← Κύπρος

GEORGIOS ELIA BUILDING & CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LIMITED ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA), Αρ. Αγωγής: 7448/13, 20/5/2014

GEORGIOS ELIA BUILDING & CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LIMITED ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA), Αρ. Αγωγής: 7448/13, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7448/13 Μεταξύ: GEORGIOS ELIA BUILDING & CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS LIMITED Εναγόντων - και - ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA) Εναγομένων 20 Μαΐου,

  1. ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/4/14 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: Ο κ. Χατζησέργης Για Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Χατζηιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χατζηιωάννου) --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 7/1/2012 μεταξύ των εναγομένων ως εργοδότη και των εναγόντων ως εργολάβου, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την ανακαίνιση/αναβάθμιση και αντισεισμική ενίσχυση ενός παλαιού κτηρίου της CYTA στη Λευκωσία. Προέκυψαν διαφορές οι οποίες οδήγησαν στην έγερση της παρούσας αγωγής δια της οποίας οι ενάγοντες απαιτούν ποσά για εκτελεσθείσες εργασίες και αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης και γενικά για παράβαση συμφωνίας. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 20/11/
  2. Την ίδια μέρα είχε καταχωριστεί άνευ ειδοποιήσεως αίτηση υπό των εναγόντων με την οποία ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγόρευε τους εναγόμενους να κατάσχουν το έργο και να το αναθέσουν σε άλλο εργολήπτη και περιπλέον να στους απαγόρευε τη διάθεση ενός τεμαχίου γης. Το Δικαστήριο τότε είχε απορρίψει την αίτηση. Οι ενάγοντες επανήλθαν με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 29/4/2014 με την οποία ζητούσαν διάταγμα όπως οι εναγόμενοι μετακινήσουν τρία οχήματα που έθεσαν εντός του περιφραγμένου χώρου του εργοταξίου με σκοπό να φράξουν τις εισόδους του και διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους από το να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στους χώρους του εργοταξίου με σκοπό την παρεμπόδιση στους ενάγοντες να εισέρχονται στο χώρο. Αυτά τα διατάγματα δόθηκαν μονομερώς. Η αίτηση είχε και άλλη πτυχή. Επαναφέρθηκε το αίτημα για απαγόρευση των εναγομένων να κατάσχουν το έργο και να το αναθέσουν σε άλλο εργολήπτη. Το πρώτο σκέλος του αιτήματος ήταν για τους επόμενους 3 μήνες προκειμένου να διοριστεί ανεξάρτητος και κοινής αποδοχής επιμετρητής ποσοτήτων. Η αίτηση ως προς αυτή την πτυχή επιδόθηκε. Ακολούθησε ένσταση. Οπότε προέκυψε η εξής εικόνα: Η εκδοχή των εναγόντων είναι πως ο αρχιτέκτονας σε συνεννόηση με τον εργοδότη και κατά παράβαση της συμφωνίας απέρριψε ενδιάμεσες αιτήσεις πληρωμής που είχαν υποβάλει οι εναγόμενοι για έκδοση πιστοποιητικών πληρωμών[1]. Είναι η θέση των αιτητών ότι στην πραγματικότητα έχουν εκτελεστεί σωρευτικές εργασίες και υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις των εναγόντων συνολικής αξίας άνω των €500.
  3. Παρά ταύτα ο αρχιτέκτονας αρνείται να πιστοποιήσει τις πληρωμές προς τους εναγόμενους ως τον κύριο εργολάβο, τη στιγμή που πιστοποιεί επιλεκτικά πληρωμές προς τους υπεργολάβους. Πρόκειται, κατά τους εναγόμενους, για συνεχιζόμενη παράνομη άρνηση του αρχιτέκτονα να εκδώσει διατακτικά πληρωμής. Παράλληλα, πάντα κατά την εκδοχή των εναγόμενων, οι εναγόμενοι, αφού άσκησαν διάφορους εκβιασμούς για να εξαναγκάσουν τους ενάγοντες να δεχθούν τους δικούς τους όρους, οδηγούν τα πράγματα με δόλιο τρόπο σε τερματισμό της συμφωνίας εντελώς παράνομα και αδικαιολόγητα. Απαίτησαν την πληρωμή δύο τραπεζικών εγγυητικών επιστολών που τους είχαν δοθεί για προκαταβολή και για πιστή εκτέλεση του έργου. Όταν διαπίστωσαν ότι το αίτημά τους δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω της επικρατούσας κατάστασης στην πρώην Λαϊκή, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τερματίσουν τη συμφωνία. Σε συνεννόηση με τους αρχιτέκτονες και επιμετρητές του έργου άρχισαν να αποστέλλουν ψευδείς επιστολές για δήθεν κακοτεχνίες, αλλά την ίδια στιγμή αρνούνταν να τις υποδείξουν επιτόπου. Στις 23/4/14 παρέδωσαν στους ενάγοντες επιστολή με σχετικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα με την οποία τους καλούσαν να επανορθώσουν δήθεν παραβάσεις. Στις 27/4/14 οι εναγόμενοι απέκλεισαν με όχημα την είσοδο του εργοταξίου το οποίο και μετακίνησαν μετά από παρέμβαση της αστυνομίας. Ακολούθως, όμως, παραβίασαν την περίφραξη του εργοταξίου και τοποθέτησαν το ίδιο όχημα στην εσωτερική πλευρά της εισόδου φράσσοντάς την και πάλι. Μετά από παρέμβαση της αστυνομίας και πάλιν μετακίνησαν το όχημα. Όμως, στις 28/4/14 βρέθηκαν τοποθετημένα στην είσοδο του εργοταξίου δύο οχήματα της CYTA ενώ ιδιωτικός φρουρός απέτρεψε την είσοδο των εναγόντων στο εργοτάξιο. Ακολούθησε η παρούσα αίτηση στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες επικαλούνται ως ανεπανόρθωτη ζημία ότι εάν οι εναγόμενοι αναθέσουν το έργο σε άλλη εργοληπτική εταιρεία θα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα αλλοίωσης της φύσης και ή της ποιότητας των εργασιών που έχουν διεξαγάγει και άμεσος κίνδυνος να δημιουργηθούν κακοτεχνίες σε βαθμό που να μην είναι εφικτός στο μέλλον ο διαχωρισμός και η απόδοση ευθύνης. Δεν θα μπορούν, ισχυρίζονται, να πληρωθούν για την ήδη εκτελεσθείσα εργασία αφού θα καλυφθεί δια νέας εργασίας και επίσης θα καταναλωθούν τα οικοδομικά υλικά των εναγόντων και δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή τους. Η εκδοχή των εναγομένων είναι ότι νόμιμα τερμάτισαν τη σύμβαση με επιστολή τους ημερομηνίας 23/4/14 (τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση των εναγομένων). Λέγουν ότι, από τα αρχικά στάδια των εργασιών οι ενάγοντες δημιουργούσαν συνέχεια προβλήματα και καθυστερήσεις. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το κούρεμα των καταθέσεων που έγινε το Μάρτιο του 2003, οπότε οι ενάγοντες που συνεργάζονταν με τη Λαϊκή Τράπεζα αντιμετώπισαν προβλήματα. Σε μια προσπάθεια να βοηθηθεί ο εργολάβος συμφωνήθηκε τότε παράταση χρόνου. Περιπλέον δε, οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν να πληρώσουν προκαταβολές στους υπεργολάβους έναντι τραπεζικής εγγύησης για να μπορούν οι υπεργολάβοι να αρχίσουν εργασίες, κάτι που έγινε με τον πελεκάνο. Περιπλέον, επειδή οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να ανανεώσουν τις εγγυητικές ούτε στο 50% του ύψους τους όπως οι ίδιοι πρότειναν, τελικά συμφωνήθηκε όπως μέχρι την ανανέωση των εγγυητικών κατακρατείται ένα επιπλέον ποσό 10% εκάστου διατακτικού. Παρόλα αυτά οι εναγόμενοι δεν προχωρούσαν ουσιαστικά με τις εργασίες και οι μόνες εργασίες που προχωρούσαν ήταν αυτές των υπεργολάβων. Πάντα κατά την εκδοχή των εναγομένων, οι ενάγοντες άρχισαν από τον Ιούνιο 2013 να υποβάλλουν διατακτικά που περιελάμβαναν εργασίες οι οποίες δεν είχαν γίνει και τις οποίες δεν αποδέχονταν ο Αρχιτέκτονας και ο Επιμετρητής. Από το Φθινόπωρο του 2013 οι ενάγοντες άρχισαν να υποβάλλουν αιτήσεις για καθυστερήσεις και παράπονα για μη πληρωμή δήθεν εκτελεσθείσας εργασίας. Στις 23/10/2013 ο Αρχιτέκτονας τούς υπέδειξε κακοτεχνίες που έπρεπε να διορθωθούν (τεκμήριο 5 στην ένσταση). Οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν και συνέχισαν να αντιπαρατίθενται με τον Αρχιτέκτονα αντί να προωθούν το έργο το οποίο και εγκατέλειψαν ουσιαστικά από τον Νοέμβριο
  4. Οι προσπάθειες για συμβιβασμό δεν καρποφόρησαν. Στις 23/4/2014 οι εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή τερματισμού. Στις 26/4/2014 οι ενάγοντες επισκέφθηκαν το εργοτάξιο και απεκόμισαν διάφορους εξοπλισμούς που τους ανήκουν και τα προκατασκευασμένα κινητά γραφεία τους. Στις 27/4/2014 οι ενάγοντες κλείδωσαν το εργοτάξιο και το βράδυ της ίδιας ημέρας τους επετράπη να παραλάβουν δυο διπλοκάμπινα που ήταν εντός του περιφραγμένου χώρου. Στις 29/4/2014 οι Επιμετρητές Ποσοτήτων επικαλούμενοι πρόνοιες του συμβολαίου κάλεσαν τους εναγόμενους στο χώρο του έργου την 12/5/2014 και ώρα 0900 για τη λεπτομερή εκτίμηση της εργασίας που έγινε μέχρι την κατάσχεση του έργου και της αξίας των μηχανημάτων, προσωρινών κατασκευών και υλικών. Είναι δεδηλωμένη η θέση των εναγομένων μέσα από την ένορκη δήλωσή τους ότι θα αναθέσουν τη συμπλήρωση του έργου σε άλλο που θα επιλεγεί κατόπιν προσφορών και ότι ως ιδιοκτήτες του εργοταξίου (της γης και των κτηρίων) δεν επιθυμούν και δεν δέχονται πλέον την παρουσία των εναγόντων σ' αυτό. Συμφωνούν ότι θα πρέπει να επιμετρηθεί η εκτελεσθείσα εργασία και τα υπάρχοντα υλικά το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας, αφού έστω και εάν θα υπάρξει ζημία αυτή θα είναι χρηματική και οι εναγόμενοι έχουν την οικονομική ευρωστία να καλύψουν τυχόν απόφαση. Ακολούθησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγόντων σε μια προσπάθεια να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων. Δεν θα υπεισέλθω στις λεπτομέρειες μιας εκτεταμένης ένορκης δήλωσης 16 σελίδων. Η ουσία είναι ότι αποδίδεται στους εναγόμενους προσπάθεια να δώσουν παραπλανητική και λανθασμένη εικόνα στο Δικαστήριο, τόσο ως προς τα γεγονότα, όσο και ως προς τη δική τους εικόνα παρουσιαζόμενοι ως οι καλόπιστοι, φιλεύσπλαχνοι και υποβοηθητικοί εργοδότες. Γενικά, οι ενάγοντες εμμένουν στις εξ αρχής διατυπωθείσες δικές τους θέσεις, όχι μόνο περί υπαιτιότητας των εναγομένων, αλλά και περί του ότι αυτοί ασκούσαν απαράδεκτους εκβιασμούς εις βάρος τους. Tο δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο αποφεύγει να καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα και τελικά ευρήματα και το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την απόδοση προσωρινής θεραπείας. Η κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η νομολογία είναι παγιωμένη και σαφής: Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas

(1984)1 CLR 263, 267-268 λέχθηκαν τα εξής από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μιχ. Α. Τριανταφυλλίδη: «I would like to observe that at the Stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this cleary interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect. I venture to add, further, that save in those cases where there exist such special circumstances as to justify resorting to the remedy of an appeal against an interlocutory injunction, the course which is most conducive to the proper administration of justice is to ensure that the pleadings are filed without delay and that the case is heard on its merits as early as possible, without delaying its determination because of an appeal, as in the present instance. ......................... The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject-matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case. I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents, as plaintiffs, are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants.» Τα παραπάνω έχουν υιοθετηθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269-270, στην οποία επαναλήφθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. (Βλ. επίσης Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799, 807 και El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1ΑΑΔ 1225, 1268). Αλλά και στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 επαναλήφθηκε ότι: «Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» Το ζήτημα έχει περαιτέρω εξηγηθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 από τον Δικαστή Νικολάου ως ακολούθως: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v.Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Το παραπάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Δικαστή Καλλή στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 όπου προστέθηκαν και τα ακόλουθα: (Βλ. και Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας»). Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και από την Αγγλική Νομολογία - Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παραγ. 620 και 621: «
  1. Remedy by injunction. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .An interlocutory injunction is thus a temporary, discretionary and exceptional remedy. It is available before the rights of the parties have been finally determined and, in the case of an ex parte injunction, even before the court has been appraised of the nature of the defendant's case. It is no part of the court's function at this early stage in the litigation to try to resolve conflicts of evidence on affidavit as to the facts on which the claims of either party may ultimately depend. The evidence is incomplete because it is not until the trial that it is tested by oral cross-examination. Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information. It is not, therefore, appropriate for the court to decide conflicting questions of fact or difficult questions of law which call for detailed argument and mature consideration. These are matters to be dealt with at the trial. . . . . . . . . . .
  2. Arguable case. . . . . . . . . . . . . . . . . . What the affidavit evidence must disclose is that there is a serious question to be tried and that the plaintiff has prospects of success which exist in substance and reality. The plaintiff does not, as was formerly thought, have to establish that he has a strong prima facie case or a prima facie case or even a probability that he will succeed at the trial. The burden on the plaintiff is the lesser one of showing an arguable case to be tried. . . . . . . . . . . . . . . .» Σε μετάφραση: «
  3. Θεραπεία με απαγορευτικό διάταγμα. ... ... ... ... Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. Προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και στην περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς ακόμα προτού το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγομένου. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. Η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση. Πλήρης δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  4. Συζητήσιμη υπόθεση. ... ... ... ... ... Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. . . . . . . . . . . » Υιοθετούμε την πιο πάνω θεώρηση του θέματος. Είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τη νομολογία μας. Εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που έχουν προβληθεί από τους εφεσείοντες θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους.» Ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου έχει δοθεί μονομερώς ένα συντηρητικό διάταγμα, όπως είναι η παρούσα, η εξουσία και το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα πρέπει να καταστεί απόλυτο ή να ακυρωθεί και δεν είναι επιτρεπτή η διάγνωση της ουσίας της αγωγής (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1991)1 A.A.Δ. 225). Δεν είναι του παρόντος να αποφασιστεί το θέμα της ευθύνης. Εάν ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων και ο αποκλεισμός των εναγόντων από το έργο και το εργοτάξιο είναι αντισυμβατικές ενέργειες, αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στο τέλος. Όπως εκ παραλλήλου θα κριθούν στα ίδια πλαίσια και οι ενέργειες των εναγόντων. Δεν είναι τώρα που θα κριθεί η αλήθεια των εκατέρωθεν εκδοχών που συνίστανται σε επίρριψη ολόκληρης της ευθύνης από τον έναν στον άλλο και αντιστρόφως. Δεν μπορεί τώρα το δικαστήριο να αποφασίσει επί της θέσης των εναγόντων, όπως εκφράστηκε στην αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου τους, ότι «όλες οι εργασίες που εκτελέστηκαν στο Έργο, ήταν άρτια κατασκευασμένες, συμφώνως των όρων και προδιαγραφών του Συμβολαίου, των γραπτών οδηγιών του Αρχιτέκτονα αλλά και των κανόνων της οικοδομικής τεχνικής και πρακτικής». Ούτε και να ενεργήσει με αυτή τη θέση ως δεδομένη, όπως εισηγήθηκε ο κ. Χατζησέργης, λέγοντας ότι είναι «για το λόγο αυτό» που οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν τη συγκεκριμένη ενδιάμεση θεραπεία. Ασφαλώς, το δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει ενδιάμεση θεραπεία προβαίνοντας σε ευρήματα επί της ουσίας και βασιζόμενο, μάλιστα, σε τέτοια ευρήματα. Το ζητούμενο τώρα είναι, ως άνω, οι προϋποθέσεις για απόδοση μονομερούς θεραπείας. Ως προς την πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται αμοιβή για εκτελεσθείσες εργασίες ως η απαίτησή τους, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του Συμβολαίου (όρος 57
(2)) η υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή ενεργοποιείται μετά την πιστοποίηση του πιστοποιητικού πληρωμής από τον Επιθεωρητή εργοταξίου και τον Αρχιτέκτονα, προϋποθέσεις που οι ενάγοντες δεν στοιχειοθέτησαν ότι ισχύουν. Πέραν τούτου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απαίτηση είναι για αποζημιώσεις και όχι για ειδική εκτέλεση, όπως ορθά εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων. Με τα διατάγματα όμως που έχουν δοθεί μονομερώς, επιχειρείται κατ' ουσία να εξασφαλιστεί η συνέχιση της πρόσβασης των εναγόντων στο εργοτάξιο, τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες του χώρου δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν κάτι τέτοιο, ότι θα προχωρήσουν με άλλο εργολάβο και ότι εάν κριθεί πως ενεργούν αντισυμβατικά θα αντιμετωπίσουν τις αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα είναι ένας έμμεσος τρόπος να διεκδικηθεί ειδική εκτέλεση, χωρίς όμως να είναι αυτό το αντικείμενο, είτε της αγωγής είτε της ενδιάμεσης αίτησης. Το ίδιο ισχύει και ως προς το σκέλος της αίτησης που έχει επιδοθεί, εφόσον κατ' ουσίαν ζητείται να απαγορευθεί στους εναγόμενους να τερματίσουν τη συμφωνία. Πρέπει παράλληλα να έχουμε κατά νου ότι, πέραν των γενικών αρχών δικαίου των συμβάσεων που διέπουν το θέμα, ρητά συμφωνήθηκε με τον όρο 57
(1)του Συμβολαίου ότι ο Εργοδότης δύναται, σε περίπτωση αθέτησης Όρων του Συμβολαίου από τον Εργολάβο, να τερματίσει την Εργοδότηση, να εισέλθει στο Εργοτάξιο και να εκδιώξει τον Εργολάβο και να κατάσχει το Έργο με δικαίωμα να συμπληρώσει το Έργο ο ίδιος ή και να ζητήσει από άλλο Εργολάβο να συμπληρώσει το Έργο, ο οποίος μάλιστα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μηχανήματα, προσωρινές εγκαταστάσεις και υλικά που υπάρχουν στο Εργοτάξιο για τη συμπλήρωση του Έργου. Αυτά είναι εκείνα που οι ίδιοι οι ενάγοντες συμφώνησαν ότι θα μπορούσαν να πράξουν οι εναγόμενοι. Το δικαστήριο δεν μπορεί σ' αυτό το στάδιο να εξετάσει και να αποφανθεί κατά πόσο οι εναγόμενοι ενήργησαν δικαιωματικά στα πλαίσια του Όρου 57
(1)ή εάν παρέβησαν τη σύμβαση. Σημασία, τώρα, έχει ότι, τηρουμένων των προϋποθέσεων τις οποίες οι ίδιοι οι ενάγοντες συμφώνησαν και κατέγραψαν στη Σύμβαση, οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα να τερματίσουν και να προχωρήσουν επί τη βάσει των όσων τα μέρη είχαν συμφωνήσει. Δεν μπορούν να εμποδιστούν κατά τρόπο έμμεσο. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη την επιλογή των εναγομένων να τερματίσουν τη συμφωνία και την επιλογή των εναγόντων να ζητήσουν αποζημιώσεις, το θέμα είναι ζήτημα αποζημιώσεων τις οποίες οι εναγόμενοι δηλώνουν ικανοί να αντιμετωπίσουν. Σε σχέση με το αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τελικό στάδιο, εκείνο που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι βασικά η αδυναμία διαχωρισμού των εργασιών τους από τις εργασίες ενός άλλου εργολάβου που θα συνεχίσει το έργο. Η συνέχιση όμως του Έργου από άλλο Εργολάβο ήταν κάτι με το οποίο, τηρουμένων των προϋποθέσεων, είχαν εξ αρχής και γενικά, ως άνω, συμφωνήσει. Εκείνο που ζητούν με την αίτηση είναι να απαγορευθεί η κατάσχεση του Έργου «προκειμένου να διοριστεί ανεξάρτητος και κοινής αποδοχής Επιμετρητής Ποσοτήτων με σκοπό την καταμέτρηση και εκτίμηση της μέχρι σήμερον πραγματικής εκτελεσθείσας εργασίας κτλ». Αυτή όμως τη διαδικασία δεν την είχαν συμφωνήσει όταν συνομολογούσαν τον Όρο 57
(1). Εκείνο που είχαν συμφωνήσει ήταν ο Όρος 57
(2)σύμφωνα με τον οποίο: «Το συντομότερο δυνατό μετά την εκδίωξη του Εργολάβου από τον Εργοδότη, ο Υπολογιστής Ποσοτήτων, χωρίς ή με αναφορά στα Μέρη, θα προχωρήσει στην λεπτομερή εκτίμηση της εργασίας που έγινε μέχρι την ημερομηνία κατάσχεσης και της αξίας των μηχανημάτων, προσωρινών κατασκευών και υλικών». Σ' αυτά τα πλαίσια ήταν η εν λόγω ειδοποίηση του Επιμετρητή Ποσοτήτων ημερομηνίας 29/4/2014 (τεκμήριο 10 στην ένσταση) στην οποία οι ενάγοντες αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση λέγοντας κατά πρώτο ότι τους παραδόθηκε στις 5/5/14 μετά το εκδοθέν διάταγμα και κατά δεύτερο παρέπεμψαν στη δική τους απαντητική επιστολή (τεκμήριο 19 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση εναγόντων). Στην επιστολή εκείνη οι ενάγοντες καταγράφουν τη θέση τους ότι το Έργο δεν έχει κατασχεθεί νομότυπα από τον Εργοδότη και αναφέρουν ότι δεν είχαν λάβει καμία σχετική ειδοποίηση διατυπώνοντας, ως εκ τούτου, αμφιβολίες για το σκοπό της επιστολής του Επιμετρητή. Εν πάση περιπτώσει όμως, οι ενάγοντες δεν παρέστησαν, όπως προκύπτει, στη διαδικασία που είχαν συμφωνήσει δια του Όρου 57
(2). Μια άλλη πτυχή που δημιουργεί πρόβλημα στους αιτητές, ανεξάρτητα και επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, έγκειται στο γεγονός ότι ενώ το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο εκδόθηκε στις 20.11.2013 και σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 31/3/2014 μέχρι σήμερα οι ενάγοντες δεν έχουν προωθήσει την αγωγή, παρά το ότι καταχώρισαν δύο αιτήσεις για ενδιάμεσα διατάγματα. Οι ενδιάμεσες διαδικασίες, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν αυτοσκοπό. Υπό το φως όλων των ανωτέρω η αίτηση των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει ούτε σε σχέση με το σκέλος που δόθηκαν διατάγματα, ούτε σε σχέση με τη πτυχή για την οποία επιδόθηκε. Υπήρξε εισήγηση εκ μέρους του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιτητών ότι η ένσταση της άλλης πλευράς καλύπτει μόνο τα διατάγματα που δόθηκαν και όχι την πτυχή που επιδόθηκε και γι' αυτό η τελευταία αυτή πτυχή πρέπει να εγκριθεί λόγω παράλειψης ένστασης. Η ένσταση όμως είναι φανερό ότι καλύπτει το σύνολο της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται και τα διατάγματα παύουν να ισχύουν. Κατ' αποκοπήν έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών €1.500 πλέον ΦΠΑ. (Υπ.)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. [1] Σχετικές είναι οι πρόνοιες των όρων 56
(1)και 56
(2)της επίδικης συμφωνίας. Ειδικότερα η τελευταία πρόνοια προβλέπει ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να πληρώσει το ποσό που έχει πιστοποιηθεί ότι οφείλεται στον εργολάβο μέσα σε 30 ημέρες από την πιστοποίηση που διενεργείται από τον Επιθεωρητή Εργοταξίου και τον Αρχιτέκτονα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.