MARIA NIKOLAEVNA MAXIMOVA ν. NOVEXCO (CYPRUS) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8332/2012, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8332/2012 Μεταξύ: MARIA NIKOLAEVNA MAXIMOVA Ενάγουσας και NOVEXCO (CYPRUS) LIMITED Εναγόμενης ----------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 22 Νοεμβρίου 2012 για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal 30 Μαΐου, 2014. Για την Αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Μεν. Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη: κ. Χρ. Κινάνης για Κινάνης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια-ενάγουσα, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής της με γενική οπισθογράφηση, καταχώρησε και την παρούσα αίτηση («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγομένης. Τα εν λόγω αιτούμενα διατάγματα είναι ακριβώς τα ίδια και/ή ταυτόσημα με τη θεραπεία που η Αιτήτρια-ενάγουσα ζητά στην αγωγή της. Αναλυτικά, με την Αίτηση η Αιτήτρια-ενάγουσα ζητά τα ακόλουθα διατάγματα: (A) Διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή διάταγμα δυνάμει του Δικαίου της Επιείκειας (Equity) και/ή της νομικής αρχής στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co. and others v Commissioners of Customs and Excise [1973] 2 All ER 943 και/ή των νομολογιακών αρχών που ακολούθησαν την απόφαση αυτή ως ακολούθως: 1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη όπως εντός 7 εργάσιμων ημερών από την επίδοση προς αυτήν του παρόντος Διατάγματος, να ετοιμάσει και να καταχωρήσει και να επιδώσει στους δικηγόρους της ενάγουσας ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της εναγόμενης στην οποία: Α. Θα αναφέρονται όλες οι συμφωνίες που βρίσκονται υπό την κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο της εναγόμενης, τις οποίες συνήψε η εναγόμενη με την OJSC Nizhneserginskiy Metalware and Metallurgical Plant ("NCMMZ") σε σχέση με την προμήθεια προϊόντων από την NCMMZ προς την εναγόμενη κατά τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 περιλαμβανομένων (μεταξύ άλλων) οποιωνδήποτε προδιαγραφών, συμπληρωματικών συμφωνιών και παραρτημάτων των συμφωνιών αυτών και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών εγγράφων ("οι Συμφωνίες Προμήθειας"). Β. Θα αναφέρονται όλα τα πρακτικά και τα ψηφίσματα του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή των μετόχων της εναγόμενης με τα οποία εγκρίθηκε η σύναψη των Συμφωνιών Προμήθειας. Γ. Θα αναφέρονται όλα τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) και/ή άλλη αλληλογραφία που σχετίζονται με τη σύναψη των Συμφωνιών Προμήθειας. Δ. Θα αναφέρονται, σε σχέση με τις Συμφωνίες Προμήθειας και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε έγγραφα που σχετίζονται με τις Συμφωνίες Προμήθειας λεπτομέρειες των ακόλουθων: (
- i)οποιασδήποτε πληρωμής που έγινε από την εναγόμενη προς την NCMMZ, συμπεριλαμβανομένων αποδείξεων πληρωμής και/ή άλλων εγγράφων που αποδεικνύουν την ταυτότητα του μέρους που προέβηκε στην πληρωμή, τον προοριζόμενο αποδέκτη της πληρωμής και το ποσό της πληρωμής, και (
- ii)των αποδεικτικών πληρωμής που αποδεικνύουν την προμήθεια των προϊόντων στην εναγόμενη. Ε. Θα επισυνάπτονται αντίγραφα όλων των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 1Α μέχρι 1Δ πιο πάνω. με όρο ότι η αποκάλυψη υπό Α - Ε θα χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς καταχώρησης αγωγής και/ή άλλης δικαστικής διαδικασίας στη Ρωσική Ομοσπονδία εναντίον της εταιρείας OJSC Novolipetsky Metallurgichesky Kombinat ("NLMK"). 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη όπως εντός 7 εργάσιμων ημερών από την επίδοση προς αυτήν του Διατάγματος, να ετοιμάσει και να καταχωρήσει και να επιδώσει στους δικηγόρους της ενάγουσας ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της εναγόμενης στην οποία θα αναφέρει ποια από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 ανωτέρω δεν βρίσκονται πλέον υπό την κατοχή και/ή τον έλεγχο της εναγόμενης, επεξηγώντας τι έχει συμβεί με τα έγγραφα αυτά. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-4, στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως αυτός τροποποιήθηκε, στις αρχές της επιεικείας (equity) και/ή στις αρχές που διέπουν το θέμα της αποκαλύψεως και/ή προσαγωγής εγγράφων, στοιχείων και/ή πληροφοριών, στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943 και στις νομολογιακές αρχές που ακολούθησαν την εν λόγω υπόθεση, στην υπόθεση A v C
(1981)1 Q.B 629, στην υπόθεση United Company Rusal plc and others v HSBC Bank plc [2011] All ER (D) 33 (Mar) και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της Μαρίνας Χατζησωτηρίου που συνοδεύει την Αίτηση, καθώς και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μιχάλη Χαραλάμπους. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση («η Ένσταση») της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγομένης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν ικανοποιούνται.
- Η αιτήτρια θα μπορούσε να παραλάβει τα έγγραφα και/ή τις πληροφορίες που απαιτεί με διαδικασία στην Ρωσία.
- Τα ζητούμενα διατάγματα δεν είναι αναγκαία με δεδομένο ότι η ταυτότητα του φερόμενου τελικού αδικοπραγήσαντος είναι ήδη γνωστή στην ενάγουσα και πληροφορίες που αυτή κατέχει είναι επαρκείς για να κινηθεί δικαστικά εναντίον του.
- Δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να εμπλέκει την εναγόμενη στην διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και των Ρώσικων εταιρειών NCMMZ και NLMK.
- Με βάση τα γεγονότα η ενάγουσα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση και/ή δεν έχει καλή βάση αγωγής σύμφωνα με το Ρώσικο δίκαιο εναντίον των Ρώσικων εταιρειών NCMMZ και NLMK.
- Η αιτήτρια καταχώρησε σχετική αγωγή στη Ρωσία εναντίον της NLMK σε σχέση με το επίδικο θέμα της παρούσης αγωγής, η οποία αγωγή απερρίφθηκε τόσο πρωτόδικα όσο και στο Εφετείο. Το Ρωσικό Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και στην ουσία υιοθέτησε τις θέσεις της καθ'ης η αίτηση. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής παραχωρήθηκαν στην αιτήτρια τα ζητούμενα έγγραφα σε αυτή τη διαδικασία για το έτος
- Η συνέχιση της παρούσης διαδικασίας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου.
- Η Αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσεως. 10 Δεν υπάρχει ίχνος αποδεικτικής μαρτυρίας που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. 11 Η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε βάση αίτησης και/ή αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα κατά της εναγομένης και/ή της NLMK. 12 Δεν έχουν αποδειχθεί και/ή υποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 13 Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δείξει και/ή υποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 14 Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) είναι σαφώς υπέρ της εναγομένης. 15 Η Αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και/ή πιθανότητες επιτυχίας και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, στις αρχές της επιείκειας (equity), στις αρχές που διέπουν το θέμα της αποκάλυψης και/ή προσαγωγής εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών, στην νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943, στις νομολογιακές αρχές που ακολούθησαν την εν λόγω υπόθεση, στην υπόθεση A v C
(1981)1 Q.B 629, στην υπόθεση United Company Rusal plc and others v HSBC Bank plc [2011] All ER (D) 33 (Mar) και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Stefan Jenkins που συνοδεύει την Ένσταση, καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου. Στις γραπτές αγορεύσεις, που καταχωρήθηκαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την Αίτηση και την Ένσταση, όσο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις ένορκες δηλώσεις και τις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στα πραγματικά γεγονότα και τις διάφορες εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς [Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων [Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557]. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής [Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578]. Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται [Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 169, Κούνουνα v. C & A Simonοs Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 228]. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα σε ισχύ [Odysseos (ανωτέρω)]. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης [Jonitexo Ltd ν. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248]. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται, όπως αναφέρεται πιο πάνω, κυρίως στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και στη νομολογία η οποία ακολούθησε τις υποθέσεις Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners (ανωτέρω) και Bankers Trusts v. Shapira
(1980)1 W.L.R 1274. Η θεραπεία του ενδιάμεσου διατάγματος σαν θεραπεία που προέκυψε από τις αρχές επιείκειας ήταν αναπόφευκτο να εφαρμοστεί και από τα κυπριακά Δικαστήρια τα οποία ακολούθησαν και τις ανάλογες εξελίξεις της νομολογίας των αγγλικών Δικαστηρίων. Τούτο διεφάνη με τον τρόπο που τα Δικαστήρια μας ενσωμάτωσαν τις νομολογιακές εξελίξεις που αφορούν τα ενδιάμεσα διατάγματα γενικά και ειδικά αυτές που δημιούργησαν οι δύο πιο πάνω αποφάσεις στο άρθρο 32 του Ν.14/60 του οποίου οι πρόνοιες καθορίζουν το τι πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή για να ικανοποιήσει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του σχετικού άρθρου. Το Δικαστήριο δύναται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εκδίδει διατάγματα για την αποκάλυψη εγγράφων ή πληροφοριών εναντίον τρίτων προσώπων τα οποία δεν είναι διάδικοι στη διαδικασία. Αυτό το είδος θεραπείας πηγάζει από την αγγλική απόφαση Norwich Pharmacal Co v. Customs and Excise Commissioners (ανωτέρω), όπου στη σελ. 175 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "(The authorities) seem to me to point to a very reasonable principle that if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did.. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration.." Το φάσμα της θεραπείας τύπου Norwich Pharmacal, όπως έχει καταστεί γνωστή, έχει επεκταθεί και προωθηθεί πολύ από τα αγγλικά Δικαστήρια σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως η Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R 282, η Bankers Trust Co v. Shapira and Others (ανωτέρω) και η Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)1 W.L.R 2033, όπου επανατονίστηκε η δραστική και εξαιρετική αυτή δικαιοδοσία αλλά και αναγνωρίστηκε ότι, στο πολύπλοκο σύστημα ζωής, ιδιαίτερα στις οικονομικές συναλλαγές, η εξαιρετική έστω αυτή δικαιοδοσία θα πρέπει να αφήνεται να ασκείται με την αναγκαία ελαστικότητα στις ανάγκες των όποιων νέων πραγματικοτήτων εμφανίζονται κατά καιρούς. Στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd (ανωτέρω) o Lord Woolf ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 2039: «The Norwich Pharmacal case clearly establishes that where a person, albeit innocently, and without incurring any personal liability, becomes involved in a wrongful act of another, that person clearly comes under a duty to assist the person injured by those acts by giving him any information which he is able to give by way of discovery that discloses the identity of the wrongdoer." Σε μετάφραση: «Η υπόθεση Norwich Pharmacal σαφώς καθιερώνει ότι, όπου κάποιο πρόσωπο, μολονότι αθώα και χωρίς να υπέχει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη, εμπλέκεται σε αδικοπραξία κάποιου άλλου, εκείνο το πρόσωπο, εκ τούτου του γεγονότος, έχει καθήκον να βοηθήσει το πρόσωπο που ζημιώθηκε από εκείνη την αδικοπραξία, δίδοντας του οποιαδήποτε πληροφορία την οποία δύναται να δώσει υπό τύπον αποκάλυψης η οποία φέρει σε φως την ταυτότητα του αδικοπραγούντος.» Συνεπώς, διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εξουσιοδοτούν πιθανούς αιτητές να λάβουν, από αθώα τρίτα μέρη, πληροφορίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους αιτητές να εξακριβώσουν τις ταυτότητες των αδικοπραγούντων και να ανιχνεύσουν το προϊόν της αδικοπραξίας. Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αποτελούν εξαίρεση στο γενικό κανόνα ότι μόνο διάδικοι υποχρεούνται να αποκαλύψουν έγγραφα και άλλα στοιχεία σχετικά με την απαίτηση. Επίσης έχουν χαρακτηριστεί ως ατομικά όπλα (nuclear weapons) της δίκης και τελευταίο λιμάνι προσέγγισης (last port of call). Στην αγγλική υπόθεση Smith v. ADVFN PLC
(2008)EWCA 577(QB) το Δικαστήριο εξέτασε την εμβέλεια διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και, ειδικότερα, την συνοχή και το μέγεθος της μαρτυρίας προς υποστήριξη τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο απεφάσισε ότι ο αιτητής πρέπει να είναι προσεκτικός να προμηθεύσει το Δικαστήριο με στοιχεία που θα έχουν συνοχή και από τα οποία κάποιος ισχυρισμός περί αδικοπραξίας (wrongdoing) θα μπορούσε κατάλληλα να προσδιοριστεί. Η υπόθεση παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση όχι μόνο για τη φύση, αλλά επίσης και για την παρουσίαση της μαρτυρίας προς υποστήριξη αίτησης για την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Η υπόθεση επιβεβαιώνει ότι μολονότι η θεραπεία τύπου Norwich Pharmacal είναι χρήσιμο εργαλείο στη διαδικασία της δίκης, που επιτρέπει στον αιτητή να λάβει έγγραφα και ένορκες δηλώσεις από τρίτο πρόσωπο, εντούτοις πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Αν ο αιτητής δύναται να λάβει τα έγγραφα από άλλην πηγή ή με άλλα μέσα το Δικαστήριο δεν θα χορηγήσει το διάταγμα και ο αιτητής μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου προσώπου. Αυτό που προκύπτει από την αγγλική νομολογία τόσο πριν αλλά όσο, πολύ περισσότερο, και μετά την απόφαση στην Ashworth v. MGN (ανωτέρω) είναι ότι τα Δικαστήρια προσεγγίζουν τη δικαιοδοσία της Norwich Pharmacal λαμβάνοντας περισσότερο υπόψη τους σκοπούς και την ουσία της και λιγότερο τους τύπους και τη διαδικασία. Στην P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309 o Sir Richard Scott V-C εκδίδοντας διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal ανέφερε ρητά τα ακόλουθα στη σελ 1318: "The purpose of any order I make, as I suppose of any order that a judge ever makes, is to try and enable justice to be done." Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VDC Ltd
(2003)EWHC 616(Ch) o Jacob J, εκδίδοντας διάταγμα όχι για την αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγήσαντος (καθότι η ταυτότητα του ήταν γνωστή) αλλά για την αποκάλυψη πληροφοριών που απαιτούντο από τον αιτητή για να διατυπώσει την απαίτηση του εναντίον του αδικοπραγήσαντος, ανέφερε τα ακόλουθα: "..Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position." Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκαν από τον ίδιο Δικαστή τα ακόλουθα: "In its time Norwich Pharmacal was ground-breaking. It was argued, indeed, that it was a very special case, virtually unique, because how often does one know that one has had a wrong done to one, not know who did it but know a man who does? However, things have moved on. The jurisdiction of equity to assist in the attainment of justice has been seen to apply to other kinds of case too. Thus, similar orders are now made pursuant to the jurisdiction established in Bankers Trust v. Shapira." Στην Mitsui ν. Nexen Petroleum
(2005)3 All E.R. 511. στη σελ. 517 (παράγρ. 20) ο Lightman J, ανάφερε με σαφήνεια ότι: "Norwich Pharmacal relief is a flexible remedy capable of adaptation to new circumstances." Στην ίδια υπόθεση ο Lightman J., εξετάζοντας αίτηση για την αποκάλυψη όχι της ταυτότητας του αδικοπραγήσαντος αλλά για πληροφορίες που απαιτούντο για να αποφασίσει ο αιτητής κατά πόσο θα ενήγαγε κάποιο πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα ήταν γνωστή, για διάρρηξη συμφωνίας, ανέφερε απλά, σελ. 517 (παράγρ. 19) ότι θα ήταν δυνατό να εκδοθεί διάταγμα «where the claimant requires a missing piece of the jigsaw". Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τις πιο πάνω εξελίξεις είναι ότι τα Δικαστήρια δεν θεωρούν πλέον τη δικαιοδοσία της Norwich Pharmacal διακριτικής και αξαιρετικής φύσεως. Εξακολουθεί όμως να παραμένει θεραπεία ως ένα συστατικό μέρος των εξουσιών του Δικαστηρίου προς εξασφάλιση της απονομής δικαιοσύνης. Η θεραπεία τύπου Norwich Pharmacal έχει αναγνωριστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η εν λόγω αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπ. Μελ. Σχεδ. και Επιχ. Κεφ. Α.Ε κ.ά.
(2001)
(1)Α.Α.Δ 153. Στην πιο πάνω υπόθεση, στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου, οι εφεσίβλητες ζήτησαν με μονομερή αίτηση τους και εξασφάλισαν την έκδοση διατάγματος ειδικής και γενικής αποκάλυψης εγγράφων. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν έφεση για ακύρωση του διατάγματος. Απορρίπτοντας την έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε ότι παρόλο που η κυπριακή νομολογία δεν διαφωτίζει το δικαιοδοτικό ζήτημα που εγείρεται η αγγλική νομολογία παίρνει θετική στάση απέναντι σ' αυτό [Bankers Trust Co v. Shapira (ανωτέρω)]. Ωστόσο, αυτό το δικονομικό μέτρο δεν ασκείται συχνά αλλά μόνο όταν καταδεικνύεται ότι είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση της αίτησης. Επίσης, στην υπόθεση Αvila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012, γίνεται εκτενής ανάλυση των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Στις σελ. 10-14 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στην Ashworth Hospital Authority v. MGN LTD (ανωτέρω), αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπoν μέρος από την όλη υπόθεση [βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241]. Οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στη Mitsui (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία στην Hughes v. Carratu International plc
(2006)EWHC 1791(QB). Αυτό που προκύπτει από την αγγλική νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων Aoot Kalmneft (ανωτέρω) Ashworth (ανωτέρω) AXA Equity (ανωτέρω), P v. T Ltd (ανωτέρω), Carlton Film Distributors Ltd (ανωτέρω), Mitsui (ανωτέρω) και Norwich Pharmacal (ανωτέρω)] είναι ότι, προκειμένου να ασκήσει την εξουσία του το Δικαστήριο σύμφωνα με την αρχή της Norwich Pharmacal, η αποκάλυψη η οποία επιζητείται από τον αιτητή πρέπει να είναι αναγκαία είτε για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον συγκεκριμένων εναγομένων είτε προκειμένου ο αιτητής να έχει πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας ώστε να δυνηθεί να καταχωρήσει την αγωγή του ή την έκθεση απαίτησης του. Η υπόθεση Mitsui (ανωτέρω) πρόσθεσε και τον όρο «όταν το αθώο τρίτο μέρος είναι η μόνη πρακτική πηγή πληροφόρησης». Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση, καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις και τα διάφορα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Παράλληλα εξέτασα την Αίτηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της νομολογίας έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει στη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων με την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Η Αιτήτρια-ενάγουσα, μέτοχος μειοψηφίας της ρωσικής εταιρείας NCMMZ, ισχυρίζεται ότι η ρωσική εταιρεία NLMK, μητρική της NCMMZ, μέτοχος πλειοψηφίας σε αυτή και ανήκουσα στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη, πιθανό να προκάλεσε τη σύναψη συμφωνιών προμήθειας με την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη σε πολύ χαμηλές τιμές, προκαλώντας σημαντική ζημιά στη NCMMZ και όφελος στην Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη και στον όμιλο της NLMK, με αποτέλεσμα η NCMMZ, ενώ αρχικά ήταν μια πολύ εύρωστη εταιρεία που απολάμβανε σημαντικά κέρδη, να είναι τώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ως αποτέλεσμα, οι μετοχές της Αιτήτριας-ενάγουσας στη NCMMZ είναι τώρα άνευ αξίας. Ως εκ των ανωτέρω, η Αιτήτρια-ενάγουσα με την Αίτηση ζητά να λάβει αντίγραφα των εγγράφων αναφορικά με δοσοληψίες που η NCMMZ είχε με την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη, με σκοπό να εξετάσει κατά πόσο η NLMK υπέπεσε σε οποιαδήποτε αδικοπραξία στα πλαίσια του άρθρου 6
(3)του Ομοσπονδιακού Νόμου της Ρωσίας για τις εταιρείες Joint Stock και, κατ΄ επέκταση, να καταχωρήσει σχετική αγωγή κατά της NLMK στα Ρωσικά Δικαστήρια. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 35 και 36 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Χατζησωτηρίου, ημερ. 22.11.2012, που συνοδεύει την Αίτηση. Το άρθρο 6
(2)
(3)του Ομοσπονδιακού Νόμου της Ρωσίας (βλ. παράγραφο 8 του Τεκμηρίου 28Α της πιο πάνω ένορκης δήλωσης) προβλέπει τα ακόλουθα: "
(2)The Company shall be deemed to be a subsidiary οf another (the principal) company (partnership) by prevailing participation in the charter capital of the subsidiary or by an agreement entered into between them or by other means is able to determine decisions taken by the company,
(3).The shareholders of a subsidiary shall have the right to demand that the principal company (or partnership) compensate the subsidiary for losses caused through its actions. The losses shall be considered to be caused through the fault of the principal company (or partnership) only when the principal company (or partnership) has used its right and/or power in furtherance of the subsidiary's carrying out of actions, knowing in advance that the subsidiary would incur losses as a consequence of carrying out such actions." Το πιο πάνω άρθρο 6
(3)θεσμοθετεί το δικαίωμα για αποζημιώσεις κατά της μητρικής εταιρείας αν με τις πράξεις της προκάλεσε ζημιά στη θυγατρική. Οι ζημιές θα θεωρούνται ότι προκλήθηκαν στη θυγατρική από τη μητρική μόνο αν η μητρική εταιρεία προκάλεσε τις ζημιές χρησιμοποιώντας τα δικαιώματά της ή την εξουσία της γνωρίζοντας ότι θα προκαλούσε ζημιά στη θυγατρική. Με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία συνοψίζονται πιο πάνω, εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στην υπό κρίση Αίτηση, είναι κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, οι οποίες στην ουσία συνιστούν και τη μοναδική προτεινόμενη βάση αγωγής της Αιτήτριας-ενάγουσας εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένης. Επαναλαμβάνω, χωρίς να θέλω να γίνω φορτικός, ότι η νομολογία που αφορά τη δικαιοδοσία Norwich Pharmacal καθιέρωσε τις πιο κάτω αρχές:
(1)Πρώτον, η εξουσία του Δικαστηρίου για να εκδίδει τέτοιες θεραπείες και διατάγματα είναι διακριτική.
(2)Δεύτερον, για να ασκήσει αυτή την εξουσία το Δικαστήριο, θα πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: (α) Πρέπει να έχει διαπραχθεί ή να είναι συζητήσιμο ότι έχει διαπραχθεί αδικοπραξία από κάποιον αδικοπραγούντα (διάπραξη αδικοπραξίας). (β) Η έκδοση διατάγματος πρέπει να είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα (ενδεχόμενη έγερση αγωγής). (γ) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου διεκδικούνται τα διατάγματα (η Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη στην προκειμένη περίπτωση) θα πρέπει: (ί) να είχε συμμετοχή, εμπλοκή ή ανάμειξη με τρόπο που να διευκόλυνε τη διάπραξη της αδικοπραξίας και (ii) να είναι σε θέση ή να είναι πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα. Υπενθυμίζω και τονίζω ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να εξεταστούν κάτω από τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, Ν.14/60. Με βάση τα όσα θα προσπαθήσω να εξηγήσω αναλυτικά στη συνέχεια, είμαι της γνώμης ότι ουδεμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Η Πρώτη Προϋπόθεση Στην προκειμένη περίπτωση από τα γεγονότα που επικαλείται η ίδια η Αιτήτρια-ενάγουσα δεν φαίνεται να έχει διαπραχθεί οποιαδήποτε αδικοπραξία (wrongdoing) σε βάρος της. Παρόλο που όπως έχει εξελιχθεί, ερμηνευθεί και εφαρμοστεί η αρχή Norwich Pharmacal, ο όρος αδικοπραξία (wrongdoing) δεν περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων, αλλά μπορεί να περιλάβει για παράδειγμα και παράβαση συμφωνίας (π.χ. μια συμφωνία εργοδότησης), στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια-ενάγουσα απέχουν πολύ από αυτά που απαιτούνται για να υπάρχει οποιαδήποτε αδικοπραξία, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ΝLMK είναι η υποτιθέμενη αδικοπραγήσασα. Οι ισχυριζόμενες πράξεις που προκάλεσαν την ισχυριζόμενη ζημιά στην NCMMZ είναι η σύναψη των συμφωνιών προμήθειας σε κατ΄ ισχυρισμό χαμηλές τιμές. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και δεν έχω εντοπίσει ίχνος μαρτυρίας εναντίον της NLMK αναφορικά με οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειές της που να στοιχειοθετούν τη διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας εκ μέρους της στα πλαίσια του άρθρου 6
(3)του Ομοσπονδιακού Νόμου της Ρωσίας, ούτε οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν έστω και στοιχειωδώς ότι είναι συζητήσιμο ότι διέπραξε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Αντιθέτως, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, απλώς αναφέρεται ότι η ενάγουσα υποψιάζεται ή υποπτεύεται ότι δήθεν υπήρχε συμμετοχή της NLMK στην κατάρτιση των συμφωνιών προμήθειας σε χαμηλές τιμές. Μάλιστα, στην παράγρ. 35 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Χατζησωτηρίου ημερ. 22.11.2012, που είναι η σχετική παράγραφος στην οποία γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί η αδικοπραξία, γίνεται ρητή παραδοχή ότι ο ρόλος της NLMK στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη των συμφωνιών προμήθειας σε χαμηλές τιμές «είναι άγνωστος». Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι «οι συμφωνίες προμήθειας κατά πάσα πιθανότητα συνήφθηκαν: (α) σε πολύ χαμηλή τιμή, και (β) προς όφελος της Εναγομένης και του Ομίλου NLMK .". (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Δηλαδή, μπορεί να μη συνήφθησαν καν σε χαμηλές τιμές. Όταν η ενάγουσα δεν είναι σίγουρη για τους ισχυρισμούς της, πόσο μάλλον το Δικαστήριο να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό τον από μόνο του αβέβαιο ισχυρισμό και να εκδώσει τα δραστικά διατάγματα που ζητούνται; Οι ισχυριζόμενες πωλήσεις σε χαμηλές τιμές, σε ζημιά της NCMMZ και προς άμεσο όφελος της εναγομένης και έμμεσο όφελος της NLMK είναι έντονα αμφισβητούμενες στις ένορκες δηλώσεις του Stefan Jenkins που καταχωρήθηκαν για λογαριασμό της εναγομένης. Η θέση της τελευταίας είναι ότι από τις συμφωνίες προμήθειας είχε περιορισμένα κέρδη, ανερχόμενα στο 0,46% επί των τιμών αγοράς, επιβεβαιωμένο από σχετικό έλεγχο των ανεξάρτητων ελεγκτών Price Waterhouse Coopers. Συνεπώς, το πολύπλοκο και αμφισβητούμενο πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης και η φύση της διαφοράς δεν νομιμοποιεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων σε αυτό το στάδιο παρά μόνο στα πλαίσια μιας κανονικής δίκης [βλ. Avila (ανωτέρω), σελ. 13]. Το βασικό επιχείρημα της Αιτήτριας-ενάγουσας και των νομικών συμβούλων της, όπως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια, είναι ότι, επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη και η NCMMZ έχουν κοινό τελικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, κάποιος θα μπορούσε να υποπτευθεί και ισχυριστεί ότι η NLMK, που ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών, προκάλεσε με ενέργειές της τις συμφωνίες προμήθειας σε χαμηλές τιμές. Όμως, το πιο πάνω επιχείρημα δεν υποστηρίζεται από οποιεσδήποτε σχετικές ενέργειες ή πράξεις της NLMK. Το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε και στην αγωγή που καταχώρησε η Αιτήτρια-ενάγουσα στη Ρωσία εναντίον της NLMK για το έτος 2009 και τα Ρωσικά Δικαστήρια το απέρριψαν ως ανεδαφικό (βλ. Τεκμήριο 6B στην ένορκη δήλωση του Stefan Jenkins ημερ. 11.9.2013). Το Ρωσικό Δικαστήριο ξεκάθαρα επιβεβαιώνει ότι η μετοχική σχέση των διαδίκων δεν παίζει κανένα ρόλο στην ικανοποίηση του αιτήματος της ενάγουσας. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός στις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας-ενάγουσας που να συνδέει την υποτιθέμενη αδικοπραγήσασα (NLMK) με την ισχυριζόμενη αδικοπραξία. Αναζητούνται από την Αιτήτρια-ενάγουσα στοιχεία και μαρτυρία για να στοιχειοθετηθεί αδικοπραξία κατά της NLMK. Πέραν της πιο πάνω ρητής παραδοχής εκ μέρους της Αιτήτριας-ενάγουσας ότι η συμμετοχή και ο ρόλος της NLMK στην κατάρτιση των συμφωνιών προμήθειας σε χαμηλές τιμές είναι προς το «παρόν άγνωστος», στην παράγρ. 10 της γνωμάτευσης των δικηγόρων της Αιτήτριας-ενάγουσας (βλ. Τεκμήρια 28Α και 28Β στην ένορκη δήλωση της Μαρίνας Χατζησωτηρίου ημερ. 22.11.2012) αναφέρεται ότι εάν δεν λάβουν τα σχετικά έγγραφα που ζητούν δεν θα μπορέσουν να δικογραφήσουν την απαίτηση κατά της NLMK γιατί πιστεύουν ότι στα εν λόγω έγγραφα πιθανό να υπάρχει η μαρτυρία που ζητούν ("are likely to contain important information about the price paid by Novexco under the supply agreements"). Δηλαδή, οι δικηγόροι της Αιτήτριας-ενάγουσας, από μόνοι τους παραδέχονται ότι δεν έχουν την απαραίτητη μαρτυρία για να δικογραφήσουν την υποψιαζόμενη αδικοπραξία και ζητούν σωρεία εγγράφων, στα οποία μάλιστα δεν είναι βέβαιοι αν υπάρχει αυτό που ζητούν, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη φράση «είναι πιθανό» να περιέχουν σημαντικές πληροφορίες για να στοιχειοθετήσουν αδικοπραξία κατά της NLMK ("are likely to contain important information."). Δυστυχώς για την Αιτήτρια-ενάγουσα αυτό που ζητά είναι η εκμαίευση μαρτυρίας που είναι εκτός του εύρους εφαρμογής διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, όπως το επιβεβαιώνει και η επί του θέματος νομολογία. Στην Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v. National Westminster Bank Plc (ανωτέρω), όπου οι ενάγοντες ζητούσαν διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal για αποκάλυψη εγγράφων για να τους βοηθήσει να εκτιμήσουν (assess) κατά πόσο είχαν απαίτηση κατά συγκεκριμένου εναγομένου και εάν ναι να προχωρήσουν ανάλογα, το Δικαστήριο αρνήθηκε να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία με το ακόλουθο σκεπτικό: «
(1)There was jurisdiction to order discovery against a person not a party to proceedings if there was clear evidence that that person had become involved in someone else's wrongdoing, and the discovery sought was necessary either to establish the identity of the wrongdoer or to enable the plaintiff effectively to assert his rights against him (Norwich Pharmacal Co. & Ors v. Commissioners of Customs & Excise [1974] A.C. 133 and Societe Romanaise de la Chaussure v. British Shoe Corporation Ltd [1991] F.S.R. 1 discussed).
(2)However, this principle did not extend to cases where the plaintiff knew the identity of the intended defendant but had no adequate evidence of that defendant's liability. In such circumstances the court had no jurisdiction to grant an order of discovery aimed solely at enabling the plaintiff to discover whether he had a good cause of action against the defendant and to obtain evidence to support it (P. v. T. Ltd [1997] 1 W.L.R. 1309 distinguished).
(3)Even if the court did have jurisdiction to make the orders sought, it should decline to make them because they where in the nature of a "fishing" expedition in pursuit of evidence to bolster the plaintiff's case against the alleged wrongdoer, C. & L.". (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Avila (ανωτέρω), στη σελ. 13 λέχθηκε ότι: «Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc (ανωτέρω), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position". (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Επομένως, δεν είναι αρκετό να υποψιάζεται κάποιος ότι μπορεί να έλαβε χώρα κάποια αδικοπραξία, αλλά θα πρέπει να υπάρχει καλή ένδειξη περί διάπραξης αδικοπραξίας, ασχέτως αν όλα τα στοιχεία της αδικοπραξίας δεν είναι τεκμηριωμένα, άλλως θα χρησιμοποιούνταν τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal για σκοπούς διερεύνησης ή αλίευσης μαρτυρίας (fishing expedition) και/ή στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Το ίδιο συμβαίνει και στην υπό κρίση υπόθεση όπου η Αιτήτρια-ενάγουσα ζητά έγγραφα και μαρτυρία για να δυνηθεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση κατά της NLMK εφόσον, χωρίς αυτά, δεν γνωρίζει αν η NLMK προέβη στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία ή όχι. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει διαπραχθεί, ούτε είναι συζητήσιμο ότι έχει διαπραχθεί, οποιαδήποτε αδικοπραξία (wrongdoing) όπως απαιτείται από την σχετική επί του θέματος νομολογία ως προς την πρώτη προϋπόθεση (A wrong must have been carried out or arguably carried out by an ultimate wrongdoer) η οποία αντιστοιχεί με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και για τον λόγο αυτό και μόνο, η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με το ζητούμενο διάταγμα για τα έγγραφα του έτους 2009, με ρητή παραδοχή των δικηγόρων της ενάγουσας [βλ. ένορκη δήλωση Μιχάλη Χαραλάμπους ημερ. 5.12.2013, παράγρ. 4(ii)], η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και δεν τίθεται θέμα έγερσης τέτοιας αγωγής στη Ρωσία για το εν λόγω έτος. Ενόψει των πιο πάνω, και με βάση την υπόθεση Avila (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εκδώσει τα ζητούμενα διατάγματα για το έτος
- Τα σχετικά αποσπάσματα στη σελ. 22 της πιο πάνω απόφασης έχουν ως ακολούθως: «Απασχόλησε εκτενώς τους διαδίκους και ενώπιον του Εφετείου το ζήτημα της παραγραφής οποιωνδήποτε αγώγιμων δικαιωμάτων στη Τσεχία με το σκεπτικό βεβαίως ότι αφαιρείται το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο για έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal εφόσον δεν ήταν εν πάση περιπτώσει δυνατή η έγερση αγωγής στη Τσεχία .................................................................... Αναμφίβολα, εάν υπάρχει παραγεγραμμένη ήδη, διαφορά κατά τον Τσεχικό Νόμο, σίγουρα δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση του υπό κρίση διατάγματος». Εν πάση περιπτώσει, για το έτος 2009 η ενάγουσα καταχώρησε ήδη αγωγή στη Ρωσία εναντίον της NLMK και δεν τίθεται θέμα καταχώρησης νέας. Η εν λόγω αγωγή, αφού εκδικάστηκε σε τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, πρωτόδικα, σε έφεση και σε αναίρεση, απορρίφθηκε (βλ. ένορκες δηλώσεις Stefan Jenkins). Το Ρωσικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε επί της ουσίας (on the merits) όλη την προσκομισθείσα μαρτυρία και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι οποίοι εκτίθενται και στις ένορκες δηλώσεις της στην παρούσα Αίτηση, με απόφασή του ημερ. 3.6.2013 (βλ. Τεκμήρια 6Α και 6Β στην ένορκη δήλωση Stefan Jenkins ημερ. 11.9.2013), απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας στη Ρωσία μη αποδεχόμενο: (α) τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η NCMMZ πωλούσε τα προϊόντα της σε χαμηλές τιμές στην εναγόμενη, (β) την ύπαρξη οποιωνδήποτε ζημιών στην NCMMZ από τη σύναψη των συμφωνιών προμήθειας, (γ) ότι η NLMK προκάλεσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη σύναψη των συμφωνιών προμήθειας και ότι ενέχεται σε οποιαδήποτε αδικοπραξία, (δ) ότι η μετοχική σχέση των διαδίκων διαδραματίζει από μόνη της οποιαδήποτε σημασία στο θέμα. Το Ρωσικό Δικαστήριο αποφάσισε περαιτέρω ότι η ενάγουσα προέβη σε λανθασμένο τρόπο υπολογισμού της ισχυριζόμενης ζημιάς της NCMMZ, έχοντας υπόψη το άρθρο 15 του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Αστικού Κώδικα και τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων σε περίπτωση απώλειας κερδών, ως ήταν η υπό εκδίκαση περίπτωση. Ως εκ των ανωτέρω, συγκλίνω με τη θέση της εναγομένης ότι, η έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων στη Ρωσία, έστω και για το έτος 2009 μόνο, επιβεβαιώνει ότι η ενάγουσα δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας σε περίπτωση μελλοντικής αγωγής και, επιπρόσθετα, ότι όχι μόνο οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν πληρούνται, αλλά ούτε και αυτές του άρθρου 32, Ν.14/
- Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, είναι κατά πόσο οι αιτούμενες πληροφορίες και άλλα έγγραφα θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν με άλλο τρόπο. Καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal «τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο.» [βλ. Avila (ανωτέρω), σελ. 14]. Η θέση της εναγομένης, η οποία βασίζεται σε γνωμάτευση δικηγόρων (βλ. Τεκμήρια 14Α και 14Β στην ένορκη δήλωση Stefan Jenkins ημερ. 11.9.2013), είναι ότι η Ρωσική νομοθεσία παρέχει τα μέσα και τη μέθοδο αποκάλυψης εγγράφων από τα Ρωσικά δικαστήρια στις κατάλληλες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα παραδέχεται ότι εγκατέλειψε και απέσυρε το αίτημά της στα Ρωσικά δικαστήρια για αποκάλυψη των σχετικών συμφωνιών προμήθειας, με τη δικαιολογία ότι δεν θα γινόταν αποδεκτό [βλ. παράγρ. 30 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Χατζησωτηρίου, ημερ. 22.11.2012). Στην εκδικασθείσα υπόθεση της ενάγουσας για το έτος 2009, ενώπιον των Ρωσικών δικαστηρίων, η NLMK και η NCMMZ διατάχθηκαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο γραπτές εξηγήσεις με όλα τα υποστηρικτικά έγγραφα, τα κίνητρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καθορίστηκε η τιμή πώλησης των προϊόντων της NCMMZ προς την εναγόμενη. Δυνάμει αυτού του διατάγματος, η NCMMZ παρουσίασε στο δικαστήριο όλες τις σχετικές συμφωνίες προμήθειας με την εναγόμενη για το έτος 2009 (βλ. παράγρ. 29, 30 και 31 της ένορκης δήλωσης του Stefan Jenkins ημερ. 11.9.2012 και συνημμένο τεκμήριο 5). Είναι παραδεκτό ότι στα πλαίσια της πιο πάνω δίκης στη Ρωσία, το δικαστήριο έκρινε ότι διάφορα έγγραφα (τιμολόγια, έγγραφα μεταφοράς και διατακτικά πληρωμής), που η ενάγουσα ζήτησε να παρουσιάσει η NCMMZ κατά τη δίκη, πλην των συμφωνιών προμήθειας, ήσαν άσχετα με την υπόθεση και δεν διέταξε την παρουσίασή τους. Εφόσον, σύμφωνα με τα πιο πάνω, υπάρχει η δυνατότητα εξασφάλισης των αιτουμένων εγγράφων και/ή πληροφοριών στη Ρωσία, πράγμα το οποίο δεν επεδίωξε η ενάγουσα αλλά τουναντίον απέσυρε σχετικό διάβημά της, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα της ενάγουσας στην παρούσα Αίτηση. Για το έτος 2010, στους ελεγμένους λογαριασμούς της NCMMZ, οι οποίοι βρίσκονται και στην κατοχή της ενάγουσας, παρατίθενται αναλυτικά όλες οι πληροφορίες σε σχέση με τις ποσότητες, το είδος των προϊόντων και την τιμή που η NCMMZ πώλησε προς την εναγόμενη (βλ. παράγρ. 24 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Χατζησωτηρίου ημερ. 22.11.2012). Ως εκ τούτου, συμφωνώ με τη θέση της εναγομένης ότι αυτά τα στοιχεία θα μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιήσει η ενάγουσα για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της σε προτιθέμενη αγωγή στη Ρωσία, όπως έπραξε και για το έτος
- Η Δεύτερη Προϋπόθεση Και αν ακόμη, για σκοπούς συζήτησης, υποθέσουμε ότι έχει διαπραχθεί ή ότι είναι συζητήσιμο ότι έχει διαπραχθεί αδικοπραξία, έχω τη γνώμη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ούτε η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια-ενάγουσα. Όπως η ίδια η Αιτήτρια-ενάγουσα ισχυρίζεται, έχει καταχωρήσει για τα επίδικα ζητήματα σχετική αγωγή στη Ρωσία για το έτος 2009 εναντίον της NLMK, δικογραφώντας γεγονότα και λεπτομέρειες που συνιστούν τη βάση αγωγής της κατά της NLMK. Επομένως, οι αιτούμενες πληροφορίες δεν φαίνεται να είναι αναγκαίες είτε για σκοπούς έγερσης αγωγής είτε για την ετοιμασία της σχετικής Έκθεσης Απαιτήσεως. Υπενθυμίζω ότι διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εκδίδονται εναντίον προσώπων που έχουν αναμειχθεί στην αδικοπραξία ή το δόλο προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής ή η ετοιμασία της Έκθεσης Απαιτήσεως εναντίον αδικοπραγήσαντος. Αυτό δεν φαίνεται να ισχύει στα περιστατικά της παρούσας Αίτησης. Αντίθετα, από το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση, είναι φανερό ότι η Αιτήτρια αποβλέπει σε λήψη μαρτυρίας, μάλλον παρά πληροφόρησης, κάτι που ενισχύεται περαιτέρω και από το πολυδιάστατο των αιτουμένων διαταγμάτων τα οποία, στη βάση των λεπτομερειών που ζητούνται, δίδουν την εντύπωση της ανάκρισης παρά της αναζήτησης πληροφοριών. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια-ενάγουσα έχει προβεί στις πιο πάνω ενέργειες ή πράξεις, τα αιτήματα που διεκδικεί με την παρούσα Αίτηση ξεφεύγουν από τη φιλοσοφία της νομολογίας που καθιέρωσε η αρχή της Norwich Pharmacal, με αποτέλεσμα η Αίτηση να καθίσταται παντελώς αβάσιμη, ανεδαφική και καταχρηστική. Είμαι της γνώμης ότι αν το Δικαστήριο εξέδιδε τα αιτούμενα διατάγματα θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο το οποίο μπορεί να επικαλείται με τη μεγαλύτερη ευκολία όποιος επιζητά αντικρουστική μαρτυρία για να στηρίζει τις θέσεις του στα Δικαστήρια. Δηλαδή, όταν ο αιτητής θεωρεί ότι κάποιος κατέχει ή ίσως να κατέχει στοιχεία και πληροφορίες που ίσως να του χρησιμεύσουν για να αντιμετωπίσει τις θέσεις και επιχειρήματα του αντιδίκου του σε μια εκκρεμούσα αγωγή, θα εγείρει αγωγή εναντίον του και θα σύρει στο Δικαστήριο τον κάτοχο ή πιθανό κάτοχο αυτών των πληροφοριών και στοιχείων, ο οποίος τις κατέχει ή πιθανό να τις κατέχει λόγω συμβατικής επαγγελματικής σχέσης, η οποία του επιβάλλει υποχρέωση εμπιστευτικότητας και/ή επαγγελματικού απορρήτου [βλ. Att.-Gen. v. Guardian Newspapers Ltd (No.2)
(1990)1 A.C. 109]. Η Τρίτη Προϋπόθεση Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, η οποία θα πρέπει να συντρέχει για να είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal (The person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable to ultimate wrongdoer to be sued), είμαι της γνώμης ότι ούτε και αυτή ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την ίδια την Αιτήτρια-ενάγουσα, δεν έχει τεκμηριωθεί οποιαδήποτε αδικοπραξία από πλευράς της NLMK, ως αναλύεται κάτω από την πρώτη προϋπόθεση (ανωτέρω). Συνεπώς, ούτε η Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι έχει αναμειχθεί σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, είτε έχει η Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη, είτε δεν έχει, τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή λεπτομέρειες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα που αξιώνει η Αιτήτρια-ενάγουσα, δεν έχει καμία σημασία, για τον λόγο ότι το πρώτο σκέλος που θέτει η εν λόγω προϋπόθεση (be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing) δεν ικανοποιείται. Εκ των πραγμάτων και εν όψει της μη ικανοποίησης των τριών επιτακτικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, έχω τη γνώμη ότι η Αιτήτρια-ενάγουσα δεν έχει καν καλή βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση-εναγομένης και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να εκδοθούν προς όφελος της τα ενδιάμεσα προστατικά διατάγματα που αξιώνει, τη στιγμή που η βάση αγωγής της δεν είναι καλή και δεν θα ήταν δυνατόν να της αποδοθούν στα πλαίσια αυτής οποιεσδήποτε θεραπείες και/ή διατάγματα. Παρόλο ότι στην Ashworth (ανωτέρω) ο Lord Woolf ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την ελαστικότητα της αρχής Norwich Pharmacal: "New situations are inevitably going to arise where it will be appropriate for the (Norwich Pharmacal) jurisdiction to be exercised where it has not been exercised previously. The limits which applied to its use in its infancy should not be allowed to stultify its use now that it has become a valuable and mature remedy", δεν νομίζω ότι τα περιστατικά της υπό κρίση Αίτησης δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Επίσης, είμαι της γνώμης ότι τα αιτούμενα διατάγματα φαίνεται να προσκρούουν στον «mere witness" κανόνα όπως τέθηκε στη Norwich Pharmacal (ανωτέρω) και αναλύθηκε στη Mercantile Group (Europe) A.G. v. Aiyela
(1994)1 All E.R 110, 115. Όπως λέχθηκε από τον Lord Reid στη Norwich Pharmacal (ανωτέρω) σελ. 947(Η): "...The foundation of the rule is the assumption that eventually the testimony will be available either in an action already in progress or in an action which will be brought later." Ο πιο πάνω κανόνας εμποδίζει ένα διάδικο από του να εξασφαλίσει διάταγμα αποκάλυψης από ένα πρόσωπο το οποίο στον κατάλληλο χρόνο θα υποχρεωθεί να δώσει τις πληροφορίες που του ζητούνται είτε με προφορική μαρτυρία ή κατόπιν μαρτυρικής κλήσης (subpoena duces tecum). Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας [Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1980, 1988 και Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R 225, 229]. Εν όψει των πιο πάνω η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη. Τα όσα ανέφερα πιο πάνω καλύπτουν όλους τους λόγους ένστασης εκτός ενός. Αυτός είναι ότι η έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου, καθότι με την Αίτηση η Αιτήτρια-ενάγουσα ζητά ακριβώς τις ίδιες θεραπείες που ζητά με την αγωγή. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγομένης, η πολυπλοκότητα των γεγονότων και η έντονη αμφισβήτηση τούτων δεν επιτρέπει την ικανοποίηση των αιτημάτων της αγωγής στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης. Κοινή συνισταμένη της νομολογίας επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal είναι ότι η εν λόγω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή, όπως έγινε και εδώ. Περαιτέρω, όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι, όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται [βλ. Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) Α.Α.Δ 149) παρά μόνο ίσως σε ξεκάθαρες περιπτώσεις (Michael v. Brevinos (ανωτέρω)]. Στη C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853, 869, λέχθηκε ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με εκείνη που επιζητείται με την αγωγή [βλ. Michael v. Brevinos Ltd (ανωτέρω)]. Μολονότι η νομοθεσία και η νομολογία δεν απαγορεύουν την επιδίωξη της ίδιας θεραπείας, η ορθή νομική θέση είναι ότι μια τέτοια επιδίωξη είναι λανθασμένη. Έστω κι αν υπήρξαν περιπτώσεις που εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα που επιζητούσαν την ίδια θεραπεία με την αγωγή, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τέτοιες περιπτώσεις εξετάστηκε στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) ΑΑΔ 734, 742, 743, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes Ltd v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω, είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου.» Βέβαια, στις υποθέσεις Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245, Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1848, 1857 και Avila (ανωτέρω), έγινε διαχωρισμός του ενδιάμεσου διάταγματος από το διάταγμα που επιζητείτο ως θεραπεία με την αγωγή και αναφέρθηκε πως το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν ήταν διάταγμα στο διηνεκές, αλλά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από τις σελ. 27 και 28 της υπόθεσης Avila (ανωτέρω): «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). To ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd -ανωτέρω-). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 2015). Στην Χ Ltd v. Morgan Grampian (Publishers) Ltd
(1991)1 AC 1, HL, αποφασίστηκε ότι δεν απαγορεύεται ή αντενδείκνυται η απόδοση quia timet injunction προς εμποδισμό της κυκλοφορίας πληροφοριών που δόθηκαν στον εναγόμενο κατά παράβαση σχέσης εμπιστευτικότητας, έστω και αν η κυρίως αγωγή έχει σκοπό την αποκάλυψη της ταυτότητας του πληροφοριοδότη που κατά παράβαση αυτής της εμπιστευτικότητας διοχέτευσε πληροφορίες στον εναγόμενο.» Το ότι οι θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα Αίτηση είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή είναι, πιστεύω, προφανές. Η έκδοση των αιτουμένων θεραπειών θα καθιστούσε την αγωγή χωρίς αντικείμενο και θα είχε ως αποτέλεσμα τελεσίδικη απόφαση όχι μετά από κανονική δίκη αλλά στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτό μόνο σε εξαιρετικές και ξεκάθαρες περιπτώσεις είναι επιτρεπτό και όχι σε υποθέσεις με τέτοια πολυπλοκότητα όπως η παρούσα. Ένα άλλο θέμα, το οποίο δεν απασχόλησε τους ευπαίδευτους συνήγορους, αφορά τη γενικότητα των αιτουμένων διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι τα δικαστικά διατάγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατό ευκρινώς διατυπωμένα για να παρέχονται σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους [Τhe Supreme Court Practice 1991, σελ. 499, παράγρ. 29/1/6, Video Arts Ltd v. Paget Industries Ltd
(1986)FRS 623 και Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (αρ.2)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ 263]. Στην υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια-ενάγουσα αιτείται διατάγματα τα οποία να διατάσσουν την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη να της παραδώσει, γενικά και αόριστα, έγγραφα, πληροφορίες, πρακτικά, σημειώσεις, ονόματα, αλληλογραφία κ.τ.λ. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι τόσο πολυδιάστατα, πολυσχιδή, γενικά, αόριστα, ασαφή και εκτεταμένα με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εφαρμοστούν από την Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενη στην πράξη αλλά ούτε και να παρακολουθηθεί και/ή επιτηρηθεί και/ή ελεγχθεί η εφαρμογή τους από το Δικαστήριο. Επομένως, θα απέρριπτα την Αίτηση και για τους πιο πάνω δύο λόγους. Με βάση όλα τα οποία ανάφερα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της Αίτησης και, επομένως, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγόμενης και εναντίον της Αιτήτριας-ενάγουσας. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο