Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία ν. Ανδρέα Βγενόπουλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8400/12, 23/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8400/12 Μεταξύ Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία Εναγόντων Και
- Ανδρέα Βγενόπουλου από την Αθήνα και άλλων Εναγομένων 23 Mαΐου, 2014 Αίτηση για παραμερισμό υπό εναγομένων 1 και 12, ημερομηνίας 28/6/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Δ. Αραούζος μαζί κ. Π. Νεοκλέους και κ. Π. Παναγίδη Για τον καθ' ων η αίτηση 1 και 12: Ο κ. N. Θρασυβούλου για κ. Α. Γιωρκάτζης --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα
- Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26/11/
- Στις 29/4/2013 το κλητήριο τροποποιήθηκε με αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Ειδικότερα με την τροποποίηση η ενάγουσα τράπεζα προσδιορίστηκε ως υπό εξυγίανση και ενεργούσα μέσω της ειδικής διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου, ως αποτέλεσμα του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17
(1)/2013). Περιπλέον, προσετέθη η εναγόμενη
- Τόσο στο αρχικό κλητήριο, όσο και στο τροποποιηθέν δεν τέθηκε από τον πρωτοκολλητή η σφραγίδα του δικαστηρίου.
- Η αγωγή στρεφόταν παράλληλα εναντίον εναγομένων εντός της δικαιοδοσίας και εναντίον εναγομένων εκτός της δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των νυν αιτητών, εναγομένων 1 και 12 που βρίσκονται στην Αθήνα. Υπό αυτές τις περιστάσεις της καταχώρισης του κλητηρίου δεν είχε προηγηθεί, όπως δεν ήταν αναγκαίο, άδεια για σφράγισή του σύμφωνα με τη Δ.2 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
- Εκείνο που είχε προβλεφθεί κατά την καταχώριση της αγωγής ήταν να αναγραφεί, κατά την ακολουθητέα πρακτική, πάνω από το κλητήριο ένταλμα η σημείωση: «ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ». Η φράση αυτή όμως παρελήφθη αργότερα από το τροποποιημένο κλητήριο.
- Στις 8/5/2013 οι ενάγοντες με μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 28/4/2013 εξασφάλισαν συντηρητικά διατάγματα εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και
- Ακολούθησε, στις 22/5/2013, μονομερής αίτηση των εναγόντων με την οποία εξασφάλισαν άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, στους εναγόμενους 1 και 12 και διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση πιστών αντιγράφων της Ειδοποίησης του Κλητηρίου όπως τροποποιήθηκε, της αίτησης και του διατάγματος για τροποποίηση, της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και του αντιστοίχου διατάγματος και τέλος, της ίδιας της αίτησης και του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/
- Το αντικείμενο της παρούσας αίτησης Οι εναγόμενοι 1 και 12 με την παρούσα ζητούν: α) Παραμερισμό του κλητηρίου ημερ. 26/11/2012 και κάθε επακόλουθου δικονομικού διαβήματος. β) Παραμερισμό του κλητηρίου ως τούτο έχει τροποποιηθεί στις 29/4/2013 και κάθε επακόλουθου διαβήματος, επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα τροποποίησης, με αποτέλεσμα η τροποποίηση να έχει καταστεί αυτοδικαίως άκυρη. γ) Διαζευκτικά, παραμερισμό του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και κάθε επακόλουθου διαβήματος, επειδή παρελήφθη η αναγραφή επ' αυτού της φράσης «Όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του δικαστηρίου». δ) Παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 22/5/
- ε) Παραμερισμό των επιδόσεων περιλαμβανομένης της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και του συντηρητικού διατάγματος. στ) Παραμερισμό του συντηρητικού διατάγματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. ζ) Παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η προσθήκη των εναγομένων 12 λόγω παράλειψης συμπερίληψης του ορθού νομικού άρθρου. Οι λόγοι που επικαλούνται οι αιτητές φαίνονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Αντώνη Χριστοφή που συνοδεύει την αίτηση. Παρατίθενται κατωτέρω σε αντιδιαστολή με τις αντίστοιχες θέσεις των καθ' ων η αίτηση. 1) Στα κλητήρια εντάλματα ημερομηνίας 26/11/2012 και 29/4/2013 δεν τέθηκε η σφραγίδα του δικαστηρίου (είτε η ανάγλυφη είτε άλλη). Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η παράλειψη του πρωτοκολλητή να σφραγίσει το ένταλμα αποτελεί απλή παρατυπία και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να δημιουργήσει αρνητικές συνέπειες στους ενάγοντες. 2) Στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα δεν περιλαμβάνεται η φράση «ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ» που υπήρχε στο αρχικό κλητήριο και τούτο συνιστά μη συμμόρφωση στο διάταγμα τροποποίησης η οποία καθιστά την τροποποίηση άνευ ετέρου (ipso facto) άκυρη. Εν πάση περιπτώσει το κλητήριο όπως έχει τροποποιηθεί πρέπει να παραμερισθεί λόγω της παράλειψης αναγραφής της εν λόγω φράσης. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η εν λόγω φράση ούτε προνοείται από τους Θεσμούς, ούτε απαιτείτο όπως συμπεριληφθεί στο τροποποιημένο κλητήριο. Δεν αποτελούσε μέρος του τίτλου, αλλά προϊόν της πρακτικής που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις να τίθεται η σχετική σημείωση στο πάνω μέρος του κλητηρίου. Εν πάση περιπτώσει, εάν συνιστά παράλειψη, πρόκειται για παρατυπία. 3) Το διάταγμα τροποποίησης πρέπει να παραμεριστεί επειδή στη σχετική αίτηση δεν έγινε επίκληση της Δ.9 θ.10 που προσδίδει δικαιοδοσία στο δικαστήριο για προσθήκη διαδίκου. Ο λόγος αυτός προδήλως δεν ευσταθεί, εφόσον στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται η Δ.9 κ.
- 4) Η ενάγουσα παρέλειψε μετά την επίδοση του κλητηρίου στους εναγόμενους στην Κύπρο να εξασφαλίσει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου προκειμένου για επίδοση στο εξωτερικό. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι δεν απαιτείτο άδεια για σφράγιση, εφόσον υπήρχαν εναγόμενοι και εντός Κύπρου. 5) Στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 22/5/2013 παρελήφθη η δικαιοδοτική αναφορά στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η συμπερίληψη του άρθρου 3 του Κεφ. 6 δεν ήταν αναγκαία και τυχόν παράλειψη συνιστά παρατυπία. 6) Έχει επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος κατ' εφαρμογή της Δ.6 κ.
- Η ειδοποίηση του κλητηρίου όμως, δεν συνιστά «κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο» (writ of summons or equivalent document) όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
- Η Δ.6 κ.6 έχει καταστεί ανενεργή από της εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η Δ.6 κ.6 δεν έχει καταστεί ανενεργή, ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Κανονισμό 1393/2007 η αναφορά του οποίου σε «ισοδύναμο έγγραφο» (equivalent document) καλύπτει την περίπτωση ειδοποίησης του κλητηρίου. 7) Η εισήγηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας κατά το χρόνο έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος στηρίχθηκε στο σκεπτικό ότι όταν εκδόθηκε το διάταγμα στις 8/5/13 οι αιτητές δεν είχαν ακόμη αναγνωρισθεί ως διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον δεν είχε μέχρι τότε επεκταθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου στους ευρισκόμενους εκτός Κύπρου αιτητές, κάτι που έγινε στις 22/5/13 όταν δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι προκειμένου να εξασφαλιστεί συντηρητικό διάταγμα δεν απαιτείτο να προηγηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και εν πάση περιπτώσει το διάταγμα δεν προωθήθηκε για επίδοση παρά μετά τις 22/5/2013 που δόθηκε τέτοια άδεια. Ένα περιπλέον ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί και μάλιστα πρωταρχικά είναι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι εξ υπαρχής άκυρη επειδή δεν παρατέθηκαν στη νομική της βάση η Δ.16 κ.9 και η Δ.48 κ.
- Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι εξετάζοντας όλα τα παραπάνω έχω κατά νου το σύνολο των θέσεων και αγορεύσεων των διαδίκων τις οποίες δεν είναι ανάγκη να παραθέσω αυτοτελώς, εφόσον στο βαθμό που απαιτείται θα ενσωματωθούν στη νομική αξιολόγηση που ακολουθεί. Η εισήγηση περί ακυρότητας της επίδικης αίτησης Είναι γεγονός ότι παραλήφθηκε από την αίτηση η αναφορά στη Δ.16 κ.9 η οποία προβλέπει για την εξουσία του δικαστηρίου να παραμερίσει επίδοση ή να ακυρώσει διάταγμα που εξουσιοδότησε τέτοια επίδοση και έχει ως εξής: "16.9 A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service". Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις η αναφορά στα άρθρα και τους κανονισμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί όρο απαράβατο της εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 η οποία είναι μεταγενέστερη της τροποποίησης της Δ.64, το 1995, δια της οποίας καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ ακυρότητας και παρατυπίας με τη θέσπιση του κανόνα ότι η μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Τηρουμένων, βεβαίως, των περιπτώσεων που η παρατυπία είναι τόσο θεμελιακή ώστε να μην είναι θεραπεύσιμη (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81). Στην υπόθεση Χριστοφόρου το ζήτημα δεν εξετάστηκε υπό το πρίσμα της νέας Δ.64. Αυτό έγινε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία ο Καλλής Δ. με αναφορά σε αγγλική νομολογία προσδιόρισε τα κριτήρια που θα πρέπει το δικαστήριο να έχει κατά νου όταν διαπιστώνει παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς ώστε να καθορίσει τον περαιτέρω χειρισμό. Ένας από τους κύριους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Σημείωσε περαιτέρω ο Καλλής Δ., ότι παρέχεται στο δικαστήριο η ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Wunderlich συζητήθηκε κατά πόσο ήταν απαραίτητη η επίκληση του άρθρου 42 του Ν. 14/60 σε αίτηση παρακοής. Το άρθρο 42 προβλέπει τη σημαντική και οιονεί ποινικής φύσεως εξουσία του δικαστηρίου να τιμωρεί για παρακοή δικαστικού διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως με βάση την υπόθεση Μαχλουζαρίδης η παράλειψη θα καθιστούσε την αίτηση άκυρη. Όμως εξέτασε περαιτέρω το ζήτημα υπό το φως, ως άνω, της νέας Δ.64 και έκρινε τελικά ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης περιλαμβανομένης της διαπίστωσης ότι δεν υπήρχε δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, επρόκειτο για παρατυπία που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση διατάγματος για άρση της παρατυπίας. Το ίδιο πνεύμα διέπει και την πρόσφατη υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη Πολ. Έφ. Αρ. 63/2010, ημερ. 17/12/2013 στην οποία, αφού διευκρινίστηκε ότι προηγούμενη νομολογία δεν περιόρισε τη σχετική διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε περαιτέρω και με αναφορά στην Wunderlich έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις και πάλιν της συγκεκριμένης υπόθεσης, μπορούσε να θεραπευθεί η παρατυπία χωρίς να προηγηθεί αίτηση γι' αυτό τον σκοπό. Κάτι τέτοιο κρίθηκε ότι θα συνιστούσε τυπολατρική προσέγγιση. Από τα παραπάνω προκύπτει πως ενώ η αρχή της υπόθεσης Μαχλουζαρίδης δεν αμφισβητείται ως προς την υποχρέωση επαρκούς παράθεσης του νομικού υποβάθρου, πρέπει πάντως η παράλειψη να εξετάζεται υπό το πρίσμα της νέας Δ.64, έτσι ώστε να μην οδηγεί άνευ ετέρου σε ακυρότητα, αλλά να είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με βάση τους παράγοντες που έχουν διατυπωθεί στην Wunderlich και ασφαλώς υπό το φως των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς πρέπει να εννοηθεί, κατά κύριο λόγο, ως επηρεασμός της δυνατότητας χειρισμού της υπόθεσης. Όπως εξηγήθηκε στη Μαχλουζαρίδης οι επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 κ.1 περί προσδιορισμού του νομικού υποβάθρου μιας αίτησης συναρτώνται με την ανάγκη προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων σε μια διαδικασία που διενεργείται εκτός της συνήθους οδού, που είναι η ολοκληρωμένη δίκη, έτσι ώστε τα παρεμφερή επίδικα θέματα να προσδιορίζονται, τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια και το δικαστήριο να είναι σε θέση να τα εξετάσει χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση και να επιστρώσει με αυτό τον τρόπο το έδαφος για την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Συνεπώς, εάν, παρά την παράλειψη, παραμένει σαφές το αντικείμενο του διατάγματος και δεν προκαλείται αμηχανία στην άλλη πλευρά ή σύγχυση στο δικαστήριο ή υπέρμετρη καθυστέρηση, τότε υπάρχει ευχέρεια διάσωσης του δικονομικού διαβήματος με άρση της παρατυπίας. Εν προκειμένω, οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν επικαλεστεί συγκεκριμένη δυσμενή επενέργεια της παράλειψης, παρά μόνο επικαλέστηκαν τη θέση περί άνευ ετέρου ακυρότητας. Δεν διαπιστώνεται δυσμενής επηρεασμός τους. Το αντικείμενο της αίτησης είναι σαφές και ρητά προσδιορίζεται ότι επιδιώκεται ο παραμερισμός τόσο της επίδοσης, όσο και του διατάγματος που την εξουσιοδότησε. Περιπλέον, στη νομική βάση περιλαμβάνεται η Δ.48 κ.8
(4)που αποτελεί γενικότερη πρόνοια περί παραμερισμού διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς. Οι καθ' ων η αίτηση είχαν επαρκή προειδοποίηση για την υπόθεση που αντιμετωπίζουν χωρίς να βρεθούν σε αμηχανία. Ούτε από οποιασδήποτε άλλης άποψης επηρεάστηκε δυσμενώς η διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς της Δ.16 κ.9 διαπιστώνεται ως παρατυπία και υπό τις περιστάσεις εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας αυτής. Η μη αναγραφή της Δ.48 κ.11 δεν θεωρώ ότι συνιστά παράλειψη, εφόσον η πρόνοια αυτή ρυθμίζει θέματα παραμερισμού σε ένα άλλο πλαίσιο διαφορετικό από το επίδικο. Η παράλειψη να τεθεί η σφραγίδα του δικαστηρίου Όπως προαναφέρθηκε τόσο στο αρχικό όσο και στο τροποποιηθέν κλητήριο δεν τέθηκε από τον πρωτοκολλητή η σφραγίδα του δικαστηρίου. Σύμφωνα με την Δ.2 κ.12: "If the writ is such as may be sealed the registrar shall enter the action in the Civil Cause Book and give the writ a enumber showing the order in which the action is so entered; he shall mark the writ " Filed and sealed on the day of, 19", naming the date on which it is filed; he shall then seal the writ with the seal of the Court, and thereupon the writ shall be deemed to be issued and the action to be commenced." Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με τη Ναταλία Πατσαλίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. 587 ο σκοπός για τον οποίο απαιτείται η σφράγιση είναι η πιστοποίηση της αυθεντικότητας της αγωγής και η βεβαίωση ότι προέρχεται από το συγκεκριμένο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση εκείνη το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη να τεθεί η ανάγλυφη σφραγίδα του πρωτοκολλητείου συνιστούσε απλή και θεραπεύσιμη παρατυπία. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η μη σφράγιση επηρέασε δυσμενώς τους αιτητές ή τη διαδικασία και ειδικότερα, με δεδομένο το σκοπό για τον οποίο απαιτείται ως άνω η σφράγιση, το κατά πόσο προκλήθηκε σύγχυση ως προς την αυθεντικότητα της αγωγής. Οι περιστάσεις είναι ότι το κλητήριο καταχωρίστηκε και τέθηκε στο φάκελο του δικαστηρίου υπό τη φύλαξη του πρωτοκολλητή όπου και παραμένει έκτοτε. Δεν έχει τεθεί κάποιος διαφορετικός ισχυρισμός. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία περί της αυθεντικότητας του κλητηρίου που δεν σφραγίστηκε και η παράλειψη δεν δημιουργεί κανένα πραγματικό πρόβλημα. Πρόκειται για παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί με το να δοθούν προς τον πρωτοκολλητή και δίδονται οδηγίες όπως αμφότερα τα κλητήρια σφραγιστούν δεόντως. Με την ευκαιρία αυτή υποδεικνύεται στον πρωτοκολλητή η ανάγκη για τήρηση της εν λόγω πρόνοιας. Η παράλειψη εξασφάλισης άδειας για σφράγιση του κλητηρίου Όταν το κλητήριο πρόκειται να επιδοθεί σε εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας απαιτείται άδεια για σφράγισή του (Δ.2 κ.2) εκτός εάν η αγωγή στρέφεται παράλληλα και εναντίον εναγομένου εντός της δικαιοδοσίας, οπότε ακολουθείται η εξής πρακτική: "In such cases the writ is issued without leave, and the plaintiff having served the writ on the defendant within the jurisdiction applies for leave to issue a concurrent writ for the service on the defendant out of the jurisdiction, as stated, supra, O. 6 r.2, (n) "Concurrent Writ" etc." (Annual Practice
(1958)σελ. 146. Βλ. επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε παραπέμποντας σε σειρά αποφάσεων Προέδρων Επαρχιακών Δικαστηρίων ότι η άδεια για σφράγιση του κλητηρίου μετά την επίδοση στην Κύπρο με σκοπό να επιδοθεί στο εξωτερικό είναι απαραίτητη και επιτακτική. Έχοντας υπόψιν τις αποφάσεις τις οποίες παραπέμφθηκα και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων έχω καταλήξει στην ακόλουθη θεώρηση: Η έκδοση παράλληλου εντάλματος δεν είναι ζήτημα δικονομικής ιεροτελεστίας. Δεν είναι παρά η εξασφάλιση αντιγράφου του εντάλματος για σκοπούς επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας μετά τη συμπλήρωση των επιδόσεων στην Κύπρο. Το τι είναι ουσιαστικό - και σ' αυτό αποβλέπει τόσο η πρακτική για αναγραφή της εν λόγω προειδοποίησης, όσο και η ανάγκη να δίδεται άδεια προκειμένου να εκδοθεί παράλληλο κλητήριο - είναι η διαφύλαξη από τον κίνδυνο να προωθηθεί για επίδοση η αγωγή σε άλλη χώρα χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο διάβημα, το οποίο συνεπάγεται επέκταση της κυριαρχίας του δικαστηρίου σε εδαφικά όρια άλλου κράτους. Στην πραγματικότητα το τι απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι η σφράγιση του κλητηρίου, γιατί αυτό έχει ήδη σφραγιστεί, δηλαδή εκδοθεί, αλλά η έκδοση αντιγράφου προς επίδοση. Εν προκειμένω, οι ενάγοντες έχουν ζητήσει στην αίτησή τους ημερομηνίας 22/5/13, όχι μόνο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση, αλλά και άδεια για έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου με σκοπό την επίδοσή της. Αλλά ακόμα και εάν απαιτείτο άδεια που να αναφέρεται ρητά σε «σφράγιση», υπό τις περιστάσεις η παράλειψη δεν θα μπορούσε να είναι μοιραία. Τούτο γιατί, αφενός δόθηκε άδεια για έκδοση της ειδοποίησης και αφετέρου δόθηκε το μείζον, δηλαδή η άδεια για επίδοση. Κατά λογική αναγκαιότητα η άδεια για επίδοση περιλαμβάνει την άδεια για σφράγιση αντιγράφου για να επιτευχθεί η εξουσιοδοτηθείσα επίδοση. Στην υπόθεση Pat Jones κ.ά. v. Ξένια Δημητρίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1526, αποφασίστηκε ότι η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για επίδοση στο εξωτερικό χωρίς άδεια του δικαστηρίου συνιστά μόνο παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Εν κατακλείδι, εάν πρόκειται για παράλειψη εν τη εννοία της Δ.64, που δεν πρόκειται, δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικού επηρεασμού ή θεμελιακής παράβασης, ούτε και χρειάζεται άλλο μέτρο, εφόσον η παράλειψη έχει θεραπευθεί με την δοθείσα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη της φράσης «όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του δικαστηρίου» Οι αιτητές έχουν ως άνω θέσει το ζήτημα σε δύο σκέλη. Το ένα σκέλος έγκειται στην εισήγηση ότι, επειδή η εν λόγω φράση παραλήφθηκε από το τροποποιηθέν κλητήριο χωρίς να υπάρχει περί τούτου άδεια στα πλαίσια της τροποποίησης, τούτο σημαίνει ότι δεν ακολουθήθηκε το διάταγμα τροποποίησης, κάτι που οδηγεί αδιαμφισβήτητα σε ipso facto ακυρότητα (Δ.25 κ.2, Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης κ.ά. ν. Ιωακείμ κ.ά. 3 Α.Α.Δ. 596). Το άλλο σκέλος έγκειται στην εισήγηση ότι, ανεξάρτητα από το πρόβλημα με την τροποποίηση, ήταν επιτακτική η αναγραφή της εν λόγω φράσης στο κλητήριο. Η αναγραφή τέτοιας φράσης δεν γίνεται κατ' εφαρμογή συγκεκριμένου κανονισμού, αλλ' αποτελεί μια πρακτική που διαμορφώθηκε ως εκ του κινδύνου που προκύπτει από το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρείται και το κλητήριο υπάρχει στο φάκελο, να διενεργηθεί εκ παραδρομής μη εξουσιοδοτημένη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Τέτοια σημείωση δεν αποτελεί μέρος του κλητηρίου ώστε να τίθεται ζήτημα σε σχέση με την τροποποίηση, ούτε είναι επιτακτική υπό την έννοια ότι εάν δεν υπάρχει, συνιστά παράλειψη συμμόρφωσης προς κανονισμό και μάλιστα τέτοιας φύσεως ώστε να προκαλείται ακυρότητα. Αυτό ήταν και το συμπέρασμα της αδελφής δικαστού Τάσιας Μιλτιάδου-Ψαρά, ΠΕΔ στην υπόθεση Κλούκινα ν. Pernderhill Holdings Ltd κ.ά. Αγ. Αρ. 2047/11, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομ. 15/6/
- Η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Για το ζήτημα αυτό επαναλαμβάνονται τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με την παράλειψη των ιδίων των αιτητών να παραθέσουν από δικής τους πλευράς τη Δ.16 κ.
- Όπως εκεί, έτσι και τώρα από την παράλειψη δεν προκαλείται καμία ασάφεια, κανένας επηρεασμός, καμιά καθυστέρηση. Θα πρέπει, μάλιστα, να ληφθεί υπόψη ότι παρά την παράλειψη αναφοράς της ουσιαστικής πρόνοιας, περιελήφθη στη νομική βάση της αίτησης η δικονομική πρόνοια. Η παράλειψη διαπιστώνεται και υπό τις περιστάσεις εκδίδεται διάταγμα άρσης της. Το ζήτημα περί του ότι επιδόθηκε Ειδοποίηση του Κλητηρίου και όχι αντίγραφο του Κλητηρίου Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις. Στην πρώτη, αποφασίστηκε ότι σε περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση αγωγής σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα και όχι η ειδοποίηση του κλητηρίου (Τράπεζα Κύπρου ν. Jaizani, Αγ. Αρ. 3706/2009, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 10/2/2010). Στη δεύτερη κρίθηκε ότι η Δ.6 κ.6 θα πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα, προκειμένου για επίδοση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον έχοντα αυξημένη ισχύ Κανονισμό 1393/
- Η κατάληξη ήταν ότι αντί της ειδοποίησης «μπορεί ή και πρέπει να επιδίδεται κλητήριο ένταλμα». (Fregata Holdings Ltd v. Consortia Europe Ltd Αγωγή αρ. 2202/10 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 30/9/2011.)Υπήρξαν πρωτοδίκως και αντίθετες προσεγγίσεις όπως ήταν η περίπτωση που οδήγησε στην επίλυση της διχογνωμίας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρομαι στην υπόθεση V.K.C. QUALITY INVESTMENTS LTD v. SHAMMUSI-DEEN ALABI, SHITTA BEY, Πολ. Έφεση Αρ. 113/2012, στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί κατά τρόπο επιτακτικό ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι αντίγραφο του κλητηρίου, κατ' εφαρμογή της Δ.6 κ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως, έκρινε πως η θεώρηση αυτή ήταν εσφαλμένη. Ο Ερωτοκρίτου Δ., ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
- Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
- Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής.» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Πολ. Έφεση Ε23/2013 ημερ. 13/9/2013, αποφασίστηκε ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίησή του αποτελούν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας. Συνεπώς, έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί κατά τρόπο αυθεντικό ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να επιδοθεί είτε αντίγραφο του κλητηρίου είτε η ειδοποίηση του κλητηρίου. Το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας αναφορικά με το συντηρητικό διάταγμα Το ίδιο αίτημα τέθηκε και στη διαδικασία αναθεώρησης του συντηρητικού διατάγματος και συνεπώς τίθεται εν προκειμένω καταχραστικά. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία της σχετικής εισήγησης έγκειται, ως άνω, στο γεγονός ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν είχε ακόμα δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η οποία και μόνο υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος. Δηλαδή, δεν έχει τεθεί με την παρούσα αίτηση ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας υπό την έννοια ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 κ.1, αλλά ως εκ της πρωθύστερης έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Για το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 κ.1, αναφέρθηκε μεν ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2 και 3, πλην όμως το έπραξε στην διευκρινιστική του αγόρευση στα πλαίσια της αίτησης για το συντηρητικό διάταγμα, λέγοντας ότι από την έκθεση απαίτησης πλέον προκύπτει ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής στην Κύπρο. Είναι προφανές, είπε ειδικότερα, από το συνδυασμό παραγράφων στην έκθεση απαίτησης, ότι οι απαιτήσεις έχουν προκύψει μεταξύ ελληνικών εταιρειών και ελλήνων φυσικών προσώπων ένεκα των σχέσεων ή των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που έχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα και η ενάγουσα θεώρησε ότι επειδή είναι κυπριακή εταιρεία και διαδέχθηκε τα δικαιώματα ελληνικών εταιρειών, έχει ως εκ τούτου μεταφερθεί και η δικαιοδοσία από τα ελληνικά δικαστήρια στα κυπριακά. Τα όσα αναφέρονται, κατέληξε, στην ένορκη δήλωση Γλυκή περί καλής αιτίας αγωγής και περί του ότι το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ανατρέπεται από τις συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης τις οποίες και προσδιόρισε. Από την τοποθέτηση αυτή προκύπτει ότι το πρόβλημα για τους αιτητές διεφάνη όταν καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Το παράπονό τους δεν αναφέρεται στα στοιχεία που τέθηκαν κατά τον επίμαχο χρόνο ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά σε μεταγενέστερα στοιχεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να εξεταστούν θέματα έξω από το συγκεκριμένο πλαίσιο της αίτησης το οποίο και προδιαγράφει τα επίδικα θέματα. Οι αιτητές δεν ζήτησαν, μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, την τροποποίηση της αίτησής τους και γενικά δεν κατέστησαν επίδικο το ζήτημα της εσφαλμένης εφαρμογής της Δ.6 κ.1 είτε με αναφορά στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος, είτε με αναφορά σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο διαφάνηκε ότι η εφαρμογή έγινε χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις, όπως ήταν η τελική τους και μόνο θέση. Παρά ταύτα, ήταν η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η διαδικασία που ακολούθησαν με βάση τη Δ.6 και η άδεια που ζήτησαν για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν αχρείαστη και εκ του περισσού ζητήθηκε. Τούτο διότι το παρόν δικαστήριο, ανεξάρτητα από την εθνική νομοθεσία, έχει πρωτογενή και/ή υποχρεωτική «Ειδική δικαιοδοσία», επί των εναγομένων με βάση τις πρόνοιες του τμήματος με αρ. 2 (Ειδικές Δικαιοδοσίες) του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού 44/2001 και ειδικότερα τα άρθρα 5, 3 και
- Όμως, οι ενάγοντες επέλεξαν και ζήτησαν άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με βάση τη Δ.6 και είναι σ' αυτά τα πλαίσια που πρέπει να κριθούν τα πράγματα. Ως άνω, δεν έχει τεθεί ως λόγος παραμερισμού η μη τήρηση των προϋποθέσεων της Δ.6 κ.
- Τα ζητήματα που ήγειρε στο στάδιο των διευκρινίσεων ο ευπαίδευτος δικηγόρων των αιτητών δεν μπορούν να εξεταστούν χωρίς να έχουν τεθεί, με προδιαγεγραμμένους λόγους, συγκεκριμένα πλαίσια. Δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η προηγούμενη εξυπακουόμενη απόφαση του Δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία, χωρίς να έχει τεθεί το έρεισμα στην αίτηση. Η εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος προϋποθέτει να έχει τεθεί. Πολύ περισσότερο όταν τίθεται ζήτημα αναθεώρησης και ανατροπής μιας δικαστικής πράξης. Στο ζήτημα του πρωθύστερου, κατ' ισχυρισμόν διατάγματος, αναφέρεται η σημερινή απόφαση του παρόντος δικαστηρίου αναφορικά με το εν λόγω συντηρητικό διάταγμα ως εξής: «. δεν αμφισβητείται η γενική αρχή ότι η έκδοση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προϋποθέτει την αξιολόγηση εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι μπορεί να αναλάβει και να ασκήσει δικαιοδοσία. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η προγενέστερη έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος ασφαλιστικού χαρακτήρα διενεργείται στο κενό. Αντίθετα το γεγονός ότι ένα Δικαστήριο επιλαμβάνεται της αίτησης και εκδίδει διάταγμα, εξυπακούει ότι έκρινε πως είχε δικαιοδοσία. Όπως και όταν έδωσε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά το αντίθετο.» Για όλους τους παραπάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των αιτητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο