ΜΑΡΙΑΣ ΦΩΤΙΑΔΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7492/07, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7492/07 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΦΩΤΙΑΔΟΥ Ενάγουσα -και-
- ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΑΡΕΚΛΑ
- ΑΝΤΡΕΑ ΙΩΣΗΦ
- ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγομένων ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΤΗΝ 06/07/2012 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04/07/2012 --------------------- 23 Μαΐου 2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Παρασκευάς Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Π. Πολυβίου με κα Μ. Αντωνίου, για να ακούσει την απόφαση κα Ράνια Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο 4: κ. Σ. Αγγελίδης, για να ακούσει την απόφαση κα Γ. Ζαχαρία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγομένους γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για συκοφαντική δυσφήμιση και συκοφαντική ψευδολογία. Η ενάγουσα ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μέλος της Αστυνομικής Δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας και μητέρα ενός ανηλίκου κοριτσιού. Κατά ή περί το 2003-2004 συνήψε ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο 4, ο οποίος ήταν και αυτός μέλος της Αστυνομικής Δύναμης, κατείχε το βαθμό του υπαστυνόμου και ήταν νυμφευμένος. Το 2006 και ενώ το ζευγάρι βρισκόταν σε ερωτικές περιπτύξεις βιντεογραφήθηκε η επαφή του. Πρόκειται για φιλμ μικρής διάρκειας, στο οποίο διακρίνεται η ενάγουσα να κάνει στοματικό έρωτα. Τέλος Δεκεμβρίου του 2006 αρχές Ιανουαρίου του 2007, το βίντεο κυκλοφόρησε μέσω κινητών τηλεφώνων σε τρίτα πρόσωπα. Την 9.1.2007 το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων μετέδωσε την πιο πάνω βιντεογράφηση, μαζί με σχετικό ρεπορτάζ. Το φιλμ που μετέδωσε το ΡΙΚ, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο και προβλήθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν ηλεκτρονικά αλλοιωμένο. Κατ΄ ακρίβεια, δεν διακρίνεται ο,τιδήποτε, πρόκειται για μια εικόνα με μικρά κινούμενα τετραγωνάκια. Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε και το ρεπορτάζ που ακολούθησε. Το ρεπορτάζ που μεταδόθηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΡΙΚ είχε ως αντικείμενο την κυκλοφορία του συγκεκριμένου βίντεο. Κατά το ρεπορτάζ ο εναγόμενος 3, που το παρουσίαζε είπε μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Στο βίντεο παρουσιάζεται αστυνομικίνα να επιδίδεται σε σεξουαλικές πράξεις. Το βίντεο διαρκεί 28 δευτερόλεπτα. Δείχνει κοντινά πλάνα από τη δράση της γυναίκας αστυνομικού. Το πρόσωπο της φαίνεται καθαρά ενώ αντίθετα ο άντρας που συμμετέχει μαζί της στις ερωτικές περιπτύξεις δεν εμφανίζεται καθόλου μπροστά στη κάμερα. Σύμφωνα με ειδικούς που ασχολούνται με τη λήψη βίντεο από κινητά τηλέφωνα το φιλμάκι φέρεται να τράβηξε ο άγνωστος άντρας. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το βίντεο κυκλοφόρησε και σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα στο διαδίκτυο. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν επίσης ότι τραβήχτηκε και δεύτερο βίντεο με πρωταγωνίστρια τη συγκεκριμένη αστυνομικίνα. Έχει μεγαλύτερη διάρκεια και οι σκηνές που εκτυλίσσονται είναι πολύ πικάντικες. Η υπό αναφορά γυναίκα υπηρετεί στην Επαρχία Λευκωσίας. Το βίντεο κυκλοφόρησε σε πολλά κινητά τηλέφωνα και τις τελευταίες ημέρες είναι ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης στην αστυνομία.» Και στη συνέχεια: «Το θέμα έχει πάρει διαστάσεις και η ηγεσία των διωκτικών αρχών αναμένεται να πάρει μέτρα εναντίον της γυναίκας αστυνομικού που πρωταγωνιστεί στο καυτό βίντεο. Η κυκλοφορία του βίντεο περιήλθε εις γνώση της κοπέλας η οποία τις τελευταίες μέρες είναι αναστατωμένη. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι οι προσωπικές της στιγμές αποτέλεσαν αντικείμενο εκμετάλλευσης πιθανόν από τον ερωτικό της σύντροφο.» Στα πλαίσια του ρεπορτάζ μεταδόθηκε και μικρή συνέντευξη της τότε Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Γιούλας Φράγκου, η οποία καταδικάζει την πιο πάνω ενέργεια, ήτοι την κυκλοφορία του βίντεο την οποία χαρακτηρίζει ως παράνομη. Στη συνέχεια υπήρξε παρέμβαση στο δελτίο από τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας, Χαράλαμπο Κουλέντη, ο οποίος απέρριψε τους ισχυρισμούς για λήψιν μέτρων εναντίον της αστυνομικού και παράλληλα ψεγάδιασε την ενέργεια του ΡΙΚ να παρουσιάσει το θέμα αυτό στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του. Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ της παρουσιάστριας του δελτίου ειδήσεων, Αιμιλίας Κεννεβέζου, του Διευθυντή Ειδήσεων, Γιάννη Καρεκλά και του Αρχηγού Αστυνομίας, αντικείμενο της οποίας ήταν κατά πόσο το ΡΙΚ ορθά παρουσίασε το σχετικό ρεπορτάζ ή όχι και τους σκοπούς που εξυπηρετούσε η μετάδοση του εν λόγω ρεπορτάζ. Είναι η θέση της ενάγουσας, ως αυτή δικογραφείται, ότι ο εναγόμενος 4 ήταν το πρόσωπο που κυκλοφόρησε το εν λόγω φιλμ. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρει ότι μετά τη διακοπή της σχέσης τους, κατά ή περί το 2006, ο εναγόμενος 4, εν αγνοία της, ενεργώντας κακόβουλα και κακόπιστα, παραβιάζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που είχαν μεταξύ τους και «.το δικαίωμα της οικογενειακής της ζωής και ή της αξιοπρέπειας της», απέστειλε και ή παρέδωσε σε μεγάλο αριθμό μελών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και σε άλλα πρόσωπα, μέσω κινητού τηλεφώνου και ή μέσω του διαδικτύου και ή μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή το επίδικο φιλμ, αφού πρώτα το επεξεργάστηκε ώστε στην οθόνη να αναγράφεται η φράση, «M. Fotiadou astinom». Πολλά μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, μεγάλος αριθμός προσώπων που ήταν φιλικά προσκείμενα προς την ενάγουσα και άλλα τρίτα πρόσωπα που παρακολούθησαν το επίδικο φιλμ ή πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη του, απέδωσαν σε βάρος της ανηθικότητα και αισχρότητα, ότι ήταν ανάξια να κατέχει την ιδιότητα και το λειτούργημα του μέλους της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και της απέδωσαν ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. Η ενάγουσα έχει εκτεθεί σε γενική περιφρόνηση, χλεύη και μίσος, φιλικά της πρόσωπα την αποστρέφονται και την αποφεύγουν με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί ψυχολογικά προβλήματα. Σε σχέση με τη μετάδοση του επιδίκου φιλμ από το ΡΙΚ, από τους εναγομένους 1, 2, 3 είναι η θέση της ενάγουσας ότι αυτοί παραβίασαν «το δικαίωμα της ιδιωτικότητας», της οικογενειακής ζωής και της αξιοπρέπειάς της. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3 προέβηκαν σε συκοφαντική δυσφήμιση και ή σε επιζήμια ψευδολογία σε βάρος της. Οι αναφορές που έγιναν της απέδιδαν «ανηθικότητα, αισχρότητα και εξευτελισμό» και «εννοούσαν ή ήταν δυνατό να εκληφθούν ότι εννοούσαν», ότι η ενάγουσα μέσω ενός σεξουαλικά προκλητικού και ή σκανδαλιστικού βίντεο σαν δράστης αθέμιτης συμπεριφοράς, για την οποία ευθύνεται η ίδια, διατάραξε την τάξη στο αστυνομικό σώμα και είναι γυναίκα ανήθικη και αισχρή, ανάξια να κατέχει τη θέση αστυνομικού. Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά και σε δεύτερο πρόγραμμα που μετέδωσε το ΡΙΚ «Από μέρα σε μέρα». Κανένα στοιχείο έχει τεθεί σε σχέση με το πρόγραμμα αυτό και ως εκ τούτου δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατεχώρησαν υπεράσπιση με την οποίαν παραδέχονται ότι την 9.1.2007 μετέδωσαν ρεπορτάζ ως επίσης και το βίντεο που αφορούσε την ενάγουσα, ισχυρίζονται όμως ότι δεν παρουσίασαν το πρόσωπο της ούτε στοιχεία που αποκάλυπταν την ταυτότητα της. Αρνούνται ότι προέβηκαν στην ισχυριζομένη ή σε οποιαδήποτε δυσφήμιση και ή επιζήμια ψευδολογία εναντίον της ενάγουσας και αναφέρουν ότι δεν έγινε αλλά ούτε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι το υπό κρίση δημοσίευμα αναφερόταν στην ενάγουσα. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αποτελεί δυσφήμιση, περαιτέρω και ή διαζευκτικά ότι αυτό ανταποκρινόταν σε πραγματικά γεγονότα, ήταν έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα, στα πλαίσια διεκπεραίωσης δημοσιογραφικού έργου και προστατεύεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι επρόκειτο για προνομιούχο δημοσίευμα με σκοπό τη «.σοβαρή ενημέρωση του κοινού για το εν λόγω ζήτημα». Υπεράσπιση κατεχώρησε και ο εναγόμενος 4 με την οποία παραδέχεται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα διατηρούσε δεσμό με την ενάγουσα, αρνείται όμως όλους τους άλλους ισχυρισμούς. Αρνείται μεταξύ άλλων ότι βιντεογράφησε ερωτικές πράξεις μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου, αρνείται ότι κυκλοφόρησε οποιονδήποτε βίντεο και γενικά ο,τιδήποτε που είχε σχέση με το επίδικο βίντεο. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μεγάλος αριθμός μαρτύρων, οι πλείστοι όμως ήταν τυπικοί και η μαρτυρία τους ήταν σύντομη. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσαν πέντε στελέχη της Αστυνομικής Δύναμης, οι Θωμάς Ευθυμίου, Χριστοφής Χριστοφή, Γιώργος Γεωργίου, Κωνσταντίνος Θεοδώρου και Αντριάνα Φιλίππου, η μητέρα και η αδελφή της ενάγουσας, Νίκη και Άννα Φωτιάδη και η ίδια η ενάγουσα. Εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και 3 δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ εκ μέρους του εναγομένου 4 κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Η ενάγουσα αναφέρθηκε στο δεσμό που είχε με τον εναγόμενο 4, ο οποίος άρχισε το 2003-
- Κατά τη διάρκεια του δεσμού τους, σε μια από τις ερωτικές τους συνευρέσεις στο σπίτι της, ο εναγόμενος 4 βιντεογράφησε με το κινητό του τηλέφωνο την ενάγουσα να επιδίδεται σε κάποια ερωτική πράξη. Η ενάγουσα δέχθηκε όπως τη βιντεογραφήσει με την προϋπόθεση ότι «θα έμενε μεταξύ τους». Όταν τέλειωσε η βιντεογράφηση ο εναγόμενος 4 υποκρίθηκε ότι το είχε διαγράψει, στην πραγματικότητα όμως δεν το διέγραψε. Η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το συμβάν αυτό, το τοποθέτησε το καλοκαίρι του 2006, δεν ήταν όμως σίγουρη. Η σχέση του ζευγαριού διακόπηκε σε κάποιο στάδιο κατά το 2006, η διακοπή αυτή έγινε σταδιακά, δεν διακόπηκε από τη «μια μέρα στην άλλη», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Μετά τη διακοπή των σχέσεων τους ο εναγόμενος 4 ζητούσε από την ενάγουσα να μείνει μαζί του και την απείλησε ότι αν διέκοπτε τη σχέση τους τότε θα διέδιδε το βίντεο που είχε βγάλει, «σε όλη την αστυνομία». Το πιο πάνω συμβάν έγινε σε δρόμο, στην περιοχή της Αγγλικής Σχολής. Η ενάγουσα κατάγγειλε το συμβάν στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση την 8.1.2007, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Στην κατάθεση της κάνει αναφορά, μεταξύ άλλων, στη σχέση της με τον εναγόμενο 4, τις υποσχέσεις του τελευταίου ότι θα έπαιρνε διαζύγιο από τη σύζυγο του καθότι ο γάμος τους περνούσε σοβαρή κρίση και την απόφαση της ιδίας να διακόψει τη σχέση όταν αντιλήφθηκε ότι δεν είχε πρόθεση να πάρει διαζύγιο από τη σύζυγο του και ότι απλώς την κορόιδευε. Κοινοποίησε την απόφαση της στον εναγόμενο 4, αυτός όμως ασκώντας συνεχώς ψυχολογική βία την ανάγκαζε να αναθεωρεί την απόφαση της για διακοπή. Το Μάιο του 2006 του ζήτησε να διακόψουν οριστικά, ο εναγόμενος όμως συνέχισε να την ενοχλεί, υποπτευόταν ότι αυτή διατηρούσε δεσμό με κάποιο άλλο άντρα. Μέσα Δεκεμβρίου του 2006, ενώ η ενάγουσα βρισκόταν με το αυτοκίνητο της σε μια πάροδο της λεωφόρου Νίκης, ο εναγόμενος 4 βρέθηκε πίσω της με το αυτοκίνητο του, της «κόρναρε» και της έκανε νόημα να κατέβει. Τη συγκεκριμένη στιγμή υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και τα οχήματα ήταν σταματημένα. Σε κάποια στιγμή την «πλεύρισε» με το αυτοκίνητο του, κατέβηκε και άρχισε να της κτυπά το τζάμι φωνάζοντας της ότι ήθελε να της μιλήσει και να της δείξει κάτι. Η ενάγουσα τον αγνόησε και συνέχισε την πορεία της, αυτός όμως, την προσπέρασε και της έκοψε το δρόμο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, μπήκε στο αυτοκίνητο της ενάγουσας και της έδειξε το βίντεο μικρής διάρκειας, στο οποίο διακρινόταν η ίδια σε πολύ προσωπικές τους στιγμές. Η ενάγουσα του ζήτησε να το διαγράψει, αυτός όμως αρνήθηκε και της είπε ότι θα την εκδικείτο και θα την τιμωρούσε που διέκοψε τη σχέση τους και θα έστελνε το βίντεο «όχι μόνο σε όλη την αστυνομία αλλά και σε όλο τον κόσμο». Την ύβρισε με τη λέξη «πουτάνα» και κατέβηκε από το αυτοκίνητο της απειλώντας την ότι «δεν θα ξέρει από πού θα της έρθει». Μετά το συμβάν η ενάγουσα ήταν πολύ ταραγμένη, επικοινώνησε με μια φίλη και συνάδελφο της, την Άντρη και η τελευταία τη συμβούλευσε να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία. Πράγμα το οποίο έπραξε. Όταν η ενάγουσα κατέγραφε την πρώτη κατάθεση ήταν, ως ανέφερε η ίδια, κάτω από μεγάλη ψυχική πίεση. Στην συνέχεια όταν «ήλθαν στο μυαλό της κάποια πράγματα» έδωσε δεύτερη κατάθεση. Η δεύτερη κατάθεση δόθηκε μια εβδομάδα αργότερα. Στη δεύτερη κατάθεση της αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 4 τη περίοδο που της υποσχόταν ότι θα την παντρευόταν της είχε ζητήσει να γράψει τα ονόματα των προσώπων, με τα οποία είχε σχέση στο παρελθόν. Η ενάγουσα ετοίμασε σχετική ιδιόχειρη σημείωση την οποία και υπέγραψε. Ο εναγόμενος 4 πριν αρχίσει τους εκβιασμούς με το βίντεο την εκβίαζε με τη συγκεκριμένη λίστα, ήτοι ότι αν εχώριζε μαζί του θα διέδιδε τα ονόματα αυτά «σε όλο τον κόσμο». Μετά την κυκλοφορία του βίντεο και την μετάδοση του ρεπορτάζ από το ΡΙΚ η ενάγουσα βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, «κλείστηκε στον εαυτό της», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεν ήθελε να πηγαίνει δουλειά ή οπουδήποτε αλλού καθότι αντιλαμβανόταν ότι όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των συναδέλφων της, την σχολίαζαν και την κουτσομπόλευαν. Οι τελευταίοι δε απόφευγαν να τη συναναστρέφονται. Προβλήματα αντιμετώπισε και σε σχέση με την ανήλικη θυγατέρα της καθότι κάποιοι της έδειξαν το επίδικο φιλμ στο σχολείο και την πληροφόρησαν για το ρεπορτάζ στο ΡΙΚ. Θίγηκε προσωπικά και επαγγελματικά. Το συγκεκριμένο συμβάν την επηρεάζει μέχρι σήμερα. Την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιέπεσε η ενάγουσα μετά την κυκλοφορία του επιδίκου βίντεο, περιέγραψαν και η μητέρα της ενάγουσας, Νίκη Φωτιάδη και η αδελφή της Άννα. Και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν ότι η ψυχολογική κατάσταση της ενάγουσας μετά την προβολή του βίντεο ήταν άθλια. Ήταν φοβισμένη, ντροπιασμένη και έκλαιγε συνέχεια. Αρνείτο να φάει, να βγει έξω ακόμη και να φροντίσει το ανήλικο παιδί της. Την φροντίδα του παιδιού της την ανέλαβε, την περίοδο εκείνη, η μητέρα της. Η Νίκη Φωτιάδου, κατέθεσε μεταξύ άλλων, ότι γνώριζε τη σχέση της κόρης της με τον εναγόμενο 4, την χαρακτήρισε ως μια «αρρωστημένη σχέση που δεν βάδιζε πουθενά». Η ενάγουσα αγαπούσε πολύ τον εναγόμενο 4, αυτός της υποσχόταν ότι θα χώριζε τη γυναίκα του και θα έμεναν μαζί. Η μάρτυρας πληροφορήθηκε για το επεισόδιο που είχε γίνει σε δρόμο, κοντά στην Αγγλική Σχολή από τη θυγατέρα της. Της ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 4 την ανέκοψε με το αυτοκίνητο του και την απείλησε ότι θα έδειχνε το βίντεο με τις άσεμνες σκηνές. Η Άννα Φωτιάδη πληροφορήθηκε και αυτή την ύπαρξη του βίντεο με τις άσεμνες σκηνές μετά τις απειλές που είχε δεχθεί η αδελφή της από τον εναγόμενο 4 ότι θα το δημοσιοποιούσε. Η αστυνομικός Αντριάνα Φιλίππου διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την ενάγουσα και ήταν ένα από τα πρόσωπα που γνώριζε το δεσμό της τελευταίας με τον εναγόμενο
- Ήταν το πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε η ενάγουσα αμέσως μετά τις απειλές που δέχθηκε από τον εναγόμενο 4 για δημοσιοποίηση του βίντεο. Σύμφωνα με την κατάθεση της, κάποια μέρα, το Δεκέμβριο του 2006, της τηλεφώνησε η ενάγουσα και της είπε ότι ο εναγόμενος 4 την κυνηγούσε με το αυτοκίνητο, σε κάποια φάση κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, πλησίασε το αυτοκίνητο της και την απείλησε ότι αν «συνέχιζε να θέλει να χωρίσουν», θα έδιδε το βίντεο που είχε στο κινητό του, με τις προσωπικές στιγμές των δύο τους, στη δημοσιότητα. Η ενάγουσα της είχε εκφράσει τους φόβους της σε σχέση με τις απειλές που δέχθηκε και η μάρτυρας την συμβούλευσε να καταγγείλει το γεγονός στην αστυνομία. Μια δυο μέρες αργότερα επικοινώνησε εκ νέου με την ενάγουσα τηλεφωνικώς και της ανέφερε ότι το βίντεο είχε δοθεί στη δημοσιότητα. Η ενάγουσα ήταν πολύ τρομαγμένη και φοβόταν ότι θα έβλεπε το βίντεο η κόρη της. Συνέχισε να της τηλεφωνά, κατά τις συνδιαλέξεις τους έκλαιγε συνέχεια, «έκλαιγε για το μωρό της» και της έλεγε ότι είχε γίνει ρεζίλι. Ο Βοηθός Αστυνόμος Θωμάς Ευθυμίου και ο υπαστυνόμος Χριστοφής Χριστοφή ανέλαβαν να διερευνήσουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε κυκλοφορήσει το επίδικο φιλμ. Το φιλμ αυτό, σύμφωνα με την κατάθεση του Βοηθού Αστυνόμου Θωμά Ευθυμίου, ήταν το θέμα συζήτησης στους αστυνομικούς κύκλους, ήταν προφανές ότι αστυνομικοί είχαν παραλάβει το συγκεκριμένο φιλμ στα κινητά τους τηλέφωνα. Το φιλμ που παρέλαβαν οι δύο αστυνομικοί ήταν το ίδιο με το φιλμ που είχε μεταδώσει και το ΡΙΚ. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον Ανδρέα Ιωσήφ, εναγόμενο
- Ο τελευταίος αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία σε σχέση με το συγκεκριμένο φιλμ. Μεταξύ των ατόμων που είδαν το συγκεκριμένο φιλμ ήταν και ο λοχίας Γεώργιος Γεωργίου και ο ειδικός αστυφύλακας Κωνσταντίνος Θεοδώρου. Και οι δύο εργαζόντουσαν κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι τέλος του 2006 αρχές του 2007, στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο λοχίας Γεώργιος Γεωργίου γνώριζε προσωπικά τον εναγόμενο 4, ο τελευταίος ήταν υπεύθυνος της βάρδιας του. Ο εναγόμενος 4, ο συγκεκριμένος μάρτυρας, μια κοπέλα που εργαζόταν στην Group 4 και ακόμη ένα πρόσωπο συστεγάζονταν στο ίδιο γραφείο. Τέλος του 2006 η κοπέλα της Group 4 έδειξε στο μάρτυρα το επίδικο βίντεο στην οθόνη του τηλεφώνου της. Ο εναγόμενος 4 ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στη δήλωση του αναφέρει ότι διατηρούσε δεσμό με την ενάγουσα από τις αρχές του 2003 μέχρι τον Ιανουάριο του 2006, ενώ ήταν παντρεμένος. Τέλος του 2005 η οικογένεια του πληροφορήθηκε για την εξωσυζυγική του σχέση και ως εκ τούτου αναγκάσθηκε να διακόψει για να μπορέσει «να κρατήσει» την οικογένεια του. Η ενάγουσα δεν το αποδέχθηκε και «αντιδρούσε έντονα», αρχικά. Μετά την διακοπή του δεσμού τους δεν είχαν οποιανδήποτε επαφή μεταξύ τους και ο καθένας συνέχισε τη ζωή του. Η τελευταία φορά που είχαν «ερωτική επαφή», ήταν τον Ιανουάριο του
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε κατέγραψε σε βίντεο οποιαδήποτε ερωτική πράξη που είχε με την ενάγουσα, ουδέποτε είχε στην κατοχή του και ουδέποτε κυκλοφόρησε τέτοιο βίντεο. Αρνήθηκε επίσης το επεισόδιο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας έλαβε χώρα στην Αγγλική Σχολή και απόρριψε τον ισχυρισμό ότι την είχε απειλήσει ότι θα κυκλοφορούσε το βίντεο. Στην τελευταία παράγραφο της γραπτής δήλωσης του αναφέρει τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «
- Το σίγουρο είναι ότι η Ενάγουσα είχε πολλούς ερωτικούς δεσμούς και η ίδια σε κάποια φάση της σχέσης μας μου ανέφερε πάρα πολλά ονόματα, αρκετά από τα οποία μάλιστα ήταν μέλη της αστυνομίας.» Αντεξεταζόμενος για τους λόγους που διέκοψε τη σχέση του με την ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι πέραν των ό,σων ανέφερε στη γραπτή δήλωση του έγιναν ακόμη δύο γεγονότα που συνέβαλαν στην λήψιν της απόφασης του. Το πρώτο είχε γίνει τον Ιανουάριο του 2006, βρήκε το αυτοκίνητο του «γδαρμένο ολόκληρο» και υποψιαζόταν ότι ο δράστης της εγκληματικής αυτής ενέργειας ήταν ο πατέρας της ενάγουσας. Το δεύτερο συμβάν έλαβε χώραν λίγες μέρες αργότερα, η σύζυγος του επισκέφθηκε την ενάγουσα και τη μητέρα της (Παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο τι έλαβε χώραν κατά τη συνάντηση αυτή). Μετά από αυτά τα δύο γεγονότα αποφάσισε ότι δεν ήθελε να έχει σχέσεις με την ενάγουσα. Το πρώτο συμβάν δεν το κατάγγειλε στην αστυνομία καθότι δεν ήθελε φασαρίες και «.δεν ήξερε ποιος το έκανε». Σε σχέση με το χρόνο που διεκόπησαν οι σχέσεις τους, ο μάρτυρας επέμενε ότι ήταν τέλος του 2005 με Ιανουάριο του 2006, δεν ήταν όμως σε θέση να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση γιατί προέβαλε διαφορετική θέση στην ποινική υπόθεση που προηγήθηκε της παρούσας διαδικασίας και αφορούσε το ίδιο θέμα, ήτοι την κυκλοφορία του επιδίκου βίντεο. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης κατά την ακρόαση ο δικηγόρος του αντεξετάζοντας την ενάγουσα της υπέβαλε ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια του 2006 διατηρούσε σχέσεις με τον εναγόμενο. Οι υποβολές του δεν ήταν γενικές αλλά στηρίζονταν σε συγκεκριμένα γεγονότα. Της υπέβαλε μεταξύ άλλων ότι τη 15.10.06 είχαν συναντηθεί στο ξενοδοχείο Μάριον στην Πάφο, ότι μετά το Μάιο του 2006 πήγαν αρκετές φορές σε κέντρα με φίλους του κατηγορούμενου (εναγομένου 4), ότι συναντιόντουσαν στο σπίτι του στη Λάσα και ότι τον Νοέμβριο του 2006 συναντιόντουσαν καθημερινά καθότι η γυναίκα του απουσίαζε στην Αφρική. Απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι είχε απειλήσει την ενάγουσα ότι θα κυκλοφορούσε το βίντεο ως επίσης και τη θέση ότι ήταν αυτός που το κυκλοφόρησε και το έδωσε στον εναγόμενο 3 για να το μεταδώσει στο ΡΙΚ. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Ως ανέφερα και πιο πάνω, κατέθεσε μεγάλος αριθμός μαρτύρων, η μαρτυρία όμως των περισσοτέρων ήταν σύντομη και δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα δεν αντεξετάσθηκαν οι αστυνομικοί Θωμάς Ευθυμίου, Χριστοφής Χριστοφή και Γιώργος Γεωργίου, η μαρτυρία των οποίων ήταν τυπική. Η αντεξέταση της Αντριάνας Φιλίππου και του Κωνσταντίνου Θεοδώρου ήταν πολύ περιορισμένη και η μαρτυρία τους κατά την κυρίως εξέταση δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο. Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων ήταν θετική, είχε συνοχή και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Καλή εντύπωση μου έκαναν επίσης η Νίκη και η Άννα Φωτιάδη. Η μαρτυρία και των δύο ήταν αυθόρμητη και φυσική, απαλλαγμένη από γενικότητες και αοριστίες. Αυθόρμητη και φυσική ήταν και η μαρτυρία της ενάγουσας. Ήταν έκδηλο ότι κατά την κατάθεση της ένοιωθε άβολα και αμήχανα παρά ταύτα όμως απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις χωρίς περιστροφές και κομπασμούς. Δεν παραγνωρίζω ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι δεν εγνώριζε ότι ο εναγόμενος 4 την είχε βιντεογραφήσει, θέση την οποία ανακάλεσε με τη μαρτυρία της. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν την καθιστά αναξιόπιστη μάρτυρα. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι ένοιωθε πολύ άσχημα που είχε δεχθεί να τη βιντεογραφήσει ο εναγόμενος 4, ντρεπόταν που ενέδωσε και αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που δεν αποκάλυψε ότι το βίντεο είχε ληφθεί εν γνώσει της. Η ενάγουσα είναι μια νεαρή και όμορφη κοπέλα, ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας η οποία αγάπησε τον κατά πολύ μεγαλύτερο της υπαστυνόμο, εναγόμενο
- Συνήψε δεσμό μαζί του προσδοκώντας ότι αυτός θα χώριζε από τη γυναίκα του και θα την παντρευόταν. Η όλη συμπεριφορά της καταδεικνύει ότι πρόκειται για άτομο κάπως αφελές και εύπιστο. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι μετά από οδηγίες του εναγομένου 4 συμπλήρωσε ιδιόχειρη σημείωση και κατέγραψε τα ονόματα των προσώπων με τα οποία είχε σχέσεις στο παρελθόν, την οποία στη συνέχεια υπέγραψε χωρίς να διερωτηθεί, χωρίς να προβληματισθεί γιατί ο εναγόμενος 4 της είχε ζητήσει να ετοιμάσει τέτοιο κατάλογο. Με την ίδια αφέλεια συγκατατέθηκε όπως ο εναγόμενος 4 βιντεογραφήσει την ερωτική συνεύρεση τους με το κινητό του τηλέφωνο και στη συνέχεια με την ευπιστία που τη διακατείχε πίστεψε ότι ο εναγόμενος 4 είχε σβήσει το βίντεο από τη συσκευή του. Δέχομαι τη μαρτυρία της ότι ο τελευταίος, λίγες μέρες πριν την προβολή του βίντεο, την είχε απειλήσει κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε, ότι θα το κυκλοφορούσε στους αστυνομικούς κύκλους αν δεν τα ξανάφτιαχναν. Ο εναγόμενος 4 ενεργούσε με βάση τα ιδιοτελή του συμφέροντα. Ήθελε να έχει σχέσεις με τη νεαρή ελκυστική αστυνομικό παράλληλα όμως ήθελε να διατηρήσει το γάμο του. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι οι λόγοι που διέκοψε τη σχέση του με την ενάγουσα ήταν η οικογένεια του και η συμπεριφορά του πατέρα της ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί του δεν με πείθουν. Καμία ικανοποιητική εξήγηση έδωσε γιατί μετά από δύο χρόνια δεσμού σκέφτηκε ξαφνικά την οικογένεια του. Ό,σα δε ανέφερε για τον πατέρα της ενάγουσας τα ανέφερε για να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για το πρόσωπο αυτό και κατ΄ επέκταση για την ενάγουσα και να αποκρύψει τους πραγματικούς λόγους του χωρισμού τους. Την απόφαση για διακοπή του δεσμού την έλαβε η ενάγουσα, όταν αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος 4 δεν είχε πρόθεση να χωρίσει από τη σύζυγο του και να την παντρευτεί και όχι ο τελευταίος. Αυτός επέμενε όπως διατηρηθεί ο δεσμός τους, ως είχε. Όταν η ενάγουσα αρνήθηκε αυτός δεν το δέχθηκε και άρχισε να την απειλεί και να την εκβιάζει. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το περιστατικό που περιέγραψε η ενάγουσα είχε πράγματι λάβει χώραν και ότι ο εναγόμενος 4 την είχε απειλήσει ότι θα κυκλοφορούσε το βίντεο σε περίπτωση που η ενάγουσα, δεν τα ξανάφτιαχνε μαζί του. Όλες οι ενέργειες του εναγομένου 4 ήταν πιστεύω προμελετημένες, ήθελε με κάθε δυνατό τρόπο να εξασφαλίσει ότι η ενάγουσα θα διατηρούσε τις σχέσεις της μαζί του. Αυτός ήταν και ο λόγος που της ζήτησε να καταγράψει τα ονόματα των αντρών με τους οποίους είχε σχέσεις προηγουμένως και να υπογράψει το σχετικό σημείωμα και αυτός ήταν προφανώς και ένας από τους λόγους που την βιντεογράφησε σε τόσο προσωπικές στιγμές και στη συνέχεια δεν διέγραψε το συγκεκριμένο βίντεο αλλά επέλεξε να το κρατήσει. Η ποιότητα του χαρακτήρα του εναγομένου 4 φαίνεται και από την τελευταία αναφορά στη γραπτή δήλωση του, ήτοι ότι η ενάγουσα είχε πολλές ερωτικές σχέσεις. Την ενέργεια του αυτή τη θεωρώ άνανδρη καθότι η δήλωση του αυτή δεν έγινε προς υποστήριξη των θέσεων του, αλλά είχε ως μοναδικό σκοπό να θίξει, να εξευτελίσει και να πληγώσει την ενάγουσα, σε μια προσπάθεια του να την εκθέσει σε τρίτους και ιδιαίτερα στο Δικαστήριο. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι οι σχέσεις της ενάγουσας με τον εναγόμενο 4 δεν διεκόπησαν τέλος του 2005 αρχές του 2006, αλλά συνεχίσθηκαν και κατά το
- Σε μια από τις συναντήσεις τους ο εναγόμενος 4 βιντεογράφησε με τη συγκατάθεση της ενάγουσας, τις ερωτικές περιπτύξεις τους. Όταν οι σχέσεις τους διεκόπησαν με πρωτοβουλία της ενάγουσας, αυτό δεν άρεσε στον εναγόμενο
- Το Δεκέμβριο του 2006 έλαβε χώρα το επεισόδιο που περιέγραψε η ενάγουσα κατά το οποίο ο εναγόμενος 4 την απείλησε ότι θα κυκλοφορούσε το επίδικο βίντεο. Ελάχιστο χρόνο αργότερα το επίδικο βίντεο κυκλοφόρησε και έγινε ευρέως γνωστό μεταξύ των αστυνομικών. Ήταν η θέση του εναγομένου 4 ότι δεν ήταν αυτός που κυκλοφόρησε το επίδικο βίντεο. Το επίδικο βίντεο λήφθηκε από τον ίδιο, με τη χρήση του δικού του κινητού τηλεφώνου, αυτός και η ενάγουσα ήταν οι μόνοι που γνώριζαν για το συγκεκριμένο βίντεο και αυτός ήταν ο μοναδικός κάτοχος του βίντεο. Επιπρόσθετα το βίντεο κυκλοφόρησε λίγο μόνο χρόνο μετά την απειλή του προς την ενάγουσα ότι θα το κυκλοφορούσε και ανάμεσα στους πρώτους αστυνομικούς που έλαβαν το βίντεο ήταν οι συνάδελφοι του στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν κατά την άποψη μου ότι ήταν αυτός που κυκλοφόρησε το βίντεο στα μέλη της αστυνομίας. Το επόμενο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο ήταν ο εναγόμενος 4 το άτομο που είχε δώσει στον Ανδρέα Ιωσήφ το επίδικο βίντεο για να το κυκλοφορήσει στο ΡΙΚ. Ο εναγόμενος 4 ήταν, ως ανέφερα και πιο πάνω, άτομο που ενεργούσε με βάση τα ιδιοτελή συμφέροντα του. Η μετάδοση του συγκεκριμένου βίντεο μέσω του κρατικού καναλιού και το σχετικό ρεπορτάζ, δεν ήταν κατά την άποψη μου στα σχέδια του. Αυτός με την κυκλοφορία του βίντεο ήθελε να πλήξει την ενάγουσα στους συναδέλφους της, πιστεύω όμως ότι η επιθυμία του για εκδίκηση δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να ήθελε να πλήξει παράλληλα και την καριέρα του. Η μετάδοση του σχετικού ρεπορτάζ από το ΡΙΚ, σε τόση μεγάλη εμβέλεια, θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για την περαιτέρω σταδιοδρομία του στο αστυνομικό σώμα και ο εναγόμενος 4, κατά την άποψή μου, παρά το πάθος του για τη νεαρή αστυνομικό, δεν θα ήθελε να διακινδυνεύσει την καριέρα του. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο δημοσιογράφος Αντρέας Ιωσήφ ήταν γνωστός του εναγομένου 4, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί όμως ενώπιον μου προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος γνώριζε και άλλους αστυνομικούς και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κάποιος άλλος αστυνομικός να έδωσε το βίντεο στο δημοσιογράφο εφόσον το βίντεο κυκλοφορούσε ευρέως. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ήταν ο εναγόμενος 4 που είχε δώσει το επίδικο βίντεο στην Αστυνομία. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η μετάδοση του συγκεκριμένου ρεπορτάζ και βίντεο αποτελεί «συκοφαντική δυσφήμιση και συκοφαντική ψευδολογία». Κατά πόσο το συγκεκριμένο άρθρο ήταν δυσφημιστικό ή όχι αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Μελετώντας το ρεπορτάζ στο σύνολο του καταλήγω ότι δεν αποδίδεται οποιαδήποτε μεμπτή συμπεριφορά στην ενάγουσα, παρά ταύτα όμως λαμβάνοντας υπόψη το θέμα του ρεπορτάζ, ήτοι οι ερωτικές σχέσεις της αστυνομικού με τον υπαστυνόμο και η κινηματογράφηση των προσωπικών τους στιγμών, πιστεύω ότι η μετάδοση του ρεπορτάζ θα μπορούσε ενδεχομένως, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνία της Κύπρου, να προκαλέσει την αποφυγή και αποστροφή της αστυνομικού από τρίτα πρόσωπα, χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητα εκ μέρους της τελευταίας. Ήταν η θέση των εναγομένων 1, 2 και 3 ότι το ρεπορτάζ αποτελούσε έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε στα πλαίσια διεκπεραίωσης δημοσιογραφικού έργου. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το σκεπτικό της πιο πάνω θέσης, με ποιο τρόπο η μετάδοση του συγκεκριμένου ρεπορτάζ εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον και ποιο δημοσιογραφικό έργο επιτελούσαν οι εναγόμενοι 1, 2 και
- Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί το κοινό της Κύπρου θα έπρεπε να πληροφορηθεί τη σχέση των δύο αστυνομικών, το γεγονός ότι κάποιες προσωπικές τους στιγμές είχαν βιντεογραφηθεί και ότι το βίντεο κυκλοφορούσε ευρέως ανάμεσα στα μέλη της αστυνομίας, μέσω κινητών τηλεφώνων. Θα μπορούσε κατά την άποψη μου να θεωρηθεί ως θέμα δημοσίου συμφέροντος για το κοινό της Κύπρου και ιδιαίτερα για τους φορολογουμένους ότι οι αστυνομικοί αντί να είναι προσηλωμένοι στα καθήκοντα του λειτουργήματος τους, αυτοί εν ώρα καθήκοντος, ασχολούνταν με τις ερωτικές περιπτύξεις δύο συναδέλφων τους και ανάλωναν το χρόνο τους παρακολουθώντας και σχολιάζοντας το βίντεο. Το σημαντικότερο δε είναι ότι αντί αυτοί να προστατεύσουν το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας και να πατάξουν την παρανομία που γινόταν σε βάρος της, συνέδραμαν στη διάδοση του βίντεο. Το συγκεκριμένο ρεπορτάζ όμως δεν έθιξε καθόλου τα θέματα αυτά. Για να πετύχει η ενάγουσα στις αξιώσεις της για δυσφήμηση θα πρέπει τέλος να αποδείξει ότι το ρεπορτάζ αναφερόταν ή έγινε αντιληπτό ότι αναφερόταν στο πρόσωπο της. Δεν είναι αναγκαίο να είχε γίνει ρητή αναφορά στο όνομα της ενάγουσας αλλά είναι αρκετή η αναφορά σε στοιχεία που προδίδουν την ταυτότητα της και τη φωτογραφίζουν. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η αναφορά που γίνεται στην απόφαση Phileleftheros Public Company Ltd v Ανδρέας Χριστοδούλου[1]. Στην υπό κρίση περίπτωση το μόνο που αναφέρθηκε κατά το ρεπορτάζ ήταν ότι επρόκειτο για γυναίκα αστυνομικό της Επαρχίας Λευκωσίας. Το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν θα μπορούσε να «φωτογραφίσει» την ενάγουσα, εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο στη Λευκωσία υπηρετούσαν 145 γυναίκες αστυνομικοί. Με βάση δε τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα άτομα που αναγνώρισαν ότι το ρεπορτάζ αφορούσε την ενάγουσα ήταν άτομα τα οποία είχαν ήδη δει το επίδικο βίντεο που κυκλοφορούσε μέσω κινητών τηλεφώνων όπου διακρινόταν καθαρά το πρόσωπο της ενάγουσας και αναγραφόταν και το όνομα της ή άτομα που ήδη γνώριζαν για την ύπαρξη του. Καταλήγω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, ότι η ενάγουσα δεν «φωτογραφίζεται» μέσα από το ρεπορτάζ και ως εκ τούτου η αξίωση της εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 δεν μπορεί να πετύχει. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την αξίωση της εναντίον του εναγομένου 4 και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της για παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος το οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμο και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.» Τα δικαιώματα του ατόμου που προστατεύονται από το Σύνταγμα προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα και ταυτίζονται με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στο κοινωνικό και πολιτειακό χώρο. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας[2]. Το άρθρο 15 του Συντάγματος αντιστοιχεί με το άρθρο 8
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου της χώρας μας. Πολλά από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου τα οποία διασφαλίζει η πιο πάνω Σύμβαση συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων και ως εκ τούτου βοηθητική καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από τις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων. Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής στηρίζεται επί της λογικής προσδοκίας ότι οι πληροφορίες που αφορούν την προσωπική ζωή κάποιου προσώπου θα παραμείνουν εμπιστευτικές. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και στηρίζεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Human Rights: Judicial Protection In the United Kingdom[3]: «. If a person publishing information knows or ought to know that the person to whom it has a reasonable expectation that the information in question will be kept private then publication will be unlawful unless it can be justified. A "reasonable" expectation of privacy is what a person of ordinary sensibilities would feel if placed in the same position as the claimant. Account is taken of all the circumstances of the case; Including the attributes of the claimant, the nature and location of the activity, the nature and purpose of the intrusion, whether the absent of consent was known or could be inferred, the effect on the claimant, and the circumstances in which the information came into the hands or the publisher.» Κατά πόσο οι πληροφορίες είναι εμπιστευτικές ή όχι και κατά πόσο θα πρέπει να τύχουν προστασίας είναι επίσης θέμα το οποίο εξετάζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Naomi Campbell ν. MGN Ltd[4] η Βουλή των Λόρδων έκρινε ότι η δημοσίευση σε εφημερίδα άρθρου ότι το γνωστό μοντέλο Naomi Cambell ήταν εθισμένη στα ναρκωτικά μαζί με φωτογραφία που την απεικόνιζε να εξέρχεται από συνάντηση στους Narcotics Anonymous, αποτελούσε προσωπική πληροφορία. Στην υπόθεση Mc Kennett v. Ash[5], ο ενάγοντας που ήταν μουσικός προσπάθησε να αποτρέψει τη δημοσίευση μέρους του βιβλίου που είχε γραφτεί από κάποιο πρώην φίλο του. Το Δικαστήριο απέρριψε την αξίωση του σε σχέση με τα αποσπάσματα τα οποία ήταν «ανώδυνα», εκείνα που ήταν αόριστα και εκείνα που αφορούσαν γεγονότα τα οποία ήταν ήδη γνωστά στο κοινό. Ενέκρινε την αξίωση του όμως σε σχέση με τα αποσπάσματα που αφορούσαν τα προσωπικά του συναισθήματα, τις σχέσεις του και την υγεία του. Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατία Αρ. 2[6], «. όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί». Στην ίδια απόφαση διαβάζουμε επίσης σχετικά τα πιο κάτω: «.Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία. Τα ιδιάζοντα ήθη και έθιμα και συνήθειες μιας χώρας, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά, που σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και δημοκρατική κοινωνία δυνατό να αποτελούν και αντικείμενο διχογνωμίας, δεν αποτελούν κριτήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση.» Στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα ουδέποτε συγκατατέθηκε στην κυκλοφορία του βίντεο, ούτε η στάση της ήταν τέτοια που θα μπορούσε να συναχθεί ότι συγκατατίθεντο στην κυκλοφορία του. Ο εναγόμενος 4 γνώριζε βέβαια ότι το βίντεο ήταν εμπιστευτικό και δεν θα έπρεπε να το κυκλοφορήσει ο μόνος λόγος που το κυκλοφόρησε ήταν ως αναφέρω και ανωτέρω για να βλάψει την ενάγουσα. Το επίδικο βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως μέσω κινητών τηλεφώνων, ιδιαίτερα ανάμεσα στους αστυνομικούς κύκλους, έδειχνε την ενάγουσα να κάνει στοματικό έρωτα και παράλληλα αναγραφόταν στην οθόνη το όνομα και το επάγγελμα της. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της ενάγουσας για ιδιωτική ζωή. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Τάκη Γιάλλουρου και Ευγένιου Νικολάου[7], «η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που οριοθετεί το άρθρο 35 του Συντάγματος επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παράβασης κάθε ζημιάς που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη». Οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες. Στην έννοια της δίκαιης αποζημίωσης περιλαμβάνεται και η αρχή ότι το θύμα θα πρέπει να αποκατασταθεί, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Στην ίδια απόφαση καθορίζονται οι παράμετροι οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για αποτίμηση της ζημιάς. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι έντονο το στοιχείο της ηθικής βλάβης, η ζημιά αποτιμάται ανάλογα με την ένταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Στην απόφαση του Εφετείου της Νέας Ζηλανδίας, στη Simpson v. Attorney General[8] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «As to the level of compensation, on which again there is much international case law, I think that it would be premature at this stage to say more than that, in addition to any physical damage, intangible harm such as distress and injured feelings may be compensated for; the importance of the affirmed rights and to deter breaches are also proper considerations; but extravagant awards are to be avoided.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τη μαρτυρία της ενάγουσας όπως επίσης και της μητέρας και της αδελφής της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, προκύπτει ότι η ενάγουσα μετά την κυκλοφορία του συγκεκριμένου βίντεο και για μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση. Έκλαιγε συνέχεια, κλείστηκε στον εαυτό της, δεν ήθελε να συναναστρέφεται με τον κόσμο, δεν ήθελε να πηγαίνει δουλειά, ντρεπόταν να κυκλοφορεί γιατί αντιλαμβανόταν ότι όλοι την σχολίαζαν και δεν ήταν σε θέση λόγω της κατάστασης της να φροντίζει τη θυγατέρα της. Το επίδικο συμβάν την επηρεάζει αρνητικά μέχρι σήμερα. Η ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα ήταν τόσο μεγάλη, ο ψυχικός της κόσμος κλονίσθηκε, τα αισθήματα και η υπόληψη της έχουν θιγεί σε τέτοιο βαθμό που κατά την κρίση μου οι αποζημιώσεις θα πρέπει να προσλάβουν και τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό (βλ. απόφαση Τ. Γιάλλουρου και Ε. Νικολάου, ανωτέρω). Η συμπεριφορά του εναγομένου 4 φανερώνει κακεντρέχεια και σκληρότητα που κατατάσσει την παρούσα υπόθεση στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων όπου ενδείκνυται η επιδίκαση τέτοιας φύσης αποζημίωσης. Επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 4 €25.000 γενικές αποζημιώσεις και €5.000 παραδειγματικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 15/06/2007, ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, η οποία ως αναλύω ανωτέρω δεν έχει αποδειχθεί, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των ως άνω εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ [1] Π.Ε. 15/2009, 20.7.2012. [2] Βλέπετε σχετικά Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 [3] HalRord v. United Kingdom
(1997)24 E.H.R.R. 524 [4] [2004] UKHL 22; [2004] 2 AC 457 [5] [2006] EWCA Civ 1714; [2008] QB 73 [6]
(1996)4 Α.Α.Δ. 1100, 1105 [7]
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 [8]
(1994)3, ΝΖ LR 667, 678. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο