Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) ν. Αναστάση Στεφάνου, Αρ. Αγωγής: 6159/06, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6159/06 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) Εναγόντων και Αναστάση Στεφάνου Εναγόμενου ------------- Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 20.9.2006, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των £49.556,42 πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2002 μέχρις εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθεισών μετοχών όπως περιγράφονται στην παράγραφο 8 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 11 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 30.10.2008, οι ενάγοντες, ως τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης, περί τις 27.12.1999, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν στον εναγόμενο δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό, για περίοδο που ήθελαν αποφασίσει οι ενάγοντες κατά την κρίση τους, με όριο £50.000, ενόσω ταυτόχρονα ο εναγόμενος υπέγραψε το επενδυτικό σχέδιο ALPHA - CLR Stockbrokers (στο εξής «το επενδυτικό σχέδιο»), δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες παραχωρούν πιστωτικές διευκολύνσεις σε επενδυτές κατά την κρίση τους, υπό τους όρους που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Στις 27.12.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε τους όρους συμμετοχής στο προαναφερθέν επενδυτικό σχέδιο καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Δυνάμει των όρων του επενδυτικού σχεδίου ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων τις μετοχές που περιγράφονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, υπογράφοντας και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων ως προς την είσπραξη των μερισμάτων των ενεχυριασθεισών μετοχών και την κατάθεση τους έναντι των υποχρεώσεων του εναγόμενου. Οι ενάγοντες άνοιξαν στον εναγόμενο δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας δεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο. Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 5.10.2000, 6.7.2001 και 31.5.2002 προς τον εναγόμενο τερμάτισαν τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και με επιστολές των δικηγόρων τους ημερομηνίας 21.8.2002 και 19.6.2006 τον κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους του. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων, που καταχωρήθηκε στις 18.11.2008, αποτελούμενη από 35 σελίδες, ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, υποστηρίζοντας, μεταξύ πολλών άλλων που θα παρατεθούν πολύ συνοπτικά στη συνέχεια, ότι οι ενάγοντες διεξάγοντας τραπεζικές εργασίες παραβίαζαν την Κυπριακή νομοθεσία και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή τη δημόσια πολιτική και ως εκ τούτου το επίδικο επενδυτικό σχέδιο είναι παράνομο και άκυρο, αντιβαίνοντας και την περί Χρηματιστηρίου νομοθεσία, εφόσον οι ενάγοντες ασκούσαν χρηματιστηριακές εργασίες χωρίς να είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής «το ΧΑΚ»). Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται ότι συνήφθη συμφωνία με τους ενάγοντες, ως αυτοί ισχυρίζονται στην έκθεση απαίτησης τους, υποστηρίζοντας ότι τόσο η αίτηση συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο όσο και η συμφωνία και τα άλλα σχετικά έγγραφα υπεγράφησαν από αυτόν, κατόπιν ενθάρρυνσης και/ή εξώθησης και/ή επηρεασμού που συνίστατο σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές και/ή απατηλές δηλώσεις των εναγόντων δια των αντιπροσώπων τους, με στόχο να ευκολυνθεί η εισαγωγή τους στο ΧΑΚ και κατόπιν παροτρύνσεων και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων που του δόθηκαν και/ή κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και πληροφοριών εκ μέρους των εναγόντων, επιδιώκοντας τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στη υπεράσπιση. Συνεπεία των πιο πάνω, απεσπάσθη εκ μέρους των εναγόντων η υπογραφή του εναγόμενου σε όλα τα σχετικά έγγραφα, ο οποίος απεδέχθη την συμμετοχή του στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο με βάση ρητές και/ή εξυπακουόμενες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις των εναγόντων, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην υπεράσπιση. Ως ο εναγόμενος υποστηρίζει, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας βάσει του επενδυτικού σχεδίου των εναγόντων ότι οι ενάγοντες θα έχουν την υποχρέωση να διατηρείται το συμφωνηθέν όριο εξασφάλισης αλλά και να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, ως θεματοφύλακες και/ή εμπιστευματοδόχοι για λογαριασμό του εναγόμενου, ώστε ο επενδυτικός λογαριασμός να μην καταστεί ζημιογόνος, καθώς και ότι όλες οι διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο, ο οποίος είχε εξουσιοδοτήσει τους συνεργάτες των εναγόντων-CLR Stockbrokers να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο του, θα ετύγχαναν της απολύτου εγκρίσεως των εναγόντων, οι οποίοι υποχρεούντο, ενεργώντας καλόπιστα, να καταβάλλουν την επιμέλεια που αναμένεται από ένα πρόσωπο συνήθους σύνεσης για τις δικές του μετοχές αλλά και ένα επαγγελματία στην παροχή των υπηρεσιών τους προς τον εναγόμενο. Με αναφορά σε συγκεκριμένους όρους του επενδυτικού σχεδίου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τους όρους του, το οποίο ως επίσης ισχυρίζεται ο εναγόμενος περιείχε καταχρηστικούς όρους και ήταν ετεροβαρές και ως εκ τούτου άκυρο και/ή ακυρώσιμο, έχοντας συναφθεί και καθ' υπέρβαση των εξουσιών των εναγόντων, και δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εφόσον δεν τερμάτισαν τη συμφωνία, οι δε τροποποιήσεις του σχεδίου, που έγιναν μονομερώς από αυτούς, αποστέρησαν τον εναγόμενο του δικαιώματος να ενεργεί ελεύθερα για ρευστοποίηση των μετοχών του. Αν και χρέωναν με έξοδα διαχείρισης τον λογαριασμό και με παράνομους τόκους, οι ενάγοντες διαχειρίστηκαν αυτόν προκαλώντας ζημιά στον εναγόμενο, παραθέτοντας επίσης λεπτομέρειες αμέλειας των εναγόντων ως προς τη διατήρηση του λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία εξασφάλισης και ως προς την υπαιτιότητα των εναγόντων για τη ζημιά που του προκάλεσαν, ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι υπέστη ζημιά λόγω παράβασης των υποχρεώσεων των εναγόντων και επαγγελματικής αμέλειας και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, ώστε να μην υποστεί ο ίδιος ζημιά. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι μόνες μετοχές που ενεχυρίασε ήταν 4.000 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας αξίας £54.920, οι οποίες μαζί με τις μετοχές που θα αγόραζε βάσει του επενδυτικού σχεδίου θα αποτελούσαν τη μόνη εξασφάλιση για αποπληρωμή του ισχυριζόμενου χρέους του, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αναγνωρίζει, και ενώ υποστηρίζει ότι το έγγραφο ενεχυρίασης των μετοχών δεν είναι έγκυρο και εκτελεστό, παραθέτει στη συνέχεια λεπτομέρειες παράβασης των υποχρεώσεων των εναγόντων από τη σύμβαση ενεχυριάσεως μετοχών και όσον αφορά τη διαχείριση τους. Αρνείται ακόμη ότι παρέλαβε τις επιστολές που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι του απέστειλαν εκτός αυτής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 19.6.2006, στην οποία απάντησε ο δικηγόρος του. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος ανταπαιτεί εναντίον των εναγόντων απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνονται τόσο η επίδικη συμφωνία όσο και όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ο ίδιος για τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου καθώς και το αξιούμενο εκ μέρους των εναγόντων ποσό συνεπεία των προαναφερθέντων ισχυρισμών του και περαιτέρω ζητά όπως του επιστραφεί το ποσό των £54.920 ως αποζημιώσεις για την αξία των μετοχών που έδωσε σ' αυτούς για εξασφάλιση, καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα, προβάλλοντας και διαζευκτικές βάσεις ως προς την ανταπαίτησή του. Με την πολυσέλιδη τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, που καταχωρήθηκε στις 26.11.2008, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους επισημαίνοντας ότι τήρησαν όλες τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της έγκυρης και δεσμευτικής επίδικης συμφωνίας, την οποία ο εναγόμενος παρέβη και αρνούνται τους αντίθετους μ' αυτούς ισχυρισμούς του εναγόμενου, προβάλλοντας ότι αυτός κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα να προβαίνει στους αντίθετους με τα υπογραφέντα έγγραφα ισχυρισμούς του, δεδομένου και ότι οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του-CLR Stockbrokers ήταν εργοδότες του, απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση του. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Ντόλης Τριανταφύλλου (ΜΕ1), της Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ2) και του Πανίκου Χριστοφόρου (ΜΕ3). Ο εναγόμενος προσέφερε τη μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ1), του Τάσου Χριστοφόρου (ΜΥ2) και του Προκόπη Παττίχη (ΜΥ3). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν στο Τμήμα λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς, μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου, της είχε ανατεθεί η παρακολούθηση του εν λόγω λογαριασμού, τα έγγραφα του οποίου έχει στην κατοχή της και υπό τον έλεγχο και φύλαξη της. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. Τεκμήριο 1). Κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 10.11.1999, με την οποία δήλωσε υπεύθυνα ότι συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους συμμετοχής που ρυθμίζουν το επενδυτικό σχέδιο και ζήτησε να του παραχωρηθεί όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £50.000 (βλ. Τεκμήριο 2), οι ενάγοντες του παρεχώρησαν όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £50.000, λόγω του ότι η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων ήταν ύψους £58.
- Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων ήταν ύψους £58.200 και περαιτέρω οι συνήγοροι προέβησαν σε κοινή δήλωση ότι στις 27.12.1999 ενεχυριάστηκαν προς όφελος των εναγόντων εκ μέρους του εναγόμενου 4.000 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, ιδιοκτησίας του Προκόπη Παττίχη και κατετέθη σχετικά το Τεκμήριο 6Α, υπό την επιφύλαξη του εναγόμενου ως προς την εγκυρότητα του εγγράφου ενεχυρίασης, δηλαδή του Τεκμηρίου 6, στο οποίο αναφορά γίνεται πιο κάτω. Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 27.12.1999 (Τεκμήριο 3), συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παρέχουν στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, ενόσω ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 4), στους κύριους όρους του οποίου έγινε αναφορά. Περί τις 27.12.1999, ο εναγόμενος υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την εκ μέρους του αγορά, πώληση και μεταβίβαση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, για την υπογραφή οποιουδήποτε αναγκαίου εγγράφου, για τον χειρισμό του τραπεζικού του λογαριασμού με τους ενάγοντες κ.λ.π. (βλ. Τεκμήριο 5). Υπέγραψε την ίδια ημερομηνία, επίσης, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (βλ. Τεκμήριο 6) καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 7), ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι ενάγοντες με την πιο πάνω συμφωνία. Κατόπιν εξήγησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός του εναγόμενου με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου καθώς και του τρόπου καταχωρήσεων των σχετικών δεδομένων στο τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, η ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (Contract Notes) μαζί με τη σχετική σελίδα της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου, που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, ως Τεκμήρια 8-
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.10.2000 (Τεκμήριο 23), οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο να προβεί άμεσα σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις αξίας £42.467,40 υπό μορφή κατάθεσης μετρητών ή κινητών αξιών λόγω του ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £39.863,40, ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £47.
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 6.7.2001 (Τεκμήριο 24) οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε μειωθεί με βάση τις τρέχουσες τιμές του ΧΑΚ και ο λογαριασμός του βρισκόταν εκτός των ορίων της προαναφερθείσας συμφωνίας. Παρά τις συνεχείς ειδοποιήσεις των εναγόντων προς τον εναγόμενο για επιπρόσθετη ενεχυρίαση μετοχών ή κατάθεση μετρητών για να επανέλθει ο λογαριασμός του τελευταίου σε επιτρεπτά όρια, αυτός δεν ανταποκρίθηκε και στη συνέχεια οι ενάγοντες του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 31.5.2002 (Τεκμήριο 25) για τερματισμό του λογαριασμού του καλώντας τον να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, που ανήρχετο στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, το οποίο με την συστημένη επιστολή τους ημερομηνίας 21.8.2002 οι εξωτερικοί νομικοί σύμβουλοι των εναγόντων κάλεσαν τον εναγόμενο να εξοφλήσει (Τεκμήριο 26). Ως Τεκμήριο 27 κατατέθηκε κατάσταση αποτίμησης χαρτοφυλακίου όπου εμφαίνεται η αξία των ενεχυριασμένων κινητών αξιών του εναγόμενου στις 12.6.2002, κατόπιν έρευνας που είχαν κάνει οι ενάγοντες στο ΧΑΚ. Η ΜΕ2, υπάλληλος των εναγόντων, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999 ήταν στο Τμήμα Λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς, μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου. Ως ανέφερε, έχοντας πρόσβαση στο σχετικό φάκελο και έχοντας μελετήσει αυτόν, παρά το ότι δεν χειρίστηκε προσωπικά το λογαριασμό του εναγόμενου, μπορεί να εξηγήσει τις καταστάσεις λογαριασμού και όλα τα σχετικά έγγραφα που τον αφορούν, γνωρίζοντας πολύ καλά την πρακτική που ακολουθείτο για τέτοιου είδους λογαριασμούς και τα έγγραφα που υπεγράφησαν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 κατάσταση λογαριασμού όπου εμφαίνεται το ποσό που οφείλεται από τον εναγόμενο χωρίς τη διπλή κεφαλαιοποίηση των τόκων και ανέρχεται σε €135.287,64, πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 με κεφαλαιοποίηση των τόκων μία φορά ετησίως. Αναφορικά με το ποσοστό επιτοκίου που χρεώνετο ο λογαριασμός του εναγόμενου, ως προνοούσε η επίδικη συμφωνία ήταν 8% ή ίσο με το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό, δηλαδή 9% και τα χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των εγκριθέντων ορίων χρεώνοντο με 9%. Όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, τα ποσά των τόκων που χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό του εναγόμενου δεν υπερέβαιναν το 9% σε καμία περίπτωση. Ως Τεκμήριο 29 κατέθεσε δέσμη εγγράφων που αφορούν την αρχική ενεχυρίαση 4.000 μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας ιδιοκτησίας του Προκόπη Παττίχη που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες για το άνοιγμα του λογαριασμού και τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο και ως Τεκμήριο 30 κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 14.7.2000 των εναγόντων προς τη Λαϊκή Τράπεζα προς ενημέρωσή της ότι οι εν λόγω μετοχές αποδεσμεύτηκαν, καθότι πωλήθηκαν τον Ιούνιο του
- Ο ΜΕ3, λειτουργός του ΧΑΚ, κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 τα στοιχεία μερίδας ως επενδυτή του εναγόμενου, ως Τεκμήριο 32 την κατάσταση υπολοίπων λογαριασμών επενδυτή του εναγόμενου όπου εμφαίνονται όλες οι αξίες που αυτός κατέχει, συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τις οποίες υπάρχει σύσταση ενεχύρου και ως Τεκμήριο 33 την ανάλυση πράξεων από 1.10.1999 μέχρι 10.12.2002 που αφορούν τις συναλλαγές του εναγόμενου και συγκεκριμένα τις αγορές και πωλήσεις των αξιών του σύμφωνα με τα στοιχεία του ΧΑΚ, επεξηγώντας τα εν λόγω Τεκμήρια. Κατά την αντεξέτασή του, κατέθεσε ως Τεκμήρια 34(Α) και 34(Β) δύο εγκυκλίους του ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερομηνίας 7.10.1999 και 9.2.2000, αντίστοιχα. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των εναγόντων, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 35, δέσμη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς όλες τις τράπεζες με ημερομηνίες 12.7.1999, 12.10.1999, 24.11.1999, 29.11.1999, 5.1.2000, 15.3.2000 και 28.7.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, κατά τα έτη 1999 - 2000 εργαζόταν στο χρηματιστηριακό γραφείο της CLR Stockbrokers, όχι ως χρηματιστής αλλά ως επενδυτικός σύμβουλος με γραφειακά καθήκοντα, συντονισμό για την διεκπεραίωση των εγγράφων, την διαβίβαση των εντολών πελατών στους χρηματιστές στο πάτωμα και άλλες παρόμοιες εργασίες. Από το 2001 μέχρι το 2003 ήταν διευθυντής ανθρώπινου δυναμικού της ίδιας εταιρείας. Κατά την επίδικη χρονική περίοδο υπήρχε το επίδικο επενδυτικό σχέδιο, το οποίο ο ίδιος εξηγούσε ως προς τους όρους λειτουργίας του σε πελάτες και, κατά τη θέση του, ήταν κοινό επενδυτικό σχέδιο των εναγόντων και της CLR Stockbrokers. Υπέβαλε την αίτησή του - Τεκμήριο 2 ημερομηνίας 10.11.1999 με όριο £50.000, όπου στην τελευταία σελίδα υπογράφηκε από την CLR Stockbrokers ότι συστήνεται η συμμετοχή του στο εν λόγω σχέδιο, την οποία παρέδωσε ο ίδιος στα γραφεία των εναγόντων, τα οποία επισκέφθηκε μόνο μία φορά. Επειδή δεν είχε ο ίδιος μετοχές ως αρχική εξασφάλιση, ζήτησε από τον ξάδελφο του Προκόπη Παττίχη (ΜΥ3) να βάλει τις εξασφαλίσεις που ήταν της τάξης των £54.000 περίπου. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Παττίχης υπέγραψαν έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήριο 7), πληρεξούσια έγγραφα προς τους ενάγοντες (Τεκμήριο 8), πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της CLR Stockbrokers και έγγραφα εκχώρησης μετοχών, στα γραφεία της CLR Stockbrokers χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε μάρτυρα ή πιστοποιούντος υπαλλήλου. Δεν του ζητήθηκε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ούτε και του αναφέρθηκε οτιδήποτε για εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Υποστήριξε ότι κατά την περίοδο εκείνη η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη εφόσον υπήρχαν χιλιάδες έγγραφα που δεν διεκπεραιώνοντο λόγω του μεγάλου όγκου των εργασιών καθώς και παράπονα πελατών εφόσον δεν εδίδοντο εξηγήσεις σε κανέναν και γενικά υπήρχε μια χαοτική κατάσταση. Αν και παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα επειδή τόσο ο ίδιος όσο και ο Παττίχης είχαν πρόθεση να ενεχυριάσουν τις μετοχές όπως προέβλεπε το επίδικο επενδυτικό σχέδιο, ενέμεινε ότι τα έγγραφα αυτά υπεγράφησαν χωρίς την παρουσία μαρτύρων ή πιστοποιούντος υπαλλήλου και έχοντας αργότερα τη συμβουλή του δικηγόρου του υποστήριξε ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης είναι άκυρα εξ υπαρχής. Υπέδειξε ότι ο ταχυδρομικός κώδικας της διεύθυνσής του επί του Τεκμηρίου 2 είναι λανθασμένος και τέθηκε εκ παραδρομής, εφόσον ο ορθός ταχυδρομικός κώδικας είναι
- Κοινοποίησε έγκαιρα στους ενάγοντες, τηλεφωνικά χωρίς να θυμάται πότε, τη διόρθωση της διεύθυνσής του, η οποία φαίνεται διορθωμένη και στο Τεκμήριο 31 που κατέθεσε ο ΜΕ
- Ουδέποτε άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό στους ενάγοντες ούτε και λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού, που φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων εφόσον για το έτος 1999 είχαν λογότυπα των Ολυμπιακών Αγώνων του έτους
- Λάμβανε γνώση όμως των πράξεων και της κατάστασης του λογαριασμού του από τα έγγραφα της CLR Stockbrokers όπου τότε εργαζόταν. Ουδέποτε συμφώνησε οποιαδήποτε χρέωση ως έξοδα για άνοιγμα λογαριασμού ούτε για οποιοδήποτε ποσό προμήθειας ενόσω τα έγγραφα που συνοδεύουν τα Τεκμήρια 8-22 είναι εσωτερικά έγγραφα των εναγόντων χωρίς την υπογραφή του και χωρίς να φέρουν τη διεύθυνσή του, δεδομένου μάλιστα ότι τα contract notes των εν λόγω Τεκμηρίων δείχνουν άλλη διεύθυνση και ουδέποτε τα έλαβε ο ίδιος. Αντιπαραβάλλοντας τις συναλλαγές που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 33 και 28 υποστήριξε ότι οι συναλλαγές σε τρεις περιπτώσεις δεν συμφωνούν. Δέχθηκε ότι έδωσε κάποιες εντολές στους χρηματιστές για αγορά μετοχών τόσο στον προσωπικό του λογαριασμό όσο και στον επίδικο λογαριασμό, οι οποίες ήταν γραπτές, σύμφωνα με τις σχετικές εγκυκλίους του ΧΑΚ και θα πρέπει να τις έχουν οι ενάγοντες στα πλαίσια του ελέγχου και της παρακολούθησης του λογαριασμού του. Όταν διεπίστωσε τον Οκτώβριο του 2000 ότι ο επενδυτικός του λογαριασμός ήταν εκτός των συμφωνηθέντων ορίων, έδωσε ρητές οδηγίες στους ενάγοντες να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές και να εξοφλήσουν το όριο, εφόσον ο ίδιος δεν μπορούσε ούτε να αγοράσει ούτε να πωλήσει μετοχές. Ήταν σίγουρος ότι οι ενάγοντες είχαν διευθετήσει το θέμα εφόσον, εκτός από μία ειδοποίηση του έτους 2002, δεν είχε καμία όχληση μέχρι το 2005 που κινήθηκε η παρούσα αγωγή, υποστηρίζοντας ότι παρέλαβε μόνο την επιστολή-Τεκμήριο 23 και όχι τις επιστολές-Τεκμήρια 25 και
- Κατά το 2006 επικοινώνησε με τους ενάγοντες και τους υπέβαλλε προσφορά για την διευθέτηση του χρέους του, αλλά αυτοί δεν την δέχθηκαν. Έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη στους ενάγοντες ότι, ως αξιόπιστος τραπεζικός οργανισμός, θα εξασκούσαν τα δικαιώματα και τις εξουσίες που τους είχαν παραχωρηθεί για να εισπράξουν τα χρήματά τους και να μην δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στον λογαριασμό, αλλά οι ενάγοντες, ενεργώντας κακόπιστα και παραβιάζοντας τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, άνοιξαν τον επίδικο λογαριασμό όπου χρέωναν παράνομα τόκους και προμήθειες, με αποτέλεσμα, ως ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος, να μην οφείλεται οποιοδήποτε ποσό σ' αυτούς εκ μέρους του και απαιτεί την επιστροφή της αξίας των μετοχών που παράνομα ενεχυριάσθησαν δυνάμει παράνομης συμφωνίας. Ο ΜΥ2, Ανώτερος Ταχυδρομικός Λειτουργός, κατέθεσε ως Τεκμήριο 36 βεβαίωση μαζί με τον επίσημο οδηγό Ταχυδρομικού Κώδικα Κύπρου, έκδοσης 2009, από όπου προκύπτει ότι η οδός Ευριπίδου - Στρόβολος υπάγεται στον Ταχυδρομικό Κώδικα
- Βάσει των σχετικών κανονισμών, αν μια επιστολή αποστέλλεται σε διεύθυνση με λανθασμένο ταχυδρομικό κώδικα, θα πρέπει να θεωρηθεί άγνωστος ο κώδικας και η επιστολή να επιστραφεί στον αποστολέα. Σε τέτοια περίπτωση ο ταχυδρόμος δεν επιτρέπεται να αφήσει την επιστολή σε οδό με λανθασμένο ταχυδρομικό κώδικα. Ο ΜΥ3, ξάδελφος του εναγόμενου, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκχώρησε 4.000 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, ιδιοκτησίας του, για να βοηθήσει τον εναγόμενο να λάβει μέρος στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Ανεγνώρισε την υπογραφή του στην πρώτη και τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 6Α, υποστηρίζοντας ότι τα διάφορα έγγραφα, που ήταν συμπληρωμένα και αφορούσαν την ενεχυρίαση των προαναφερθεισών μετοχών, υπεγράφησαν στο γραφείο του εναγόμενου στη CLR, χωρίς την παρουσία μαρτύρων ούτε και πιστοποιούντος υπαλλήλου. Δεν επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόντων για τη συγκεκριμένη ενεχυρίαση μετοχών ούτε έλαβε οποιαδήποτε πληροφόρηση εκ μέρους των εναγόντων για την τύχη τους. Ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι η εν λόγω ενεχυρίαση είναι άκυρη επειδή δεν υπήρχε μάρτυρας ή πιστοποιών υπάλληλος για την υπογραφή του. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, η ΜΕ1 ήταν σαφής και σταθερή στη μαρτυρία της, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, δημιουργώντας την αναγκαία βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία της τα έγγραφα επί των οποίων η ίδια υπογράφει ως μάρτυρας, χωρίς άλλωστε να έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του εναγόμενου ότι ο ίδιος υπέγραψε τα έγγραφα στα οποία υπάρχει η υπογραφή του και τα οποία η ΜΕ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση. Από τη μαρτυρία της ΜΕ1 προκύπτει ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 27.12.1999, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παρεχώρησαν στον εναγόμενο δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, ενόσω στο Τεκμήριο 4 καθορίζονται οι όροι συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο. Δυνάμει των Τεκμηρίων 6 και 6Α (βλ. και Τεκμήριο 29 που κατετέθη από την ΜΕ2) ίδιας ημερομηνίας, ενεχυριάσθησαν ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, οι μετοχές ιδιοκτησίας του Προκόπη Παττίχη προς όφελος του εναγόμενου, όπως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο 6Α (το οποίο κατετέθη εκ συμφώνου) και αποδεσμεύτηκαν μεταγενέστερα ως προβάλλει από το Τεκμήριο 30, το οποίο κατέθεσε η ΜΕ
- Με το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, που υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 5), διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τη διενέργεια αγοραπωλησιών κινητών αξιών, εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, και με το πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας, που επίσης υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 7), εξουσιοδότησε τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν οποιαδήποτε μερίσματα πληρωτέα δυνάμει των ενεχυριασθεισών μετοχών και να καταθέτουν το προϊόν τους έναντι των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς αυτούς. Είναι αποδεκτή, επίσης, η μαρτυρία της ΜΕ1 ότι τα κατατεθέντα ως Τεκμήρια 8 - 22 έγγραφα, που περιέχουν και τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου, σχετίζονται με τις αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, κατόπιν εντολών του εναγόμενου προς τους χρηματιστές. Όπως επεξήγησε δε η ΜΕ1 οι ενάγοντες χρέωσαν τα δικαιώματα διαχείρισης του λογαριασμού σύμφωνα με τις προνοούμενες χρεώσεις στο Τεκμήριο
- Η θέση της ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές βρίσκει έρεισμα στην παράγραφο 7 του Τεκμηρίου 6, όπου ρητώς προνοείται ότι οι ενάγοντες θα έχουν το απόλυτο δικαίωμα να προβούν σε πώληση των εν λόγω μετοχών. Ως προς τις επιστολές-Τεκμήρια 23-26 καθώς και τις καταστάσεις λογαριασμού-Τεκμήρια 8-22, που ως η ΜΕ1 ανέφερε απεστάλησαν στον εναγόμενο, είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ότι μετά την αποστολή τους σ' αυτόν, στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει στην αίτηση του-Τεκμήριο 2, ουδέποτε επεστράφησαν στους ενάγοντες, όπως επιβεβαίωσε και η ΜΕ2, επισημαίνοντας ότι η επιστολή τερματισμού-Τεκμήριο 25 εστάλη συστημένη. Όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, η διαφορά στον αριθμό του ταχυδρομικού κώδικα που δηλώθηκε από τον εναγόμενο, ως καταγράφεται και στα πιο πάνω αποσταλέντα έγγγραφα, σε σχέση με τον αντίστοιχο αριθμό που φαίνεται στο Τεκμήριο 31, δεν μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την παραλαβή των εν λόγω εγγράφων από τον εναγόμενο, λαμβανομένης υπόψη και της μαρτυρίας του ΜΥ
- Ως επισημάνθηκε άλλωστε από την ΜΕ1, αλλά και την ΜΕ2, ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι δεν λάμβανε πληροφόρηση για τον λογαριασμό του κατά τον επίδικο χρόνο, πέραν του ότι εργαζόταν, ως εμφαίνεται και στην αίτηση του-Τεκμήριο 2, στην CLR Stockbrokers Ltd, με είδος εργασίας «χρηματιστηριακή» και είχε ως εκ τούτου πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με τις διενεργηθείσες αγοραπωλησίες μετοχών, οπότε ήταν σε θέση να γνωρίζει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Παρόμοια αξιολογείται και η ΜΕ2, η οποία κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια όσων υποστήριξε. Από τη μαρτυρία της επαναβεβαιώνονται οι θέσεις της ΜΕ1, ως προς τις χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού και ειδικότερα για τις χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό που τηρούσαν οι ενάγοντες για τον εναγόμενο, ως εμφαίνεται και στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού κινήσεως- Τεκμήριο 28 με τις διευκρινίσεις που έδωσε η ΜΕ2 επ' αυτής. Όσον αφορά τους τόκους που χρεώθηκαν εκ μέρους των εναγόντων για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι αποδεκτή η θέση της ΜΕ2 ότι ορθή χρέωση αποτελεί το εκάστοτε ποσό που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 28, από το οποίο προκύπτει ότι επιστράφηκε το ποσό κεφαλαιοποίησης των τόκων που για κάποιο χρονικό διάστημα γινόταν 2 φορές το χρόνο και το αξιούμενο ποσό ανέρχεται σε €135.287,64, πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο. Αναμφισβήτητη κατά την αντεξέταση παρέμεινε η μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία είναι ως εκ τούτου πλήρως αποδεκτή. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται από τον ίδιο η ύπαρξη τόσο της επίδικης συμφωνίας με τους ενάγοντες, δηλαδή του Τεκμηρίου 3, όσο και των Τεκμηρίων 4, 5, 6, 6 Α, 7 και 29, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και σχετίζονται με τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου, έχοντας αποδεχθεί ότι υπέγραψε τόσο την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο-Τεκμήριο 2 όσο και τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και 7, όντας τότε υπάλληλος της CLR Stockbrokers Ltd και επεξηγούσε μάλιστα το επίδικο επενδυτικό σχέδιο στους πελάτες της τελευταίας. Αξιολογώντας ωστόσο το σύνολο της μαρτυρίας του εναγόμενου είναι η αντίληψη μου ότι ο εναγόμενος δεν ανέφερε όλα τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση και δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, προβάλλοντας αντιφατικούς και καταφανώς αναληθείς ισχυρισμούς, στην προσπάθεια του να αποποιηθεί της ευθύνης του και της οφειλής του προς τους ενάγοντες ως προς την επίδικη απαίτηση, παρά το ότι δέχθηκε ότι οφείλει κάποιο ποσό στους ενάγοντες έχοντας μάλιστα προσφέρει κατά το έτος 2006 κάποιο ποσό για συμβιβασμό της απαίτησης τους. Επισημαίνεται πρώτιστα ότι ο εναγόμενος αποποιήθηκε ενόρκως την ιδιότητα του ως χρηματιστή, υποστηρίζοντας μάλιστα κατά την αντεξέταση του ότι δεν γνώριζε τη διαδικασία που ακολουθούσε η CLR για τα επενδυτικά σχέδια, παρά το ότι ο ίδιος κατέγραψε στην αίτηση του-Τεκμήριο 2 ότι η εργασία του κατά τον χρόνο εκείνο ήταν χρηματιστηριακή. Όσον αφορά τη θέση του ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα-Τεκμήρια 3, 5 και 6 δεν υπεγράφησαν στην παρουσία μαρτύρων ούτε τα Τεκμήρια 5 και 7 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, ως εμφαίνεται σ' αυτά, είναι πρόδηλο ότι προβλήθηκε για να στηριχθεί το νομικό επιχείρημα ότι είναι άκυρα. Πέραν του ότι έχει γίνει πλήρως αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΕ1 επί του θέματος αυτού, η οποία κρίθηκε απόλυτα αξιόπιστη, θεωρώ ότι η εμμονή του εναγόμενου στην πιο πάνω θέση του αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων. Όπως και ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε άνοιξε λογαριασμό στους ενάγοντες, που είναι πρόδηλα αντίθετος με το περιεχόμενο των υπογραφέντων από αυτόν εγγράφων και ειδικότερα με το Τεκμήριο 4, δεδομένου ότι, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτό, τέτοιος λογαριασμός απαιτείται για τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου, το οποίο μάλιστα, όπως ο εναγόμενος ανέφερε, επεξηγούσε στους πελάτες της CLR Stockbrokers Ltd μέσα στα πλαίσια της εργασίας του κατά τον επίδικο χρόνο. Αλλά και στους ισχυρισμούς του ότι δεν λάμβανε πληροφόρηση από τους ενάγοντες για τον επίδικο λογαριασμό, στον οποίο χρεώθηκαν σε βάρος του μη συμφωνηθέντα ποσά, υποστηρίζοντας επίσης ότι δεν περιήλθε σε γνώση του ο τερματισμός της υπό αναφορά, κατά τη θέση του παράνομης, συμφωνίας, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί καταφανώς προβλήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να δικαιολογήσει την αδράνεια του στις ειδοποιήσεις των εναγόντων να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με την συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο. Είναι άξιο απορίας άλλωστε πώς είναι δυνατό να παρέλαβε μόνο το Τεκμήριο 23 (ημερομηνίας 5.10.2000) και μια ειδοποίηση του έτους 2002, όπως υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του, αλλά και το Τεκμήριο 26 (ημερομηνίας 21.8.2002), όπως υποστήριξε κατά την αντεξέταση του -και όχι όλα τα άλλα αποσταλέντα σ' αυτόν έγγραφα- σε μια λανθασμένη ως προς τον ταχυδρομικό κώδικα διεύθυνση, την οποία εξάλλου ο ίδιος δήλωσε στην αίτηση του-Τεκμήριο 2, και την διόρθωσε με τηλεφωνική του επικοινωνία με τους ενάγοντες σε χρονικό σημείο που δεν θυμόταν. Το ότι στο Τεκμήριο 31 εμφαίνεται ο ορθός ταχυδρομικός κώδικας με ημερομηνία καταχώρησης των στοιχείων του την 17.9.2001, ουδόλως υποστηρίζει τη θέση του ότι οι ενάγοντες σκόπιμα απέστελλαν τα έγγραφα σε λανθασμένη διεύθυνση, υπό το φως της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ
- Όσον αφορά τις τρεις συναλλαγές για τις οποίες ως ανέφερε δεν συμφωνούν μεταξύ τους τα Τεκμήρια 28 και 33, πέραν του ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε σχετικό στους μάρτυρες των εναγόντων, ο ΜΕ3 κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 33 είναι πιθανό να υπάρχουν συναλλαγές που δεν αφορούν το επίδικο επενδυτικό σχέδιο, η σχετική δε ανάλυση που γίνεται στη γραπτή αγόρευση της κας Κόκκινου καταδεικνύει ότι η θέση αυτή του εναγόμενου είναι παραπλανητική. Η μαρτυρία άλλωστε του ΜΥ2, που ως ανεξάρτητος μάρτυρας και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του κρίνεται πλήρως αξιόπιστος, ουδόλως υποστηρίζει τη θέση του εναγόμενου ότι δεν παρέλαβε τα αποσταλέντα έγγραφα, ως ορθά υπέδειξε η κα Κόκκινου. Παρά το ότι η ορθή διαδικασία, όταν είναι λανθασμένος ο ταχυδρομικός κώδικας, είναι να επιστρέφεται η επιστολή στον αποστολέα, ο ΜΥ2 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να παραδοθεί η επιστολή στην οδό που αναφέρεται σ' αυτήν, κάτι που θεωρητικά δεν είναι νόμιμο να πράξει ο ταχυδρόμος. Εν πάση περιπτώσει, όπως έγινε ήδη αποδεκτό, κανένα από τα αποσταλέντα έγγραφα δεν επεστράφη στους ενάγοντες παρά το ότι ο ορθός ταχυδρομικός κώδικας της διεύθυνσης του εναγόμενου είναι «2007» και όχι «2009» βάσει του Τεκμηρίου 36, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται η παράδοση τους στον εναγόμενο όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω. Όσον αφορά τον ΜΥ3, παρά το ότι δέχθηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 6Α και 29 με σκοπό και πρόθεση να ενεχυριασθούν οι μετοχές ιδιοκτησίας του στους ενάγοντες προς όφελος του εναγόμενου, είναι προφανές ότι προσπάθησε να βοηθήσει και να στηρίξει τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι τα σχετικά έγγραφα δεν υπεγράφησαν στα γραφεία των εναγόντων και στην παρουσία υπαλλήλων τους και πιστοποιούντος υπαλλήλου, θέση που δεν γίνεται αποδεκτή όπως ήδη εξηγήθηκε πιο πάνω. Χαρακτηριστική της αναλήθειας της μαρτυρίας του ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα και με σκοπό να ενισχύσει τη θέση ότι ο εναγόμενος δεν ήταν χρηματιστής, κρίνεται η αναφορά του κατά την αντεξέταση ότι ο εναγόμενος ήταν υπεύθυνος προσωπικού της CLR κατά τον χρόνο υπογραφής των εγγράφων, σε αντίθεση με την πιο πάνω παρατεθείσα θέση του εναγόμενου ότι κατά το χρόνο εκείνο ήταν επενδυτικός σύμβουλος και από το 2001 μέχρι το 2003 διευθυντής ανθρώπινου δυναμικού. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, επειδή έχει τεθεί θέμα εκ μέρους του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες είναι ανύπαρκτο πρόσωπο εφόσον έχει αλλάξει το όνομα τους (βλ. και Τεκμήριο 1), πρέπει να λεχθεί ότι, στις 21.9.2012 καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση ότι οι ενάγοντες έχουν μετονομαστεί σε Alpha Bank Cyprus Ltd, ενέργεια που είναι ικανοποιητική ώστε να λάβει γνώση ο εναγόμενος για την τυπική αλλαγή του ονόματος των εναγόντων, ως κρίθηκε στην «ex tempore» δοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (που σημειωτέον ότι δεν είναι δημοσιευμένη στους Τόμους Αποφάσεων Ανωτάτου Δικαστηρίου) στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Θεοδώρου, Πολ. Έφ. Αρ. 240/05, ημερομηνίας 18.12.2006 (βλ. και The Annual Practice 1958
(1), σελ. 421). Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους των εναγόμενου της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν (Τεκμήριο 3) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του από τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 31.5.2002 (Τεκμήριο 25). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας, των δοθεισών εξασφαλίσεων και των καταστάσεων λογαριασμού έχει αποδειχθεί εκ μέρους των εναγόντων κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η ΜΕ1, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή της τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 3 - 7 και 29 (το οποίο κατετέθη από την ΜΕ2) είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους έχει αποδειχθεί, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Η θέση του εναγόμενου ότι δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 3, 5 και 6 στην παρουσία δυο μαρτύρων, εκ των οποίων το Τεκμήριο 5 όπως και το Τεκμήριο 7 στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου, έχει απορριφθεί, ως απορρίφθηκε και η θέση του ΜΥ3 ότι δεν υπέγραψε στην παρουσία δυο μαρτύρων το Τεκμήριο 29, αλλά και το Τεκμήριο 6Α που κατετέθη εκ συμφώνου. Δεν υπεδείχθη άλλωστε από τον κ. Παπαντωνίου βάσει ποιας νομοθετικής πρόνοιας απαιτείται η πιστοποίηση της υπογραφής από πιστοποιούντα υπάλληλο στα πληρεξούσια έγγραφα. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ΜΥ3 αποδέχονται ότι υπέγραψαν τα πιο πάνω έγγραφα, δηλώνοντας μάλιστα απερίφραστα ο μεν εναγόμενος ότι είχε την πρόθεση να συνάψει την επίδικη συμφωνία και να προσφέρει τις επίδικες μετοχές ιδιοκτησίας του ΜΥ3 προς ενεχυρίαση για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου, δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου στο οποίο αυτόβουλα προσχώρησε ο τελευταίος υποβάλλοντας την αίτηση του-Τεκμήριο 2, ο δε ΜΥ3 ότι τα υπέγραψε για να βοηθήσει τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο αναγνωρίζοντας την υπογραφή του. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν (βλ. Τεκμήρια 8-22 και 28), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ως ορθά υπέδειξε η κα Κόκκινου, η θέση του εναγόμενου ότι οι καταστάσεις λογαριασμού των Τεκμηρίων 8-22 είναι εκ των υστέρων κατασκευασμένες επειδή φέρουν το λογότυπο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δεν έχει τεθεί στις ΜΕ1 και ΜΕ2 κατά την αντεξέταση τους για να δώσουν τη δική τους εξήγηση και ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτό να απασχολήσει το Δικαστήριο (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527). Περαιτέρω, η κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 28 αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες όπως αναφέρθηκε από την ΜΕ2, της οποίας η μαρτυρία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ως προς την ορθότητα τους (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η μαρτυρία δε που έχει δοθεί από την ΜΕ2 αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης του Τεκμηρίου 28, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, το καθιστά αποδεκτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε (βλ. Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013). Η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου περί του αντιθέτου δεν μπορεί να ευσταθήσει, η δε νομολογία που επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι τόσο στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ 1390 όσο και στην υπόθεση Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, οι εναγόμενοι αμφισβητώντας τους κατατεθέντες λογαριασμούς εκ μέρους των εναγόντων προσήξαν μαρτυρία που κατέδειξε ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία ειδικότερα της ΜΕ2, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τον εναγόμενο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 28. Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2192). Ούτε η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί, μπορεί να ευσταθήσει. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο με την προς αυτόν επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 31.5.2002 (Τεκμήριο 25). Η επιστολή αυτή, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ1, απεστάλη συστημένη στον εναγόμενο και δεν επεστράφη ως επανέλαβε και η ΜΕ2, όπως είχαν αποσταλεί και οι επιστολές - Τεκμήρια 23 και 24 για να επανέλθει ο λογαριασμός του σε επιτρεπτά όρια, καθώς και οι καταστάσεις λογαριασμών - Τεκμήρια 8-22, που αποστέλλοντο με συνηθισμένο ταχυδρομείο στον εναγόμενο, στον οποίο απευθύνοντο και δεν επεστράφησαν στους ενάγοντες με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται η παράδοση τους στον εναγόμενο, του οποίου η μαρτυρία ότι δεν τις παρέλαβε δεν έγινε αποδεκτή, ως αναλύθηκε πιο πάνω (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Περαιτέρω, η μαρτυρία κατέδειξε ότι αντικείμενο της συμφωνίας-Τεκμηρίου 3 στην παρούσα υπόθεση ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο και δεν αποτελεί παροχή χρηματιστηριακών υπηρεσιών. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Κόκκινου, οι ενάγοντες κατέχουν άδεια να ασκούν τραπεζικές εργασίες από τις 14.10.1983, δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/97), εποπτεύονται δε από την Κεντρική Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 1). Η επίδικη συμφωνία δεν απαγορεύετο εκ του εν λόγω Νόμου να συναφθεί εκ μέρους των εναγόντων, δεδομένου και ότι δεν υπήρχε περιορισμός από την Κεντρική Τράπεζα για τη σύναψη της με βάση το καταστατικό των εναγόντων, αλλά και δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε μη νόμιμο σκοπό σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η επίδικη συμφωνία αντίκειται στη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), με υιοθέτηση των ίδιων απόψεων που λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν οδηγίες προς τις Τράπεζες σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ δεν δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και συνεπώς η συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη στην περίπτωση εκείνη. Στην παρούσα υπόθεση οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 35, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, ότι δημοσιοποιούν δημόσια πολιτική εφόσον αφενός δεν απαγόρευαν τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά και αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες τις παραβίασαν. Όσον αφορά δε τον επίδικο λογαριασμό του εναγόμενου, που ήταν τρεχούμενος και όχι επενδυτικός, δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε παραβίαση των υπό αναφορά εγκυκλίων εκ μέρους των εναγόντων. Αντίθετα μάλιστα από τα Τεκμήρια 23 και 24 προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να προβεί σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις κινητών αξιών ή καταθέσεις μετρητών ώστε ο λογαριασμός του να επανέλθει εντός των όρων της επίδικης συμφωνίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν θέμα ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τί συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα υπόθεση, όπως σαφώς προνοείται στην επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 27.12.1999 (Τεκμήριο 3), οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτόν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και με τόκο προς 9% στα τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθοριζομένων ορίων, οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, θα έχουν δε το δικαίωμα οι ενάγοντες χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις καθώς και να ζητήσουν από αυτόν την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Επιπρόσθετα, με βάση τους όρους συμμετοχής του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 4), σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 και 29 ημερομηνίας 27.12.1999 ενεχυριάστηκαν προς όφελος των εναγόντων οι μετοχές που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 6Α αξίας £58.200, ως εξασφάλιση των παραχωρηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων. Αναμφίβολα η διαχείριση του επίδικου λογαριασμού και των αξιών χαρτοφυλακίου, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου (βλ. παραγρ. 14 και 15 του Τεκμηρίου 4), ανήκε στους χρηματιστές (βλ. και Τεκμήριο 5), με τις συμβουλές των οποίων εγίνοντο οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του εναγόμενου, κατόπιν των εντολών του ίδιου. Η πρόνοια και οι χρεώσεις ετησίου δικαιώματος διαχείρισης, όπως εξηγήθηκε από την ΜΕ1, αφορούν την χρήση του ορίου και τα έξοδα των εναγόντων που προέκυπταν από την τήρηση του επίδικου λογαριασμού. Τα γεγονότα της υπόθεσης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1042, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Παπαντωνίου, ήταν διαφορετικά και η υπόθεση εκείνη διακρίνεται σαφώς από την παρούσα. Ως εκ τούτου οι νομικοί ισχυρισμοί της υπεράσπισης που αφορούν αμέλεια των εναγόντων σε σχέση με την διαχείριση του λογαριασμού και των αξιών, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα τους αποδίδεται, κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Οι ρητοί όροι της συμφωνίας, τους οποίους είχε αποδεχθεί ο εναγόμενος, καταδεικνύουν το αβάσιμο των νομικών εισηγήσεων αφενός ότι δεν του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι της συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο, το οποίο κάθε άλλο παρά περίπλοκο ήταν, και αφετέρου ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να παράσχουν σωστές συμβουλές σ' αυτόν ή να του υποδείξουν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αλλά και ότι παρέβησαν εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Πέραν του ότι ο εναγόμενος δεν ανέφερε ότι του ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή ενθάρρυνση για να συμμετάσχει στο επίδικο σχέδιο, αποδέχθηκε ότι ειδοποιήθηκε με το Τεκμήριο 23 για την κατάσταση του λογαριασμού του όταν πλέον δεν τηρούντο εκ μέρους του οι όροι του επίδικου σχεδίου, όπως πιο πάνω αναλύθηκε, με αποτέλεσμα τα σχετικά επιχειρήματα του κ. Παπαντωνίου να μην ευσταθούν. Δεν βρίσκουν ακόμη έρεισμα στη συμφωνία οι εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και του εναγόμενου και ενήργησαν με αμέλεια επιδεικνύοντας ολιγωρία ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας ή την παγοποίηση του λογαριασμού ή ότι δεν έλαβαν μέτρα μείωσης της ζημιάς τους, έχοντας όλα τα μέσα θεραπείας για πλήρη εξόφληση του προς αυτούς χρέους του εναγόμενου. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία περί τα δυο έτη μετά την παραβίαση της εκ μέρους του εναγόμενου δεν επενήργησε σε βάρος των συμφερόντων του (βλ. και Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (πιο πάνω)). Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δεδομένου ότι, όπως εξήγησε η ΜΕ1, προέβαιναν στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών των χρηματιστών (βλ. και Τεκμήρια 8-22), επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους του εναγόμενου είναι εντός του συμφωνηθέντος ορίου και γνωστοποιώντας επανειλημμένα στον εναγόμενο αυτή την αναγκαιότητα (βλ. Τεκμήρια 23-24). Δεν συμφωνώ επίσης με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών δεδομένου ότι, από τη μαρτυρία της ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι οι αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από τους χρηματιστές, που ο εναγόμενος είχε διορίσει ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του. Τα δεδομένα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Suphire (Finance) Ltd ν. Παπαμιχαήλ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Ως προς τους τόκους, αν και στην έκθεση απαιτήσεως αξιώνεται τόκος προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ2 φαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν εγκαταλείψει την απαίτηση τους για κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως. Συνεπεία των πιο πάνω οι τόκοι που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον του εναγόμενου ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω)). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, από τον όρο 7 της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6), προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους του εναγόμενου που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του (βλ. και παραγρ. 5, 8 και 9 του Τεκμηρίου 4). Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν βάσει της συμφωνίας ενεχυρίασης (Τεκμήριο 6) υποχρέωση έναντι του εναγόμενου να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (πιο πάνω), το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση των εναγόντων για πώληση των αξιών καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω, αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται και ανταπαιτεί. Όσον αφορά το ποσό των £54.920, το οποίο ο εναγόμενος ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι δεν έχει αποδειχθεί. Αφενός, ως κατέστη παραδεκτό γεγονός, η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων ήταν ύψους £58.200 ενόσω οι ενεχυριασθείσες μετοχές δεν ανήκαν στον εναγόμενο. Πέραν τούτου, το ποσό αυτό αν και αποτελεί αυτήν την αξία κατά τον χρόνο έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο, εφόσον οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, συμπεριφορά των εναγόντων περιέχουσα ψευδείς παραστάσεις ως δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγόμενου (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. (πιο πάνω) και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Οι λοιπές εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου, πέραν του επαναλαμβανόμενου τρόπου προβολής τους στην μακροσκελή γραπτή του αγόρευση δεν χρήζουν ειδικής ενασχόλησης, υπό το φως των πιο πάνω αποφασισθέντων. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €135.287,64 πλέον τόκο προς 9% από 1.9.2008 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 11(β), (γ), (δ) και (ε) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο