ALPHA BANK LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Β. ΤΣΕΡΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής 8648/2000, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8648/2000 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED Ενάγοντες και 1.ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Β. ΤΣΕΡΙΩΤΗΣ 2.ΘΕΟΝΙΤΣΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΕΡΙΩΤΗ Εναγομένων και ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Μεσεγγυούχων 14.5.2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Δ. Καρή, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Καθ'ων η αίτηση: κ. Χρ. Χριστάκη με κα Α. Παναγιώτου Για τους Μεσεγγυούχους: κα Ράνια Χαραλάμπους, για Χρυσαφίνης Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με τη δια κλήσεως αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, ημερ. 20.9.2012, για έκδοση Διατάγματος Κατάσχεσης Χρημάτων εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment), Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, ημερομηνίας 20/9/12, οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούνː «[Α] Άδεια παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος κατασχέσεως χρημάτων (Writ of Attachment) τα οποία ο Εναγόμενος αρ.1 έχει να λαμβάνει από την εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ (πρώην BP CYPRUS LTD) μεσεγγυούχων και διατάττον τους μεσεγγυούχους όπως μη παραιτηθούν της φυλάξεως των χρημάτων μέχρι του ποσού ικανοποιήσεως της απαιτήσεως των Εναγόντων - Αιτητών εις την εν λόγω αγωγήν. [Β] Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα όπως το ποσό εις χείρας των μεσεγγυούχων ή μέρος αυτού διατεθεί προς μερική εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγόντων και των εξόδων της παρούσας αγωγής. [Γ] Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. [Δ] Έξοδα της παρούσης αιτήσεως, έξοδα ιδιωτικής επιδόσεως πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 4, 9, 73 - 81 και επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.43 και Δ.48, θ.θ. 2, 7 και
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») του κου Άδωνη Σάββα, ημερ. 20.9.2012, ο οποίος δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβει στην εν λόγω Ε/Δ. Όπως σημειώνεται στην Ε/Δ του κου Σάββα - «
- Κατά ή περί την 2/11/2000 εξεδόθη απόφαση υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως οι Εναγόμενοι 1 και 2 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους Ενάγοντες το ποσό των €13424,48 (ΛΚ. 7.857,00) με τόκο επ' αυτού 9% το χρόνο επί του ποσού των €13.424,48 (ΛΚ. 7.857,00) από 1/1/2000 μέχρι εξοφλήσεως και €45.153,67 (ΛΚ 26.427,27) με τόκο 9% το χρόνο επ' αυτού από 1/1/2000 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €627,31 (ΛΚ367,15) με τόκο επ' αυτού 8% το χρόνο από 7/9/2000 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, έξοδα αποφάσεως, πλέον 10% ΦΠΑ και €6.83 (ΛΚ4,00) έξοδα επίδοσης. Αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως επισυνάπτεται και σημειούται ως Τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό έναντι της εν λόγω αποφάσεως, τόκων και εξόδων, εξακολουθούν δε να οφείλουν στους Ενάγοντες ολόκληρο το ποσό της αποφάσεως, τόκων και εξόδων.
- Η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ η οποία κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2002 εξαγόρασε και/ή ανέλαβε τη διεξαγωγή των εργασιών της BP Cyprus Ltd, οφείλει στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €19.478,06 ως ετήσιο ενοίκιο για το έτος 2012 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης πρατηρίου υγρών καυσίμων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω σαν Τεκμήριο
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ δεν πλήρωσαν ακόμα το ρηθέν ποσό στον πιο πάνω Εναγόμενο 1 και το ρηθέν ποσόν ευρίσκεται ακόμα στην κατοχή και/ή τον έλεγχον της πιο πάνω εταιρείας.
- Πιστεύω ότι είναι ορθόν και δίκαιο όπως δοθεί άδεια για έκδοση διατάγματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου για το ποσόν των €16.744,29 ούτως ώστε το ρηθέν ποσό να πληρωθεί εις τους Ενάγοντες έναντι της αποφάσεως της ως άνω αγωγής.». Στις 4.11.2013, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ημερ. 1.11.2013, κατατέθηκε Ειδοποίηση Ένστασης από τον Εναγόμενο αρ. 1 στην υπό κρίση αίτηση των Εναγόντων. Προηγούμενη Ειδοποίηση Ένστασης, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 25.10.2013 χωρίς να εξασφαλισθεί εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε όπως αγνοηθεί (βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 1.11.2013). Οι λόγοι ένστασης που δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση Ένστασης είναι συνολικά 18ː «(α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη. (β) Η αίτηση των εναγόντων δεν στηρίζεται σε ορθή και/ή επαρκή νομική βάση και/ή δεν γίνεται ορθή αναφορά των σχετικών Νόμων και επομένως η αίτηση είναι ελλειπής. Πρόσθετα η αίτηση δεν είναι εναρκτήρια ως θα έπρεπε αλλά ενδιάμεση. (γ) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (δ) Οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με την υποθήκη με αρ. Υ4201/97 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ημερ. 1/7/97 αρ. εγγραφής 4383, Φ/Σχ. XXXVI 1.42.ΐν,Τεμ. 793, Χωρίου Πρόδρομος, Λεμεσού, μερίδιον όλον. (ε) Δεν αποκαλύπτεται στην Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει και συνεπώς αποκρύπτεται σκοπίμως από το Δικαστήριο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στην απόφαση που εξέδωσε στις 2/11/00 στο πλαίσιο της αγωγής 8648/00 διέταξε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων ήτοι του τεμαχίου 793, Φ/Σχ. XXXV11.42.1V, Αρ. Εγγραφής 4383, Χωριόν Πρόδρομος, Λεμεσός, με την υποθήκη με αρ. Υ4201/97 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ημερ. 1/7/
- (στ) Το Διάταγμα και/ή οι θεραπείες που ζητούν οι ενάγοντες εάν εκδοθούν θα παραβιάζουν εν προκειμένω τα συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου 1 για αξιοπρεπή και ανθρώπινη διαβίωση χρησιμοποιώντας για τον σκοπό τούτο την περιουσίαι του η οποία μάλιστα, αποτελεί το μοναδικό βιοποριστικό έσοδο του Εναγόμενου
- (ζ) Η ζημιά και/ή βλάβη που θα υποστεί ο Εναγόμενος 1 από την έκδοση του διατάγματος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ζημιά ή βλάβη που τυχόν θα υποστούν οι Ενάγοντες από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (η) Στην Ένορκη Δήλωση του Σάββα Άδωνη που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία να καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (θ) Η αίτηση καταχωρήθηκε κακή τη πίστη και/ή εκδικητικά και/ή κακόβουλα. (ι) Δεν απεδείχθη ότι η Εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ τον Δεκέμβριο του 2002 ή οποτεδήποτε εξαγόρασε και/ή ανέλαβε την διεξαγωγή των εργασιών της Β. P. Cyprus Ltd με περαιτέρω συνέπεια να μην έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 είναι «δικαιούχος» εντός της έννοιας του άρθρου 73 του Κεφ.
- (ια) Οι ενάγοντες παραλείπουν να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- (ιβ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται με αποκλειστικό σκοπό όπως οι εναγόμενοι και/ή ένας έκαστος εξ' αυτών αναγκαστούν να καταβάλουν εφάπαξ το οφειλόμενο ποσό. (ιγ) Δεν γίνεται καμιά αναφορά στη διαζευκτική δυνατότητα παροχής επιπρόσθετης ασφάλειας για το χρέος ή συμβιβασμού κατά τρόπο που να ικανοποιεί τους αιτητές ή το Δικαστήριο. (ιδ) Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση, γίνεται απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την εν λόγω υπόθεση, γεγονός που συντείνει στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η απλή επισύναψη της δικαστικής απόφασης ημερ. 2/11/00 δεν είναι αρκετή. (ιε) Οι αιτητές αποκρύπτουν και δεν κάνουν καμία αναφορά στην παρόμοια αίτηση που καταχώρησαν στις 20/10/10, στο πλαίσιο της οποίας στις 2/11/2010 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την κατάσχεση εις χείρας των Μεσεγγυούχων ποσού €16.231,
- (ιστ) Η απόφαση ημερ. 2/11/00, Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του Σάββα Άδωνη ημερ. 20/9/12 δεν είναι σύμφωνη με την Δ.34 0.5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα δεν καθορίζεται ο χρόνος στις συμμόρφωσης. (ιζ) Το αιτούμενο διάταγμα, εάν εκδοθεί, θα αντίκειται στα άρθρα 8 και 9 του Συντάγματος, ένεκα των σοβαρότατων οικονομικών και προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο Εναγόμενος
- (ιη) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ στις απόρριψης στις αίτησης για λόγους που αφορούν και στις ιδιαίτερες προσωπικές " περιστάσεις και προβλήματα υγείας του Εναγομένου 1.». Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.43, 43Α, Δ.34 θ.5, Δ.48 Θ.1-4 2, 7 και 8, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60Άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 9, 73 - 81, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, άρθρα 3, 5 και 6, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση, ημερ. 4.11.2013, του Εναγομένου αρ. 1, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του σε ότι αφορά τα νομικά θέματα στα οποία κάνει αναφορά. Σπεύδω να παρατηρήσω ότι τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά ο Εναγόμενος αρ. 1 ουσιαστικά αφορούν ή/και καλύπτουν μόνο τους λόγους ένστασης υπό τις παραγράφους (ιζ) και (ιη) της Ένστασης, ως εκτίθενται ανωτέρω. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος δίδει λεπτομέρειες αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες και, ιδιαίτερα, τις συνθήκες υγείας του, οι οποίες τον οδήγησαν σε ανικανότητα να εργαστεί με αποτέλεσμα αυτός να περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Σχετική η εξής περικοπή: «
- Είμαι οικογενειάρχης, νυμφευμένος με δύο τέκνα το ένα εκ των οποίων είναι φοιτήτρια γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η οποία διαμένει μαζί μας. Η δε σύζυγος μου εργάζεται ως προσωρινή έκτακτη στο Υπουργείο Υγείας με πενιχρές απολαβές.
- Εδώ και κάποια χρόνια ταλανίζομαι από σοβαρότατα προβλήματα υγείας, αποτέλεσμα των οποίων ήταν τελικά να υποστώ ολική και μόνιμη ανικανότητα. Συγκεκριμένα, πάσχω από οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, έχω υποβληθεί προς τούτο σε εγχείριση ανοικτής καρδίας (τετραπλό bypass), και βρίσκομαι στην λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδίας, ενώ συν τοις άλλοις είμαι διαβητικός σε βαθμό που έγινα ινσουλινοεξαρτώμένος και εν τω μεταξύ υπέστην και εγκεφαλικό επεισόδιο. Προσεχώς θα χρειαστώ και εγχείριση στο σπόνδυλο. Επισυνάπτω σχετικά τα ακόλουθα τεκμήρια: (α) Τεκμήριο 1: Ιατρική Έκθεση του Δρ. Κώστα Ν. Τουφεξή, ημερ. 09/09/13 (β) Τεκμήριο 2: Ιατρική Έκθεση του Δρ. Μιχάλη Μυριανθεύς, ημερ. 18/06/13 (γ) Τεκμήριο 3: Ιατρική Βεβαίωση του Δρ. Μάριου Κασσιανίδη, ημερ. 29/05/13 (δ) Τεκμήριο 4: Ιατρική Έκθεση του Δρ. Φίλιππου Αλλαγιώτη, ημερ. 28/05/13
- Ως αποτέλεσμα των τραγικών και σοβαρότατων προβλημάτων της υγείας μου, έπαυσα να εργάζομαι και κρίθηκα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως ανίκανος αρχικά σε ποσοστό 75% και εν συνέχεια ως πλήρως ανίκανος προς εργασία. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5, Βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 24/11/
- Στη συνέχεια δε, κατά ή περί την 22/7/13 οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων τερμάτισαν από 1/7/13 την σύνταξη ανικανότητας μου με την αιτιολογία ότι δεν τους υπέβαλα κάποια ιατρικά πιστοποιητικά. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 την επιστολή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 22/7/
- Εναντίον της πιο πάνω απόφασης στις 26/7/13 υπέβαλα ένσταση η εξέταση της οποίας εκκρεμεί. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 την Ένστασης μου ημερ. 26/7/
- Ένεκα των πιο πάνω, περιήλθα σε δεινή οικονομική κατάσταση δημιουργώντας χρέη περί τις €200.
- Πλέον, καταφεύγοντας ενίοτε σε δανεικά από συγγενείς και φίλους αντεπεξέρχομαι στις καθημερινές μου υποχρεώσεις με τρομερή δυσκολία, και αδυνατώ να καλύψω τις βασικές οικογενειακές και προσωπικές ανάγκες μου, στις οποίες εμπίπτουν μεταξύ άλλων η φοίτηση της θυγατέρας μου, η ιατροφαρμακευτική μου περίθαλψη και οι δόσεις των τρεχόντων δανείων μου. Επισυνάπτω σχετικά τα ακόλουθα τεκμήρια: (α) Τεκμήριο 8: Βεβαίωση Φοίτησης της θυγατέρας μου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (β) Τεκμήριο 9: Επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ημερ.12/02/13 για καθυστερημένες πληρωμές. (γ) Τεκμήριο 10: Καταστάσεις Λογαριασμών στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού.
- Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, το εκδοθέν διάταγμα αποτελεί καταχρηστικό μέτρο και δεν είναι ορθό και δίκαιο και ούτε προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να συνεχίσει να ισχύει καθότι οι Ενάγοντες με την αίτηση τους επιχειρούν να παραβιάσουν και να στερήσουν τα νόμιμα και συνταγματικά δικαιώματά μου και συγκεκριμένα το δικαίωμα να απολαμβάνω και/ή χρησιμοποιώ και/ή αξιοποιώ το μοναδικό βιοποριστικό μου εισόδημα, με αποτέλεσμα να υποστώ σοβαρή οικονομική ζημιά, να τύχω απάνθρωπης, εν όψει των προβλημάτων υγείας μου, μεταχείρισης και να περιέλθω σε μη αξιοπρεπή διαβίωση.». Είναι φανερό ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 προβάλλει τις πιο πάνω προσωπικές, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, για να προωθήσει τον ισχυρισμό ότι η έκδοση της Διαταγής να πληρωθεί στην Ενάγουσα το αναφερόμενο στην υπό κρίση αίτηση ποσό που δικαιούται να λαμβάνει ο Εναγόμενος αρ. 1 από τον Μεσεγγυούχο, θα στερήσει στον Εναγόμενο το μοναδικό πόρο επιβίωσης του. Σχετική η ακόλουθη παράγραφος από την Ε/Δ του: «
- Το υπό κατάσχεση ποσό αποτελεί ουσιαστικά τον μοναδικό πόρο ζωής και επιβίωσης μου και η αποστέρηση του θα οδηγήσει εμένα και την οικογένεια μου σε πλήρη απώλεια του δικαιώματος για αξιοπρεπή διαβίωση και ταυτόχρονα και σε πλήρη αδυναμία να διατηρηθώ στη ζωή δεδομένου ότι θα καταστεί πλέον αδύνατη η αναγκαία για τη ζωή μου εγχείρηση μεταμόσχευσης καρδιάς όταν ειδοποιηθώ προς τούτο.». Οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν στις 27/1/2014, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, συμπληρωματική Ε/Δ (στο εξής «η Σ. Ε/Δ.») του κου Άδωνη Σάββα προς απάντηση των ισχυρισμών του Εναγομένου/Καθ'ου η Αίτηση αρ.
- Επισημαίνω συνοπτικά τα εξήςː (α) Oι Ενάγοντες δηλώνουν άγνοια, για τα προβλήματα υγείας του Εναγομένου αρ. 1, οι Ενάγοντες παρατηρούν ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε με την Ε/Δ του ημερ. 4.11.2013 φαίνεται να έχουν εκδοθεί μεταξύ 28/5/2013 και 9/9/2013, πράγμα που φανερώνει ότι τα προβλήματα αυτά προέκυψαν μετά τον Σεπτέμβριο 2012 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση (βλ. παρα. 6 της Σ. Ε/Δ κου Α. Σάββα). Ο τερματισμός από μέρους του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταβολής στον Εναγόμενο επιδόματος σχετικού με ανικανότητα για εργασία, δημιουργεί στους Ενάγοντες ερωτηματικά για την αλήθεια των ισχυρισμών του Εναγομένου αρ. 1 (βλ. παρα. 7 της Ε/Δ κου Α. Σάββα). Είναι εξάλλου αδιάφορο για την παρούσα διαδικασία το αποτέλεσμα της ένστασης που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καταχώρησε κατά της απόφασης του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. παρα. 8 της Ε/Δ κου Α. Σάββα). (β) Το Δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε μηνιαίες δόσεις καταβάλλει ο Εναγόμενος έναντι άλλων χρεών, εκτός εκείνων για τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα δικαστηρίων για την καταβολή τους. Στην Ε/Δ του ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν αναφέρει ότι καταβάλλει μηνιαίες δόσεις δυνάμει τέτοιων διαταγμάτων (βλ. παρα. 9 της Σ.Ε/Δ κου Α. Σάββα). (γ) Στο χρονικό διάστημα μεταξύ 4/12/2012 και 4/4/2013 υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ των Δικηγόρων του Εναγομένου αρ. 1 και των Δικηγόρων των Εναγόντων για διευθέτηση της υπόθεσης και υπεβλήθησαν εκατέρωθεν σχετικές προτάσεις διευθέτησης. Στις 6/3/2013 οι Δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν με τηλεομοιότυπο στους Δικηγόρους του Εναγομένου αρ. 1 πρόταση όπως ο Μεσεγγυούχος καταβάλει στους Ενάγοντες το 50% του συνολικού ποσού ήτοι €9.739,00 και το υπόλοιπο 50% να καταβληθεί στον Εναγόμενο αρ. 1 (η πρόταση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε στη Σ. Ε/Δ κου Α. Σάββα, ημερ. 27/1/2014). Οι Δικηγόροι του Εναγομένου αρ. 1 απέρριψαν την πρόταση και ζήτησαν στις 4/4/2013 χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση. (Βλ. παρα.10 (α) έως (στ) της Σ. Ε/Δ κου Α. Σάββα). Εν τέλει κατά την ημερομηνία της ακρόασης, οι Δικηγόροι του Ενάγοντα ζήτησαν να αποσυρθούν και ο Εναγόμενος αρ. 1 καθόρισε νέο δικηγόρο μόλις στις 4/11/
- Συνεπώς, ο μόνος που καθυστερεί και καταχράται την παρούσα διαδικασία είναι ο Εναγόμενος αρ. 1 (βλ. παρα. 10(στ) και (ι) της Σ. Α/Δ κου Α. Σάββα, ημερ. 27/1/2014). Η Σ. Ε/Δ του κ. Α. Σάββα, ημερ. 27/1/2014 απαντά και σε έναν έκαστο των υπολοίπων λόγων ένστασης που δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση Ένστασης, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν έδωσε στην Ε/Δ του οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυσή τους ή λεπτομέρειες γεγονότων στους οποίους στηρίζονταν. Αναφέρομαι ειδικότερα στους λόγους ένστασης ως είναι αριθμημένοι στην Ειδοποίηση Ένστασης υπό παρα. (α) έως (ιστ) και οι οποίοι απαντώνται στις παρα. 11(α) έως (στ) της Σ.Ε/Δ του κ. Α. Σάββα, ημερ. 27.1.
- Θα αναφερθώ σε αυτούς τους λόγους ένστασης σε μετέπειτα τμήμα της παρούσας απόφασης. ΙΙ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΩΣ ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Η ακρόση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των προμνησθεισών ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο συνηγόρων. Στο παρόν στάδιο κρίνω κατάλληλο να επισημάνω ότι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1, ο οποίος ανέλαβε τη νομική εκπροσώπησή του από 4/11/2013 καταχωρώντας την εν λόγω ημερομηνία σχετική Ειδοποίηση Αλλαγής δικηγόρου, αμφισβήτησε την ορθότητα της διαδικασίας που ακολουθείται από τους Ενάγοντες με την προώθηση της παρούσας αίτησης δια κλήσεως. Αν και αναγνώρισε ότι δεν δικογραφείται τέτοιος λόγος ένστασης στην Ειδοποίηση Ένστασης, εντούτοις θεωρεί το ζήτημα που εγείρει «δικαιοδοτικό», το οποίο το Δικαστήριο δύναται να αναλάβει να εξετάσει ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Παραθέτω την εισήγησή τουː «Με βάση το νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 73 έως 78, το Σύγγραμμα Halsbury's και τη νομολογία που θα σας δώσω αμέσως τώρα, σε τέτοιες περιπτώσεις καταχωρείται η μονομερής αίτηση, η οποία είναι ο εναρκτήριος τύπος, επί της οποίας το Δικαστήριο εξετάζει σε πρώτο στάδιο αν θα χορηγήσει το αιτούμενο διάταγμα κατάσχεσης, εν συνεχεία το Διάταγμα κατάσχεσης που εκδίδεται μαζί με τη μονομερή αίτηση επιδίδονται στο μεσεγγυούχο και σε όποιο άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Μέχρι εδώ είναι το στάδιο Garnish Order Nissi. Εν συνεχεία, αφού ακουστούν όλα αυτά τα πρόσωπα επί της μονομερούς αίτησης είναι που αποφασίζει το Δικαστήριο αν θα διατάξει την πληρωμή του κατασχεθέντος ποσού στον αιτητή. Δεν γίνονται δύο αιτήσεις που καταχωρούνται ταυτόχρονα την ίδια ημέρα όπως έπραξε η άλλη πλευρά. Δίδω αποφάσεις Εφετείου (Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 80/99) και επικαλείται δύο αγγλικές αποφάσεις και μία πρωτόδικη στην Αγωγή 374/08 όπου διαφαίνεται ότι η αίτηση είναι μία που υποβάλεται και είναι μονομερής, αλλά απλώς εξετάζεται αυτή η μονομερής αίτηση σε δύο στάδια (όπως ένα προσωρινό διάταγμα). Άρα η ενώπιον σας αίτηση είναι έξω από το πλαίσιο του Νόμου και μπορείτε να το δείτε αυτεπάγγελτα διότι είναι δικαιοδοτικό.». Επί της ουσίας της αίτησης, ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 επικέντρωσε την προσοχή του Δικαστηρίου στον λόγο ένστασης «α», ως η Ειδοποίηση Ένστασης, ότι δηλαδή «(α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη», λέγοντας ότι «Δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρχε χρέος προς είσπραξη». Εξειδίκευσε τον ισχυρισμό αυτό, κατά τρόπο που, οφείλω να παρατηρήσω, δεν είχε αναλυθεί προηγουμένως στην Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 1, λέγοντας τα εξήςː «[...] δεν μπορεί να γίνεται λόγος στην παρα. 4 της Ε/Δ των Αιτητών ότι οφείλεται ενοίκιο για το έτος 2012, διότι κατά το συμβόλαιο (Τεκμήριο 2) που παρουσίασε η άλλη πλευρά, τα έτη ενοικιάσεως ξεκινούν από 14.11.2000 και λήγουν 13 Νοεμβρίου εκάστου έτους. Άρα, η Εντιμότητα σας θα διαπιστώσει ότι, κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η μονομερής αίτηση 20.9.12, στη βάση του συμβολαίου ήταν ήδη πληρωμένο το ενοίκιο από 14.11.2011, το ενοίκιο που κάλυπτε την περίοδο 14.11.2011 μέχρι 13.11.
- Το δε επόμενο ενοίκιο της επόμενης περιόδου, ήτοι της περιόδου 14.11.2012 έως 13.11.2013, ήταν «due» - «πληρωτέο», με βάση τη συμφωνία που πλήρωσε η άλλη πλευρά στις 14.11.
- Είναι, λοιπόν, αντιληπτό ότι κατά το χρόνο υποβολής της επίδικης και της μονομερούς αίτησης και κατά το χρόνο που εκδόθηκε το μονομερές διάταγμα και κατά το χρόνο που επιδόθηκε αυτό στον μεσεγγυούχο, το μεν ενοίκιο της περιόδου 14.11.2011 έως 13.11.2012 είχε ήδη πληρωθεί, το δε ενοίκιο της περιόδου 14.11.2012 έως 13.11.2013 δεν ήρθε ακόμη η ώρα του να πληρωθεί.». Παραπέμποντας το Δικαστήριο στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 17, 4η έκδοση, στις παρα. 527 και 535, και Barnet -v- Eastman
(1898)67 QB 517, όπως υιοθετήθηκε σε άλλη Καναδική απόφαση Access Mortgage Group Ltd -v- Steward
(1984)737 BCCA, ο συνήγορος του Εναγομένου υπέδειξε πως από τη νομολογία διασαφηνίζεται ότι το αντικείμενο της μεσεγγύησης, το χρέος εν προκειμένω, πρέπει να είναι υπαρκτό, κατά το χρόνο έκδοσης του Διατάγματος κατάσχεσης. Δεν μπορεί, δηλαδή, να ζητείται κατάσχεση ενοικίου πριν την ημερομηνία λήξης καταβολής του, διότι, μέχρι εκείνο το χρόνο που ζητείται η κατάσχεση του, δεν μπορεί να θεωρείται βέβαιο χρέος που θα ακολουθήσει στο μέλλον. Και η λογική, επεσήμανε ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1, είναι η εξήςː Ο ενοικιαστής μπορεί ανά πάσα στιγμή να τερματίσει τη σύμβαση και να φύγει. Άρα αν το ενοίκιο είναι προπληρωτέο, ο ενοικιαστής σε τέτοια περίπτωση δεν υποχρεούται να καταβάλει στον ιδιοκτήτη το ενοίκιο του μηνός, αλλά αποζημιώσεις, οι οποίες εξαιρούνται από του αν ο ιδιοκτήτης μετά την αποχώρηση του ενοικιαστή βάλει άλλον μέσα. Ενοίκια που καταβάλλονται προπληρωτέα, δεν θεωρούνται χρέος μέχρις ότου παρέλθει η προβλεπόμενη στο συμβόλαιο ημερομηνία καταβολής / προπληρωμής. Διότι μέχρι τότε δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης να κινήσει αγωγή για οφειλόμενο ενοίκιο, ώστε να υπάρχει η σχέση μεταξύ Μεσεγγυούχου και Εναγόμενου αρ. 1, εν προκειμένω, Χρεώστη και Πιστωτή. Υπό το φως της προμνησθείσας νομολογίας, ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση αίτηση είναι πρόωρη και αβάσιμη. Έθεσε, συγχρόνως, προς το Δικαστήριο τον εξής προβληματισμόː «[...] υπό το φως του συμβολαίου (Τεκμήριο 2) αλλά και της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, παρα. 4 αυτής, δεν διασαφηνίζεται καν από τον Ενόρκως δηλούντα το ενοίκιο ποιας περιόδου είναι που ισχυρίζεται ότι οφείλεται όταν αναφέρει το ενοίκιο του έτους
- Είναι της περιόδου 14.11.2011 έως 13.11.2012; Διότι τέτοια περίοδος καλύπτει 11 μήνες του
- Ή είναι της περιόδου 14.11.2012 - 13.11.2013 που καλύπτει ένα μήνα του 2012 αυτή η περίοδος;». Περαιτέρω, ο συνήγορος του Εναγομένου επεσήμανε ότι απαιτείται να είναι υπαρκτό το χρέος τόσο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης όσο και κατά το χρόνο έκδοσης του μονομερούς διατάγματος, αλλά και κατά το χρόνο επίδοσής του. Παρέπεμψε συναφώς σε δύο πρωτόδικες Κυπριακές αποφάσεις που δόθηκαν στην Αγωγή 2988/05 και Αγωγή 3770/
- Τέλος, ο συνήγορος του Εναγομένου παρατήρησε ότι ενώ στην παρα. 4 της αρχικής Ε/Δ του κ. Α. Σάββα που υποστηρίζει την αίτηση, γίνεται λόγος ότι το οφειλόμενο ενοίκιο είναι €19.478,06, στην ίδια ένορκη δήλωση ζητούν από το Δικαστήριο να διατάξει την πληρωμή στους Αιτητές ποσού €16.744,29 και στη δε Σ.Ε/Δ του κ. Α. Σάββα ζητούν την πληρωμή άλλου ποσού και συγκεκριμένα ποσού €19.478,
- Ο επόμενος λόγος ένστασης στον οποίο εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 αφορά στις αποκρύψεις ουσιωδών γεγονότων που κατ' ισχυρισμό έχουν κάνει οι Ενάγοντες τόσο στη μονομερή αίτηση όσο και στη δια κλήσεως άιτηση, ημερομηνίας 20/9/
- Σημειώνοντας ότι η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης εμπίπτει στο δίκαιο της επιείκειας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι αποκρύψεις που εξειδικεύονται στην Ειδοποίηση Ένστασης είναι μοιραίες για την έκβαση της αίτησης. Υιοθετώντας και τους λοιπούς λόγους ένστασης που αναφέρονται στην Ειδοποίηση Ένστασης, ο συνήγορος του Εναγομένου εισηγήθηκε, καταληκτικά, ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου Διατάγματος τότε και πάλιν το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση υπό το φως των προσωπικών συνθηκών του Εναγόμενου αρ.
- Ερμήνευσε ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 ως παραδοχή από μέρους των Εναγόντων - Αιτητών της πιθανότητας να αποστερηθεί ο Εναγόμενος της δυνατότητας να διαβιώνει αξιοπρεπώς, μέσω της πρότασης που έκαναν στον Εναγόμενο για διευθέτηση της αίτησης με το να λάβουν από τους μεσεγγυούχους μόνο το μισό του ενοικίου. Ισχυρίστηκε, δε, πως με όσα αναφέρονται στην παρα. 11(θ) της Σ.Ε/Δ του κου Α. Σάββα, οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι ακόμη και τώρα περιορίζουν την αίτηση τους σ' αυτό το ποσό. Απαντώντας στα όσα ανωτέρω εισηγήθηκε με την προφορική του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1, η συνήγορος των Εναγόντων τα απέρριψε επισημαίνοντας ότι ούτε στην Ειδοποίηση Ένστασης αλλά ούτε στην Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 1 που τη συνοδεύει δεν αναφέρεται οτιδήποτε περί του ότι δεν είναι υπαρκτό το εν λόγω χρέος. Δεν είναι δικογραφημένος τέτοιος λόγος ένστασης και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που αναπτύσσει στη γραπτή της αγόρευση, είναι η θέση της ότι υπάρχει το χρέος με βάση τη συμφωνία ενοικίασης και το χρέος αυτό οφείλεται από τους μεσεγγυούχους στον Εναγόμενο. Επεσήμανε περαιτέρω ότι οι ίδιοι οι Μεσεγγυούχοι ανέφεραν κατ' επανάληψη στο Δικαστήριο ότι κρατούν αυτό το ενοίκιο και ότι είναι έτοιμοι να πράξουν όπως διατάξει το Δικαστήριο. Εξάλλου, στην ex parte αίτηση ο Εναγόμενος δέχθηκε το Διάταγμα για €19.478,06 και είναι το ίδιο ποσό που ζητούν και σήμερα. Υπεραμύνθηκε της ορθότητας της διαδικασίας, παραπέμποντας σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις, στην Αγωγή 943/05 και την Αγωγή 3770/
- III ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΙΙΙ.(i) Αναφορικά με την ακολουθητέα διαδικασία Εξετάζω το θέμα πρώτο, λόγω και του στοιχείου δικαιοδοτικού χαρακτήρα που εμπεριέχει (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.2) για την Έκδοση Διατάγματος Certiorari
(1999)1Α (Α.Α.Δ) 711). Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η κατάσχεση εις χείρας τρίτου είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Συγκεκριμένα ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει στο ΜΕΡΟΣ VII, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ, άρθρα 73, 74 και 78, τα ακόλουθα: «Ένταλμα κατάσχεσης κινητών ή χρεών στα χέρια τρίτου
- Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω. Επίδοση και συνέπειες του εντάλματος
- Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Διάθεση της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δυναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.». Θεωρώ χρήσιμη, για την κατανόηση της διαδικασίας που περιγράφεται στα ανωτέρω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, την παραπομπή στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδες 331 και 332, όπου, με αναφορά στη RSC Ord.49 ("Garnishee Proceedings"), επεξηγείται ότι η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου διαλαμβάνει δυο στάδιαː (α) Το πρώτο στάδιο (που όπως το αντιλαμβάνομαι αντιστοιχεί στα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 73 και 74 του Κεφ. 6, ανωτέρω) αφορά στην εξασφάλιση από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. (β) Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας (που όπως το αντιλαμβάνομαι αντιστοιχεί στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 78 του Κεφ. 6, ανωτέρω) εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε στον εξ' αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Την πιο πάνω δίπτυχη διαδικασία περιέγραψε και ο Ναθαναήλ, Δ. στην Αγωγή 8289/92 (πρωτόδικη απόφαση ημερ. 26.6.95), με παραπομπή στις αποφάσεις F. Hoffman-La Roche and Co A.G. ν Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited κ.α.
(1969)1 CLR 106 και Choice Investments Ltd v. Jeromnimon Midland Bank Ltd
(1981)1 W.L.R. 80. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση F. Hoffman-La Roche and Co A.G. ν Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited κ.α.
(1969)1 CLR 106, 113: «Section 73 to 81, Part VII of the Civil Procedure Law, Cap. 6 provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the court after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.». Βασικά, γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι υπάρχουν δύο στάδια στην όλη διαδικασία, ήτοι το προσωρινό διάταγμα (garnishee order nisi) και το απόλυτο διάταγμα (garnishee order absolute), κατ' αναλογίαν των όσων εφαρμόζονται στην Αγγλία. Αν και οι πρωτόδικες αποφάσεις δεν είναι δεσμευτικές, εντούτοις καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από αυτές. Παρατίθεται, συναφώς, το εξής σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ναθαναήλ, Δ., στην Αγωγή 8289/92: «Παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι λέξεις "nisi" και "absolute" στη δική μας νομοθεσία, εντούτοις η διαδικασία που προβλέπεται από το μέρος VII του Κεφ. 6, είναι παρόμοια εφόσον εκδίδεται ένα ένταλμα μεσεγγύησης επί προσωρινής βάσεως που απευθύνεται προς τον μεσεγγυούχο, παγοποιώντας τα χρήματα που βρίσκονται στα χέρια του μέχρις ότου το Δικαστήριο, αφού ακούσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διατάξει είτε την πληρωμή των χρημάτων στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή την άρση του διατάγματος ή οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις.». Όπως εξηγείται σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης, «. μόλις το "garnishee order nisi" επιδοθεί στον Μεσεγγυούχο, αυτό επενεργεί ως ένα απαγορευτικό διάταγμα, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την πληρωμή των χρημάτων .». Δημιουργείται, δηλαδή, μια επιβάρυνση υπέρ του εξ αποφάσεως πιστωτή επί της επίδικης κινητής ιδιοκτησίας, η οποία πλέον υπόκειται σε μεσεγγύηση. Τούτο προκύπτει ουσιαστικά από το άρθρο 74 του Κεφ. 6, ανωτέρω. Παρά τον προσωρινό ή/και απαγορευτικό χαρακτήρα του διατάγματος τύπου "garnishee order nisi" που εκδίδεται συμφώνως προς τα άρθρα 73 και 74 του Κεφ. 6, διασαφηνίζεται από τη νομολογία ότι η φύση της διαδικασίας για την έκδοσή του δεν θα πρέπει να θεωρείται ενδιάμεση διαδικασία. Σχετικά τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση ημερ. 6.5.1999 αναφορικά με την Αίτηση αρ. 27/99 για προνομιακό ένταλμα Certiorari στην υπόθεση Heatron Co. Ltd. v. B.M. Rising Engineering Works Ltd: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ΄ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc, Πολ. Εφεση 9423 ημερ. 28.1.
- Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Όπως το αντιλαμβάνομαι, η δικαστική διεργασία για οριστικοποίηση του garnishee order nisi βάσει των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 74, κατόπιν επίδοσης στον μεσεγγυούχο του διατάγματος που εκδόθηκε στη βάση μονομερούς αίτησης δυνάμει του άρθρου 73, δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα της αίτησης ως εναρκτήριας. Σε ό,τι δε αφορά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 78 του Κεφ. 6, παρατηρώ ότι στο εν λόγω άρθρο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε προϋπόθεση υποβολής νέας ή ξεχωριστής αίτησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή (εν προκειμένω από τους Ενάγοντες) για την έκδοσή του. Απεναντίας, προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 78, συγκρίνοντάς το με το λεκτικό του άρθρου 73, ότι είναι το Δικαστήριο που κινεί τη διαδικασία για σκοπούς του άρθρου 78, διατάσσοντας την επίδοση του garnishee order nisi στον Εναγόμενο ή και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο τρίτο πρόσωπο. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, κατά την κρίση μου, η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 78 του Κεφ. 6 να διεξαχθεί στο πλαίσιο αυτής της ίδιας της εναρκτήριας διαδικασίας στη βάση της μονομερούς αίτησης του εξ αποφάσεως πιστωτή, χωρίς άλλη αίτηση. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης, δια κλήσεως του Εναγομένου και του Μεσεγγυούχου, από τον εξ αποφάσεως πιστωτή (εν προκειμένω από τους Ενάγοντες) για εξασφάλιση διατάγματος ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 78, αποτελεί ουσιώδες σφάλμα στη διαδικασία, όπως εισηγείται ο συνήγορος του Εναγομένου στην υπό κρίση αίτηση. Δεν βλέπω πώς θα απέληγε σε οποιαδήποτε αδικία η εξέταση από το Δικαστήριο μιας τέτοιας αίτησης δια κλήσεως, σε συνέχεια της έκδοσης του διατάγματος garnishee order nisi. Απεναντίας, θεωρώ ότι, αν και ενδεχόμενα να είναι αχρείαστη η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης, εντούτοις αυτή επιτελεί θεμιτό σκοπό συνάδοντα προς τις διατάξεις του άρθρου 78, ήτοι να δοθεί δικαίωμα ακρόασης σε όσα πρόσωπα «δυνατόν να θεωρηθούν ως ενδιαφερόμενα» προτού εκδοθεί η Διαταγή πληρωμής του υπό κατάσχεση ποσού. Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Πράγματι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου, η μέχρι σήμερα ακολουθητέα διαδικασία στην παρούσα υπόθεση, εξελίχθηκε ως εξήςː Στις 20/9/12 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες μονομερής αίτηση για έκδοση Διατάγματος κατασχέσεως χρημάτων εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment). Η αίτηση ορίστηκε πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2/10/
- Δόθηκαν οδηγίες ή/και άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 4/10/
- Το Δικαστήριο προχώρησε μονομερώς την 8/10/12 στην έκδοση διατάγματος με το οποίο διέταττε και επέτρεπε «την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου για το ποσό των €9.478,06σ. από το ποσό που οφείλεται στον Εναγόμενο αρ. 1 από τον Μεσεγγυούχο [Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ]» και περαιτέρω διέταττε τον πιο πάνω μεσεγγυούχο «να μην πληρώσει το πιο πάνω ποσό ή οιονδήποτε μέρος προς τον εναγόμενο αρ. 1 ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός μόνο για να χρησιμεύει προς ικανοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του Ενάγοντα στην αγωγή». Συγχρόνως, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί το Διάταγμα στο Μεσεγγυούχο και στον Εναγόμενο για να εμφανιστούν την 2/11/12 και να δείξουν λόγο γιατί να μην συνεχίσει να ισχύει το εν λόγω διάταγμα. Εμφανίστηκαν την 2/11/12 και οι δύο (Εναγόμενος αρ. 1 και Μεσεγγυούχος, μέσω των συνηγόρων τους) και δήλωσαν ότι δεν είχαν ένσταση στο να γίνει απόλυτο το διάταγμα ημερ. 8/10/
- Εκδόθηκε συνεπακόλουθα απόφαση του Δικαστηρίου την 2/11/2012 ότι «το διάταγμα ημερ. 8/10/2012 καθίσταται απόλυτο». Παρά τη χρήση του όρου «απόλυτο», αυτό που κατ' ουσίαν ολοκληρώθηκε (για τους λόγους που επεξήγησα με αναφορά στη νομολογία ανωτέρω - βλ. την υπόθεση Heatron Co. Ltd) ήταν η διαδικασία έκδοσης Διατάγματος τύπου Garnishee Order Nisi για τους σκοπούς των άρθρων 73 και 74 του Κεφ.
- Σημειωτέον ότι δεν προκύπτει από το φάκελο να συνετάχθη μετέπειτα το εν λόγω Διάταγμα ημερ. 2/11/12 ή να δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ήταν, όμως, κατά την ίδια ημερομηνία έκδοσής του, ήδη ορισμένη για τις 2/11/12 η αίτηση δια κλήσεως ημερ. 20/9/12 που καταχώρισαν οι Ενάγοντες ζητώντας με αυτήν [Α] Διάταγμα κατασχέσεως χρημάτων (Writ of Attachment) τα οποία ο Εναγόμενος αρ.1 έχει να λαμβάνει από την εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ( πρώην BP CYPRUS LTD) μεσεγγυούχων, και [Β] Διάταγμα όπως το ποσό εις χείρας των μεσεγγυούχων ή μέρος αυτού διατεθεί προς μερική εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους των Εναγόντων και των εξόδων της παρούσας αγωγής. Είναι αυτή η αίτηση που εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Επισημαίνω λοιπόν ότι την ίδια ημέρα (2/11/12) που συμπληρώθηκε η διεργασία για την οριστικοποίηση του Garnishee Order Nisi, ο Εναγόμενος αρ. 1 και οι Μεσεγγυούχοι ήταν παρόντες, έλαβαν γνώση περί τούτου και έλαβαν άδεια να ακουστούν επί της αίτησης δια κλήσεως και να δώσουν λόγο γιατί να μην εκδοθεί Διάταγμα ως τα αιτητικά [Α] και [Β] πιο πάνω, που αντιστοιχούν στο Garnishee Order Absolute. Γι' αυτό και δεν χρειάστηκε να δοθεί από το Δικαστήριο περαιτέρω διαταγή επίδοσης σε αυτούς του Διατάγματος ημερ. 2/11/12 για τους σκοπούς του άρθρου 78 του Κεφ.
- Απομένει να εξεταστούν επί της ουσίας οι λόγοι ένστασης που εγείρονται με την Ειδοποίηση Ένστασης που ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει στο πλαίσιο της δια κλήσεως αίτησης. Κατά την ταπεινή μου άποψη κανένα διαδικαστικό σφάλμα δεν εντοπίζεται στην πιο πάνω σκιαγραφείσα πορεία. ΙΙΙ.(ii) Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Carna Plants Ltd. v. Masalcha and others
(1990)1 Α.Α.Δ. 28 αλλά και πιο πρόσφατα στην Πολ. Έφεση 155/2010, ημερ. 22/3/2013 Κυριάκος και Νικόλας Τρικομίτες Λτδ v. Α. Τουμαζή κ.α., η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης και πληρωμής των κατασχεθέντων από τον Μεσεγγυούχο στον Ενάγοντα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, καθότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας (βλ. σελ. 337 του προαναφερθέντος Συγγράμματος Halsbury's Laws of England), η οποία διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Για να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του Διατάγματος θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες ουσιαστικές προϋποθέσειςː Η πρώτη εκ των προϋποθέσεων απαιτεί την απόδειξη του ότι ο αιτητής είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και η ότι η σχετική απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει. Η δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί, αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Πρέπει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να είναι δικαιούχος του υπό κατάσχεση αντικειμένου ή να υπάρχει την ήμερα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος τρίτου προσώπου (Μεσεγγυούχου) προς τον εξ αποφάσεως οφειλέτη (Εναγόμενο). Όπως τονίζεται στην απόφαση Carna Plants (ανωτέρω) ο αγγλικός όρος "beneficially interested" είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος». Περαιτέρω αναφέρεται ότι ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 73 του όρου "beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους. Η τρίτη προϋπόθεση ως προκύπτει και από την Carna Plants (ανωτέρω) σχετίζεται με τον τόπο αποπληρωμής του χρέους. Όπως τονίζεται στην πιο πάνω απόφαση: «Η σημασία αυτής της προϋπόθεσης δεν σχετίζεται μόνο με τον προσδιορισμό του δικαίου της χώρας που τυγχάνει εφαρμογής αλλά πολύ σημαντικότερο με την ευχέρεια λήψης μέτρων για εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους. Η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αποτελεί μέσον εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση Pastella v. Marine Iranian Tanker
(1987)1 C.L.R., 583 (απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.». Επισημαίνεται βέβαια ότι ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα της οριστικοποίησης του διατάγματος και αποφασίζει το ζήτημα αυτό αφού λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να προχωρήσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, στην περίπτωση όπου, μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται ότι τρίτο πρόσωπο έχει συμφέρον ή επιβάρυνση ή δικαιώματα στο υπό κατάσχεση χρέος. Σχετική η διαδικασία διερεύνησης τέτοιων συνθηκών, όπως περιγράφεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα με τη Διαταγή 43, θ.θ. 1, 2 και 3, τους οποίους παραθέτωː «
- Σε οιανδήποτε διαδικασία που ζητείται κατάσχεση σύμφωνα με το μέρος 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 λεχθεί από τον μεσεγγυούχο (garnishee) ότι το χρέος ή η περιουσία που είναι υπό κατάσχεση ανήκει σε τρίτο πρόσωπο ή ότι οιονδήποτε τρίτο πρόσωπο έχει δικαιώματα ή επιβάρυνση, το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να διατάξει το τοιούτο τρίτο πρόσωπο να παρουσιασθεί και να αναφέρει το είδος και τις λεπτομέρειες της απαίτησης του στο τοιούτο χρέος ή περιουσία.
- Μετά που θα ακούσει τους ισχυρισμούς οιουδήποτε τρίτου προσώπου που αναφέρεται στο προηγούμενο κανονισμό και οιονδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίον με το ίδιο ή άλλο συνεπακόλουθο διάταγμα το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να διατάξει να εμφανισθεί ή στην περίπτωση που τέτοιο τρίτο πρόσωπο δεν παρουσιασθεί αφού διαταχθεί, το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να διατάξει να εκδοθεί εκτέλεση για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού από τον μεσεγγυούχο με έξοδα για τη διαδικασία μεσεγγυούχου ή μπορεί να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα που θα θεωρήσει πρέπων και με τέτοιους όρους σχετικά με τα δικαιώματα ή επιβάρυνση (αν υπάρχει) τέτοιου τρίτου προσώπου και τα έξοδα που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα κρίνει δίκαια και λογικά.
- Ένα ένταλμα κατασχέσεως εις χείρας τρίτου μπορεί να εκδοθεί από τον Πρωτοκολλητή αφού του παρουσιασθεί επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που δίδει οδηγίες για την έκδοση του εντάλματος.». Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα υπόθεση, δεν χρειάζεται να με απασχολήσουν η πρώτη και τρίτη προϋπόθεση, ως τις έχω περιγράψει ανωτέρω, αφού αφενός είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι αυτός αποτελεί εξ αποφάσεως οφειλέτη έναντι των Εναγόντων δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 2/11/2000 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κου Α. Σάββα η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και, αφετέρου είναι παραδεκτό ότι η απόφαση αυτή δύναται να τύχει εκτέλεσης στην Κύπρο με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Το μόνο που θα με απασχολήσει είναι η δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη σχέσης χρεώστη μεταξύ του Μεσεγγυούχου και του Εναγομένου. Έχω ήδη εκθέσει υπό το Μέρος ΙΙ της παρούσας απόφασης, τους ισχυρισμούς που εγείρει ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 σε σχέση με τη θέση του ότι δεν πληρούται η δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Γι' αυτό και θα εμβαθύνω στη νομική πτυχή αυτής της προϋπόθεσης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 1093-1096ː Σελ. 1093: "It is essential that the relation of creditor and debtor should exist between the judgment debtor and the garnishee" . . . . . . . . . . . . . "There must be money due to the judgment debtor ". . . . . . . .... "A judgment creditor cannot, by means of attachment, stand in a better position as regards the garnishee than the judgment debtor did; he can only obtain what the judgment debtor could honestly give him". Σελ. 1096: "What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desires to do so". Η περίπτωση υφιστάμενου χρέους από τον μεσεγγυούχο προς τον χρεώστη αλλά πληρωτέο στο μέλλον δια δόσεων ("a debitum in praesenti solvendum in futuro") διαφοροποιείται. Όπως εξηγείται στο Annual Practice του 1958, σελ. 1096: "In such a case an order may be made in respect of the future installments "as and when they become due". "But the distinction must be borne in mind between the case where both the debt and its payment rest in future. In the former case there is an attachable debt, in the latter case there is not". (βλ. υπ. O' Driscoll v. Manchester Insurance Committee
(1915)3 Κ.Β 516). Το διαφοροποιόν στοιχείο είναι το ότι στην πρώτη πιο πάνω περίπτωση το χρέος από τον μεσεγγυούχο υφίσταται και απλώς η εξόφληση του έχει καθοριστεί να γίνει δια μελλοντικών δόσεων, οπότε δύναται να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για τις δόσεις αυτές από προηγουμένως, το οποίο ενεργοποιείται όταν καταστούν πληρωτέες (". as and when they become due"), σε αντίθεση με την περίπτωση κατά την οποίαν τόσο το χρέος, όσο και οι δόσεις απλώς ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον, χωρίς να υπάρχει κάποια βεβαιότητα ως προς το αν θα προκύψουν ή όχι. Σημειώνεται στο πιο πάνω Σύγγραμμα πως ένα ενοίκιο δεν υπόκειται σε κατάσχεση, εκτός εάν και όταν καταστεί πληρωτέο από τον ενοικιαστή (". until it becomes payable"). Καθοδήγηση αντλώ επίσης από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση τόμος 17 σελίδα 325 παράγραφος 528: "Relation of debtor and creditor must exist. Money in the hands of a third person, where the relation of debtor and creditor does not exist between him and the judgment debtor, cannot be attached." Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 325, παράγραφος 525 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την κατάσχεση χρέους εις χείρας τρίτου: «
- Nature of garnishee proceedings Garnishee proceedings are a process of enforcing a money judgment by the seizure or attachment of the debts due or accruing due to the judgment debtor which form part of his property available in execution. It is thus a species of execution upon debts, for which the ordinary methods of execution are inapplicable. By this process the court has power to order a third person to pay direct to the judgment creditor the debt due or accruing due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the amount of the judgment and the costs of the garnishee proceedings. For this purpose the third person who is indebted to the judgment debtor is called the garnishee, the requisite proceedings are known as garnishee proceedings, and the order to attach the debt due or accruing due form the garnishee is called a garnishee order.». (Η έμφαση με υπογράμμιση και έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.)
- What debts are attachable. In general, all debts due or accruing due from any person, excluding the Crown, to the judgment debtor, whether they are legal or equitable, may be attached. To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt. Thus where the existence of a debt depends upon the performance of a condition, there is no attachable debt until the condition has been duly performed. Even an existing right under which something is accruing which will probably become a debt at some future date is not sufficient, notwithstanding that the amount to become due is capable of being calculated with precision. As soon, however, as the debt has arisen, it can be attached. So long as there is a debt in existence it is not necessary that it should be immediately payable. Thus, where an existing debt is payable by future instalments, the garnishee order may be made to become operative as and when each instalment becomes due. Πέραν όμως των πιο πάνω αποσπασμάτων τα οποία καθορίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα χρέος θεωρείται ικανό προς κατάσχεση, κρίνω σημαντικό να παραθέσω και το απόσπασμα που αφορά το διαδικαστικό σκέλος έγερσης αμφισβήτηση της ύπαρξης χρέους, ικανού προς κατάσχεση. Σχετικό το απόσπασμα που ακολουθεί από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 335: "
- Garnishee disputing liability. If the garnishee disputes his liability, he must appear on the day named in the order nisi to show cause against it. In ordinary cases he need not in the first instance produce any affidavit. If, however, the judgment creditor expressly desires it, the garnishee may be required to make an affidavit, which should not be confined to denying the existence of the debt or debts alleged to be due, but should state specifically whether he is indebted to the judgment debtor at all, and if so, to what amount. [.] Where on further consideration of the matter, the garnishee disputes liability to pay the debt due or claimed to be due from him to the judgment debtor, the court may summarily determine the question at issue [.]" . Σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον εξ αποφάσεως οφειλέτη (Εναγόμενο), αυτός φαίνεται να έχει δικαίωμα να ακουστεί επί τέτοιας ένστασης αφότου του επιδοθεί το garnishee order nisi και προτού εκδοθεί διαταγή για garnishee order absolute. Σχετική η υποσημείωση αρ. 2 της παρα. 535 από το ίδιο Σύγγραμμα με παραπομπή στη "RSC Ord. 49., r.3
(1)(b). Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Με βάση τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον αδελφό Δικαστή στην παρούσα υπόθεση εμφανίστηκαν ενώπιον του, όχι μόνον ο Μεσεγγυούχος, αλλά και ο Εναγόμενος αρ. 1, προτού οριστικοποιηθεί το διάταγμα garnishee order nisi. Μέχρι την 2.11.2012 που αυτό οριστικοποιήθηκε, δεν είχε εγερθεί από μέρους τους οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ύπαρξης, κατ' εκείνον το χρόνο, βέβαιου χρέους από μέρους του Μεσεγγυούχου Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ προς τον Εναγόμενο αρ. 1, το οποίο να ήταν ικανό να αποτελέσει αντικείμενο διαταγής κατάσχεσης. Ούτε ηγέρθηκε αμφισβήτηση από μέρους του Εναγομένου αρ. 1 ότι ήταν δικαιούχος του οφέλους της σύμβασης έναντι της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ως διαδόχου δια εξαγοράς της εταιρείας B.P. Cyprus Ltd. Εκδόθηκε, έτσι, εκ συμφώνου το garnishee order nisi την 2.11.
- Όσα λοιπόν εγείρει τώρα ενώπιον μου ο νέος συνήγορος του Εναγομένου αρ. 1 με την προφορική του αγόρευση, περί μη ύπαρξης βέβαιου χρέους κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης (20.9.2012) ή και κατά το χρόνο επίδοσης (30.10.2012) του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 8/10/12, ή/και όσα εγείρονται στην παρα. (ι) της Ειδοποίησης Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, αφού δεν μπορεί να διαγραφεί το γεγονός ότι την 2.11.2012 οριστικοποιήθηκε το garnishee order nisi με τη συγκατάθεση του Εναγομένου και του Μεσεγγυούχου, εκ συμφώνου, χωρίς αμφισβήτηση του υπό κατάσχεση χρέους ως βέβαιου χρέους και χωρίς αμφισβήτηση της σχέσης χρεώστη - πιστωτή μεταξύ του συγκεκριμένου Μεσεγγυούχου (Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ) και Εναγομένου αρ. 1, αντίστοιχα. Συνεπώς, ό,τι απομένει να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι, κατά την κρίση μου, το κατά πόσον υπάρχει υπαρκτό χρέος κατά τον παρόντα χρόνο που καλείται το Δικαστήριο να ενεργοποιήσει τη διαταγή κατάσχεσης και έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Ο Μεσεγγυούχος δεν αμφισβητεί ούτε και κατά τον παρόντα χρόνο ότι το χρέος είναι βέβαιο. Τα χρήματα στα οποία αφορά το υπό κατάσχεση χρέος βρίσκονται ήδη υπό κατάσχεση στα χέρια του Μεσεγγυούχου δυνάμει του Διατάγματος ημερ. 2/11/
- Εξάλλου, δεν υπάρχει ένσταση στην υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση από τον Μεσεγγυούχο για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ούτε έχει δηλωθεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο που έχει είτε συμφέρον στο υπό κατάσχεση ποσό ή επιβάρυνση επ' αυτού προς όφελος του. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε εμπόδιο για την έκδοση διατάγματος ως η Διαταγής 43, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από την άλλη, η όποια αμφιβολία εγείρεται από τον συνήγορο του Εναγομένου αρ. 1 για την βεβαιότητα του χρέους, συναρτάται χρονικά με την περίοδο μέχρι την 14η Νοεμβρίου 2012, αφού είναι η θέση του ότι το υπό κατάσχεση οφειλόμενο ενοίκιο για το έτος 2012 ήταν πληρωτέο την 14η Νοεμβρίου του 2012 (αυτό ισχύει βάσει της Σύμβασης[1] ως το Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του κου Α. Σάββα που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση). Επομένως, κατά τον παρόντα χρόνο, δεν χωρεί καμίας αμφιβολίας ότι είναι ικανό προς εκτέλεση το χρέος όσον αφορά το συγκεκριμένο ενοίκιο και ότι συνεπακόλουθα μπορεί να εκδοθεί αναφορικά με αυτό Garnishee Order Absolute και διαταγή πληρωμής του από τον Μεσεγγυούχο προς τον Εναγόμενο. Σε ό,τι δε αφορά το ύψος του υπό κατάσχεση ενοικίου, θα συμφωνήσω με τη συνήγορο των Εναγόντων/Αιτητών ότι δεν έχει παραμείνει καμία αμφιβολία στη βάση και της Σ. Ε/Δ του κου Α. Σάββα, ημερ. 27/1/14 (βλ. παρα. 11(ι) αυτής) ότι αφορά στο ίδιο ποσό για το οποίο είχε εκδοθεί το Garnishee Order Nisi, ήτοι για το ποσό των €19.478,
- ΙV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ αναφορικά με τις προϋποθέσεις του Κεφ. 6 Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν τόσο νομοθετικά δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, όσο και νομολογιακά αναφορικά με την έκδοση διατάγματος Garnishee Order Absolute και διαταγής πληρωμής του κατασχεθέντος χρέους. Δεν θεωρώ ότι χωρεί εξέτασης οποιοσδήποτε άλλος λόγος ένστασης, εκτός στο βαθμό που άπτεται του δικαίου της επιείκειας, στο πεδίο του οποίου θεωρείται ότι εντάσσεται η θεραπεία του διατάγματος μεσεγγύησης, ή και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου Δικαιοσύνης για αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Προχωρώ, με αυτό το πνεύμα στη συνοπτική εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. V. Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης Είναι νομολογημένο ότι πρόσωπο που μεταβαίνει στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει θεραπεία στο πλαίσιο του δικαίου της επιείκειας θα πρέπει να έχει καθαρά χέρια. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duchess of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611 "a person coming to equity for relief - and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands; but the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought." Δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, όποιος διαπιστωθεί ότι αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης γεγονότων καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση, ημερ. 19.6.2009, στην Πολιτική Έφεση 181/2007, Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd). Ωστόσο, η υπό κρίση αίτηση διαφοροποιείται καθότι είναι αίτηση δια κλήσεως. Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος ένστασης υπό την παρα. (ε) της Ειδοποίησης Ένστασης, ότι δήθεν οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο την διαταγή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, η οποία διαταγή εκδόθηκε προς όφελος των Εναγόντων στην απόφαση ημερομηνίας 2/11/2000, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, αφού πρόδηλα στην ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Άδωνη επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 2/11/00, απ' όπου το παρόν Δικαστήριο μπορεί να ανλήσει γνώση για τη διαταγή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ομοίως σε ό,τι αφορά το λόγο ένστασης ως η παρα. (ιε) της Ειδοποίησης Ένστασης ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι καταχώρησαν στις 20/10/10 παρόμοια αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε στις 2/11/2010 διάταγμα με το οποίο διέτασσε την κατάσχεση εις χείρας των Μεσεγγυούχων του ποσού των €16.231,71 που αντιστοιχούσε στο ενοίκιο του 2010, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης ως άσχετος προς την παρούσα διαδικασία. Σημειώνω εξάλλου τη θέση που καταγράφεται στην παράγραφο 11(I) της Σ.Ε/Δ του κ.Σάββα Άδωνη, ότι τις 26/11/10 το διάταγμα ημερομηνίας 2/11/10 ακυρώθηκε καθότι η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ κατέβαλε ολόκληρο το ποσό των €16.231,71 στον Εναγόμενο με επιταγή ημερομηνίας 1/11/10. Ακόμη και αν η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου αποτελεί εναλλακτικό μέτρο εκτέλεσης στη διάθεση των Εναγόντων, τούτο από μόνο του δεν καθιστά καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας μεσεγγύησης ως μέτρου εκτέλεσης, ως ο λόγος ένστασης (γ) της Ειδοποίησης Ένστασης. Δεν απαγορεύεται η παράλληλη προώθηση δύο διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης. Το Άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 αναφέρει ρητά ότι: "Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα: (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μερούς VII του Νόμου αυτού (ε) με φυλάκιση του οφειλέτη χρέους δυνάμει του Μέρους VIII του Νόμου αυτού." . Πουθενά στο άρθρο 14 δεν αναφέρεται ότι απαγορεύεται η λήψη ταυτόχρονα περισσότερων του ενός μέσου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν Άβιβου Βασιλαρά κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 830 όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ' οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν Λ.Κ.200 μηνιαίως ο καθένας. Τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ'αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσείοντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό." Σε ό,τι αφορά το λόγο ένστασης του Εναγομένου αρ. 1 ως η παρα. (δ) της Ειδοποίησης Ένστασης ότι οι Ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με την υποθήκη με αρ. Υ4201/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατ' αρχάς παρατηρώ ότι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος δεν καθιστά αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση Διατάγματος Μεσεγγύησης να αποδειχθεί από τους Ενάγοντες / Αιτητές ότι αυτοί δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές ή ότι παραιτούνται της όποιας εξασφάλισης διαθέτουν (όπως για παράδειγμα απαιτεί ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, από εκείνον που αιτείται την έκδοση διατάγματος παραλαβής (βλ. απόφαση, ημερ. 4/3/14 στην Πολιτική Έφεση 181/2011, Μαρία Κυπριανού Μεσαρίτη ν Alpha Bank Cyprus Ltd). Πέραν τούτου, ο Εναγόμενος δεν έχει περιλάβει στην Ε/Δ του οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε έχει παρουσιάσει άλλη απόδειξη υπό τη μορφή εκτίμησης εμπειρογνώμονα που να αποδεικνύει ότι η αξία της υποθήκης είναι τέτοια ώστε οι Ενάγοντες να θεωρούνται εξασφαλισμένοι πιστωτές. Εν πάση περιπτώσει, η όποια εξασφάλιση δεν θα αποστερούσε τους Ενάγοντες να λάβουν οποιαδήποτε άλλα μέτρα εκτέλεσης (όπως είναι το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου) πέραν της εκποίησης της υποθήκης. Σε ό,τι αφορά τους λόγους (στ) και (ζ) της Ειδοποίησης Ένστασης, ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα παραβιαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου για αξιοπρεπή και ανθρώπινη διαβίωση αφού θα χρησιμοποιηθεί το μοναδικό βιοποριστικό έσοδο του Εναγομένου και ότι ο Εναγόμενος θα υποστεί μεγαλύτερη ζημιά και βλάβη από αυτήν που θα υποστούν οι Ενάγοντες από την μη έκδοση των διαταγμάτων, κρίνω ότι δεν χωρούν εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, όπου είναι νομοθετικά καθορισμένες στο Κεφ. 6 οι προϋποθέσεις έκδοσης ή μη των ζητούμενων Διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω ισχυρισμοί του Εναγομένου αρ. 1 στερούνται πειστικότητας. Υπενθυμίζω ότι στις 2/11/2012 ο Εναγόμενος συναίνεσε στην κατάσχεση από τους Μεσεγγυούχους του ποσού του οφειλόμενου σε αυτόν ενοικίου. Το διάταγμα μεσεγγύησης παρέμεινε ήδη σε ισχύ για ένα τουλάχιστον έτος (από 2/11/2012 μέχρι τις 4/11/2013) με καθυστέρηση στην καταχώριση ένστασης από μέρους του Εναγομένου αρ. 1, η οποία καθυστέρηση οφειλόταν στην πλευρά του Εναγομένου και των Δικηγόρων του. Παρήλθε λοιπόν ένας χρόνος μέχρις ότου εγερθούν για πρώτη φορά λόγοι ένστασης που να άπτονται των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών του Εναγομένου αρ. 1 και του αρνητικού επηρεασμού του, οι οποίοι δικαιολογημένα, κατά την κρίση μου βάλλονται με ερωτηματικά, ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών γεγονότων επί των οποίων στηρίζονται, από τον κο Α. Σάββα, στη Σ. Ε/Δ του ημερ. 27.1.2014. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι έμεινε αναντίλεκτο ότι αναφέρθηκε στην παράγραφο 10 (ε)(στ) της Σ. Ε/Δ του κ.Σάββα Άδωνη, ο ίδιος ο Εναγόμενος απέρριψε πρόταση των Εναγόντων για πληρωμή του 50% του ποσού που οφείλεται από τους Μεσεγγυούχους σε αυτόν και το υπόλοιπο 50% στους Ενάγοντες, πρόταση η οποία θα μείωνε την όποια κατ' ισχυρισμόν ζημιά του Εναγομένου. Σε ό,τι αφορά το λόγο ένστασης (θ), περί κακής πίστης, εκδικητικής και/ή κακόβουλης συμπεριφοράς από μέρους των Εναγόντων / Αιτητών, καμία μαρτυρία δεν έχει δοθεί από τον Εναγόμενο αρ. 1 στην Ε/Δ του και συνεπώς απορρίπτεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης καθ΄ότι πάσχει από αοριστία, ενώ απαιτείται αυστηρή απόδειξή του. VI. ΔΙΑΤΑΓΗ Για όλους τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, εγκρίνω την υπό κρίση αίτηση και ειδικότερα - (α) εκδίδω διάταγμα κατάσχεσης του ποσού των €19.478,06 που βρίσκεται ήδη εις χείρας των Μεσεγγυούχων δυνάμει του διατάγματος κατάσχεσης που εκδόθηκε εις την παρούσαν αγωγήν την 2/11/2012, (β) διατάττω όπως το ποσό των €19.478,06 πληρωθεί από τους Μεσεγγυούχους στους Ενάγοντες έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγομένου αρ. 1 προς τους Ενάγοντες - Αιτητές, ως η απόφαση στην παρούσα αγωγή, ημερ. 2/11/2000, (γ) επιδικάζω τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ των Εναγόντων/ Αιτητών και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.).................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 2 της σύμβασης προβλέπει διαφορετικό τρόπο πληρωμής για τα πρώτα πέντε έτη της σύμβασης και για τα υπόλοιπα έτη καθορίζει τα εξής: "The rent for the next years will be paid annually thereafter on 14 Nov.". Η σύμβαση άρχιζε την 14/11/2000. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο