια μετοχών της MIG[2] Σχετικές είναι οι αναφορές στις παραγράφους 189-195 της ένορκης δήλωσης Γλυκή. Ως προς την αξιολόγηση της επένδυσης είχε αποφασιστεί η τοποθέτηση μέχρι €162 εκατομ. στη μετοχή της MIG χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε εκτίμηση της μελλοντικής πορείας της μετοχής βασισμένη, είτε σε εσωτερική εισήγηση καθ' ύλη αρμόδιας υπηρεσίας της τράπεζας, είτε σε εκθέσεις ξένων επενδυτικών οίκων, είτε σε ιδία γνώση των δραστηριοτήτων και προοπτικών της MIG από μέρους των εμπλεκομένων. Πέραν τούτου ουδεμία έγνοια φαίνεται να υπήρξε ως προς τις επιπτώσεις της σκοπούμενης αύξησης της έκθεσης στη ΜΙG όσον αφορά το μέγιστο όριο ανά εκδότη/δανειολήπτη (25%). Αντιθέτως, ακόμα και όταν η σημαντική υπέρβαση του ορίου αυτού τέθηκε γραπτώς στις 14/1/2008 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με το Τεκμήριο 106 οι καθ' ων η αίτηση συνέχισαν τις αγορές κατά παράβαση των σχετικών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα. Επίσης δεν φαίνεται να δόθηκε οποιαδήποτε προσοχή στις επιπτώσεις από την υπερέκθεση στη μετοχή της ΜΙG ένεκα των δανείων που δόθηκαν. Αν και στις 17/12/2007 η μετοχή ήταν ήδη στο μείον 24%, εν τούτοις δύο μέρες αργότερα αποφασίσθηκε η περαιτέρω υπερέκθεση στην MIG, χωρίς οποτεδήποτε να τεκμηριώνεται προσπάθεια μείωσης της έκθεσης και περιορισμού της ζημίας. Με αυτούς τους ισχυρισμούς οι αιτητές ισχυρίζονται πως οι καθ' ων η αίτηση παρέβησαν το καθήκον εμπιστοσύνης τους προς τους αιτητές και τους προκάλεσαν τεράστια ζημία. 4.3 Δάνεια περίπου €700 εκατομ. στην MIG[3] Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ώστε να δοθούν από την αιτήτρια μεγάλα δάνεια άμεσα στην MIG. Ειδικότερα χρηματοδοτήθηκαν εταιρείες του ομίλου MIG για το συνολικό ποσό των €629.2 εκατομ. μέχρι την 30/9/2012, χρόνο κατά τον οποίο παρουσίαζαν καθυστερήσεις €94.1 εκατομ. και έλλειμμα στις εξασφαλίσεις €242.7 εκατομ. Το αποτέλεσμα ήταν να εκθέσουν περαιτέρω την αιτήτρια στους κινδύνους της τύχης της MIG. Επρόκειτο για δάνεια πάρα πολύ επικίνδυνα με ανεπαρκείς εξασφαλίσεις που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της ΜΙG και όχι της αιτήτριας. Δεν υπήρχε και πάλι κατάλληλη αξιολόγηση της επένδυσης και δεν δόθηκε προσοχή στη συγκέντρωση κινδύνου στις μετοχές της ΜΙG. 4.4 Παραχώρηση Δανείων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ σε τρίτα πρόσωπα[4] Είναι η θέση της αιτήτριας πως οι καθ' ων η αίτηση οδήγησαν την αιτήτρια να παραχωρήσει αδικαιολόγητα δάνεια σε τρίτα πρόσωπα που τελικώς ήταν προς όφελος της MIG και/ή των καθ' ων η αίτηση και των φίλων και συνεταίρων τους. Λ.χ. το 2010 έδωσαν δάνειο στην εταιρεία Sadrugo Holdings Ltd για την αγορά Μετατρέψιμων Ομολόγων της ΜΙG αξίας €50 εκατομ[5]. Τα δάνεια συνολικού ύψους €66 εκατομ. εγκρίθηκαν για εταιρείες δήθεν ειδικού σκοπού στη βάση ότι θα χρηματοδοτούσαν την εξερεύνηση πετρελαίων. Εν τούτοις, εν γνώσει των καθ' ων η αίτηση, στην πραγματικότητα ένα μεγάλο μέρος του δανείου χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση, μέσω μιας διαφορετικής εταιρείας, της Sadrugo, της αγοράς Ομολόγων της MIG η οποία ήταν άκρως επικίνδυνη δοθείσης της οικονομικής κατάστασης της ΜΙG και της Ελλάδας γενικότερα εκείνη την περίοδο. Δεν υπήρχε και πάλι κατάλληλη εξασφάλιση και ουδεμία προσοχή δόθηκε στα συμφέροντα της αιτήτριας. Άλλο παράδειγμα είναι τα δάνεια που δόθηκαν στην IRF European Investments Ltd στην οποία ο Βγενόπουλος διατηρούσε πολλές μετοχές με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων[6]. Δεν υπήρχε δικαιολογία για την παροχή αυτών των δανείων, δεν είχε ληφθεί επαρκής εξασφάλιση και δεν είχαν ακολουθηθεί οι εσωτερικοί έλεγχοι. Δάνεια δόθηκαν επίσης προς τις εταιρείες Terra Stabile και Focus Maritine, δυο επενδυτικές εταιρείες που ανήκουν κατά πλειοψηφία στον Μιχαήλ Ζολώτα. Είναι η θέση Γλυκή ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της δανειακής σχέσης με τις εταιρείας Ζολώτα. Ενεργώντας ξεκάθαρα κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους, παραχώρησαν ασύλληπτα μεγάλα ποσά διευκολύνσεων που κατ' ουδένα λόγο δικαιολογούνταν από την περιορισμένη οικονομική επιφάνεια του δανειζομένου. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Γλυκή ως αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε επιστολή της ημερομηνίας 24/8/2011 (Τεκμήριο 17) εξέφρασε τις ανησυχίες της αναφορικά με τον όμιλο Ζολώτα. Περαιτέρω, αναφέρεται ως δείγμα του τρόπου με τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση ενεργούσαν, η χορήγηση τον Απρίλιο του 2011 δανείου ύψους USD1.5 εκατομ. στην Mortimer Enterprises & Business Ltd[7] που ανήκε στον όμιλο Zayat με ιδιοκτήτη τον Fuad Al Zayat κατ' υπέρβαση της πιστοδοτικής πολιτικής και δεοντολογίας χωρίς επαρκή οικονομικά στοιχεία και διασφάλιση της ομαλής αποπληρωμής. Αυτά, παρά το ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Μάγειρας και Μπουλούτας ήταν ενήμεροι του γεγονός ότι ο Al Zayat ήταν αναμεμιγμένος τον Ιούλιο του 2010 σε σχέση με την παρουσίαση πλαστής τραπεζικής εγγυητικής επιστολής. 4.5 Παράλειψη να απαιτηθούν και/ή να διατηρηθούν κατάλληλες εξασφαλίσεις[8] Με δεδομένα τα πάραπανω δάνεια οι καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν ή επέτρεψαν στην αιτήτρια να αποτύχει να απαιτήσει την ικανοποίηση των δανείων που δεν εκτελούνταν ή να απαιτήσει περαιτέρω εξασφαλίσεις και γενικά να διαχειριστεί ορθά τα δάνεια ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος για την αιτήτρια. 4.6. Αγορά Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων[9] Στην προσπάθεια τους να κρύψουν τις χαμηλές αποδόσεις μεγάλου μέρους του δανειακού χαρτοφυλακίου της αιτήτριας και όχι γιατί τέτοια ενέργεια εθεωρείτο καλή επένδυση, την περίοδο 2009 - 2011 οι καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν την αιτήτρια να αγοράσει και να διατηρήσει Ελληνικά Κρατικά Ομόλογα. Αυτό έγινε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανάλυση των πιθανών κινδύνων και παρά τις ρητές ανησυχίες της Κεντρικής Τράπεζας. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 108(β) επιστολή Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 1/3/2010 στην οποία σημειώθηκε ότι «η έκθεση της τράπεζας σε κυβερνητικά ομόλογα είναι σημαντική» και ότι υπήρχε «πρόσφατη σημαντική αύξηση των περιθωρίων των ομολόγων και ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία επηρεάζει αρνητικά το ύψος των διαθέσιμων εποπτικών κεφαλαίων της Τράπεζας καθώς και το κόστος ρευστότητας που μπορεί να αντληθεί με τη χρησιμοποίηση των υπό αναφορά ομολόγων ως εξασφάλιση». Η αγορά τέτοιων επενδύσεων σε τέτοιο βαθμό δεν ήταν δικαιολογημένη ιδιαίτερα όσο αυξανόταν ο κίνδυνος με τη χειροτέρευση της ελληνικής οικονομίας. Παρά ταύτα οι καθ' ων η αίτηση επέμεναν να διατηρούν τα ελληνικά ομόλογα χωρίς να λαμβάνουν μέτρα για να μειώσουν ή να αποφύγουν τον αυξανόμενο κίνδυνο. Οι ζημίες από τα ελληνικά ομόλογα ανέρχονται σε €2.4 δισεκατ. 4.7 Η συγχώνευση με την ΜΕΒ[10] Ενεργώντας με αυτό τον τρόπο η αιτήτρια οδηγούμενη από τους καθ' ων η αίτηση ανέλαβε τα οικονομικά προβλήματα της ΜΕΒ. Εάν δεν γινόταν η συγχώνευση, η ΜΕΒ θα εξακολουθούσε να είναι απλώς μια θυγατρική, της οποίας το αναξιόχρεο δεν θα είχε άμεση επίδραση στην αιτήτρια. Ενώ με τη συγχώνευση, τα προβλήματα της ΜΕΒ έγιναν μέρος των προβλημάτων της αιτήτριας. Οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν τα προβλήματα της ΜΕΒ, αλλά οδήγησαν και επέτρεψαν τη συγχώνευση σε μια προσπάθεια να αποκρύψουν τις εσφαλμένες πράξεις τις οποίες είχε προβεί η ΜΕΒ, η οποία ήταν η εταιρεία του Ομίλου της αιτήτριας που έδωσε τα περισσότερα εκ των προαναφερθέντων μη δικαιολογημένων δανείων. Οι καθ' ων η αίτηση εσκεμμένα απέκρυψαν την τραγική οικονομική κατάσταση της ΜΕΒ με σκοπό να επιτευχθεί η εν λόγω συγχώνευση. 5. Τα επίδικα διατάγματα Με βάση τους πάραπανω ισχυρισμούς και επικαλούμενοι τις προϋποθέσεις περί έκδοσης ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων οι ενάγοντες ζήτησαν με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 29/4/2013 και έλαβαν στις 8/5/2013 διατάγματα παγοποίησης, υπό τους όρους που καταγράφονται στο διάταγμα, των περιουσιακών στοιχείων εντός και εκτός Κύπρου των εναγομένων 1 και 2 μέχρι ποσού €3,79 δις και του εναγόμενου 3 μέχρι ποσού €1,5 δις ως επίσης και επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης. Στην εναγόμενη αρ. 12 απαγορεύθηκε να μεταβιβάσει στους εναγόμενους 1-3 περιουσιακά στοιχεία υπό τους όρους που περιγράφονται στο διάταγμα. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 έφεραν ένσταση, όχι όμως η εναγόμενη 12. Εκ μέρους της εναγόμενης 12 δηλώθηκε πως θα ακολουθήσει την τύχη της εκδίκασης της αίτησης. 6. Οι ενστάσεις και η ένορκη δήλωση Καρατζένη Καταχωρίστηκαν δύο ενστάσεις, μια από τον Βγενόπουλο και μια από τους Μπουλούτα και Μάγειρα. Τα νομικά ζητήματα που εγείρονται είναι εν πολλοίς κοινά. Οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ειδικότερα ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ούτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας. Απέτυχαν δε, να καταδείξουν ισχυρή αιτία αγωγής και/ή εξαιρετικές περιστάσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Ειδικότερα δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση παγκοσμίου διατάγματος παγοποίησης. Πέραν τούτου, είναι η θέση τους ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Άλλοι λόγοι ένστασης υποστηρίζουν ότι οι αιτητές δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι αιτητές προωθούν τη διαδικασία καταχρηστικά και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη. Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και ειδικότερα ότι δεν συνέτρεχε το κατεπείγον ή εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογούσε, ως δικαιοδοτικός όρος, το μονομερές της αίτησης και του διατάγματος. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση Γλυκή δεν περιέχει παραδεκτή μαρτυρία αλλά «βρίθει ευρημάτων προσωπικής γνώσης που δεν συνιστούν μαρτυρία (και) αόριστων αναφορών ακαθορίστου προέλευσης». Γενικά, χαρακτηρίζεται ως αντικανονική και παράτυπη. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η εγγύηση που καθορίστηκε είναι έκδηλα ανεπαρκής, τόσο ως προς ύψος της, όσο και ως προς το είδος της σε βαθμό που να συνιστά παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσης για παροχή εγγύησης όταν εκδίδονται προσωρινά διατάγματα μονομερώς. Πέραν των πιο πάνω λόγων οι καθ' ων η αίτηση Μπουλούτας και Μάγειρας προβάλλουν τη θέση ότι το διάταγμα έχει «εκδοθεί σε διαδικασία που δεν υπήρχε δικονομικά και χρονικά εναντίον των καθ' ων η αίτηση». Αμφότερες οι ενστάσεις στηρίζονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου εξ Αθηνών Φώτιου Καρατζένη ο οποίος εγείρει διάφορα ζητήματα τόσο σε σχέση με τις προϋποθέσεις απόδοσης ενδιάμεσης θεραπείας, όσο και σε σχέση με τις προκριματικές προϋποθέσεις περί κατεπείγοντος και περί καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Επεκτείνεται δε και σε επιχειρηματολογία. Σε ό,τι αφορά το ρόλο των καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι έγινε προσπάθεια από πλευράς εναγόντων να απομονωθεί ο ρόλος τους ως εάν να ήταν μόνο αυτοί που ελάμβαναν αποφάσεις, ενώ η λήψη αποφάσεων ήταν συλλογική. Προχώρησε σε περιγραφή των καθηκόντων και του ρόλου των εναγομένων 1, 2 και 3 εισηγούμενος ότι ήταν ρόλος εποπτικός και συντονιστικός. Προχώρησε επίσης σε περιγραφή της διαδικασίας εγκρίσεως και χορηγήσεως δανείων για να ισχυριστεί ότι επρόκειτο για ένα πολυπρόσωπο μηχανισμό. Ως προς την MIG ισχυρίστηκε ότι αυτή ενεπλάκη εκ των υστέρων και με καθυστέρηση χωρίς να υπάρχει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς περί συνομωσίας και δόλου. Με σειρά δικών του ισχυρισμών απαντά στις θέσεις της άλλης πλευράς περί σύγκρουσης συμφερόντων των εναγομένων λέγοντας ότι οι ενάγοντες παραπλάνησαν το δικαστήριο και απέκρυψαν την πραγματική σχέση των εναγόντων με τους εναγόμενους. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες δεν έχουν τεκμηριώσει την απαίτηση τους εφόσον αναφέρονται σε προβλέψεις οι οποίες από τη φύση τους δεν αποτελούν ζημίες, αλλά μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να αντιστραφούν αναλόγως των πραγματικών εξελίξεων σε κάθε δανειακή σχέση. Γενικά δε, μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης Καρατζένη τέθηκε στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Απόκρυψη και διαστρέβλωση γεγονότων» με την καταληκτική θέση ότι οι αιτητές δεν έδωσαν στο δικαστήριο δίκαιη εικόνα των γεγονότων αλλ' αντίθετα επεδίωξαν να το παραπλανήσουν παρουσιάζοντας είτε ψευδή εικόνα είτε τη μισή αλήθεια. Αναφέρονται στη συνέχεια τα θέματα σε σχέση με τα οποία υπήρξε απόκρυψη και διαστρέβλωση γεγονότων, πάντα κατά τον κ. Καρατζένη. Οι σχετικές αναφορές είναι πάρα πολύ εκτεταμένες έτσι ώστε να μην ενδείκνυται η επί λέξει παράθεση ή άλλη εκτεταμένη αναφορά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση δεν είναι σε όλη τους την έκταση υπόψιν του δικαστηρίου. Πολύ συνοπτικά οι θέσεις τους για παράλειψη αποκάλυψης μπορούν να αποδοθούν ως ακολούθως: § Οι ενάγοντες παρέλειψαν να υποδείξουν ότι το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις εργασίας των εναγομένων 2 και 3 είναι το ελληνικό δίκαιο και ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ελληνικά δικαστήρια. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 85 και 86 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ23 και ΦΚ24 (τεκμήρια στην ένορκη δήλωση Φώτη Καρατζένη). § Οι ενάγοντες απέκρυψαν την πολύπλευρη υποστήριξη που παρείχε η MIG προς τους ενάγοντες και τα πολλαπλά οφέλη που καρπώθηκαν από τη συνεργασία αυτή παραπλανώντας το δικαστήριο ως προς την πραγματική κατάσταση συμφερόντων μεταξύ της MIG και των εναγόντων και κατ' επέκταση των εναγομένων 1, 2 και 3. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 88-92 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ25Α, ΦΚ25Β, ΦΚ25Γ και ΦΚ26. § Αποσιωπήθηκε ότι οι ενάγοντες και η θυγατρική/υποκατάστημά τους Marfin Εγνατία Bank ελέγχονταν από ορκωτούς ελεγκτές σύμφωνα με την ελληνική και την κυπριακή νομοθεσία, οι οποίοι στα πλαίσια των ελέγχων τους ουδέποτε εντόπισαν περιπτώσεις απάτης ή δόλου ή κακής πίστης. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 94-100 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ27 και ΦΚ28. § Οι ενάγοντες αναφέρονται μεν στα πορίσματα των εποπτικών αρχών Ελλάδος και Κύπρου, παραπλανούν όμως το δικαστήριο αποκρύπτοντας τη μη επιβολή κυρώσεων από τις εποπτικές αρχές στους ενάγοντες ή και την Marfin Εγνατία Bank. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 102-106 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ29, ΦΚ30 και ΦΚ31. § Τέθηκε και το εξής ζήτημα σε σχέση με έκθεση εσωτερικού ελέγχου ημερομηνίας 11/1/2012. Σχετική είναι η ακόλουθη παράγραφος
(107): «
  1. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η διαρροή στην Κυπριακή Καθημερινή της Κυριακής της Έκθεσης Εσωτερικού Ελέγχου των Εναγόντων ημερομ. 11.1.2012, που αφορά έρευνα του Εσωτερικού Ελέγχου επί Επιλεγμένων Μεγάλων Ανοιγμάτων του Ελληνικού Δανειακού Χαρτοφυλακίου (Τεκμήριο ΦΚ9 ανωτέρω) είναι αποκαλυπτική σε πολλές κατευθύνσεις. Ταυτόχρονα με την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού σχετικά με την έκδοση και δημοσίευση των Απαγορευτικών Διαταγμάτων, το αναγνωστικό κοινό «πληροφορείται» το περιεχόμενο εσωτερικών εμπιστευτικών εγγράφων των Εναγόντων, τα οποία δεν τίθενται καν εις γνώσιν των Εναγομένων και τα οποία αποτελούν προφανώς αντικείμενο μίας παράλληλης δημοσιογραφικής «δίκης». Σημειώνεται ότι δεν είναι η μοναδική φορά που μονομερείς εσωτερικές εκθέσεις εσωτερικού ελέγχου των Εναγόντων διαρρέουν στον Τύπο. Έχει προηγηθεί την 29.11.2012 η δημοσίευση στον διαδικτυακό τόπο «InBusinessNews» Έκθεσης Εσωτερικού Ελέγχου ημερομ. 22.5.2012 του Διευθυντού Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Κωνσταντίνου Κωσταντίνου σχετικά με την αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου από τους Ενάγοντες, (Τεκμήριο ΦΚ15 ανωτέρω) για την οποία επίσης δεν είχαν ληφθεί υπόψιν οι απόψεις των Εναγομένων και το πλήρες περιεχόμενο της οποίας πληροφορήθηκαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 από την Ένορκη Δήλωση Α. Γλυκή.» § Οι ενάγοντες δεν έκαναν καμία αναφορά στις εγκρίσεις της διαχείρισης και των πεπραγμένων από τη συνέλευση των μετόχων των εναγόντων και στην απαλλαγή των μελών του ΔΣ της ΜΕΒ από κάθε ευθύνη για τη διαχείριση. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 109-112 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ32 και ΦΚ
  2. § Οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι η αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου 1 γίνεται εν πάση περιπτώσει προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές δυνάμει εκ του νόμου προνοούμενης δήλωσης περί «πόθεν έσχες». Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 113-115 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ34, ΦΚ35, ΦΚ36 και ΦΚ
  3. § Οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση περί απόκρυψης σε σχέση με το ζήτημα αγοράς ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων παρατέθηκαν κατά τρόπο εκτεταμένο στις παραγράφους 116-130 με παραπομπή στα τεκμήρια ΦΚ14Α, ΦΚ14Β, ΦΚ38, ΦΚ39, ΦΚ40, ΦΚ41, ΦΚ42, ΦΚ43, ΦΚ44, ΦΚ45, ΦΚ46Α, ΦΚ46Β και ΦΚ
  4. § Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση έθεσαν ζήτημα μη αποκάλυψης σχετικά με την αγορά μετοχών της MIG στη δημόσια πρόσκληση της MIG του
  5. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 131-138 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ30, ΦΚ31, ΦΚ48Α, ΦΚ48Β, ΦΚ48Γ, ΦΚ49 και ΦΚ
  6. § Περαιτέρω ο Φ. Καρατζένης αναφέρεται σε διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών ο οποίος είχε επιληφθεί καταγγελιών σε σχέση με το «σκάνδαλο του Βατοπεδίου» εισηγούμενος ότι οι ενάγοντες αποσιώπησαν το γεγονός ότι ο Εισαγγελέας κατόπιν ενδελεχούς έρευνας που διήρκησε σχεδόν 2 έτη για τυχόν αξιοποίνων πράξεων έθεσε την υπόθεση στο αρχείο κρίνοντας ότι δεν προέκυπτε η τέλεση αξιοποίνων πράξεων. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 139-140 και τα τεκμήρια ΦΚ48Α και ΦΚ
  7. § Περαιτέρω τέθηκε ζήτημα μη αποκάλυψης και σε σχέση με την υπερκάλυψη της έκδοσης της MIG. Οι σχετικές θέσεις καταγράφονται με λεπτομέρειες στις παραγράφους 141-151 της ένορκης δήλωσης Καρατζένη οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ52, ΦΚ53, ΦΚ54, ΦΚ55Α και ΦΚ55Β. § Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ενώ ο Α. Γλυκής εκτοξεύει κατηγορίες σχετικά με το αξιόχρεο των Μονών λόγω της φύσεως των δραστηριοτήτων τους, τεχνηέντως αποσιωπά ότι η τραπεζική χρηματοδότηση Μονών δεν υπόκειται σε περιορισμό ή απαγόρευση. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 152-168 οι οποίες παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ17Α-Γ, ΦΚ30, ΦΚ31, ΦΚ48Α και ΦΚ
  8. § Ο Φ. Καρατζένης εντάσσει στο όλο πλαίσιο παραπλάνησης και τις αναφορές Α. Γλυκή σε σχέση με δάνεια που παραχωρήθηκαν σε εταιρείες του ομίλου MIG και ειδικότερα σε σχέση με τις περιπτώσεις Robne Kuce Beograd (RKB), Sadrugo, Mortimer, IRF, Terra Stabile και Focus Maritine. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 169-213 που παραπέμπουν στα τεκμήρια ΦΚ1, ΦΚ57, ΦΚ58Α-Β, ΦΚ59Α-Β, ΦΚ60Α-Γ, ΦΚ61Α-Β και ΦΚ62Α-Δ. § Σε σχέση με τη διασυνοριακή συγχώνευση, για τους λόγους που παρατίθενται στις παραγράφους 216-219 είναι η περαιτέρω θέση των καθ' ων η αίτηση πως οι ενάγοντες παραπλάνησαν το δικαστήριο αναφερόμενοι σε δήθεν δυσμενέστατες συνέπειες της διασυνοριακής συγχώνευσης. Γίνεται παραπομπή στα τεκμήρια ΦΚ28, ΦΚ62Α-Δ. Άλλη πτυχή της ένορκης δήλωσης Καρατζένη καλύπτει την εισήγηση ότι δεν υπήρχε το κατεπείγον του πράγματος ώστε το δικαστήριο να επιληφθεί μονομερώς όπως έπραξε. Η εισήγηση καλύπτεται πλήρως από τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω και δεν χρειάζεται να παραθέσω τη μαρτυρία Καρατζένη η οποία εν πολλοίς περιλαμβάνει επιχειρηματολογία. Το ίδιο καλύπτεται και η ένορκη δήλωση Γλυκή.
  9. Συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις Παρά το ότι τα θέματα τέθηκαν με μεγάλη λεπτομέρεια μέσα από μεγάλο όγκο μαρτυρικού υλικού, οι ενάγοντες ζήτησαν να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αίτημα που αντιμετωπίστηκε με ενστάσεις. Το δικαστήριο διαπίστωσε στο στάδιο εκείνο ότι δεν επρόκειτο για προσπάθεια κάλυψης κενών ή αλλοίωσης του αρχικού υποβάθρου. Έδωσε άδεια στους ενάγοντες για συμπληρωματική ένορκη δήλωση υποδεικνύοντας ότι εάν οι συμπληρωματικοί ισχυρισμοί θα ήταν άσχετοι, υπήρχε πάντοτε η ευχέρεια να μην ληφθούν υπόψη στο τέλος. Μετά την εξέλιξη αυτή δόθηκε άδεια χωρίς ένσταση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στην άλλη πλευρά. Ως αποτέλεσμα, καταχωρίστηκε από πλευράς εναγόντων συμπληρωματική ένορκη της ειδικής διαχειρίστριας κας Άντρης Αντωνιάδου και από πλευράς καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Φ. Καρατζένη. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ασχολούνται σε μεγάλο βαθμό με θέματα πέραν του αναγκαίου πλαισίου ως λ.χ. σε σχέση με τον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση πως σκοπός των αιτητών ήταν η δημοσιοποίηση της υπόθεσης κατά τρόπο άκρως πομπώδη και δυσφημιστικό προκειμένου να επιτύχουν μια επικοινωνιακή νίκη για πολιτικούς λόγους. Αυτά δεν αφορούν την απονομή της δικαιοσύνης. Το δικαστήριο ασφαλώς, όπως υποδείχθηκε και στη σχετική ενδιάμεση απόφαση για τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν δικάζει επί τη βάσει εντυπώσεων αλλά επί τη βάσει των γεγονότων και του νόμου και σ' αυτά τα πλαίσια θα προσπαθήσω, παρά την επιχειρηθείσα διεύρυνση, να περιοριστώ. Δεν θα επεκταθώ σε παράθεση των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων τις οποίες όμως έχω πλήρως υπόψιν μου.
  10. Η νομική πτυχή 8.1 Το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις ως δικαιοδοτικός όρος Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, προκειμένου για απόδοση θεραπείας χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις αποτελούν δικαιοδοτικό όρο (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Την πτυχή αυτή την έχει τονίσει ιδιαίτερα ο Χατζηχαμπής Π. υποδεικνύοντας ότι η απόδοση μονομερώς θεραπείας συνιστά παρέκκλιση από τη φυσική δικαιοσύνη αλλά και από τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια (Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 901, Αίτηση Βαλεντίνας Θεοφάνους
(2010)1 Α.Α.Δ. 234, Αίτηση Έλενας Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1332, Αμβροσιάδου ν. Coward Εφέσεις Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Αρ. 3/2011 και 4/2011 ημερ. 15/1/13). Στην τελευταία αυτή υπόθεση υποδείχθηκε μάλιστα ότι το κατεπείγον πρέπει να εξετάζεται πρώτο, εφόσον αφορά δικαιοδοτικό όρο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι όχι μόνο δεν συνέτρεχε το κατεπείγον, αλλ' αντίθετα υπήρχε συνειδητή καθυστέρηση μέσα και από δικονομικές μηχανορραφίες. Υποδεικνύουν ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26/11/2012 και ισχυρίζονται ότι παρήλθαν 5 και πλέον μήνες πλήρους αδράνειας μέχρι τις 29/4/2013 όταν καταχωρίστηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και για προσθήκη των εναγομένων 12 και παράλληλα η επίδικη αίτηση. Η όλη συμπεριφορά των εναγόντων, ισχυρίζονται, καταδεικνύει την αδιαφορία τους για τα δικαιώματα των εναγομένων και τακτική ηθελημένων καθυστερήσεων. Στα ζητήματα αυτά δόθηκε, όπως ήταν εύλογο, μεγάλη σημασία. Παρά του ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκατέρωθεν ήταν μακρά και καλύπτει δεκάδες σελίδες, επέλεξα αντί σύνοψης, να την παραθέσω αυτούσια ώστε να τεθούν κατά τρόπο άμεσο και πλήρη οι εισηγήσεις κάθε διαδίκου για τα ουσιώδη αυτά θέματα. Οι θέσεις του εναγόμενου 1 τέθηκαν στην αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του επί τη βάσει της ένορκης δήλωσης Καρατζένη ως εξής: «3.17 Ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα στην απουσία του Εναγομένου. Και τούτο διότι στην Ένορκη Δήλωση Αντώνη Γλυκή δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι τα πράγματα ήταν τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην είχε άλλη επιλογή, παρά να εκδώσει το διάταγμα. 3 3.1 3.2 3.3 3.4 3.5 3.6 3.7 3.8 3.9 3.10 3.11 3.12 3.13 3.14 3.15 3.16 3.17 3.18 Η καθυστέρηση που παρουσιάστηκε ήταν καθυστέρηση τόσο στην έγερση της ίδιας της αγωγής όσο και καθυστέρηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Ως προς την καθυστέρηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα οι Ενάγοντες δεν κατέδειξαν ως όφειλαν το ελάχιστο δηλαδή γιατί δεν είχαν προγενέστερα ήτοι την 26/11/2012 που καταχώρησαν την αγωγή, την ίδια ανησυχία που επέδειξαν στις 29/04/2013 με την επιδίωξη εξασφάλισης διαταγμάτων παγοποίησης και των άλλων διαταγμάτων. 3.19 Οι Ενάγοντες επιχειρούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην κατάθεση της αγωγής με διάφορα επιχειρήματα τα οποία αναιρούνται από την ίδια την Ένορκη Δήλωση τους και τα συνημμένα σε αυτήν Τεκμήρια. 3.20 Οι λόγοι που οι Ενάγοντες επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την θέση τους ότι το Δικαστήριο εδύνατο να αποκτήσει αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για έκδοση διατάγματος μονομερώς και όχι διά κλήσεως περιέχονται στην σελίδα 158 και μετέπειτα της Ένορκης Δήλωσης Α. Γλυκή. 3.21 Από ανάγνωση των όσων αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «[τ]α περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση και οι ιδιαίτερες περιστάσεις / το επείγον της παρούσας αίτησης» καταδεικνύεται η απουσία κατεπείγουσας ανάγκης και ιδιαιτέρων συνθηκών που να δικαιολογούν την άσκηση της άκρως εξαιρετικής φύσεως εξουσίας που θα μπορούσε να είχε το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις. 3.22 Παραπέμπεται το Σεβαστό Δικαστήριο στην παράγραφο 1.15, 1.16 και 1.17 του Σκελετού Αγόρευσης των Εναγόντων που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος ημερομηνίας 29/04/2013 για έκδοση μονομερώς των ενδιάμεσων διαταγμάτων στον Δικαστή που εξέδωσε στις 08/05/2013 τα διατάγματα απ'όπου προκύπτει ότι οι Εναγοντες προετοίμαζαν την Αίτηση και σε χρόνο που η ύπαρξη της αγωγής ήταν ήδη γνωστή. 3.23 Προβάλλεται η θέση ότι όταν η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/11/2012 μετά από έρευνες που «διενεργήθηκαν για περίοδο 5-6 μηνών με την συνδρομή και ξένων συμβούλων οι Αιτητές είχαν σχηματίσει ότι είχαν βάσιμη και καλή υπόθεση» και «Την ίδια στιγμή οι Αιτητές σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσουν ότι θα έπρεπε παράλληλα να υπάρχει το μέγιστο δυνατό αντίκρισμα για να ικανοποιηθεί μια απόφαση κατά των αρχικών 11 Εναγομένων. Αυτό βεβαίως θα επιτυγχανόταν με διατάγματα του τύπου που οι Αιτητές ζητούν με την παρούσα Αίτηση κατά των Καθ'ων η Αίτηση» (υπογράμμιση δική μας) 3.24 Στην Ένορκη Δήλωση Αντώνη Γλυκή (παράγραφος 249) αναφέρεται ότι: «Ο βασικός λόγος που η παρούσα Αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα ήταν ότι παρά το ότι η Αγωγή θα μπορούσε να εγερθεί, κάτι το οποίο ήταν σημαντικό τόσο διαδικαστικά όσο και δικαιοδοτικά, οι Αιτητές θα έπρεπε να επεκτείνουν περαιτέρω τις έρευνες τους με συγκεκριμένο τρόπο και προς συγκεκριμένη κατεύθυνση αναφορικά με κάποια από τα ζητήματα και επίσης να εξασφαλίσουν περαιτέρω πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με διάφορα ζητήματα και για τα οποία ένοιωθαν ότι χρειάζονταν περισσότερη σε βάρος έρευνα.» 3.25 Ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι η πιο πάνω γενικόλογη και αόριστη δικαιολόγηση δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική από το Δικαστήριο για ανάληψη δικαιοδοσίας στην απουσία των Εναγομένων, αφού, μεταξύ άλλων, πουθενά δεν καθορίζεται «ο συγκεκριμένος τρόπος» και «η συγκεκριμένη κατεύθυνση» που οι Ενάγοντες έπρεπε να επεκτείνουν τις έρευνες τους. 3.26 Οι αλλαγές στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων και ο διορισμός Ειδικής Διαχειρίστριας κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί να δικαιολογήσουν την παρατηρηθείσα καθυστέρηση αφού αφενός είναι νομικά αδιάφορος ισχυρισμός και αφετέρου είναι παντελώς ψευδής. 3.27 Το ότι πρόκειται περί παντελώς ψευδούς ισχυρισμού συνάγεται από τα έγγραφα που επικαλούνται οι ίδιοι οι Ενάγοντες ήτοι το Τεκμήριο 10, Γνωμοδότηση της Ελληνικής Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη ημερομηνίας 21/01/2012, δηλαδή ημερομηνίας 3 μόλις εβδομάδων μετά την ανάληψη της Προεδρίας από το Μιχάλη Σαρρή και 7 ολόκληρων μηνών πριν από την ανάληψη της Προεδρίας από τον Ανδρέα Φιλίππου. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το εν λόγω Τεκμήριο «η παρούσα Γνωμοδότηση θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο δικαστικού αγώνα της Τράπεζας κατά πρώην στελεχών της ενώπιον των Δικαστηρίων της Κύπρου». Επισημαίνεται ότι με την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ημερομηνία της επιστολής ήτοι 21/01/2012 είναι τυπογραφικό λάθος και ότι η ορθή ημερομηνία ήταν 21/01/
  1. Αυτό προφανώς είναι εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στο να αιτηθούν το διάταγμα. Το ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη προκύπτει από το ίδιο το Τεκμήριο 10 που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση Γλυκή όπου στην σελίδα 2 παράγραφο 4 ρητά αναφέρονται τα ακόλουθα: «Λοιπά: Η Γνωμοδότηση περιορίζεται αποκλειστικά σε θέματα ελληνικού δικαίου και απηχεί το υπό πραγμάτευση δίκαιο ως αυτό είχε στις 09 Ιανουαρίου 2012.» (υπογράμμιση δική μας). Η προσπάθεια των δικηγόρων των Εναγόντων με την γραπτή αγόρευση τους να ανασκευάσουν την αλγεινή εντύπωση που αναπόφευκτα δημιουργεί στο Δικαστήριο η χρησιμοποίηση ψευδών ισχυρισμών κρίνεται πλήρως αποτυχημένη. Η υπόδειξη από πλευράς Εναγομένου της ημερομηνίας της Γνωμοδότησης της Ελληνικής Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη ήτοι η 21/01/2012 αποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει 10 μήνες πριν την καταχώρηση της αγωγής και 15 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων γνωμάτευση από Έλληνες δικηγόρους για να την χρησιμοποιήσουν εν όψει της ληφθείσας απόφασης για έγερση δικαστικής διαδικασίας ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων εναντίον του Εναγομένου ως και άλλων πρώην στελεχών των Εναγόντων, αντιμετωπίστηκε με τον κατασκευασμένο εκ των υστέρων ισχυρισμό ότι πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους. Διέλαθε της προσοχής των Εναγόντων ότι το κείμενο της εν λόγω γνωμάτευσης τους διαψεύδει και τους αποκαλύπτει. Στο κείμενο της γνωμάτευσης σαφώς αναφέρεται ότι το υπό πραγμάτευση δίκαιο είναι αυτό που ίσχυε στις 9 Ιανουαρίου του
  2. Είναι προφανές ότι η 9 Ιανουαρίου 2012 ανάγεται στο χρόνο συμπλήρωσης της μελέτης για να καταστεί δυνατή η αποστολή της στις 22 Ιανουαρίου
  3. Ούτε με την λογική του παραλόγου δεν δικαιολογείται ότι η φερόμενη γνωμάτευση της 22 Ιανουαρίου 2013 ανάγεται στο δίκαιο που ίσχυε ένα χρόνο πριν. Εξ άλλου με ποια λογική η γνωμάτευση για το Ελληνικό δίκαιο να ζητηθεί μήνες μετά την 26 Νοεμβρίου 2012 ημερομηνία καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η ως άνω περιγραφείσα διαστρέβλωση των γεγονότων αποτελεί κακόπιστη και επαίσχυντη συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγόντων που αναμφίβολα αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί σαν τέτοια. Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι μόνο καταλυτική για τους σκοπούς του στοιχείου του επείγοντος και μη αποκάλυψης αλλά θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με την επιβαλλόμενη αυστηρότητα εν όψει της ευθύνης που η νομολογία επιβάλλει στα πρόσωπα που επιδιώκουν θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά θέτοντας όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Περαιτέρω ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι η ως άνω συμπεριφορά των Εναγόντων συνδέεται με την καλή πίστη των και αφού αποδεδειγμένα συνιστά σκόπιμη διαστρέβλωση αποκλείει την δυνατότητα στο Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να διατηρήσει ή εκδώσει εκ νέου τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 08/05/2013 όπως φαίνεται να εισηγούνται οι Ενάγοντες. 3.28 Μετά την επίδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 08/05/2013 στον Εναγόμενο την 02/06/2013, «διαρρέει» και δημοσιεύεται στην Κυπριακή έκδοση της «Καθημερινή της Κυριακής» Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου των Εναγόντων ημερομηνίας 11/01/2012, με θέμα «Έρευνα του Εσωτερικού Ελέγχου επί Επιλεγμένων Μεγάλων Ανοιγμάτων του Ελληνικού Δανειακού Χαρτοφυλακίου» [11] η οποία, παρά την αναμφισβήτητη σχετικότητα της ως εξόχως σημαντικού γεγονότος τόσο για τους σκοπούς του επείγοντος αλλά και για ικανοποίηση της προϋπόθεσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, δεν αποκαλύπτεται στο Δικαστήριο. Η ύπαρξη και ημερομηνία της Έκθεσης αποδεικνύουν ότι η Έκθεση αυτή είχε ολοκληρωθεί, λίγες ημέρες μετά από την ανάληψη της Προεδρίας από τον Μιχάλη Σαρρή, μόλις 2 μήνες μετά από την παραίτηση του Εναγομένου 1 και 1 μήνα μετά από την παραίτηση του Εναγομένου
  4. 3.29 Την 29/11/2012 «διαρρέει» και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο «InBusinessNews» Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου ημερομηνίας 22/05/2012 του Διευθυντού Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Κωνσταντίνου Κωσταντίνου σχετικά με την Αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου από τους Ενάγοντες σε απάντηση (κατά το δημοσίευμα) επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 22/02/2012, την οποία (ομοίως κατά το δημοσίευμα) ο συντάκτης της απηύθυνε στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, την Επιτροπή Ελέγχου Ομίλου, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Ομίλου και τον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο Κύπρου των Εναγόντων. 3.30 Εκ των πιο πάνω διαψεύδεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες επί Προεδρίας Σαρρή δεν ασχολούνταν με τις πράξεις της απελθούσας Διοίκησης των Εναγομένων και καταδεικνύεται η ολοκλήρωση της διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου για όλες τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής και η ανάμειξη εξωτερικών ελεγκτικών οίκων και δικηγόρων στις έρευνες αυτές από τις αρχές του 2012 (Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου των Εναγόντων ημερομηνίας 11/01/2012 - Γνωμοδότηση της Ελληνικής Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη ημερομηνίας 21/01/2012), Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου των Εναγίοντων 29/11/2012). Με την αγόρευση τους οι Ενάγοντες παραδέχονται τα ανωτέρω και επιδιώκουν να μετριάσουν τους αρχικούς ισχυρισμούς τους «.η Αιτήτρια ουδέποτε ανέφερε ότι δεν ασχολήθηκε με τις πράξεις της απελθούσας Διοίκησης. Αντιθέτως τονίζει τη σοβαρότητα των προβλημάτων με τα οποία το νέο Διοικητικό Συμβούλιο ήρθε αντιμέτωπο». 3.31 Συνεπώς η προσπάθεια των Εναγόντων που επιχειρείται για σύντμηση της καθυστέρησης των για ανάληψη σχετικών πρωτοβουλιών από 12 σε 3 μήνες δηλαδή να θεωρηθεί ως σημείο αφετηρίας της δυνατότητας ανάληψης από τους Ενάγοντες σχετικών πρωτοβουλιών όχι η αποχώρηση του Εναγομένου, αλλά η ανάληψη της Προεδρίας από τον Ανδρέα Φιλίππου παραμένει μετέωρη όπως μετέωρη παραμένει η προσπάθεια των Εναγόντων να επικαλεστούν τα όσα αποφασίστηκαν στην Αγγλική υπόθεση Akcine Bendrove Bankas Snoras (in bankruptcy) v Anton
(2013)EWCH 131 (Comm),
(2013)All ER (D) 49 (Feb) όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα τύπου Mareva εναντίον του πρώην μετόχου και Προέδρου της Akcine Bendrove Bankas Snoras μετά την παρέλευση πέντε μηνών από τον διορισμό Bankruptcy Administrator λόγω του ότι θα έπρεπε να υπάρξει ανασύνταξη των τραπεζικών βιβλίων και αρχείων (reconstruct the banks books and records) τα οποία δεν είχε στην διάθεση του. 3.32 Πουθενά στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ισχυρισμός ή υπόνοια ότι ο Εναγόμενος ή οποιοσδήποτε των Εναγομένων κατέστρεψε έγγραφα ή επενέβηκε επί των φακέλων που τηρούνταν από τους Ενάγοντες για να μπορεί να δικαιολογηθεί χρόνος για ανασύνταξη ή υποκατάσταση των φακέλων. Οι υπάλληλοι των Εναγόντων παρέμεναν τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2013 εργοδοτούμενοι τους και η συλλογή πληροφοριών για τα όσα αποδίδονται στον Εναγόμενο ήταν άμεση και δεδομένη. Αντιθέτως οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου ολοκληρώθηκαν εντός συντόμου χρονικού διαστήματος μετά την αποχώρηση του Εναγομένου τον Νοέμβριο του 2011 γεγονός που αποδεικνύει ότι η συλλογή πληροφοριών λόγω των διαδικασιών που τηρούνταν από τους Ενάγοντες μέχρι και την αποχώρηση του Εναγομένου ήταν διάφανες και η διερεύνηση των όσων αποδίδονται στον Εναγόμενο και τους λοιπούς Εναγομένους ήταν εύκολη. 3.33 Ο ισχυρισμός για την αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης των γεγονότων εν πάση περιπτώσει δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει ικανοποιητική εξήγηση για παράκαμψη του παράγοντα χρόνου που μεσολάβησε μέχρι την διεκδίκηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 08/05/2013 από πλευράς Εναγόντων, ενώ, ούτως ή άλλως ακόμη και σήμερον, σύμφωνα με τους ίδιους τους Ενάγοντες κρίσιμα θέματα της αγωγής βρίσκονται υπό περαιτέρω διερεύνηση περιλαμβανομένων των ζημιών, του ύψους των εξασφαλίσεων κατά την χορήγηση αναφερομένων δανείων καθώς και πληθώρας πραγματικών περιστατικών. 3.34 Η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με διάταγμα ημερομηνία 29/04/2013 που έγινε ένεκα του ορισμού Ειδικής Διαχειρίστριας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση, ιδιαίτερα αφού δεν ήταν καν αναγκαία δεδομένου του διορισμού της Διαχειρίστριας κατ' εφαρμογή του Νόμου 17
(1)/
  1. 3.35 Αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι στην καθυστέρηση συνέτειναν τα πρόσφατα γεγονότα με την παραίτηση του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου ενόψει του διορισμού της Ειδικής Διαχειρίστριας στις 25.3.2013, την πώληση των εργασιών των Εναγόντων στην Ελλάδα στην Τράπεζα Πειραιώς στις 26.3.2013 (ΚΔΠ 96/2013) και τα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας για την εξυγίανση των δύο μεγαλυτέρων Τραπεζών στις 29.3.2013 (ΚΔΠ 103 και 104/2013), τα οποία παρέτειναν τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η παραίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων έλαβε χώρα την 28/03/2013, όπως προκύπτει από τη σχετική Ανακοίνωση στο Χρηματιστήριο Αθηνών (Τεκμήριο ΦΚ 10). Το τίμημα και οι όροι πώλησης των Ελληνικών υποκαταστημάτων συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου ενώ οι διαπραγματεύσεις για την οριστικοποίηση των προ υπογραφή νομικών εγγράφων με την Τράπεζα Πειραιώς διεξήχθησαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και όχι από τους Ενάγοντες, μεταξύ 23/03/2013 και 26/03/2013 (Τεκμήριο ΦΚ 11). Συνεπώς δεν είναι σοβαροφανής αλλά ούτε και αληθής ο ισχυρισμός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων ήταν απασχολημένο με τα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την εξυγίανση τους. 3.36 Η καταχώρηση της αγωγής την 26/11/2012 αναιρεί κάθε επιχείρημα των Εναγόντων που επιστρατεύεται για την δικαιολόγηση της εκ των υστέρων διεκδίκησης θεραπείας μονομερώς και εκείνο που οι Ενάγοντες θα έπρεπε να καταδείξουν για να δικαιολογήσουν το αίτημα για μονομερή θεραπεία ήταν γιατί δεν διεκδίκησαν θεραπεία πριν ακόμα από τις 26/11/
  2. Επισημαίνεται ότι παρά την ύπαρξη του Τεκμηρίου 10 στην Ένορκη Δήλωση Αντώνη Γλυκή ήτοι της Γνωμοδότηση της Ελληνικής Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη ημερομ. 21/012012 δεν επεξηγείται κατά τρόπο ικανοποιητικό το τι μεσολάβησε από την 21/01/2012 μέχρι την 29/04/13 που παρεμπόδιζε τους Ενάγοντες να ζητήσουν προσωρινή θεραπεία. 3.37 Για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση επικαλούνται στην γραπτή αγόρευση τους το σύγγραμμα Gee: Commercial Injunctions (5th Edition 2004) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «This should not be the case, however, if the delay arose because the claimant was investigating matters relevant to the application, with a view to ensuring that he had sufficient information to support his case and he has complied with his duty to make full disclosure of all relevant facts and matters.» Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν μας έχουν πεί τι είναι τελικά αυτό που «ανακάλυψαν» στη περίοδο καθυστέρησης και που το αποκάλυψαν στο Δικαστήριο . Η αξιοπιστία των Ενόρκως Δηλούντων προς υποστήριξη της υπό εκδίκαση αίτησης ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι θα πρέπει να αντικρίζεται με σκεπτικισμό αφού έγιναν γνωρίζοντας την προστασία που τους παρέχεται από την τροποποίηση τον Ιανουάριο του 2013 του «Περί Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμου» του 2011 η οποία απαλλάσσει τους Γλυκή και Αντωνιάδου από οποιαδήποτε ευθύνη για πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους και συνάμα αποτελεί εξήγηση για την καθυστέρηση που παραδεκτά υπάρχει για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. 3.38 Αβάσιμη κρίνεται και η θέση των Εναγόντων που περιέχεται στην παράγραφο 254 της Ένορκης Δήλωσης Αντώνη Γλυκή ότι επειδή η αγωγή δεν είχε μέχρι τότε επιδοθεί στους Εναγόμενους αυτοί ευρίσκονταν σε προφανή άγνοια των δικαστικών διαδικασιών που εξελίσσονταν εναντίον των στην Κύπρο για να δικαιολογηθεί το αίτημα για παροχή θεραπείας μονομερώς αφού η σύγκρουση μεταξύ των Εναγόντων, της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Εναγομένων ανατρέχει ήδη στις αρχές του 2012 και η λήψη ενδίκων μέτρων από τους Ενάγοντες ολίγον μετά την αποχώρηση των Εναγομένων 1, 2 και 3 ενόψει των διενεργουμένων τότε ελέγχων που απέβλεπαν στην «αποκάλυψη» των ευθυνών και ενόψει των σχετικών πληροφοριών που «διέρρεαν» ήταν βέβαιη. 3.39 Οι Εναγόμενοι 1 , 2 και 3 είχαν επίσης πληροφορηθεί για την ύπαρξη της αγωγής από συνέντευξη του Νικόλα Παπαδόπουλου Προέδρου της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 21/04/2013 (Τεκμήριο 12 στην Ένορκη Δήλωση Καρατζένη) στην οποία (σελ. 2) σαφώς αναφέρεται στην ύπαρξη αστικής αγωγής της Λαϊκής Τράπεζας εναντίον του Εναγόμενου 1 για κακοδιαχείριση. 3.40 Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν επίσης πληροφορηθεί για την ύπαρξη της αγωγής από τον Εναγόμενο 6, ο οποίος τους ενημέρωσε για την επίδοση σε αυτόν της Αγωγής από 16.5.2013 (βλ. Τεκμήριο ΦΚ13). 3.41 Για κατάρριψη του ισχυρισμού των Εναγόντων που περιέχεται στην παράγραφο 254 της Ένορκης Δήλωσης Αντώνη Γλυκή ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν «το γεγονός ότι οι [κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων] 'δραστηριότητες' τους έχουν γίνει γνωστές με κάθε λεπτομέρεια στο τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο που είχε παυθεί το Μάρτιο του 2013 ή στη Διαχειρίστρια» παραπέμπεται το Σεβαστό Δικαστήριο στα Τεκμήρια ΦΚ 14Α, 14Β και
  3. 3.42 Η από 26/03/2013 Έκθεση των Alvarez & Marsal (Τεκμήριο 16 στην Ένορκη Δήλωση Καρατζένη) αναφέρει ότι έλαβαν εντολή διερεύνησης στις 21/8/2012 καταγράφει τους όρους εντολής τους και παραθέτει τις απόψεις της Διοίκησης των Εναγόντων σύμφωνα με τις οποίες «οποιαδήποτε εσωτερική έρευνα της ΛΤΚ θα είχε αντίκτυπο ή θα διακινδύνευε οποιαδήποτε πιθανή αποκατάσταση των ζημιών». 3.43 Ο εκ των δικηγόρων των Εναγόντων Α. Νεοκλέους εισηγήθηκε σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων την μη συζήτηση των δανείων σε μοναστήρια γιατί θα μπορούσε να επηρεαστεί η δικαστική διαδικασία. (Τεκμήρια ΦΚ 17Α, ΦΚ17Β και ΦΚ 17Γ). 3.44 Στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 5.3.2013 (Τεκμήριο ΦΚ 18) σε απάντηση της επιστολής του Εναγόμενου 1 προς το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων και άλλων Τεκμήριο ΦΚ 19 κατά τρόπο παραπειστικό επιφυλάσσεται το δικαίωμα των Εναγόντων για έναρξη δικαστικών μέτρων χωρίς να αποκαλύπτουν την εκκρεμοδικία στην Αγωγή 8400/
  4. 3.45 Η βεβαιότητα του Εναγόμενου σχετικά με την λήψη δικαστικών μέτρων εις βάρος του ιδίου και των λοιπών εναγομένων επιβεβαιώνεται και από από το Τεκμήριο ΦΚ
  5. Τα γεγονότα που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο από τον Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη υπεύθυνο απέναντι στις ελληνικές φορολογικές αρχές για την σύνταξη και υποβολή των προσωπικών φορολογικών υποχρεώσεων του Εναγομένου παραμένουν αναντίλεκτα. Είναι γεγονός ότι στην γραπτή αγόρευση των Εναγόντων επιχειρείται η υποβάθμιση του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου εκ του γεγονότος ότι συντάχθηκε μεταγενέστερα της έκδοσης των διαταγμάτων ημερομηνίας 08/05/
  6. Ελλείψει όμως αντεξέτασης ή αντίκρουσης με την συμπληρωματική Ένορκης Δήλωση Αντωνιάδου το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου παραμένει αναντίλεκτο καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για το θέμα του επείγοντος αλλά και του κινδύνου αποξένωσης. 3.46 Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται για να καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες προφανώς ψεύδονται όταν επιχειρούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση και προφανώς ψεύδονται όταν ισχυρίζονται πως ήταν αναγκαίο όπως η Αίτηση ακουστεί μονομερώς για να μην δοθεί ενημέρωση των προθέσεων τους προς τον Εναγόμενο και τους λοιπούς Εναγομένους έτσι που να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. 3.47 Αντίθετα με στοιχεία τα οποία οι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους και έπρεπε να αποκαλύψουν γεγονός που συνιστά και μη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων ο Εναγόμενος 1 εξακολούθησε ως προκύπτει από το Τεκμήριο ΦΚ20, και δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες , να διατηρεί το χαρτοφυλάκιο των εισηγμένων μετοχών του, περιλαμβανομένου του συνόλου της μετοχικής του συμμετοχής στη MIG και των Εναγόντων, η αξία του οποίου χαρτοφυλακίου ακόμη και με τρέχουσες αγοραίες αξίες ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, στη θυγατρική των Εναγόντων «Επενδυτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.», στην οποία διατηρεί Λογαριασμό Χειριστή και μέσω της οποίας διενεργεί συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αθηνών και σε άλλες οργανωμένες αγορές μετά την αποχώρηση του από την Προεδρία της Τράπεζας, ακόμη και στο μέσον της οξύτατης αντιπαράθεσης του τόσο με την Τράπεζα όσο και με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Εναγόμενος 1 εξακολουθεί να διενεργεί τις τραπεζικές του συναλλαγές στην Ελλάδα μέσω των καταστημάτων των Εναγόντων που ήδη μεταβιβάσθηκαν στην «Τράπεζα Πειραιώς». Και αυτό παρά το ότι γνώριζε από πριν του επιδοθεί η Αγωγή και το Διάταγμα την ύπαρξη της Αγωγής ως ανέφερα ανωτέρω. 3.48 Τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγομένου ήταν δηλωμένα και γνωστά στους Ενάγοντες και όχι μόνο και επομένως θα ήταν εύκολη και άμεση η εξακρίβωση τυχόν αποξένωσης αφού ο Εναγόμενος · προβαίνει σε δήλωση «πόθεν έσχες» στις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές. Η υποχρέωση αυτή διέπεται κυρίως από το Ν. 3013/2003 και επομένως υπάρχει αρχείο της περιουσίας του. · με Ανακοίνωση του στον τύπο την 6.12.2012 δήλωσε ότι παραιτείται από την προστασία περί «προσωπικών δεδομένων» και ζητεί από τη Διοίκηση των Εναγόντων να δώσει άμεσα αυτά τα στοιχεία όχι μόνον στην Επιτροπή Θεσμών αλλά και στη δημοσιότητα (βλέπε Τεκμήριο ΦΚ34 - Τεκμήριο ΦΚ37). 3.49 Αν το Δικαστήριο γνώριζε τα ανωτέρω δεν θα εξέδιδε τα εν λόγω διατάγματα. 3.50 Οι «εξηγήσεις» των Εναγόντων για την καθυστέρηση εισάγουν ένα κριτήριο που αν γίνει αποδεκτό στην ουσία ανατρέπει την όλη νομολογία σχετικά με το πως κρίνεται το «κατεπείγον» ως δικαιοδοτικός όρος. 3.51 Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι επειδή είχαν την δικονομική δυνατότητα σε κάποιο χρονικό σημείο να καταχωρήσουν μονομερή αίτηση για διάταγμα αυτή η δυνατότητα μπορεί να μετατίθεται χρονικά ένεκα των επικαλούμενων δικών τους εσωτερικών οργανωτικών προβλημάτων στο διηνεκές. 3.52 Η απόφαση για επιδίωξη ενδιάμεσων διαταγμάτων λήφθηκε το αργότερο στις 26/11/2012 όταν οι Ενάγοντες σχημάτισαν σε κάθε περίπτωση την άποψη ότι είχαν βάσιμη και καλή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων, ετοιμάστηκαν μάλιστα Ένορκη Δήλωση των Μιχάλη Αθανασίου και Δώρου Κτωρίδη, διευθυντικών στελεχών των Εναγόντων οι οποίες και θα υπογράφονταν την 11/03/2013 και για λόγους που δεν εξηγούνται αναβλήθηκε η υπογραφή των για την 21/03/2013 ενώ τελικά για άγνωστους λόγους δεν υπογράφτηκαν και ανέμεναν ενάμιση μήνα για να εντοπίσουν πρόσωπο πρόθυμο και έτοιμο να υπογράψει την Ένορκη Δήλωση για να ξεπεράσουν εσωτερικά προβλήματα των Εναγόντων. 3.53 Οι Ενάγοντες για προφανείς λόγους παρουσιάζονται να αγνοούν ότι για τους σκοπούς του Νόμου είναι ένα νομικό πρόσωπο άσχετα με το ποιοι είναι κατά καιρούς στο Διοικητικό των Συμβούλιο και ότι δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που αλλάζει το Διοικητικό Συμβούλιο ενός νομικού προσώπου να αρχίζει να μετρά ξανά ο χρόνος μεταξύ της αιτίας της αγωγής και της καταχώρησης της αγωγής είτε ο χρόνος μεταξύ της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. 3.54 Το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Επισημαίνεται ότι στην Ένορκη Δήλωση Αντώνη Γλυκή ημερομηνίας 29/04/2013 επί της αμεσότητας του κινδύνου αναφέρεται ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι ( παράγραφος 254) «Οι Αιτητές ανησυχούν λοιπόν ότι τώρα που οι ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις τους πρόκειται να καταστούν γνωστές , θα ενεργήσουν (σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία τους) με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίσουν τους Αιτητές από την εκτέλεση της απόφασης». Αλήθεια γιατί τώρα στις 29/04/2013 και όχι προγενέστερα δεν είχαν οι Ενάγοντες την ίδια ανησυχία; 3.55 Από την καταχώρηση στις 26/11/2012 της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 29/04/2013 δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός για δόλο αναφορικά με τον Εναγόμενο και τους λοιπούς Εναγομένους. Η εισαγωγή των Εναγομένων 12 και η επίκληση της ύπαρξης δόλου γίνεται προφανώς για να δικαιολογηθεί από τους Ενάγοντες η υπέρμετρη καθυστέρηση των με την δικαιολογία της ύπαρξης συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων 1, 2 , 3 και 12 συνιστάμενη σε «συνειδητή και δόλια όπως φαίνεται παρακίνηση, παροχή συνδρομής και πρόκλησης εκ μέρους της Εναγόμενης 12 προς τις Εναγόμενες 1, 2 και 3 για διάπραξη κάποιων εκ των αδικημάτων . που διαπράχθηκαν εις βάρος και εναντίον της Αιτήτριας» [12]. Καμία δικαιολογία δεν δίδεται από τους Ενάγοντες ως προς το γιατί δεν έχει γίνει επίκληση της δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων ενωρίτερα και δεν αναφέρεται πότε χρονικά διαπιστώθηκε η ύπαρξη δόλου και από ποια γεγονότα συνάγεται η ύπαρξη δόλου. Είναι προφανές ότι η ι υποτιθέμενη δόλια συμπεριφορά ήταν υπαρκτή από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Γλυκή ημερομηνίας 29/04/2013 που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης των Εναγόντων ημερομηνίας 29/04/2013 (παράγραφος 6) όπου προβάλλεται η θέση ότι στο Κλητήριο γίνεται μνεία αναφορικά με την χρήση νόμιμων και παράνομων μέσων που έχουν διαπραχθεί από τους Εναγόμενους 1 -
  7. Συνεπώς οι Ενάγοντες θα έπρεπε να αποτείνονται εξ αρχής για συντηρητικό διάταγμα επικαλούμενοι εξ αρχής τον δόλο που κατά την εκδοχή τους υπήρχε εξ αρχής και όχι να επιδεικνύουν συνειδητή πολύμηνη απραξία. 3.56 Ο παράγοντας χρόνος, δηλαδή το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε είτε από την αποχώρηση των Εναγομένων από την διοίκηση των Εναγόντων είτε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την διεκδίκηση της αίτησης για έκδοση συντηρητικού διατάγματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία τόσο ως προς το στοιχείο του επείγοντος όσο και ως προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Δεν κατέδειξαν οι Ενάγοντες γιατί δεν είχαν την ίδια ανησυχία προγενέστερα. 3.57 Τα όσα αναφέρονται ανωτέρω καταδεικνύουν γνώση του Εναγομένου περί της ύπαρξης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο πριν από την πραγματοποιηθείσα επίδοση των διαταγμάτων. Καθοδηγητική επί του θέματος θεωρούμε την Αγγλική υπόθεση Cherney v Neuman [2009] EWHC 1743 (Ch) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Delay in making an application after proceedings have commenced is obviously much more significant because on any view the defendant by then knows of the claim against him. If in truth his assets are at risk of dissipation or secretion so that an eventual judgment is likely to go unsatisfied, the risk may well have crystallised before the (delayed) application is made. And if it is made at this late stage it is almost inevitable that it will have to be made on notice. Any argument that it should still be without notice so as to preserve secrecy is likely to fail. The making of a claim against the defendant is, by definition, no longer a secret. That being so, if the defendant needed further notice of the claimant's intentions, as an encouragement to dissipate, he will have had it before the application is heard; In such circumstances, the direct consequences of delay may be two-fold: (a) If a delay at this stage is prolonged and there is no justification for it, it can amount to evidence that the claimant does not genuinely believe that there is a real risk of dissipation which requires to be safeguarded against by an injunction - or that the factors said to demonstrate such a risk are not as persuasive as they first appear; (b) But also, if in truth there was a real risk of dissipation, a fortiori that risk has been present since at least the issue of proceedings and would have been likely to materialise in the form of actual dissipation or secretion at any time thereafter. There is no reason why, on this hypothesis, the defendant should wait before dissipating or only dissipate once he has notice of the application for an injunction. And in any event even if he was not spurred into action before the making of the application the dissipation could be completed before that application was heard. If so, any injunctive relief then to be granted is likely to be pointless and therefore unjustified." 3.58 Άξια μνείας είναι άλλη Αγγλική υπόθεση του Supreme Court ήτοι η Jain v Trent Strategic Health Authority [2009] 1 Αll. E.R 957 στην οποία ο Lord Neuberger αναφέρει τα ακόλουθα: «Furthermore, it is wholly unsatisfactory for an applicant to contend before the Judge that an application must be heard at once without any, or even very limited, notice to the respondent, in circumstances where the applicant has been preparing the application for some time, and could therefore have given notice, possibly only of an informal nature, to the respondent to warn that the application was being, or even might be, made». 3.59 Ομοίως και στην δική μας περίπτωση είναι εμφανές από δικές τους παραδοχές (παράγραφος 250 Ένορκη Δήλωση Γλυκή και 1.15 του Σκελετού Αγόρευσης) ότι οι Ενάγοντες προετοίμαζαν την μονομερή αίτηση τους εδώ και πάρα πολλή καιρό και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η μεγάλη αυτή καθυστέρηση που έχει καταδειχθεί και που δεν έχει επαρκώς δικαιολογηθεί είναι ένας ακόμα παράγοντας που καταδεικνύει την έλλειψη του επείγοντος αλλά και του ότι η αίτηση των Εναγόντων είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική (oppressive and vexatious). Εν πάση περιπτώσει η συμπεριφορά αυτή των Εναγόντων κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση των διαταγμάτων ημερομηνίας 08/05/2013 μονομερώς. 3.60 Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι η επίκληση δόλου από τους Ενάγοντες καθώς και η περίληψη των Εναγομένων 12 ως διάδικων συμπίπτει όχι τυχαία με το αίτημα του Εναγομένου, των Εναγομένων 12 και άλλων Ελλαδιτών επενδυτών για διαιτησία που υποβλήθηκε στο Διεθνές Κέντρο για τον Διακανονισμό των Διαφορών Εξ Επενδύσεων (ICSID) κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας 3.61 Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι Εναγομένοι 12 στα αδικήματα που επικαλούνται ότι διαπράχθηκαν εναντίον των προέκυψαν μετά την καταχώρηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Η αλήθεια όμως είναι ότι κίνητρο για την προσθήκη των Εναγομένων 12 αποτέλεσε προφανώς η αξίωση των Εναγομένων 12 κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και ταυτόχρονα η προσπάθεια δικαιολόγησης της πεντάμηνης απραξίας των Εναγόντων. 3.62 Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η περίληψη των Εναγομένων 12 και η επίκληση δόλου και συνομωσίας μεταξύ Εναγομένου και Εναγομένων 12 παραβιάζει στην ουσία την καθιερωμένη αρχή ότι τα μέρη οποιασδήποτε διαφοράς, για την οποία δικαιοδοσία έχει το ICSID, οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο που είναι ικανό να έχει επιζήμια επίδραση στην επιδίκαση ή την εκτέλεση της ενδεχόμενης κύρωσης ή απόφασης, και εν γένει να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια που μπορεί να επιδεινώσει ή να επεκτείνει τη διαφορά ή να κάνει την επίλυσή της πιο δύσκολη. Τα διεθνή δικαστήρια επανειλημμένως έχουν κρίνει πως οι εγχώριες δικαστικές ή άλλες διαδικασίες που αφορούσαν θέματα που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της διαιτητικής διαδικασίας του ICSID παραβίαζαν τις αρχές αυτές και έπρεπε να αναστέλλονται, είτε οριστικά είτε έως ότου εκδοθεί η απόφαση του [διαιτητικού] δικαστηρίου του ICSID επί της διαφοράς. 3.63 Στην ενδεχόμενη επίκληση από τους Ενάγοντες του ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία απλά συνιστά επιφανειακή αντίκριση του θέματος που είναι κατ'εξοχή θέμα ουσίας. Οι Ενάγοντες σήμερα ταυτίζονται με την Κυπριακή Δημοκρατία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης εξ ου και η κρατική ανακοίνωση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας της μεγάλης επιτυχίας των Εναγόντων για εξασφάλιση των διαταγμάτων ημερομηνίας 08/05/
  9. 3.64 Οι Ενάγοντες δια της πολυσέλιδης Ένορκης Δήλωσης του Α. Γλυκή και του όγκου των Τεκμηρίων που επέλεξαν να περιλάβουν επιδιώκουν ανεπιτυχώς να παρουσιάσουν πολυπλοκότητα των γεγονότων για να δικαιολογήσουν μέρος της καθυστέρησης που ομολογουμένως αναγνωρίζουν ότι υπάρχει. 3.65 Ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ανωτέρω δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση μεταξύ της αποχώρησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 από την διεύθυνση ή διοίκηση των Εναγόντων το 2011 και του αιτήματος για προσωρινά διατάγματα τον Απρίλιο του 2013 ή το διάστημα μεταξύ των αρχών του 2012 που οι Ενάγοντες έχουν στα χέρια τους τις εκθέσεις που επικαλούνται και απέκρυψαν μέχρι τον Απρίλιο του 2013 που υποβάλλεται το αίτημα για διάταγμα. 3.66 Η παράγραφος 248 της Ένορκης Δήλωσης Γλυκή περιέχει τους λόγους που έχουν επικαλεστεί οι Ενάγοντες για να δικαιολογήσουν το αίτημα τους όπως η αίτηση για εξασφάλιση ενδιάμεσων διαταγμάτων θα έπρεπε να ακουστεί μονομερώς. Από την ανάγνωση της εν λόγω παραγράφου προκύπτει η έλλειψη οποιασδήποτε βάσιμης δικαιολογίας που να δικαιολογεί το αίτημα των. Θυμηδία προκαλεί η αναφορά ότι οι Εναγόμενοι «είναι έμπειροι επιχειρηματικές και τραπεζίτες που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο και γνωρίζουν πως γίνονται μεταβιβάσεις και μεταφορές μεγάλων χρηματικών ποσών και χρηματοπιστωτικών μέσων» και ότι «είναι το είδος των ατόμων που είναι πιθανόν να καταφύγουν σε ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις». Στην ουσία προβαίνουν σε μία αξιολογική κρίση χωρίς να παραθέτουν γεγονότα. Επικαλούνται ειδικές περιστάσεις χωρίς καν να τις καθορίζουν παραγνωρίζοντας την νομολογία επί του θέματος και την ρητή πρόνοια του άρθρου 9
(1)του Κεφ.
  1. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Resola (ανωτέρω) «μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». 3.67 Στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 29/04/2013 γίνεται επίκληση ύπαρξης ειδικών περιστάσεων στην όλη υπόθεση οι οποίες συνδυαζόμενες με «τον τρόπο με τον οποίο (οι Ενάγοντες) ενεργούσαν . μια αίτηση για τέτοια προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα . θα έπρεπε να καταχωρηθεί μονομερώς». Στην συνέχεια οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι «ο βασικός όμως λόγος που η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα ήταν ότι . οι (Ενάγοντες) θα έπρεπε να επεκτείνουν περαιτέρω τις έρευνες τους με συγκεκριμένο τρόπο και προς συγκεκριμένη κατεύθυνση αναφορικά με κάποια από τα ζητήματα και επίσης να εξασφαλίσουν περαιτέρω πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με διάφορα ζητήματα και για τα οποία ένοιωθαν ότι χρειάζονταν περισσότερη σε βάθος έρευνα». Καταλήγοντας αναφέρουν «Υφίστανται δε εκείνες οι εξαιρετικές και ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο δικαιολογείται μάλιστα να εκδώσει τα διατάγματα μονομερώς». 3.68 Άξια σχολιασμού είναι η θέση των Εναγόντων ότι για 5-6 μήνες γίνονταν έρευνες με την συνδρομή ξένων συμβούλων που κατέληξαν στην καταχώρηση της αγωγής στις 26/11/
  2. Τον ίδιο χρόνο οι Ενάγοντες είχαν «σχηματίσει την άποψη ότι είχαν βάσιμη και καλή υπόθεση εναντίον των 11 προσώπων που τότε αναφέρονταν στην αγωγή με βάση τα αναφερόμενα αγώγιμα δικαιώματα». Συνεπώς αν πράγματι κατά τον χρόνο αυτό υφίστατο φόβος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων κατά τρόπο που τούτο να συνιστά ειδικές περιστάσεις (ως είναι η θέση των Εναγόντων που αναλύεται στην συνέχεια) δεν δικαιολογείται καμία καθυστέρηση από πλευράς Εναγόντων και η επίκληση του φόβου ως ειδικής περίστασης είναι εκ των υστέρων σκέψη. 3.69 Ευσεβάστως εισηγούμαστε η γενική και αόριστη επίκληση ειδικών περιστάσεων δεν δικαιολογεί την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων ημερομηνίας 08/05/
  3. Οι φόβοι αποξένωσης από πλευράς Εναγομένου έχει αποδειχθεί ότι ήταν και εξακολουθούν να είναι ανύπαρκτοι. Η αξιολόγηση των αόριστων φόβων των Εναγόντων δεν μπορεί να θεωρηθούν ως εύλογοι φόβοι για να εντάξουν την παρούσα υπόθεση στις ειδικές περιστάσεις που θεωρήθηκε ότι υπάρχουν στην υπόθεση Μάριος Αποστόλου ν. Ροδούλα Ιωάννου Έφεση Αρ. 20/2010 ημερομηνίας 3/4/
  4. Εξ άλλου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν στο ότι αντίθετα με την Αποστόλου όπου η αίτηση για προσωρινό διάταγμα καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αίτηση για προσωρινά διατάγματα μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής ενώ οι ισχυριζόμενοι φόβοι των Εναγόντων δεν μπορούσαν να ήταν διαφορετικοί κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής από τους φόβους κατά τον χρόνο καταχώρησης αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Τούτο είναι εξ άλλου παραδεκτό από τους Ενάγοντες αφού στην γραπτή αγόρευση τους δέχονται ότι «ο φόβος αποξένωσης δεν περιορίζεται επί του χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης αλλά και κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αγωγής» για να προσθέσουν «καθώς και κατά το χρόνο της έκβασης της υπόθεσης που δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την παρακώληση της εκτέλεσης της απόφασης δια της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων». 3.70 Περαιτέρω το ύψος και το είδος της εγγύησης που δόθηκε αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε την παράμετρο της ικανοποιητικής αποζημίωσης του Εναγομένου για την ζημιά ή ενδεχόμενη ζημιά που μπορεί να προκληθεί στον Εναγόμενο από το διάταγμα. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται επίκληση από τους Ενάγοντες της υπόθεσης In Re First Express Ltd [1992] BCLC 824 όπου λέχθηκε: «"..Ιt is a basic principle of justice that an order should not be made against a party without giving him an opportunity to be heard. The only exception is when two conditions are satisfied. First, that giving him such an opportunity appears likely to cause injustice to the application, by reason either of the delay involved or the action which it appears likely that the respondent or others would take before the order can be made. Secondly, when the court is satisfied that any damage which the respondent may suffer through having to comply with the order is compensatable under the cross-undertaking or that the risk of uncompensatable loss is clearly outweighed by the risk of injustice to the applicant if the order is not made." 3.71 Θεωρούμε σημαντικό να καταφύγουμε στην γραπτή αγόρευση των Εναγόντων παραθέτοντας τις ίδιες αυθεντίες και τα ίδια επιχειρήματα για να αντικρούσουμε την θέση των Εναγόντων ότι «η δυνατότητα υποβολής του αιτήματος με επιτυχία προέκυψε, ως εξηγεί η Αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο και μόλις αυτό έγινε κατορθωτό υποβλήθηκε και η υπό κρίση Αίτηση». Στην Γεώργιου Χριστοδούλου κ.α. ν. Antonious MFM Vraets
(1999)1 ΑΑΔ 1475 λέχθηκε ότι το «.Το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν επομένως ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία.» 3.72 Ως ορθά ερμηνεύεται από τους Ενάγοντες η εν λόγω απόφαση «ο διάδικος που αιτείται μονομερώς θεραπεία από το Δικαστήριο πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με την χρονική στιγμή κατά την οποία περιήλθαν στην γνώση του τα γεγονότα τα οποία επικαλείται και να αποδείξει ότι κατά την εν λόγω χρονική στιγμή δεν του παρείχετο η δυνατότητα να κινήσει τις νενομισμένες διαδικασίες» 3.73 Καμιά από τις γενικόλογες και αόριστες αναφορές των Εναγόντων του τύπου περαιτέρω έρευνες με μη καθοριζόμενο συγκεκριμένο σκοπό με συγκεκριμένη μη καθοριζόμενη κατεύθυνση αναφορικά με κάποια μη κατονομαζόμενα ζητήματα οδήγησαν στην ανάγκη τροποποίησης του τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος για να προστεθεί η MIG ως Εναγόμενη 12 και για να συμπεριληφθεί το αγώγιμο δικαίωμα του δόλου. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι πιο πάνω αναφορές των Εναγόντων συνιστούν γεγονότα, μη κατονομαζόμενα γεγονότα, που αποδεικνύουν ότι δεν παρείχετο η δυνατότητα προγενέστερα της 29/04/2013 να αιτηθούν τα προσωρινά διατάγματα που αιτήθηκαν. 3.74 Εν πάση περιπτώσει ακόμα και η ύπαρξη ειδικών περιστάσεων θα πρέπει να αντικρίζεται στην βάση των όσων έχουν λεχθεί από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χατζηχαμπή Δ στην Quantum Telecommunications Ltd (ανωτέρω) ότι δηλαδή: « Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας και ούτε καν το σύνηθες αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση» 3.75 Στην ίδια φιλοσοφία κινείται και το Αγγλικό Supreme Court που όπως έχει προαναφερθεί στην υπόθεση Jain v Trent Strategic Health Authority [2009] (ανωτέρω) λέχθηκε ότι είναι παντελώς λανθασμένο να προβάλλεται η θέση από πλευράς αιτητή ότι το αίτημα για την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης θα πρέπει να γίνεται μονομερώς χωρίς την έστω περιορισμένη ειδοποίηση στον Καθ'ου η Αίτηση όταν ο αιτητής προετοίμαζε την αίτηση για κάποιο χρόνο. 3.76 Δραττόμενοι της ευκαιρίας υποδεικνύουμε ότι η παραπομπή από τους Ενάγοντες σε αυθεντίες κατώτερων δικαστηρίων της Αγγλίας ως και άλλων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας ως η Σιγκαπούρη θα πρέπει να αντικρίζεται με επιφύλαξη. Σίγουρα δεν είναι ο γενικός κανόνας στην Κύπρο ότι δεν πρέπει να δίδεται ειδοποίηση και δεν πρέπει να καλείται ο καθ'ου η αίτηση σε μονομερείς αιτήσεις όπως εισηγείται η επικαλούμενη από τους Ενάγοντες Σιγκαπουριανή απόφαση Lee Kuan Yew v Tang Liang Hong [1997] 2 Singapore Law Reports
  1. Ο γενικός κανόνας είναι αυτός που η υπόθεση Αμβροσιάδου, που οι Ενάγοντες παραλείπουν να αναφέρουν, έχει πρόσφατα επαναλάβει και κωδικοποιήσει. 3.77 Όλα τα πιο πάνω στο σύνολο τους αλλά και αυτοτελώς συνιστούν καθυστέρηση τέτοια που αναιρεί το δικαιοδοτικό υπόβαθρο του κατεπείγοντος. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει με ισχυρισμούς επί γεγονότων ούτε προκύπτει από όσα επικαλούνται η ύπαρξη στοιχείων που να δικαιολογούν το κατεπείγον είτε άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις και ως εκ τούτου δεν έχουν στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία εκδίδοντας το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 08/05/2013 μονομερώς και συνεπώς το διάταγμα ημερομηνίας 08/05/2013 θα πρέπει να τερματιστεί.» Οι αντίστοιχες θέσεις των εναγομένων 2 και 3 παρατέθηκαν ως ακολούθως στην αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου τους: «
  2. Η θέση μας είναι ότι τίποτε το επείγον δεν συνέτρεχε και οι Ενάγοντες επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στο να επιδιώξουν το Διάταγμα.
  3. Η καθυστέρηση που επέδειξαν ήταν καθυστέρηση τόσο στην έγερση της ίδιας της αγωγής όσο και καθυστέρηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα .
  4. Οι Ενάγοντες θα έπρεπε να καταδείξουν για να δικαιολογήσουν το αίτημα για μονομερή θεραπεία : · Γιατί δεν διεκδίκησαν θεραπεία μετά την αποχώρηση των Εναγομένων από τη Τράπεζα μέχρι τις 26.11.2012 που καταχωρήθηκε η αγωγή και · Γιατί δεν διεκδίκησαν θεραπεία μετά τις 26.11.2012 που καταχωρήθηκε η αγωγή και μέχρι 29/4/2013 που αιτήθηκαν το Διάταγμα.
  5. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην κατάθεση της αγωγής πρόβαλαν την ανάγκη για περαιτέρω δήθεν διερεύνηση η οποία όμως αναιρείται από την ίδια την ΕΔΑΓ (ένορκη δήλωση Ανδρέα Γλυκή) και τα συνημμένα σε αυτήν Τεκμήρια.
  6. Στον αρ. 249 της ΕΔΑΓ αναφέρεται ότι: «Ο βασικός λόγος που η παρούσα Αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα ήταν ότι παρά το ότι η Αγωγή θα μπορούσε να εγερθεί, κάτι το οποίο ήταν σημαντικό τόσο διαδικαστικά όσο και δικαιοδοτικά, οι Αιτητές θα έπρεπε να επεκτείνουν περαιτέρω τις έρευνες τους με συγκεκριμένο τρόπο και προς συγκεκριμένη κατεύθυνση αναφορικά με κάποια από τα ζητήματα και επίσης να εξασφαλίσουν περαιτέρω πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με διάφορα ζητήματα και για τα οποία ένοιωθαν ότι χρειάζονταν περισσότερη σε βάρ(θ)ος έρευνα.»
  7. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η πιο πάνω γενικόλογη και αόριστη δικαιολόγηση δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική από το Δικαστήριο για ανάληψη δικαιοδοσίας στην απουσία των Εναγομένων, αφού, μεταξύ άλλων, πουθενά δεν καθορίζεται «ο συγκεκριμένος τρόπος» και «η συγκεκριμένη κατεύθυνση» και τα «κάποια ζητήματα» που οι Ενάγοντες έπρεπε να επεκτείνουν τις έρευνες τους.
  8. Πέραν της πιο πάνω αοριστίας επικαλούνται ως επαρκή αιτιολογία της καθυστέρησης τις αλλαγές στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων και το διορισμό της Ειδικής Διαχειρίστριας. Αυτά με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση διότι είναι νομικά αδιάφορες εξελίξεις αλλά κύρια διότι είναι παντελώς ψευδείς.
  9. Το ότι πρόκειται περί παντελώς ψευδούς ισχυρισμού συνάγεται από τα έγγραφα που επικαλούνται οι ίδιοι οι Ενάγοντες ήτοι το Τεκμήριο 10 στην ΕΔΑΓ. Πρόκειται για μια Γνωμοδότηση της Ελληνικής Δικηγορικής Εταιρείας Κουταλίδη ημερ. 21.1.2012, ( δηλαδή ημερομηνίας 3 μόλις εβδομάδων μετά την ανάληψη της Προεδρίας από το Μιχάλη Σαρρή και 7 ολόκληρων μηνών πριν από την ανάληψη της Προεδρίας από τον Ανδρέα Φιλίππου) την οποία εξασφάλισαν για να «χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο δικαστικού αγώνα της Τράπεζας κατά πρώην στελεχών της ενώπιον των Δικαστηρίων της Κύπρου». Τούτα σημαίνουν πως άσχετα με τις αλλαγές στο συμβούλιο των Εναγόντων οι ενέργειες τους για ετοιμασία των δικαστικών μέτρων συνεχίζονταν απρόσκοπτα και είχαν ξεκινήσει τον Ιανουάριο του
  10. Παρενθετικά αναφέρω ότι η προσπάθεια «διόρθωσης» της ημερομηνίας της γνωμάτευσης με την ΣΕΔΑΑ και μεταφοράς της στο 2013 δεν μπορεί παρά να είναι εκ των υστέρων σκέψη που σκοπό έχει να σμικρύνει το χρόνο που είχαν στη διάθεση τους αυτή τη γνωμάτευση.
  11. Μετά την επίδοση του Διατάγματος στους Εναγομένους, την 2.6.2013, «διαρρέει» και δημοσιεύεται στην «Καθημερινή της Κυριακής» της Κύπρου Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου των Εναγόντων ημερ. 11.1.2012, με θέμα «Έρευνα του Εσωτερικού Ελέγχου επί Επιλεγμένων Μεγάλων Ανοιγμάτων του Ελληνικού Δανειακού Χαρτοφυλακίου» Αυτή έκθεση δεν αποκαλύπτεται από τους Ενάγοντες στο Δικαστήριο για ευνόητους αλλά νομικά ανεπίτρεπτους λόγους. Η ύπαρξη όμως και η ημερομηνία της Έκθεσης αποδεικνύουν ότι η Έκθεση αυτή είχε ολοκληρωθεί, λίγες ημέρες μετά από την ανάληψη της Προεδρίας από τον Μιχάλη Σαρρή και μόλις 2 μήνες μετά από την παραίτηση του Εναγομένου 1 και 1 μήνα μετά από την παραίτηση του Εναγομένου
  12. Είχαν λοιπόν οι Ενάγοντες εσωτερικές εκθέσεις για τα επίδικα θέματα 10 μήνες πριν τη καταχώρηση της αγωγής και 15 μήνες πριν ζητήσουν το Διάταγμα αλλά αδράνησαν.
  13. Την 29.11.2012 «διαρρέει» και δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο «InBusinessNews» άλλη Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου ημερ. 22.5.2012 του Διευθυντού Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Κωνσταντίνου Κωσταντίνου σχετικά με την Αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου από τους Ενάγοντες σε απάντηση (κατά το δημοσίευμα) επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 22.2.2012, την οποία (ομοίως κατά το δημοσίευμα) ο συντάκτης της απηύθυνε στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, την Επιτροπή Ελέγχου Ομίλου, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Ομίλου και τον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο Κύπρου των Εναγόντων.
  14. Σε δηλώσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας την 1.3.2012, δηλαδή και πάλι πέντε μήνες πριν από την ανάληψη της Προεδρίας από τον Ανδρέα Φιλίππου, ο τότε Πρόεδρος της Τράπεζας Μιχάλης Σαρρής δήλωνε: «Αναθέσαμε σε δύο ανεξάρτητους διεθνώς αναγνωρισμένους οίκους [.] να κάνουν βουτιά στα βαθιά και να δουν όλα τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου μας, να μελετήσουν ένα προς ένα τα δάνεια και να εντοπίσουν όλα τα προβλήματα.».
  15. Από τα πιο πάνω διαψεύδεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες επί Προεδρίας Σαρρή δεν ασχολούνταν με τις πράξεις της απελθούσας Διοίκησης των Εναγομένων και καταδεικνύεται η ολοκλήρωση της διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου για όλες τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής και η ανάμειξη εξωτερικών ελεγκτικών οίκων και δικηγόρων στις έρευνες αυτές από τις αρχές του
  16. Με την αγόρευση τους οι Ενάγοντες παραδέχονται τα ανωτέρω και επιδιώκουν να μετριάσουν τους αρχικούς ισχυρισμούς τους «.η Αιτήτρια ουδέποτε ανέφερε ότι δεν ασχολήθηκε με τις πράξεις της απελθούσας Διοίκησης. Αντιθέτως τονίζει τη σοβαρότητα των προβλημάτων με τα οποία το Νέο Δικοικητικό Συμβούλιο ήρθε αντιμέτωπο».
  17. Συνεπώς η προσπάθεια των Εναγόντων (ίδετε παρ. 247 και μετέπειτα της ΕΔΑΓ) να θεωρηθεί ως σημείο αφετηρίας της δυνατότητας προσφυγής στη δικαιοσύνη όχι η αποχώρηση των Εναγομένων αλλά η ανάληψη της Προεδρίας από τον Ανδρέα Φιλίππου αποδεικνύεται κακοπροαίρετη και μετέωρη. Δεν επεξηγείται κατά τρόπο ικανοποιητικό το τι μεσολάβησε από την 21.01.2012 μέχρι την 29.04.13 (15 μήνες) που παρεμπόδιζε τους Ενάγοντες να ζητήσουν προσωρινή θεραπεία.
  18. Η συλλογή πληροφοριών για τα όσα αποδίδονται στους Εναγόμενους ήταν πολύ εύκολη. Οι Ενάγοντες είχαν τα αρχεία και είχαν το προσωπικό που τα χειριζόταν. Οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου ολοκληρώθηκαν εντός συντόμου χρονικού διαστήματος μετά την αποχώρηση των Εναγομένων γεγονός που αποδεικνύει ότι η συλλογή πληροφοριών λόγω των διαδικασιών που τηρούνταν από τους Ενάγοντες μέχρι και την αποχώρηση των Εναγομένων ήταν διάφανες και η διερεύνηση των όσων αποδίδονται στους Εναγόμενους ήταν εύκολη.
  19. Η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με διάταγμα ημερ. 29.4.2013 που έγινε ένεκα του ορισμού Ειδικής Διαχειρίστριας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση, ιδιαίτερα αφού δεν ήταν καν αναγκαία δεδομένου του διορισμού της Διαχειρίστριας κατ' εφαρμογή του Νόμου 17
(1)/2013. Άλλωστε αυτό συμβαίνει 14 μήνες από την ολοκλήρωση των εσωτερικών ελέγχων και 1 μήνα πριν την υποβολή της Αίτησης. 65. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης για το Διάταγμα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συνέτειναν: · τα «πρόσφατα γεγονότα» με την παραίτηση του τελευταίου Διοικητικού Συμβουλίου ενόψει του διορισμού της Ειδικής Διαχειρίστριας στις 25.3.2013, · η πώληση των εργασιών των Εναγόντων στην Ελλάδα στην Τράπεζα Πειραιώς στις 26.3.2013 (ΚΔΠ 96/2013) και · τα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας για την εξυγίανση των δύο μεγαλυτέρων Τραπεζών στις 29.3.2013 (ΚΔΠ 103 και 104/2013), τα οποία παρέτειναν τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. 66. Όλα αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίαις αφού: · Η παραίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγόντων έλαβε χώρα την 28.3.2013, όπως προκύπτει από τη σχετική Ανακοίνωση στο Χρηματιστήριο Αθηνών Τεκμήριο ΦΚ 10. Πως μπορεί επομένως να εξηγήσει είτε την καθυστέρηση για το χρόνο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής τον Νοέμβριο 2012 μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης είτε την καταχώρηση της Αίτησης 1 ολόκληρο μήνα μετά στις 29/4/13? · Το τίμημα και οι όροι πώλησης των ελληνικών υποκαταστημάτων των Εναγόντων συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου ενώ οι διαπραγματεύσεις για την οριστικοποίηση των προς υπογραφή νομικών εγγράφων με την Τράπεζα Πειραιώς διεξήχθησαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και όχι από τους Ενάγοντες, μεταξύ 23.3.2013 και 26.3.2013 ως φαίνεται στο Τεκμήριο ΦΚ 11. · Τα διατάγματα εξυγίανσης δημιούργησαν ένα καθεστώς την ημερομηνία δημοσίευσης τους που έπρεπε διοικητικά να εξυπηρετηθεί. Αδυνατεί κανείς να αντιληφθεί πως τούτο επηρεάζει τη νομική επεξεργασία γεγονότων που ανάγονται στο 2011/2012 για να προωθηθεί η Αίτηση. Συνεπώς δεν είναι σοβαροφανής αλλά ούτε και αληθής ο ισχυρισμός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων ήταν απασχολημένο με τα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την εξυγίανση τους. 67. Οι «εξηγήσεις» των Εναγόντων για την καθυστέρηση εισάγουν ένα κριτήριο που αν γίνει αποδεκτό στην ουσία ανατρέπει την όλη νομολογία σχετικά με το πως κρίνεται το «κατεπείγον» ως δικαιοδοτικός όρος. 68. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι επειδή είχαν την δικονομική δυνατότητα σε κάποιο χρονικό σημείο να καταχωρήσουν μονομερή αίτηση για διάταγμα αυτή η δυνατότητα μπορεί να μετατίθεται και αναβάλλεται χρονικά ,ένεκα δικών τους εσωτερικών οργανωτικών προβλημάτων, στο διηνεκές. 69. Οι Ενάγοντες για προφανείς λόγους παρουσιάζονται να αγνοούν ότι για τους σκοπούς του Νόμου είναι ένα νομικό πρόσωπο άσχετα με το ποιοι είναι κατά καιρούς στο Διοικητικό τους Συμβούλιο και ότι δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που αλλάζει το Διοικητικό Συμβούλιο ενός νομικού προσώπου να αρχίζει να μετρά ξανά ο χρόνος μεταξύ της αιτίας της αγωγής και της καταχώρησης της αγωγής είτε ο χρόνος μεταξύ της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. 70. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι από τα γεγονότα που έχουν επισημανθεί ανωτέρω δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση μεταξύ της αποχώρησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 από την διεύθυνση ή διοίκηση των Εναγόντων το 2011 και του αιτήματος για προσωρινά διατάγματα τον Απρίλιο του 2013 ή το διάστημα μεταξύ των αρχών του 2012 που οι Ενάγοντες έχουν στα χέρια τους τις εκθέσεις που επικαλούνται (αλλά και αυτές που απέκρυψαν) μέχρι τον Απρίλιο του 2013 που υποβάλλεται το αίτημα για διάταγμα. 71. Επομένως αν το συμβούλιο χρειάστηκε περισσότερο χρόνο αυτό δεν το απαιτούσε η υπόθεση αλλά οι αδέξιες προσεγγίσεις του. 72. Για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση επικαλούνται στο σκελετό Αγόρευσης και το σύγγραμμα Gee: Commercial Injunctions (5th Edition 2004), παράγραφος 8.006, που έχει επί λέξει ως εξής: «This should not be the case, however, if the delay arose because the claimant was investigating matters relevant to the application, with a view to ensuring that he had sufficient information to support his case and he has complied with his duty to make full disclosure of all relevant facts and matters.» 73. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν μας έχουν πει τι είναι τελικά αυτό που «ανακάλυψαν» στη περίοδο καθυστέρησης και που το αποκάλυψαν στο δικαστήριο. Εισηγούμεθα ακριβώς αυτό ότι δηλαδή δεν έκαναν τίποτε από αυτά. Οι Ενάγοντες όχι μόνον δεν αποκάλυψαν τι ακριβώς πέτυχαν να κάμουν στη περίοδο καθυστέρησης αλλά εν γένει δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη όπως προκύπτει από την ΕΔΦΚ αλλά και ότι ακόμη και με το Αίτημα για Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης απέτυχαν να συμπληρώσουν και να δικαιολογήσουν τις ελλείψεις της απαίτησης τους. 74. Ο πραγματικός λόγος της καθυστέρησης κατά την εισήγηση μας είναι άλλος. Την 17.1.2013, ψηφίσθηκε τροποποίηση του άρθρου 13 του «περί Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμου» του 2011, η οποία προνοούσε ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, οι αρμόδιες εποπτικές Αρχές, οποιοσδήποτε σύμβουλος, λειτουργός ή μέλος επιτροπής αυτών, ο Υπουργός Οικονομικών, οποιοσδήποτε λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Επιτροπείας επωφελούμενου χρηματοοικονομικού οργανισμού, καθώς και οι λειτουργοί του οργανισμού που ενεργούν κατόπιν οδηγιών του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Επιτροπείας του, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, εκτός εάν αποδειχθεί ότι οι πράξεις ή παραλείψεις τους δεν έγιναν καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας. Ειδικά για τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου προστίθεται ότι η απαλλαγή από την ευθύνη αφορά πράξη ή παράλειψη η οποία έχει λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία η Δημοκρατία κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών που παρέχουν δικαίωμα ψήφου ή διορίζει την πλειοψηφία των Μελών ή Μελών που έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας για τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Η αμφίβολης συνταγματικότητας και επομένης ισχύος αυτή διάταξη αποτελεί την εξήγηση για την καθυστέρηση και όχι ο χαρακτήρας των Εναγομένων, αλλά ενόψει των περιστάσεων που εκτίθενται εδώ δεν θα είναι αρκετή για τους Ενάγοντες .» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2 και 3 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το άλλο προαπαιτούμενο του άρθρου 9 του Κεφ. 6, ήτοι τον δικαιοδοτικό όρο περί άλλων ιδιαιτέρων περιστάσεων: «75. Οι Ενάγοντες επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν το επείγον ως δικαιοδοτικό όρο και από μια άλλη σκοπιά. Λέγουν στη παρ. 254 της ΕΔΑΓ ότι επειδή η αγωγή δεν είχε μέχρι τότε επιδοθεί στους Εναγόμενους αυτοί (οι Εναγόμενοι) ευρίσκονταν σε προφανή άγνοια των δικαστικών διαδικασιών που εξελίσσονταν εναντίον τους στην Κύπρο. Επομένως δικαιολογείται η εξέταση της Αίτησης για Διάταγμα μονομερώς. Προβαίνουν σε παραστάσεις στο δικαστήριο πως αν οι Εναγόμενοι πληροφορηθούν τα τεκταινόμενα θα αποξενώσουν ή θα αποκρύψουν τη περιουσία τους. 76. Τούτο ήταν ψευδής ισχυρισμός και οι Ενάγοντες όταν τον πρόβαλλαν το γνώριζαν ότι ήταν ψευδής ή όφειλαν να τον γνωρίζουν. 77. Η σύγκρουση μεταξύ των Εναγόντων, της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Εναγομένων ανατρέχει ήδη στις αρχές του 2012 Η λήψη ενδίκων μέτρων από τους Ενάγοντες μετά την αποχώρηση των Εναγομένων 1, 2 και 3 -ενόψει των διενεργουμένων τότε ελέγχων που απέβλεπαν στην «αποκάλυψη» των ευθυνών - και ενόψει των σχετικών πληροφοριών που «διέρρεαν» στο τύπο ήταν βέβαιη. Η βεβαιότητα του εναγόμενου 1 σχετικά με την λήψη δικαστικών μέτρων εις βάρος του ιδίου και των λοιπών εναγομένων επιβεβαιώνεται και από επιστολή ημερομ. 5.6.2013 του Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΝΑΡΞΗ ΑΕ, εταιρείας λογιστών α' τάξης με αριθμό μητρώου οικονομικού επιμελητηρίου Ελλάδας 627 και υπευθύνου απέναντι στις ελληνικές φορολογικές αρχές για την σύνταξη και υποβολή των προσωπικών φορολογικών υποχρεώσεων του Ανδρέα Βγενόπουλου, ο οποίος δήλωσε τα ακόλουθα (Τεκμήριο ΦΚ 20): «α. Από τις αρχές 2012 και μέχρι περίπου το τέλος Νοεμβρίου του 2012 ο κ. Α. Βγενόπουλος μου είχε αναφέρει το ενδεχόμενο αγωγών εις βάρος του από τη ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ λόγω πολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων στην Κύπρο. β. Προς το τέλος Νοεμβρίου ή αρχές Δεκεμβρίου 2012 (δεν ενθυμούμαι ακριβώς) ο κ. Α. Βγενόπουλος μου εξέφρασε τη βεβαιότητα περί της κατάθεσης της σχετικής αγωγής. γ. Σε σχετικές συζητήσεις μας κατά τη διάρκεια του 2012-2013 ο κ. Α. Βγενόπουλος, και παρά την επισήμανσή μου για πιθανούς κινδύνους της περιουσίας του, με διαβεβαίωσε ότι θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί για τις τραπεζικές του συναλλαγές ως μόνη τράπεζα στην Ελλάδα την ΛΑΪΚΗ και οι μετοχές του που ήταν κατατεθειμένες στην Επενδυτική Τράπεζα Ελλάδος θα παραμείνουν εκεί, όπερ και εσυνέβη. δ. Επίσης, όλη η ακίνητη περιουσία του κ. Α. Βγενόπουλου ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ελεύθερη βαρών εξ υποθηκών ή προσημειώσεων και όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχω αντιληφθεί την παραμικρή ένδειξη πρόθεσης ή προσπάθειας αποξένωσης της περιουσίας του.» 78. Η δήλωση του Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο Ανδρέας Βγενόπουλος δεν γνώριζε «το γεγονός ότι οι [κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων] 'δραστηριότητες' τους έχουν γίνει γνωστές με κάθε λεπτομέρεια στο τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο που είχε παυθεί το Μάρτιο του 2013 ή στη Διαχειρίστρια». 79. Από την άλλη η ύπαρξη της ίδιας της αγωγής έγινε παγκοίνως γνωστή . (βλέπε Τεκμήριο ΦΚ 12 μέχρι Τεκμήριο ΦΚ 17Γ και το τεκμήριο ΦΚ 20) . Η ύπαρξη της έγινε γνωστή έστω και αν οι Ενάγοντες επεδίωξαν να την αποκρύψουν από τους Εναγόμενους (βλέπε την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 5.3.2013 Τεκμήριο ΦΚ 18 σε απάντηση της επιστολής του Εναγόμενου 1 προς το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων και άλλων (Τεκμήριο ΦΚ 19) όπου κατά τρόπο παραπειστικό επιφυλάσσεται το δικαίωμα των Εναγόντων για έναρξη δικαστικών μέτρων χωρίς να αποκαλύπτουν ότι υφίστατο ήδη η Αγωγή 8400/12). Αλλά και αυτή η προσπάθεια απόκρυψης στις 5/3/13 ήταν στην ουσία «καμπανάκι» προς τους Ενάγοντες να αναμένουν δικαστικά μέτρα. 80. Επομένως οι Ενάγοντες προφανώς ψεύδονται όταν ισχυρίζονται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις και πείθουν το δικαστήριο η Αίτηση να ακουστεί μονομερώς για να μην δοθεί ενημέρωση των προθέσεων τους προς τους Εναγόμενους. 81. Στην Αγγλική υπόθεση Cherney v Neuman [2009] EWHC 1743 (Ch) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Delay in making an application after proceedings have commenced is obviously much more significant because on any view the defendant by then knows of the claim against him. If in truth his assets are at risk of dissipation or secretion so that an eventual judgment is likely to go unsatisfied, the risk may well have crystallised before the (delayed) application is made. And if it is made at this late stage it is almost inevitable that it will have to be made on notice. Any argument that it should still be without notice so as to preserve secrecy is likely to fail. The making of a claim against the defendant is, by definition, no longer a secret. That being so, if the defendant needed further notice of the claimant's intentions, as an encouragement to dissipate, he will have had it before the application is heard; In such circumstances, the direct consequences of delay may be two-fold: (
  1. c)If a delay at this stage is prolonged and there is no justification for it, it can amount to evidence that the claimant does not genuinely believe that there is a real risk of dissipation which requires to be safeguarded against by an injunction - or that the factors said to demonstrate such a risk are not as persuasive as they first appear; (
  2. d)But also, if in truth there was a real risk of dissipation, a fortiori that risk has been present since at least the issue of proceedings and would have been likely to materialise in the form of actual dissipation or secretion at any time thereafter. There is no reason why, on this hypothesis, the defendant should wait before dissipating or only dissipate once he has notice of the application for an injunction. And in any event even if he was not spurred into action before the making of the application the dissipation could be completed before that application was heard. If so, any injunctive relief then to be granted is likely to be pointless and therefore unjustified." 82. Στην Αγγλική υπόθεση του Supreme Court ήτοι η Jain v Trent Strategic Health Authority [2009] 1 Αll. E.R 957 ο Lord Neuberger αναφέρει τα ακόλουθα: «Furthermore, it is wholly unsatisfactory for an applicant to contend before the Judge that an application must be heard at once without any, or even very limited, notice to the respondent, in circumstances where the applicant has been preparing the application for some time, and could therefore have given notice, possibly only of an informal nature, to the respondent to warn that the application was being, or even might be, made». 83. Αν ανατρέξουμε στην παρ. 250 της ΕΔΑΓ και 1.15 του Σκελετού Αγόρευσης τους για εξασφάλιση του Διατάγματος καθίσταται σαφές ότι οι Ενάγοντες προετοίμαζαν την Αίτηση και σε χρόνο που η ύπαρξη της αγωγής ήταν ήδη γνωστή. Μοναδική δικονομική λύση επομένως ήταν η δια κλήσεως αίτηση. 84. Αν ο φόβος ήταν πως οι Εναγόμενοι θα απέκρυπταν τα περιουσιακά τους στοιχεία αν μάθαιναν για την αγωγή τότε το Διάταγμα εξασφαλίστηκε μάταια γιατί ήδη οι Εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη της αγωγής από καιρού και θα είχαν δράσει. 85. Από την επιστολή του κ. Χριστοδουλάκη που παρουσιάζεται ως Τεκμήριο ΦΚ 20 προέκυπτε ότι «η περιουσιακή κατάσταση του κ. Α. Βγενόπουλου είναι απολύτως διαφανής και επισήμως γνωστή διαχρονικά, αφού εκ του νόμου υποχρεούται κατ΄ έτος να υποβάλλει τα σχετικά στοιχεία σε ειδική δήλωση 'πόθεν έσχες' στις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές εις την οποία συμπεριλαμβάνονται και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του εκτός Ελλάδος.» 86. Η επιστολή του Εμμανουήλ Χριστοδουλάκη επιβεβαιώνει ότι ουδείς κίνδυνος για τα δικαιώματα των Αιτητών συντρέχει ακόμη και για την απίθανη περίπτωση που θα δικαιώνονταν οι Αιτητές. Ο Εμμ. Χριστοδουλάκης δηλώνει και επιπροσθέτως αποδεικνύεται από σχετικό αποδεικτικό της τράπεζας ότι ο Ανδρέας Βγενόπουλος εξακολούθησε να διατηρεί το χαρτοφυλάκιο των εισηγμένων μετοχών του, περιλαμβανομένου του συνόλου της μετοχικής του συμμετοχής στη Εναγομένη 12 και την Τράπεζα, η αξία του οποίου χαρτοφυλακίου ακόμη και με τρέχουσες αγοραίες αξίες ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, στη θυγατρική της Τράπεζας «Επενδυτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.», στην οποία διατηρεί Λογαριασμό Χειριστή και μέσω της οποίας διενεργεί συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αθηνών και σε άλλες οργανωμένες αγορές μετά την αποχώρηση του από την Προεδρία της Τράπεζας, ακόμη και στο μέσον της οξύτατης αντιπαράθεσης του τόσο με την Τράπεζα όσο και με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Εναγόμενος 1 εξακολουθεί να διενεργεί τις τραπεζικές του συναλλαγές στην Ελλάδα μέσω των καταστημάτων της Τράπεζας που ήδη μεταβιβάσθηκαν στην «Τράπεζα Πειραιώς». 87. Επίσης, όπως δηλώνει ο Εμμ. Χριστοδουλάκης, «όλη η ακίνητη περιουσία του κ. Α. Βγενόπουλου ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα ελεύθερη βαρών εξ υποθηκών ή προσημειώσεων και όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχω αντιληφθεί την παραμικρή ένδειξη πρόθεσης ή προσπάθειας αποξένωσης της περιουσίας του». 88. Επιπλέον ουδείς κίνδυνος συνέτρεχε, ο οποίος να δικαιολογεί ειδικώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος κατά του Εναγομένου 2 Ευθυμίου Μπουλούτα και του Εναγομένου 3 Κυριάκου Μάγειρα. 89. Ο Ευάγγελος Ξυνός, ο οποίος εδήλωσε με επιστολή ημερομ. 5.6.2013 (Τεκμήριο ΦΚ 21) ότι είναι Οικονομολόγος - Λογιστής α' τάξης, μοναδικός υπεύθυνος κατά τον νόμο, προς την ελληνική φορολογική αρχή, για την ορθή σύνταξη και υποβολή όλων των φορολογικών δηλώσεων του Ευθυμίου Μπουλούτα, εδήλωσε ότι: «Η ακίνητη περιουσία του κου Μπουλούτα έχει καταχωρηθεί και έχει οριστικοποιηθεί μέχρι 31/12/2012, στο ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο του Υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδας. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν υπάρχει μεταβολή της ακίνητης περιουσίας του κου Μπουλούτα.» 90. Επίσης, ο Γεώργιος Νικολάου, ο οποίος εδήλωσε με επιστολή ημερομ. 6.6.2013 (Τεκμήριο ΦΚ 22) ότι είναι λογιστής α' τάξης, συνεργάζεται με τον Κυριάκο Μάγειρα ως λογιστής και κατά συνέπεια είναι υπεύθυνος σύνταξης και υποβολής τόσο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του ιδίου και της συζύγου του, όσο και της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης («Πόθεν Έσχες») του Ν. 3213/2003 επέστησε την προσοχή «στο γεγονός ότι ο κ. Μάγειρας [.] από το 2006 μέχρι σήμερα στέλνει κάθε έτος την δήλωση περιουσιακής κατάστασης στη Γ' Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης». 91. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω η περιουσία των Εναγόμενων είναι γνωστή και δημοσιευμένη στις Ελληνικές Αρχές και έχει παραμείνει αναλλοίωτη παρά το ότι γνώριζαν για την Αγωγή πριν τους επιδοθεί το Διάταγμα. 89. Περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν εξηγούν γιατί φοβούνται τη κρυφή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων αφού αυτά τα περιουσιακά στοιχεία ήταν δηλωμένα και γνωστά σε όλους και επομένως θα ήταν εύκολη και άμεση η εξακρίβωση τέτοιας ενέργειας. Οι Ενάγοντες για να αιτιολογήσουν το επείγον του θέματος δεν αποκάλυψαν στο δικαστήριο ότι: 1. Ο Εναγόμενος 1 προβαίνει σε δήλωση «πόθεν έσχες» στις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές. Η υποχρέωση αυτή διέπεται κυρίως από το Ν. 3013/2003 και επομένως υπάρχει αρχείο της περιουσίας του. Περαιτέρω με Ανακοίνωση του στον τύπο την 6.12.2012 δήλωσε ότι παραιτείται από την προστασία περί «προσωπικών δεδομένων» και ζητεί από τη Διοίκηση της Τράπεζας να δώσει άμεσα αυτά τα στοιχεία όχι μόνον στην Επιτροπή Θεσμών αλλά και στη δημοσιότητα (βλέπε Τεκμήριο ΦΚ34 - Τεκμήριο ΦΚ37. 2. Η ακίνητη περιουσία του Εναγομένου 2 έχει καταχωρηθεί και έχει οριστικοποιηθεί μέχρι 31/12/2012, στο ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο του Υπουργείου Οικονομικών της Ελλάδας. 3. Ο Εναγόμενος 3 έχει λάβει από τους Ενάγοντες χρηματοδότηση οπότε οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους (στον σχετικό δανειακό φάκελο) εκκαθαριστικό σημείωμα της αρμόδιας φορολογικής αρχής από το οποίον προκύπτουν τα εισοδήματα και τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία σύμφωνα με την δήλωση φόρου εισοδήματος. Επομένως αν ο εναγόμενος 3 προέβαινε σε αποξένωση εύκολα εντοπιζόταν. Αν το δικαστήριο γνώριζε τα ανωτέρω δεν θα εξέδιδε τα Διατάγματα.» Κατέληξε δε ο κ. Χαβιαράς σε σχέση με τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις του άρθρου 9 ως ακολούθως: «93. Εν κατακλείδι: · ο χρόνος που διέρρευσε από την αποχώρηση των εναγομένων από τη Τράπεζα μέχρι τον Απρίλιο 2013 δεν δικαιολογούσε εξέταση μονομερώς της Αίτησης · η κοινώς γνωστή ύπαρξη της αγωγής πολύ πριν την Αίτηση απέκλειε μονομερές αίτημα για διάταγμα με τη δικαιολογία να μην πληροφορηθούν οι εναγόμενοι τις προθέσεις των εναγόντων ώστε να μην αποξενώσουν τη περιουσία τους και · η δημοσιευμένη κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων απέκλειε τη πιθανότητα δόλιας απόκρυψης περιουσίας αν πληροφορούνταν την Αίτηση 94. Η έλλειψη επομένως του επείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου από μόνη της οδηγεί αναπόφευκτα, σε ακύρωση του Διατάγματος. 95. Στην υπόθεση Χ'Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207 λέχθηκε: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.».
  1. Εισηγούμαι ότι από τα προλεχθέντα δεν υπήρχε καμία δικαιολογία γιατί να μην ειδοποιηθούν οι Εναγόμενοι και να ακουστεί η αίτηση δια κλήσεως.
  2. Οι Ενάγοντες προσπαθούν να αποφύγουν το κώλυμα του επείγοντος παραπέμποντας σε νομολογία και μεταξύ άλλων στην Χριστοδούλου v. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475 όπου λέχθηκαν τα εξής: «... το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Αυτή όμως η απόφαση δεν έχει καμιά σχέση με τα δικά μας γεγονότα. Στην Χριστοδούλου v. Vraets ο αιτητής είχε «πρόσφατη πληροφόρηση .... ότι ο εφεσείων είχε χρήματα στις εν λόγω τράπεζες» και τούτο «κατέστησε δυνατή την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για δέσμευση τους και προσέδιδε στις ενέργειες του αυτές το αντίκρυσμα το οποίο δεν θα μπορούσαν να είχαν προηγουμένως» .Εν όψει τούτου (της πληροφόρησης δηλαδή για την ύπαρξη περιουσίας) απέκτησε τη δυνατότητα να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία. Στη δική μας περίπτωση οι Ενάγοντες γνωρίζουν τα γεγονότα από τις αρχές του 2012 και αποφασίζουν από τον Νοέμβριο του 2012 ότι θα επιδιώξουν προσωρινό διάταγμα (το λένε σαφώς στην αγόρευση τους). Άρα η απόφαση τους δεν εξαρτιόταν από τον εντοπισμό περιουσίας των εναγομένων αλλά από τη δική τους σπουδή στην ετοιμασία της αίτησης. Και εδώ ακριβώς παρουσιάζεται το κενό στην υπόθεση των Εναγόντων που αναλύεται ως εξής: · Γνωρίζουν το περιεχόμενο των εσωτερικών εκθέσεων από τις αρχές 2012 · Καθυστερούν μέχρι τον Νοέμβριο 2012 για να καταχωρήσουν την αγωγή αλλά τον Νοέμβριο του 2012 είναι πεπεισμένοι ότι πρέπει να επιδιώξουν διάταγμα · Γνώριζαν πάντα ότι οι εναγόμενοι έχουν περιουσία είτε από το πόθεν έσχες είτε από αιτήσεις δανείων όπως ειδικότερα αναλύεται σε άλλα σημεία της αγόρευσης μας. Επομένως το ratio decidenti της Χριστοδούλου v. Vraets (αλλά βεβαίως και της άλλης παρόμοιας νομολογίας) δεν έχει εφαρμογή στα δικά μας γεγονότα και δεν βοηθά τους Ενάγοντες.
  1. Για το θέμα « των άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων» είναι η ρητή παραδοχή των Εναγόντων ότι η Τράπεζα τον Νοέμβριο του 2012 σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσει ότι εάν η Αγωγή επιτύχει θα πρέπει να υπάρχει το μέγιστο δυνατό αντίκρισμα για να ικανοποιηθεί και τούτο θα το εξασφάλιζε με μονομερή αίτηση για το Διάταγμα. Περαιτέρω η θέση της Τράπεζας είναι ότι η διαδικασία προετοιμασίας της Αίτησης ήταν αναπόφευκτα κοπιαστική, δύσκολη και παρατεταμένη «και έπρεπε να συνεργαστούν πάρα πολλά πρόσωπα εντός και εκτός της Αιτήτριας για να πάρει την τελική της μορφή, ώστε να φθάσουν σε ένα σημείο όπου η Αίτηση θα μπορούσε να ετοιμαστεί στα ορθά πλαίσια».
  2. Αυτή η θέση σημαίνει ότι η Τράπεζα ανέλαβε τον κίνδυνο να διαρρεύσει η πληροφορία για την ύπαρξη της Αγωγής προκειμένου, όπως η ίδια λέγει, να ετοιμάσει την Αίτηση καλύτερα.
  3. Όταν οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ενήργησαν «Έχοντας κυρίως υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση ενεργούσαν και τις ειδικές περιστάσεις της όλης υπόθεσης» απλά χρησιμοποιούν λεκτικό που εντόπισαν σε συναφή νομολογία χωρίς όμως να προσφέρουν μαρτυρία που να υπάγει τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης στα δεδομένα εκείνης της νομολογίας. Παραδείγματος χάριν κάνουν αναφορά στην Μάριος Αποστόλου ν. Ροδούλα Ιωάννου Έφεση Αρ. 20/2010, 3/4/2012 στην οποία λέχθηκε "., όμως το στοιχείο του χρόνου, δεν είναι και ο μόνος παράγων που μπορεί να επιδράσει θετικά στο Δικαστήριο για την έκδοση μονομερούς διατάγματος. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 ρητά αναφέρει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται όταν αποδειχθεί είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση. Εδώ, συνιστούσαν ιδιαίτερες περιστάσεις οι εύλογοι φόβοι τους οποίους είχε εκφράσει η εφεσίβλητη ότι τυχόν επίδοση της αίτησης θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για αποξένωση περιουσίας, οπότε και το αίτημά της για διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.Όπως δε αναφέρθηκε και στην απόφαση στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί." 101. Οι αόρισ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.