KAYAT TRADING LIMITED ν. GENZYME CORPORATION, Αρ. Αγωγής: 7462/02, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7462/02 Μεταξύ: KAYAT TRADING LIMITED Εναγόντων - KAI - GENZYME CORPORATION Εναγομένων --------------------------------------- 30 Μαίου, 2014 Για Ενάγοντες: Γ. Γεωργιάδης με Ντ. Βαρωσιώτου (κα) και Δ. Λαδά (κα) Για Εναγόμενους: Π. Πολυβίου με Στ. Πολυβίου (κα) και Γ. Μίτλεττον ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η βάση αγωγής της υπό κρίση υπόθεσης ανάγεται σε γεγονότα τα οποία εκτυλίχθηκαν πριν από δεκαεπτά περίπου χρόνια και περιστρέφονται γύρω από ισχυριζόμενες παραβάσεις συμφωνίας, με βάση την οποία οι Εναγόμενοι, βιοτεχνολογική και φαρμακευτική εταιρεία με έδρα το Cambridge της Πολιτείας της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, διόρισαν τους Ενάγοντες, κυπριακή εμπορική εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων, ως διανομείς προϊόντων τους, συγκεκριμένα μελατονίνης με το εμπορικό σήμα MelaPure, σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Συνεπεία των εν λόγω παραβάσεων, οι Ενάγοντες αξιώνουν ανάλογες αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας καθώς και για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Θα παρατεθούν σε κατοπινό στάδιο οι βασικοί ισχυρισμοί των δύο πλευρών και οι λεπτομέρειες που καλύπτουν τις εκατέρωθεν θέσεις, όπως προβάλλουν μέσα από τις εκτεταμένες δικογραφημένες τοποθετήσεις τους. Προέχει η καταγραφή του ιστορικού της δικαστικής πορείας, προκειμένου να αποτυπωθούν με ακρίβεια οι λόγοι που οδήγησαν στην καθυστέρηση περάτωσης της όλης διαδικασίας: Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε πριν από τέσσερα και πλέον χρόνια. Ήταν χρονοβόρα και περιπετειώδης. Σε αυτό συνέτειναν διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων η ανάγκη παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας μέσω μαρτύρων οι οποίοι διαμένουν σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μαρτυρία τους ήταν εκτεταμένη και κάλυπτε, πέραν των πολύπλοκων γεγονότων, εξειδικευμένα θέματα, όπως η παρουσίαση της νομικής διάστασης επί διαφόρων επίδικων ζητημάτων, ως αυτή εντοπίζεται στο νομικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών και ιδιαίτερα σε αυτό της Πολιτείας Μασαχουσέτης. Ο συντονισμός στην παρουσίαση της μαρτυρίας, και ιδίως αυτής των εμπειρογνωμόνων, ήταν, επίσης, ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, δεδομένης της ανάγκης που υπήρχε για προγραμματισμό στην άφιξη από μακρινούς προορισμούς των εν λόγω προσώπων και της, ταυτόχρονης, διευθέτησης παρουσίασης των αντίστοιχων εμπειρογνωμόνων της άλλης πλευράς προς υποβοήθηση του έργου των συνηγόρων. Πέραν τούτου, αναφυόταν και η ανάγκη μετάφρασης του συνόλου σχεδόν της μαρτυρίας, με αναπόφευκτη συνέπεια την περαιτέρω επιμήκυνση του χρόνου ακρόασης. Οι δυσκολίες δεν περιορίζονταν στα πιο πάνω και μόνο. Η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 9/7/2002 με Κλητήριο Γενικά Οπισθογραφημένο. Ακολούθησε η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, αρχικά στις 24/11/2004, και, ακολούθως, τροποποιημένης, στις 28/12/2005 και, τελικά, επανατροποποιημένης, στις 15/12/2006. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε τον Απρίλιο του 2007, συγκεκριμένα 24/4/2007. Ακολούθησαν επανατροποποιημένα κείμενα, απόρροια αντίστοιχων τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης. Σε προηγούμενο στάδιο, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και συνακόλουθη αίτηση ημερομηνίας 6/12/2002, μέσω της οποίας στόχευαν, μεταξύ άλλων, στην αναστολή της διαδικασίας. Ήταν η εισήγηση ότι το κυπριακό Δικαστήριο δεν αποτελούσε το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της Αγωγής. Η σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, με διαφορετική σύνθεση από την παρούσα, εκδόθηκε στις 31/3/2004. Το Δικαστήριο, για σειρά από λόγους, τους οποίους και εξέθεσε, κατέληξε ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος που έφεραν, ότι η Κύπρος δεν αποτελεί το πλέον κατάλληλο βήμα και, επομένως, το διαζευκτικό αίτημα για αναστολή της διαδικασίας δεν έγινε αποδεκτό. Στη σχετική έφεση που ακολούθησε, κρίθηκε ότι, υπό το τότε νομικό καθεστώς, το εγερθέν θέμα δεν ήταν εφέσιμο. Ακολούθησε σειρά αιτήσεων, τόσο κατά το στάδιο προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και κατά τη διάρκειά της. Οι ανάλογες ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου που κάλυπταν τα δικονομικά αυτά διαβήματα, αποτέλεσαν, κατά κανόνα, αντικείμενο εφέσεων, με αποτέλεσμα τη διαρκή ταλαιπωρία στην ομαλή και, κατά το δυνατό, γρηγορότερη εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Τελικά, και μετά την παράθεση της μαρτυρίας δεκαέξι μαρτύρων για τους Ενάγοντες και τεσσάρων για τους Εναγόμενους και τις εκτεταμένες και, ομολογουμένως, ικανές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, η όλη ακροαματική διαδικασία περατώθηκε στις 11/6/2013. Η πολυπλοκότητα των επίδικων θεμάτων και της προσφερθείσας μαρτυρίας, σε συνδυασμό με την τοποθέτησή μου στο Ανώτατο Δικαστήριο, συνέτειναν στην αργοπορία που παρατηρείται στην έκδοση της τελικής αυτής απόφασης. Μαζί με την έκφραση λύπης για την όποια καθυστέρηση, είναι καθήκον μου να διαβεβαιώσω τις εμπλεκόμενες πλευρές ότι ο χρόνος που παρήλθε καμία αρνητική επίδραση είχε στους ουσιαστικούς παράγοντες διαμόρφωσης της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. Η όλη πορεία της υπόθεσης και η εκτεταμένη, έντονη και συνεχής ενασχόληση του Δικαστηρίου με τη μαρτυρία και το κάθε δικονομικό διάβημα που μεσολάβησε, σε συνάρτηση με τα ιδιόμορφα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση περίπτωση, άφησαν αναλλοίωτη στη μνήμη του Δικαστηρίου την κάθε πτυχή της υπόθεσης, καθιστώντας ασφαλή την αξιολόγηση και κρίση του επί των σημαντικών, για σκοπούς κατάληξης, γεγονότων. Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Οι εκτεταμένες δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, όπως αποτυπώνονται στην εικοσιοκτασέλιδη Έκθεση Απαίτησής τους, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Η MelaPure πωλείται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως συμπλήρωμα διατροφής, αλλά οι Εναγόμενοι ήθελαν, επίσης, να μπορούν να πωλήσουν το εν λόγω σκεύασμα και στην ευρωπαϊκή αγορά, όπου, κατά κανόνα, η πώληση μελατονίνης αντιμετωπίζεται και ρυθμίζεται ως φάρμακο. Προς το σκοπό αυτό, οι διάδικοι συνεργάστηκαν προκειμένου να καταστεί δυνατή και η εγγραφή της MelaPure, ως αδειούχου φαρμάκου, στην Ουκρανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν αυτή την προσπάθεια εγγραφής, στη βάση ξεκάθαρης αντίληψης ότι θα διορίζονταν από τους Εναγόμενους ως αποκλειστικοί διανομείς της MelaPure στη χώρα ή χώρες όπου θα επιτυγχάνετο η υπό αναφορά εγγραφή. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 1997, και λόγω των προσπαθειών των Εναγόντων και των συνεργατών τους, η MelaPure ενεγράφη ως αδειούχο φάρμακο στην Ουκρανία. Η εγγραφή παρείχε στους Εναγόμενους σημαντικά πλεονεκτήματα, αφού τους καθιστούσε αποκλειστικούς εισαγωγείς και διανομείς στη χώρα αυτή. Η εγγραφή οδήγησε στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά ή περί τη 15/7/1997 (τεκμήριο 76) (η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η επίδικη συμφωνία ή συμβόλαιο»), με βάση την οποία οι Εναγόμενοι διόρισαν τους Ενάγοντες ως αποκλειστικό διανομέα της MelaPure σε αριθμό χωρών, πρώην Δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης, μεταξύ των οποίων την Ουκρανία και τη Ρωσική Ομοσπονδία. Η διάρκεια της επίδικης συμφωνίας καθοριζόταν στα δύο χρόνια, αρχής γενομένης την 25/6/1996. Είναι, όμως, ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, πριν την υπογραφή της συμφωνίας, για διάρκεια τριών χρόνων από την ημερομηνία που η ΜelaPure ενεγράφη ως φάρμακο στην Ουκρανία, ήτοι την 25/4/1997. Ο πίνακας 3 του επίδικου συμβολαίου καθόριζε ως τιμή αγοράς της MelaPure από τους Ενάγοντες τα Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής $3.50 ανά μπουκάλι των 60 δισκίων των τριών χιλιοστών του γραμμαρίου (milligrams). Το επίδικο συμβόλαιο προέβλεπε, επίσης, λεπτομέρειες ως προς τις προδιαγραφές και τις υποχρεώσεις των δύο συμβαλλομένων. Στηριζόμενοι οι Ενάγοντες στο υπό αναφορά συμβόλαιο, προχώρησαν στη διερεύνηση των προοπτικών πώλησης της MelaPure στην Ουκρανία και διαπίστωσαν, ως αποτέλεσμα, ότι σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού θα μπορούσε να ήταν μόνιμοι καταναλωτές, στοιχείο το οποίο άφηνε μεγάλα περιθώρια εργασιών και ανάλογου κέρδους. Κατ΄ακολουθία, οι Ενάγοντες συνήψαν, περί την 18/8/1997 έγγραφη συμφωνία με ουκρανική εταιρεία, την ΟΟΟ ΑΝΙΤ (η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ΑΝΙΤ), με την οποία η ΑΝΙΤ διορίστηκε αποκλειστικός υποδιανομέας της MelaPure στην Ουκρανία και αναλάμβανε να αγοράζει τουλάχιστον 96.000 μπουκάλια MelaPure κάθε μήνα προς $15 το μπουκάλι. Κατά τα έτη 1997-1998 υπεγράφησαν περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας ΑΝΙΤ από τη μια, και της εταιρείας ΑΝΙΤ και των ουκρανικών εταιρειών JV CERTA και JV MEDICAL COMMERCE από την άλλη (οι οποίες στη συνέχεια θα αναφέρονται ως «CERTA» και «MEDICAL COMMERCE»), για αγορά συγκεκριμένων ποσοτήτων MelaPure και για διευκόλυνση στη διαδικασία εισαγωγής, εκτελώνισης και/ή πληρωμής. Η αγορά μελατονίνης από τις εταιρείες CERTA και MEDICAL COMMERCE καθοριζόταν στο ποσό των $19 το μπουκάλι. Πέραν των πιο πάνω συμφωνιών, οι Ενάγοντες προέβησαν σε εκτεταμένη εκστρατεία προβολής και διαφήμισης της MelaPure στην Ουκρανία. Οι δοσοληψίες των Εναγόντων με τους Εναγόμενους λάμβαναν χώρα με το παράρτημα και/ή εξαρτώμενη εταιρεία και/ή συνεργάτη των Εναγομένων με έδρα την Αγγλία. Ειδικότερα, μέσω του Διευθυντή Διεθνών Πωλήσεων του Τμήματος Φαρμακευτικών Προϊόντων των Εναγομένων Roger Sparrow, ο οποίος είχε πλήρη εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί αποκλειστικά και να δεσμεύει τους Εναγόμενους στις δοσοληψίες τους με τους Ενάγοντες. Προς εφαρμογή της μεταξύ των μερών συμφωνίας, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην υποβολή παραγγελιών του επίδικου προϊόντος MelaPure. Οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση του συμβολαίου, παρέλειψαν να εκτελούν τις παραγγελίες εντός του προβλεπόμενου χρόνου, παραλείποντας, επίσης, να παραδώσουν τις αναμενόμενες ποσότητες παραγγελιών. Περαιτέρω, ακόμη και τα προϊόντα που παρέδωσαν, δεν ήταν σύμφωνα και/ή δεν ανταποκρίνονταν προς τις προδιαγραφές του συμβολαίου και/ή της ουκρανικής εγγραφής, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές της Ουκρανίας να κατακρατήσουν τα προϊόντα, να μην επιτρέπουν την εκτελώνιση τους και να απαγορεύουν την πώληση τους στο κοινό. Όλα τα προϊόντα που παραδόθηκαν σε εκτέλεση των παραγγελιών έφεραν λανθασμένη σήμανση και/ή λανθασμένες ετικέτες, υπολείπονταν σε βάρος, ήταν μικρότερα σε μέγεθος και διαφορετικού χρώματος, τα δε μπουκάλια ήταν διαφορετικά από το δείγμα που παρουσιάστηκε για εγγραφή. Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι, χωρίς καμία κοινοποίηση στους Ενάγοντες, προχώρησαν, σε χρόνο άγνωστο, στη μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης που αφορούσε τη MelaPure σε εταιρεία εγγεγραμμένη στην Αγγλία, τη VITA PURE LIMITED (η οποία στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «VITA PURE». Η μεταβίβαση αυτή καθιστούσε την περαιτέρω εκτέλεση του επίδικου συμβολαίου, από μέρους των Εναγομένων, αδύνατη. Με στήριξη στα πιο πάνω, και παραθέτοντας στην έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες εκτεταμένες αναφορές στο δίκαιο της Μασαχουσέτης, θέτουν ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν την υποχρέωση τους να εφαρμόσουν και/ή εκτελέσουν το επίδικο συμβόλαιο με καλή πίστη και, ως συνέπεια, καταστράφηκε το δικαίωμα τους να απολαύσουν τους καρπούς του συμβολαίου. Αποδίδουν, περαιτέρω, στους αντίδικούς τους διάπραξη δόλου και χρήση αθέμιτων μεθόδων ανταγωνισμού και παραπλανητικών πράξεων και/ή πρακτικών. Τους καταλογίζουν, επίσης, παραβίαση του Ομοσπονδιακού Νόμου περί Οργανισμών υπό την Επήρεια Κομπιναδόρων και Διεφθαρμένων Οργανισμών (Racketeer Influenced and Corrupt Organisations Act, 18 U.S.C.), (ο οποίος θα αναφέρεται στη συνέχεια ως «RICO»). Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις ύψους εκατομμυρίων δολαρίων, για ζημιές που υπέστησαν ως αποτέλεσμα της επικαλούμενης παραβίασης της επίδικης συμφωνίας, για δόλο και για παραβίαση νομοθετημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Σχετική ανάλυση των αξιώσεων θα ακολουθήσει σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται, μέσα από την Έκθεση Υπεράσπισης τους, κατάχρηση διαδικασίας, απουσία οποιουδήποτε αγώγιμου και/ή εύλογου αγώγιμου δικαιώματος, καθώς επίσης και έλλειψη δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων και αρμοδιότητας τους προς εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση νομοθετημάτων της πολιτείας Μασαχουσέτης ή, γενικότερα, των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Με επιφύλαξη των πιο πάνω προδικαστικών θέσεων, και σε ότι αφορά την ουσία, υπερασπίζονται ως ακολούθως: Δεν αρνούνται ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και παραδέχονται πως, όντως, κατά ή περί την 25/4/1997 η MelaPure ενεγράφη ως αδειούχο φάρμακο στην Ουκρανία. Παραδέχονται, περαιτέρω, ότι μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη τον Ιούλιο του 1997 η επίδικη συμφωνία, αρνούνται όμως ότι το συμβόλαιο συνήφθη στη Λευκωσία. Προβάλλουν ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε αριθμό αναληθών και/ή ανακριβών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων, τόσο πριν τη συνομολόγηση του επίδικου συμβολαίου, όσο και κατά τη διάρκειά του, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να προχωρήσουν στην κατάρτιση συμφωνίας και/ή να μην προχωρήσουν στον τερματισμό της κατά την υπό κρίση περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, θέτουν ότι οι Ενάγοντες παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν εταιρεία με πείρα και γνώση σε σχέση με εμπορία και εμπορικές δραστηριότητες και με διασυνδέσεις σε διάφορες χώρες, καθώς επίσης πως η ΑΝΙΤ ήταν κρατική εταιρεία και ότι είχε ιδιαίτερη πείρα και εξειδίκευση στην εμπορία φαρμάκων. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι το επίδικο συμβόλαιο τερματίστηκε και/ή εκχωρήθηκε με τη συμφωνία των μερών κατά ή περί την 1/7/1998. Ως προς δε τη μεταβίβαση και εκχώρηση της επιχείρησης της κατασκευής και εμπορίας MelaPure σε άλλο νομικό πρόσωπο, την εταιρεία VITA PURE, προβάλλουν ότι αυτό ήταν σε γνώση των Εναγόντων, οι οποίοι και συγκατατέθηκαν. Προεκτείνοντας, θέτουν ότι οι Ενάγοντες συναίνεσαν πλήρως και συνεργάστηκαν στην υπό αναφορά μεταφορά της επιχείρησης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η μεταβίβαση του επίδικου συμβολαίου στη VITA PURE. Με συνέπεια τον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων επίδικης συμφωνίας, κοινή συναινέσει, και την αντικατάσταση από συμβόλαιο μεταξύ των Εναγόντων και της VITA PURE. Δεν αμφισβητούν την ύπαρξη παραγγελιών σε σχέση με το επίδικο προϊόν, θέτουν, όμως, ότι εμπορεύματα παραδόθηκαν και κάλυπταν τις σχετικές προδιαγραφές. Με την επιφύλαξη αυτή, ισχυρίζονται ότι οι οποιεσδήποτε αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις των παραδοθέντων προϊόντων σε σχέση με τις σχετικές προδιαγραφές, δεν ήταν τέτοιες που να καθιστούν τα προϊόντα ακατάλληλα για χρήση. Είναι περαιτέρω δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να προβάλουν παράπονο και/ή αξίωση για κατ΄ισχυρισμό ελαττωματικά προϊόντα, αφού τα αποδέχτηκαν και δεν τα απέρριψαν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Αναπτύσσοντας, στην πορεία της Έκθεσης Υπεράσπισης, τα νομοθετήματα των Ηνωμένων Πολιτειών επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν την ερμηνεία που δίδεται σε αυτά από τους αντιδίκους τους, προβάλλοντας ότι η αντίδικη πλευρά δεν δικαιούται στις επικαλούμενες αποζημιώσεις, τόσο ως θέμα ουσιαστικής εφαρμογής των εν λόγω νόμων, όσο και ως αποτέλεσμα απουσίας οποιασδήποτε δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων να εφαρμόσουν τα υπό αναφορά νομοθετήματα. Καταληκτικά, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι παραβίασαν το επίδικο συμβόλαιο και αιτούνται την απόρριψη της Αγωγής. Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Όπως έχει ήδη καταγραφεί, η μαρτυρία ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Τα θέματα που κάλυπτε και η πολυπλοκότητά τους την καθιστούσαν ακόμη πιο περιπλεγμένη. Παρουσιάστηκαν δεκαέξι μάρτυρες για τους Ενάγοντες και τέσσερις για τους Εναγόμενους. Επιπλέον, κατατέθηκαν 273 τεκμήρια, στην πλειονότητά τους σύνθετα και ογκώδη. Θα παρατεθεί σκιαγράφηση και μόνο της μαρτυρίας, προκειμένου να γίνει κατανοητό το όλο πλέγμα των γεγονότων που συνθέτει την υπό κρίση υπόθεση, με την επιφύλαξη, σε κατοπινό κατάλληλο στάδιο, να παρατεθούν λεπτομέρειες μαρτυρίας στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο, και υπό το πρίσμα των σχετικών επίδικων θεμάτων. Η ΜΕ1, Ηuguette B. Achkar, ήταν ιδρυτικό στέλεχος και πρώην πρόεδρος των Εναγόντων. Λόγω της θέσης της είχε άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτυλίχθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο. Κατέθεσε σχετικά με τους λόγους ίδρυσης των Εναγόντων και τους σκοπούς σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Γνωρίζοντας ότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση για υψηλής ποιότητας φάρμακα στη ρωσική και ουκρανική αγορά, και, ιδιαίτερα, μελατονίνης, η οποία είχε αρχίσει να γίνεται περιζήτητο σκεύασμα λόγω των πολλαπλών ιδιοτήτων της, ήρθε σε επαφή με τους Εναγόμενους με σκοπό τη μεταξύ τους συνεργασία. Οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τους Ενάγοντες πως αντιπρόσωπος και/ή υπεύθυνος για τις εξωτερικές πωλήσεις ήταν ο Roger Sparrow. Οι Εναγόμενοι παρουσιάζονταν ως φαρμακευτική εταιρεία παγκοσμίου επιπέδου και ως ηγετικός κατασκευαστής δισκίων μελατονίνης υψηλής ποιότητας με το λογότυπο MelaPure. Οι παραστάσεις αυτές ώθησαν την ΜΕ1, ως εκπρόσωπο των Εναγόντων, να προχωρήσει σε επαγγελματική συνεργασία με τους Εναγομένους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες υπεγράφη η επίδικη συμφωνία. Ο ΜΕ2, Konstantin Meshkov, ο οποίος υπήρξε εμπορικός ακόλουθος στη Σοβιετική Ένωση και στην Κύπρο, είχε εξαιρετικές γνωριμίες στη ρωσική και ουκρανική αγορά. Λόγω αυτής της ιδιότητάς του προσελήφθη στην υπηρεσία των Εναγόντων, ως σύμβουλος, λίγο μετά την ίδρυσή τους. Σήμερα είναι ο μοναδικός διευθυντής των Εναγόντων. Η μαρτυρία του κινήθηκε γύρω από την πορεία εφαρμογής τής μεταξύ των εμπλεκομένων μερών επίδικης συμφωνίας. Κατέθεσε σχετικά με τις παραγγελίες που έγιναν από τους Ενάγοντες και την παράλειψη των Εναγομένων να τις υλοποιήσουν, όπως επίσης και σχετικά με τη μη συμμόρφωση των προϊόντων με τις προδιαγραφές. Παρουσίασε λεπτομέρειες, τόσο για τον διαφορετικό τρόπο συσκευασίας, όσο και για τα προβλήματα που υπήρχαν στο γραμμικό κώδικα και το βάρος και την ποιότητα της επίδικης μελατονίνης. Παραπονέθηκε σχετικά στον Sparrow, ο οποίος και παραδέχθηκε ότι υπήρξε παράβαση των συμφωνηθέντων εκ μέρους των Εναγομένων. Εξέθεσε, περαιτέρω, ο μάρτυρας τη σπουδαιότητα της αναγραφής των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως χώρας προέλευσης, στις ετικέτες των εμπορευμάτων. Προσέδιδε κύρος και ενίσχυε την εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού σχετικά με την ποιότητα και την ασφάλεια του συγκεκριμένου σκευάσματος. Ο εκτελεστικός διευθυντής της CERTA, εταιρείας με μακροχρόνια πείρα στις χονδρικές πωλήσεις φαρμακευτικών προϊόντων, Alexandr Tsvetkov, κατέθεσε ως ΜΕ3. Ανέλυσε τη συμφωνία μεταξύ ΑΝΙΤ και CERTA και Εναγόντων με CERTA (τεκμήρια 219 και 223 αντίστοιχα). Επεξήγησε ότι η δεύτερη συμφωνία έλαβε χώρα προκειμένου να διευκολυνθεί ο εκτελωνισμός των επίδικων προϊόντων, αφού η ΑΝΙΤ δεν είχε άδεια πώλησης των φαρμάκων. Κατέθεσε, επίσης, σχετικά με έρευνα αγοράς που έγινε προς το σκοπό διαπίστωσης των προοπτικών πώλησης της μελατονίνης σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του κινήθηκε γύρω από την εγγραφή του επίδικου προϊόντος στην Ουκρανία, και τις διαπιστώσεις του ως προς τις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ του δείγματος και του παραδοθέντος εμπορεύματος. Κατέθεσε, συμπληρωματικά, ότι η Κρατική Επιτροπή Ελέγχου της Ουκρανίας, κατ΄ακολουθία σχετικής νομοθεσίας, αρνήθηκε να εκδώσει πιστοποιητικό έγκρισης των παραδοθέντων εμπορευμάτων λόγω της ελαττωματικότητάς τους και, ως εκ τούτου, τα προϊόντα αποσύρθηκαν από την αγορά. Ως ΜΕ4 κατέθεσε ο διευθυντής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της MEDICAL COMMERCE, Vitaliy Golubets. Αναφέρθηκε στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ ΑΝΙΤ και MEDICAL COMMERCE (τεκμήριο 226), καθώς επίσης και στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και MEDICAL COMMERCE (τεκμήριο 228). Η μαρτυρία του κάλυψε, περαιτέρω, τους ισχυρισμούς περί προβλημάτων που παρουσιάστηκαν με τις παραλαβές και τη συσκευασία των επίδικων εμπορευμάτων. Ήταν η θέση του ότι οι διαφοροποιήσεις στους γραμμικούς κώδικες επιμαρτυρούσαν ότι το προϊόν κατασκευάστηκε στη Γαλλία και όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπως η ετικέτα ανέγραφε. Συνεπώς − ήταν η διαπίστωσή του − τα προϊόντα ήταν ελαττωματικά, ψεύτικα και πλαστά και, ως εκ τούτου, ήταν αδύνατη η πώληση τους. Σκοπός παρουσίας του ΜΕ5, Sergiy Tkach, στο Δικαστήριο ήταν η κατάθεση έκθεσης, η οποία ονομάστηκε «έκθεση Peredery», της Ουκρανικής Επιστημονικής Θεραπευτικής Εταιρείας, σε σχέση με τις προοπτικές πώλησης της MelaPure. Η προσπάθεια του αυτή απέτυχε μετά από σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Με ενδιάμεση, επίσης, απόφαση, και για λόγους που δεν αφορούν στο παρόν στάδιο, δεν έγινε επιτρεπτή ούτε και η μαρτυρία του ΜΕ12, Charles Lazarevic. Ο ΜΕ6, Malcolm Brooks Savage, δικηγόρος των Εναγόντων στη Μασαχουσέτη, και ο ΜΕ13, Stephen Chow, επίσης δικηγόρος, στη Βοστώνη των Ηνωμένων Πολιτειών, κατέθεσαν αναφορικά με διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων και λήψης καταθέσεων (depositions), που έλαβε χώρα στη Μασαχουσέτη. Αναφέρθηκαν σε τρεις μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν εκ μέρους των Εναγομένων, και οι οποίοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν στην υπηρεσία τους. Η εν λόγω μαρτυρία προωθήθηκε προκειμένου να επιβεβαιώσει τη θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε παρασκεύαζαν δισκία μελατονίνης, ήτοι μελατονίνης σε τελική μορφή, αλλά κατασκεύαζαν μόνο το βασικό συστατικό για τα δισκία. Προωθήθηκε, επίσης, ούτως ώστε να ενισχυθεί η θέση των Εναγόντων, σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι τους είχαν δώσει την εντύπωση πως ο Sparrow ήταν εξουσιοδοτημένος και/ή λειτουργούσε εκ μέρους τους και πως πίσω από τη VITA PURE συνέχιζαν να ενεργούν, ουσιαστικά, οι Εναγόμενοι. Ο επόμενος μάρτυρας, ΜΕ7, Anatoly Petrovich Kartash, υπήρξε, κατά τον ουσιώδη για την Αγωγή χρόνο, Υφυπουργός Υγείας της Ουκρανίας στον κλάδο της Ιατρικής Προμήθειας. Ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση και τον έλεγχο της ιατρικής περίθαλψης και ετοίμαζε συστάσεις προς τον Υπουργό Υγείας για τη συμπερίληψη νέων φαρμάκων στον κατάλογο φαρμάκων προς όφελος των δικαιούχων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του υπέβαλε πρόταση και/ή αίτημα έγκρισης συμπληρωματικού προϋπολογισμού στο Υπουργείο Οικονομικών για προμήθεια του επίδικου προϊόντος μελατονίνης. Επεξήγησε ότι η μετέπειτα διαπίστωση πως τα εισαγόμενα προϊόντα δεν ταυτίζονταν με το δείγμα, είχε ως αποτέλεσμα τη μη προώθηση του προαναφερθέντος αιτήματος για έγκριση συμπληρωματικού προϋπολογισμού. Ήταν η θέση του ότι η πρόταση αφορούσε κονδύλι $36.000.000 και τόνισε ότι το Υπουργείο Οικονομικών δε συνήθιζε να απορρίπτει εισηγήσεις για αγορά φαρμάκων και πως, σε κάθε περίπτωση, τυχόν περικοπή δεν υπερέβαινε ποσοστό 20%. ΜΕ8 ήταν η επικεφαλής της Ουκρανικής Κρατικής Επιθεώρησης για τον Έλεγχο Ποιότητας Φαρμάκων, Nadezda Ivanovna Parshina. Κατέθεσε ότι τα τέλη του 1997 και αρχές του 1998, διαπίστωσε πως όλες οι παρτίδες μελατονίνης, οι οποίες εισήχθησαν από τη CERTA δεν αντιστοιχούσαν με τα πιστοποιητικά εγγραφής σε σχέση με το περιεχόμενο, το μέγεθος, το χρώμα, τη μορφή, το βάρος, τη συσκευασία και τη σήμανση. Επεξηγώντας τις νομικές ρυθμίσεις της Ουκρανίας, ανέφερε ότι κανένα εισαγόμενο φάρμακο δεν μπορεί να πωληθεί, εάν δεν έχει εξεταστεί και εγκριθεί από την υπηρεσία της οποίας προϊσταται. Ο διευθυντής του Ουκρανικού Επιστημονικού Κέντρου της Ενδοκρινικής Χειρουργικής, Alexandr Sergeyevic Larin, κατέθεσε εκ μέρους των Εναγόντων, ως ΜΕ9. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ήταν η παροχή συστάσεων στο Υπουργείο Υγείας της Ουκρανίας για θέματα ιατρικής προμήθειας του πληθυσμού. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από την ανάγκη κατανάλωσης και τις εκτιμήσεις χρήσης μελατονίνης στη χώρα του. Επεξηγώντας τη σπουδαιότητα της MelaPure ως αντιοξειδωτικού και αντιγηραντικού φαρμάκου έναντι άλλων παρόμοιων φαρμάκων − σπουδαιότητα η οποία συνίσταται στη θεραπεία νευρώσεων, διαταραχών του ύπνου, κατάθλιψης και συνεπειών του άγχους, των λειτουργικών νοσημάτων του καρδιοαγγειακού συστήματος, των διαταραχών του γαστρεντερικού σωλήνα και την ενίσχυση της διανοητικής και σωματικής ικανότητας - ανέφερε ότι σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Ουκρανίας, ιδίως ηλικιωμένοι και τα θύματα του πυρηνικού ατυχήματος στο Chernobyl, έπρεπε να είναι χρήστες της MelaPure. Με αυτά ως δεδομένα, και λαμβάνοντας υπόψη το κύρος και την πολύ καλή φήμη των Εναγομένων, αποφάσισε να συνδράμει στη σύσταση της περίληψης της MelaPure στη λίστα φαρμάκων για χρήση από τον πληθυσμό της Ουκρανίας, στα πλαίσια των εθνικών προγραμμάτων της χώρας. Ως ΜΕ10 κατέθεσε ο Alexander Kondraskin, διευθυντής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της ANIT. Η μαρτυρία του κινήθηκε γύρω από τα γεγονότα που κάλυπταν τη σύναψη συμφωνίας των Εναγόντων με την ΑΝΙΤ (τεκμήριο 81), καθώς επίσης και τις προαναφερθείσες συμφωνίες των Εναγόντων με τους υποδιανομείς CERTA και MEDICAL COMMERCE. Διευκρίνισε ότι η ΑΝΙΤ δεν κατείχε την απαιτούμενη φαρμακευτική άδεια για εκτελώνιση των επίδικων προϊόντων, και έτσι τα εμπορεύματα αυτά λαμβάνονταν από τους πιο πάνω υποδιανομείς, στο όνομα των οποίων εκδίδονταν και τα σχετικά τιμολόγια. Επεξήγησε την αλυσίδα συμφωνιών και το προβλεπόμενο ύψος παραγγελιών σε συνάρτηση με τις τιμές αγοράς. Κατέθεσε, επίσης, σχετικά με επαφές που είχε με τον Sparrow, ο οποίος γνώριζε για τις σημαντικές διασυνδέσεις που είχε η ΑΝΙΤ με άτομα που διαμόρφωναν ουσιαστικά την ιατρική άποψη στην Ουκρανία. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως οι Εναγόμενοι ήταν πολύ ικανοποιημένοι από την όλη προώθηση και τις προοπτικές που υπήρχαν στην ουκρανική αγορά αναφορικά με τη μελατονίνη, και, μέσω του Sparrow, επιβεβαίωναν την ετοιμότητά τους να προμηθεύσουν, σε οποιεσδήποτε απαιτούμενες ποσότητες, μελατονίνη MelaPure. Πάρα ταύτα, παρελήφθησαν μικρές και μόνο ποσότητες, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Η ΜΕ11, Irina Derevianko, εργάζεται σε εταιρεία, την «Business-Credit», η οποία διεξάγει ολοκληρωμένες και αξιόπιστες έρευνες της ουκρανικής λιανικής αγοράς φαρμακευτικών προϊόντων. Η εν λόγω εταιρεία, ως αναλυτικός εταίρος, είναι και μέλος της ομάδας εργασίας που ασχολείται με τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας και τη στρατηγική ανάπτυξη της φαρμακευτικής βιομηχανίας στην Ουκρανία. Παρέχει, μεταξύ άλλων, και υπηρεσίες πρόγνωσης, ανάλυσης και εκτίμησης των δυνατοτήτων της αγοράς για νέα φαρμακευτικά προϊόντα. Συνεργάστηκε με τους Ενάγοντες προς εκτίμηση των πιθανών λιανικών πωλήσεων των επίδικων δισκίων μελατονίνης MelaPure, υπό το φως της καταχώρησης της υπό κρίση Αγωγής. Προς το σκοπό αυτό ετοιμάστηκε έκθεση, τη μεθοδολογία της οποίας επεξήγησε η μάρτυρας. Αναφέρθηκε στην αξιολόγηση των δυνατοτήτων πώλησης ενός νέου σκευάσματος στην αγορά και επικεντρώθηκε στα χαρακτηριστικά του επίδικου προϊόντος και στις θεραπευτικές του ιδιότητες. Με αυτά ως υπόβαθρο, προχώρησε στην ανάλυση της αγοραστικής ζήτησης MelaPure στην Ουκρανία, μεταξύ Οκτωβρίου 1997 και Απριλίου 2002. Περιγράφοντας, στη συνέχεια, συνοπτικά, την κατάσταση που επικρατούσε στην ουκρανική φαρμακευτική αγορά την πιο πάνω περίοδο, και τονίζοντας τη γενική έλλειψη φαρμακευτικών σκευασμάτων, επεξήγησε τη σπουδαιότητα των ξένων κατασκευαστών φαρμάκων στην ουκρανική αγορά. Αφού, δε, αναφέρθηκε στα γενικότερα οικονομικά δεδομένα που αφορούσαν την Ουκρανία, προχώρησε σε συγκριτική αντιπαραβολή με άλλα σκευάσματα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το MelaPure θα μπορούσε να επιτύχει συνολικές πωλήσεις 1.832 εκατομμύρια μπουκάλια στην ουκρανική λιανική αγορά φαρμακευτικών προϊόντων κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 1997 - Απριλίου 2002. Η μαρτυρία του ΜΕ15, Oleksandr Kozlenko, αντιπροσώπου της ΑΝΙΤ, προσφέρθηκε προκειμένου να τεκμηριωθούν οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων γύρω από το ζήτημα της αξιοπιστίας και του κύκλου εργασιών της ΑΝΙΤ, των πολλαπλών εξόδων που υπέστη ως αποκλειστικός διανομέας στην Ουκρανία για την προώθηση και διαφήμιση της MelaPure και τις ζημιές που υπέστη λόγω της μη τήρησης της επίδικης συμφωνίας. Προέβαλε ο μάρτυρας ότι η ΑΝΙΤ ήταν επιτυχημένη και καλά γνωστή εταιρεία και είχε στενή συνεργασία και συναλλαγές με το δημόσιο τομέα. Ασχολείτο με την προμήθεια συμπληρωματικών τροφίμων, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα. Βοήθησε στην εγγραφή της MelaPure στο Υπουργείο Υγείας της Ουκρανίας, γεγονός το οποίο επιτεύχθηκε σε σύντομο χρόνο λόγω της εμπλοκής της ΑΝΙΤ και της αξιοπιστίας που έχαιρε η εν λόγω εταιρεία. Αναφέρθηκε επίσης στην εκτεταμένη εκστρατεία που έγινε για διαφήμιση και προώθηση της ΜelaPure και στο συνολικό κόστος της διαφημιστικής αυτής εκστρατείας, το οποίο ξεπέρασε τις $400.000. Η μαρτυρία του κάλυψε, ακόμη, τις έρευνες αγοράς που έγιναν, οι οποίες ήταν πολύ ενθαρρυντικές, και τις προοπτικές πώλησης της ΜelaPure. Τέλος, κατέθεσε εκτεταμένα σε σχέση με τα προβλήματα που προέκυψαν στην υποβολή παραγγελιών, την αδυναμία προμήθειας των συμφωνηθέντων ποσοτήτων, την ανεπάρκεια που παρουσιάστηκε στην κάλυψη των αναγκών της αγοράς − οι οποίες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν πολύ μεγάλες − και τη διαπιστωθείσα ακαταλληλότητα του προϊόντος. Ακαταλληλότητα που συνίστατο, μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση ότι ο γραμμικός κώδικας στην ετικέτα δεν ταυτιζόταν με τη χώρα κατασκευής του προϊόντος, οι δε ετικέτες ήταν ζαρωμένες, κάτι που δημιουργούσε την εντύπωση ότι τα προϊόντα ήταν απομιμήσεις. Η μαρτυρία του ΜΕ14, Jerry Cohen, δικηγόρου, προσφέρθηκε προκειμένου να υποστηριχθεί η θέση των Εναγόντων ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, δηλαδή το Δίκαιο της Πολιτείας της Μασαχουσέτης. Λεπτομέρειες των θέσεών του θα παρατεθούν σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης, κατά την εξέταση του υπό αναφορά θέματος του εφαρμοστέου δικαίου και της ερμηνείας του. Σε μεταγενέστερο, επίσης, στάδιο θα αναπτυχθεί η μαρτυρία του ΜΕ16, Τζιόζεφ Χατζητζιόσεφ, εμπειρογνώμονα επίσης, αναφορικά με το ζήτημα της εκτίμησης της ζημιάς που υπέστησαν οι Ενάγοντες συνεπεία της, κατ΄ισχυρισμόν, παράβασης από τους Εναγόμενους της επίδικης συμφωνίας. Εκ μέρους των Εναγομένων, παρουσιάστηκε μαρτυρία τεσσάρων προσώπων. Οι δύο εξ αυτών, κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Ο ΜΥ1, Allan Van Gestel, πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης, ως εμπειρογνώμονας επί του Δικαίου της Μασαχουσέτης, και ο ΜΥ2, Darrell Chodorow, ως οικονομικός εμπειρογνώμονας. Ο ΜΥ4, Νίνος Χατζηρούσος, ελεγκτής, κατέθεσε προς αντίκρουση των αξιούμενων από τους Ενάγοντες αποζημιώσεων. Όπως και στην περίπτωση των ανάλογων μαρτύρων της πλευράς των Εναγόντων, έτσι και στην παρούσα η προσφερθείσα μαρτυρία, στην έκταση που αυτό είναι απαραίτητο βεβαίως, θα καταγραφεί σε επόμενο, κατάλληλο, στάδιο της απόφασης. Ο τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων, ΜΥ3, Μinas Makarious, είναι δικηγόρος, και η παρουσία του στο Δικαστήριο σκοπό είχε να προβάλει πως πρόσωπα τα οποία γνώριζαν και/ή σχετίζονταν με τα επίδικα θέματα, είτε δεν εντοπίστηκαν, είτε δήλωσαν απροθυμία να προσέλθουν στην Κύπρο για να καταθέσουν επί των γεγονότων. Η μαρτυρία του ήταν προφανές ότι δόθηκε προκειμένου να στηριχθεί ισχυρισμός που προβλήθηκε στη συνέχεια από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Εναγομένων περί δυσμενούς επηρεασμού της Υπεράσπισης, συνεπεία του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τη γένεση της επίδικης διαφοράς μέχρι και την προώθηση των αξιώσεων εκ μέρους των Εναγόντων. Το ζήτημα αυτό θα απασχολήσει το Δικαστήριο αμέσως μετά την παράθεση των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν μέσα από τις τελικές αγορεύσεις τους. Δ. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Με όλο το σεβασμό προς το επίπονο και καθόλα ικανό έργο των συνηγόρων, το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, θα αρκεστεί στη συνοπτική καταγραφή και μόνο, των τελικών εισηγήσεών τους. Με την επιφύλαξη, βεβαίως, περαιτέρω ανάπτυξης των εκατέρωθεν θέσεων στα επόμενα, ανάλογα, στάδια της απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Ενάγοντες, αφού προέβηκαν σε εκτεταμένη προβολή και ανάλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, ανέπτυξαν τις γενικές αρχές που καλύπτουν το έργο, το ρόλο και την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, και παρέθεσαν τις βασικές αρχές του εφαρμοστέου δικαίου στην παρούσα υπόθεση, αυτού της Μασαχουσέτης. Ήταν η τελική εισήγησή τους πως η πλευρά των Εναγόντων παρουσίασε αναντίλεκτη μαρτυρία σε σχέση με τα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση, και τεκμηρίωσε τη θέση της ότι η επίδικη συμφωνία παραβιάστηκε με υπαιτιότητα των Εναγομένων. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι οι εμπειρογνώμονες της πλευράς τους θεμελίωσαν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, τόσο σχετικά με την ορθή διάσταση του εφαρμοστέου Δικαίου της Μασαχουσέτης, όσο και ως προς το ύψος των αξιούμενων ζημιών. Στην αντίθετη πλευρά, οι ευπαίδετοι συνήγοροι των Εναγομένων έθεσαν, αναλύοντας σχετικά, ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε για στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των Εναγόντων, είναι παντελώς αναξιόπιστη και σε αυτή διαφαίνεται, σαφώς, προσυμφωνημένη προσέγγιση από τους κύριους μάρτυρες των Εναγόντων. Προέβαλαν, περαιτέρω, ότι το όλο οικοδόμημα των κατ΄ισχυρισμό ειδικών ζημιών, εκθεμελιώνεται, αφού οι πυλώνες στήριξης του − ήτοι η προβαλλόμενη διάρκεια της συμφωνίας, η τιμή του προϊόντος και οι κατ΄ισχυρισμό ποσότητες που θα διατίθεντο στην ουκρανική αγορά − δεν στοιχειοθετήθηκαν. Ως αποτέλεσμα, ήταν η τελική εισήγηση των συνηγόρων, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους με την αναγκαία πειστικότητα, σαφήνεια και ακρίβεια, και θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της. Ε. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ (
- i)Το κατάλληλο βήμα (Forum Conveniens) Η εξεταζόμενη προδικαστική ένσταση των Εναγομένων καλύπτεται από εκτεταμένο ιστορικό. Στα αρχικά στάδια καταχώρησης της αγωγής, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, την οποία ακολούθησε αίτηση ημερομηνίας 6/12/2002, με αξίωση την αναστολή της διαδικασίας στη βάση ότι το κυπριακό Δικαστήριο δεν αποτελούσε το κατάλληλο βήμα προς εκδίκαση της αγωγής. Η ανάλογη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου - με διαφορετική σύνθεση από την παρούσα - εκδόθηκε στις 31/3/2004. Για σειρά από λόγους που εκτίθενται, ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος που έφεραν ότι η Κύπρος δεν αποτελεί το πλέον κατάλληλο βήμα και, ως εκ τούτου, το διαζευκτικό αίτημα για αναστολή της διαδικασίας δεν έγινε αποδεκτό. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε, δεδομένου ότι το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο δεν επέτρεπε εφέσεις επί ενδιάμεσων δικαστικών αποφάσεων όπως την παρούσα (Genzyme Corporation v Kayat Trading Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 757). Ακολούθησε υποβολή παρόμοιου αιτήματος και έκδοση νέας ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 20/2/
- Ήταν κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31/3/2004 είχε δημιουργήσει δεδικασμένο αναφορικά με το κατάλληλο βήμα και, ως αποτέλεσμα, οι Εναγόμενοι κωλύονταν να επαναφέρουν το ίδιο θέμα. Πάρα ταύτα, οι Εναγόμενοι επανήλθαν με νέα αίτησή τους ημερομηνίας 19/10/
- Το Δικαστήριο με νέα ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 1/12/2009, απέρριψε και πάλι το προβληθέν αίτημα, αποφασίζοντας ότι το ζήτημα είχε ήδη εξεταστεί και απορριφθεί, η δε επαναφορά του αυτό το οποίο στην ουσία πλήττει είναι τις προηγούμενες ενδιάμεσες επί του ιδίου θέματος αποφάσεις. Ακολούθησε καταχώρηση έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, συμφωνώντας με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, απέρριψε τους λόγους έφεσης (Genzyme Corporation v Kayat Trading Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 639). Παρά το πιο πάνω ιστορικό, οι Εναγόμενοι, στο τελικό πλέον στάδιο, έθεσαν εκ νέου ζήτημα αρμόδιου δικαιοδοτικού φορέα. Είναι η προσέγγισή τους ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε νομική αρχή ή αυθεντία που να εμποδίζει την έγερση του θέματος, έστω και μετά την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας ακρόασης. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι έχει καταστεί ολοφάνερο, μέσα από την πορεία της όλης δικαστικής διαδικασίας, ότι το κυπριακό Δικαστήριο δεν αποτελεί, και ουδέποτε αποτελούσε, τον κατάλληλο δικαιοδοτικό φορέα, αφού η υπόθεση σχετίζεται, τόσο ως προς τη νομική πλευρά όσο και ως προς τα γεγονότα, με άλλες χώρες παρά με την Κύπρο, με την οποία ουδεμία ουσιαστική σχέση έχει. Το υπό εξέταση ζήτημα του αρμόδιου δικαιοδοτικού φορέα τέθηκε, όπως ήδη αναλύθηκε, για πρώτη φορά στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ήτοι με την καταχώρηση της αγωγής. Ήταν και το κατάλληλο στάδιο έγερσης του υπό αναφορά θέματος, αφού − όπως και η ίδια η φύση του ζητήματος επιτάσσει − θα πρέπει να τίθεται στα αρχικά στάδια, ούτως ώστε να εξετάζεται έγκαιρα και το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς, είναι, ούτως ή άλλως, αδόκιμη η έγερση ζητήματος κατάλληλου δικαιοδοτικού βήματος μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και την παρουσίαση, πλέον, του συνόλου της μαρτυρίας. Πέραν τούτου, η εγερθείσα θέση των Εναγομένων είναι έκθετη σε απόρριψη, δεδομένων των προηγούμενων αποφάσεων του Δικαστηρίου, λεπτομέρειες των οποίων έχουν ήδη εκτεθεί και δεν εξυπηρετεί επανάληψή τους. (
- ii)Αδυναμία διεξαγωγής δίκαιης δίκης Η υπό εξέταση θέση των Εναγομένων στηρίζεται στην προσέγγισή τους ότι τα γεγονότα της υπόθεσης χρονολογούνται από το 1996 - 1997 και η παρούσα αγωγή ηγέρθη το 2002 και ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν ή ακολούθησαν μέχρι και την παρουσίαση της μαρτυρίας στο Δικαστήριο, ουσιώδεις μάρτυρες της πλευράς τους αποχώρησαν από την υπηρεσία τους και δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να ταξιδέψουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Κύπρο προς παροχή μαρτυρίας. Ήταν, άλλωστε, προς ενδυνάμωση, και μόνο, αυτής της θέσης που παρουσιάστηκε η μαρτυρία του ΜΥ3, Makarious. Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση αγωγής, ανάλογα με τα δεδομένα που προκύπτουν, είναι δυνατό να δικαιολογήσει αφ΄εαυτής απόρριψη της αγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι ένας Ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωσή του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής, σε συνάρτηση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή, έχουν τεθεί σε μια σειρά από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκτενή ανάλυση των οποίων είχα την ευκαιρία να παραθέσω στην Αγωγή Αρ.2109/03, Κ. Π. Ιωάννου Λίμιτεδ και Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, ημερομηνίας 20/4/2011. Είναι αχρείαστη περαιτέρω επανάληψή τους, αφού, όπως τέθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Εναγομένων κατά την τελική τους αγόρευση «.θέλουμε να διευκρινίσουμε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους των εναγόντων, και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (που, κατά την άποψη μας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους ενάγοντες), δεν τυγχάνουν επίκλησης από εμάς ως λόγος απόρριψης της αγωγής, όπως συμβαίνει σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις (δέστε Κ.Π. Ιωάννου Λίμιτεδ v. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, Αρ. Αγωγής 2109/2003, 20 Απριλίου 2011 ..........». Κατά τους ευπαίδευτους συνήγορους, το θέμα στην παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικό «.ότι δηλαδή υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν τη μη παρουσία μαρτύρων γεγονότων εκ μέρους των εναγομένων στην προκείμενη περίπτωση». Με όλο το σεβασμό, είναι χωρίς νομικό έρεισμα η προσέγγιση της πλευράς των Εναγομένων επί του εξεταζόμενου ζητήματος. Καθότι, αφού δεν γίνεται επίκληση της προβαλλόμενης καθυστέρησης ως λόγου επηρεασμού των δικαιωμάτων της Υπεράσπισης και, συνακόλουθα, απόρριψης της αγωγής, η εξεταζόμενη εισήγηση παραμένει μετέωρη και νομικά εκτεθειμένη. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας παρουσίασης μαρτυρίας δεν μπορούν να οδηγήσουν αφ εαυτών σε απόρριψη της αγωγής. Ούτως ή άλλως, όμως, η προσέγγιση ότι συγκεκριμένοι μάρτυρες ήταν απρόθυμοι να ταξιδέψουν στην Κύπρο για να καταθέσουν επί γεγονότων, δεν μπορεί να επιδράσει στο δικαίωμα των Εναγόντων για προώθηση της αγωγής τους. Εάν παραμένει κάποιο ζήτημα, αυτό κινείται στα πλαίσια, πλέον, της αξιολόγησης - υπό το φως, βεβαίως, όλων των σχετικών παραμέτρων − της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προς το σκοπό κατάληξης ως προς το κατά πόσο η πλευρά που ανάλογα έχει το βάρος, το έχει αποσείσει. Προστίθεται εκ του περισσού ότι, υπό τις συνθήκες και στη βάση που τέθηκε το εξεταζόμενο αίτημα από τους Εναγόμενους, δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αργοπορία στην καταχώρηση της αγωγής ή ότι τυχόν ύπαρξη τέτοιας αργοπορίας δημιούργησε κίνδυνο μη δίκαιης δίκης ή δυσμενούς επηρεασμού στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Εναγομένων. Άλλωστε, το σύνολο των ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων καλύπτεται από όγκο εγγράφων, τα οποία έχουν ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο και προσφέρθηκε εκτενέστατη προφορική μαρτυρία ως προς τη φύση αυτών των εγγράφων και τη νομική διάστασή τους. Κατά παρόμοιο τρόπο, το ζήτημα των αξιούμενων αποζημιώσεων καλύφθηκε από μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. ΣΤ. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ - ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Δύο βασικά θέματα καλύπτουν την υπό κρίση υπόθεση, τα οποία διακλαδώνονται από μια σειρά άλλων ζητημάτων. Το πρώτο αφορά τη στοιχειοθέτηση της παράβασης της επίδικης συμφωνίας. Κατά πόσο, δηλαδή, οι Εναγόμενοι, ενεργώντας αντισυμβατικά, είναι υπαίτιοι διάρρηξης της μεταξύ των μερών συμφωνίας και κατά πόσο διέπραξαν σειρά αστικών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, πρωταρχικά, δόλο και ψευδείς παραστάσεις. Το δεύτερο, και εφόσον βεβαίως τεκμηριωθεί η παραβίαση της επίδικης συμφωνίας, είναι το ζήτημα του είδους και του ύψους των αποζημιώσεων που τυχόν δικαιούνται και θα πρέπει να αποδοθούν στους Ενάγοντες. Το σύνολο της υπόθεσης θα κριθεί στη βάση του εφαρμοστέου, υπό τις συνθήκες, δικαίου. Συνιστά κοινή θέση, απόρροια της ρήτρας 15 της μεταξύ των μερών επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 76, ότι στην παρούσα υπόθεση το εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό της Πολιτείας της Μασαχουσέτης. ΣΤ.(A) Η επίδικη συμφωνία (
- i)Φύση της επίδικης συμφωνίας Υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών ως προς το είδος της επίδικης συμφωνίας. Η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι είναι συμφωνία πώλησης αγαθών. Αντίθετα, η πλευρά των Εναγόντων εισηγείται ότι αποτελεί αποκλειστική συμφωνία διανομής προϊόντων. Ο καθορισμός της φύσης της επίδικης συμφωνίας δεν συνιστά θεωρητικό εγχείρημα. Όπως έχει τεκμηριωθεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων επί του εφαρμοστέου δικαίου, έχει σημαντικές προεκτάσεις: Επηρεάζει τις θεραπείες που μπορούν να διεκδικήσουν οι Ενάγοντες, καθορίζει τις περιόδους παραγραφής και επιδρά στο είδος και το ύψος των αξιούμενων αποζημιώσεων. Συγκεκριμένα, συμφωνία πώλησης αγαθών περιορίζει τις εν λόγω θεραπείες σε αυτές που προβλέπονται στον ανάλογο περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο και περιορίζει, επίσης, το χρόνο παραγραφής. Αντίθετα, αποκλειστική συμφωνία διανομής προϊόντων διευρύνει το πλαίσιο αποζημιώσεων, καλύπτοντας διάφορες παραβάσεις της σύμβασης, παράνομο τερματισμό της, καθώς επίσης αστική ευθύνη και απάτη και επεκτείνει το χρόνο παραγραφής. Αποκλείει, περαιτέρω, την εφαρμογή των άρθρων 2-602, 2-606 και 2-607 του Ενιαίου Εμπορικού Κώδικα, τα οποία διέπουν την αποδοχή αγαθών και το χρόνο αντίδρασης και απόρριψής τους. Η μαρτυρία των ΜΕ14 και ΜΥ1, των εμπειρογνωμόνων δηλαδή επί του αλλοδαπού - εφαρμοστέου δικαίου, είναι καθοριστική τόσο ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα της φύσης της επίδικης συμφωνίας όσο και ως προς τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Παρεμβάλλω, επιγραμματικά, ότι και οι δύο μάρτυρες είχαν πλήρη συναίσθηση του καθήκοντός τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο δίκαιο και αντικειμενικό, τις επιστημονικές τους θέσεις αναφορικά με το Δίκαιο της Μασαχουσέτης, με βάση τα προσόντα τους και την εκτεταμένη ενασχόλησή τους με το αντικείμενο. Ο ΜΕ14 είναι δικηγόρος από το 1962 και στη μακρόχρονη άσκηση του λειτουργήματός του ενώπιον των Δικαστηρίων της Μασαχουσέτης, αλλά και ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων Ομοσπονδιακών Δικαστηρίων, είχε την ευκαιρία πολυεπίπεδης ενασχόλησης με το εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση δίκαιο. Ο ΜΥ1 είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Μασαχουσέτης από το 1961. Το 1996 διορίστηκε Δικαστής (Associate Justice) του Ανωτέρου Δικαστηρίου Μασαχουσέτης (Massachusetts Superior Court), δικαστήριο το οποίο χειρίζεται τις πιο σημαντικές και πολύπλοκες αστικές και ποινικές υποθέσεις. Από το 2008 εκτελεί δραστηριότητες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Όπως και ο ΜΕ14, είχε, επίσης, λόγω της μακράς εμπειρίας του, την ευκαιρία ενασχόλησής του με όλο το φάσμα του εφαρμοστέου στην υπόθεση δικαίου. Είναι το κατάλληλο στάδιο να παρατεθούν, συνοπτικά, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παροχής και αξιολόγησης μαρτυρίας εκ μέρους εμπειρογνωμόνων, προτού καταγραφούν οι ουσιαστικές επί του εξεταζόμενου θέματος θέσεις των ΜΕ14 και ΜΥ1. Ο ξένος νόμος εκλαμβάνεται από τα Δικαστήρια μας ως απλό πραγματικό γεγονός και, συνεπώς, επιβάλλεται η δικογράφησή του στις έγγραφες προτάσεις. Αποδεικνύεται δε, όπως κάθε άλλο πραγματικό γεγονός της υπόθεσης. Λόγω της φύσης του, με την παροχή μαρτυρίας και γνώμης νομομαθών. Ο εμπειρογνώμονας αλλοδαπού δικαίου θα πρέπει να εκφράσει τη γνώμη του, η οποία βασίζεται επί των γνώσεων ή πρακτικών εμπειριών του σε αυτό το δίκαιο και στα πλαίσια αυτά είναι ελεύθερος να αναφερθεί σε νόμους, κώδικες, αποφάσεις δικαστηρίων και αυθεντίες. Το βάρος απόδειξης εμπίπτει στους ώμους του διάδικου, ο οποίος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπισή του σε αλλοδαπό νόμο. Το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να προβεί στις δικές του έρευνες ως προς το αλλοδαπό δίκαιο, έχει όμως κάθε δικαίωμα - και υποχρέωση - να μελετήσει, ως μέρος της μαρτυρίας, τα όσα συγγράμματα και παραπομπές θέτει ένας εμπειρογνώμονας (Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co. Ltd. κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 753, Cheshire Private International Law, 1957, 5th Edition, p.132, Dicey & Morris, The Conflict of Laws, 10th Edition, p.1211). Είναι καλά νομολογημένο ότι η κατηγορία αυτή των μαρτύρων, οι εμπειρογνώμονες δηλαδή, εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία και θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του, ανεξάρτητη, κρίση κατ΄εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Ανδρέας Καουρής v. Δημήτρη Δημητρίου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 967, 971). Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Αλέξανδρου Κωστάκη
(2008)1 ΑΑΔ 432, 451-2 «η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς». Ένας εμπειρογνώμονας θα πρέπει να προσφέρει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη βοήθεια, υπό τη μορφή αντικειμενικής και χωρίς προκατάληψη γνώμης, σχετικά με τα θέματα τα οποία καλύπτει η εμπειρογνωμοσύνη του. Η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα διέπεται από τους ίδιους κανόνες που καλύπτουν την αξιολόγηση ενός συνηθισμένου μάρτυρα, με μόνη διαφοροποίηση ότι οι μάρτυρες - εμπειρογνώμονες αντιμετωπίζονται με περισσότερη αβρότητα και, ακριβώς λόγω της φύσης της μαρτυρίας τους, η συμπεριφορά τους στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας τους. Καταθέτοντας ο ΜΕ14 ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίδικης συμφωνίας, ανέφερε ότι εκ πρώτης όψεως η εν λόγω συμφωνία δείχνει ότι καθιέρωσε έναν ειδικό τύπο σχέσης μεταξύ των μερών. Αναφερόμενος στη συνέχεια σε διάφορες ρήτρες του τεκμηρίου 76 [ρήτρες 2, 7(α)(β), 9(α)(β)(γ)(δ)], εξέφρασε τη γνώμη ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία δεν ήταν σύμβαση πώλησης αγαθών. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι από το σύνολο της συμφωνίας προκύπτει πως ήταν η έκδηλη πρόθεση των μερών να καθιερώσουν αποκλειστική σχέση των Εναγόντων ως διανομέων των Εναγομένων, σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική επικράτεια, με άδεια χρησιμοποίησης των εμπορικών επωνυμιών της Genzyme, περιλαμβανομένης της «ΜelaPure», σύμφωνα με την ουκρανική εγγραφή. Οι διατάξεις της επίδικης συμφωνίας, κατέληξε ο μάρτυρας, επιβεβαιώνουν αυτή τη σχέση ως τον κυρίαρχο σκοπό της υπό αναφορά συμφωνίας. Αντιθέτως, ο ΜΥ1 παραπέμποντας στα συμβόλαια για την πώληση αγαθών, όπως καθορίζονται από τον Ενιαίο Εμπορικό Κώδικα («UCC»), Κεφάλαιο 106 των Γενικών Κανόνων της Μασαχουσέτης (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως «ο Κώδικας»), και παραθέτοντας σχετική νομολογία, καθόρισε ότι, κατά τη γνώμη του, η επίδικη συμφωνία συνιστά συμβόλαιο πώλησης. Και οι δύο εμπειρογνώμονες συμφωνούν ότι το άρθρο 1 του Κώδικα περιέχει γενικές διατάξεις και ισχύει γενικά για συμβάσεις. Το άρθρο 2 καλύπτει τους ειδικούς κανόνες για την πώληση αγαθών. Η μεταξύ τους διαφορά εστιάζεται, βεβαίως, στο κατά πόσο ο εν λόγω Κώδικας εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν υπάρχει διάσταση απόψεων ως προς το ότι σε περιπτώσεις υβριδικών συμβολαίων για αγαθά και υπηρεσίες, προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, εξετάζεται ως πρωταρχικός παράγοντας το κατά πόσο σκοπός του συμβολαίου είναι η παροχή υπηρεσιών με παρεμπίπτουσα εμπλοκή πώλησης αγαθών ή συναλλαγή πώλησης αγαθών με παρεμπίπτουσα εμπλοκή εργασίας (Mass Cash Register, Inc. V. Comtrex Sys. Corp., 901 F. Supp. 404, 418-19 (D. Mass. 1995). Με όλο το σεβασμό προς την αντίθετη γνώμη, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η προσέγγιση του ΜΕ14 και η άποψη του ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι συμβόλαιο αποκλειστικής διανομής, η οποία περιλαμβάνει παρεμπιπτόντως και την πώληση αγαθών, είναι ορθή. Επιβεβαιώνεται μέσα από το σύνολο του περιεχομένου του τεκμηρίου 76, όπου καθορίζονται εκατέρωθεν υποχρεώσεις, και προβάλλει ως κυρίαρχο στοιχείο της επίδικης συμφωνίας η καθιέρωση αποκλειστικής σχέσης διανομής σε έναν εκτεταμένο αριθμό χωρών και η παροχή άδειας χρησιμοποίησης των εμπορικών επωνυμιών των Εναγομένων. Περαιτέρω, ο δικαστικός λόγος της αυθεντίας Wolverine World Wide Inc v. Wolverine Canada Inc, 653 F. Supp. 2d
(2009)δίδει στήριξη στην άποψη του εμπειρογνώμονα των Εναγόντων. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης προσομοιάζουν με αυτά της υπό εκδίκαση. Αφορούσε συμφωνία αποκλειστικής διανομής και αποφασίστηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν ενέπιπτε στα πλαίσια της καθοριζόμενης από το άρθρο 2 του Κώδικα «πώλησης αγαθών». Λέχθηκε, συγκεκριμένα: «distribution agreement between shoe company and distributor was not ´transaction in goods´ covered by Article 2 of Uniform Commercial Code (UCC), where parties´ distributorship agreement required distributor to purchase goods from authorized manufactures... purchase orders sent by distributor to company did not constitute contracts for sale of goods». Συνεπώς, η επίδικη συμφωνία δεν αφορά κατά κύριο λόγο την πώληση αγαθών, αλλά συνιστά συμφωνία διανομής και, ως εκ τούτου, δεν περιορίζεται και/ή δεν καλύπτεται αποκλειστικά και μόνο από τον Κώδικα. Συνακόλουθα, δεν τυγχάνει εφαρμογής η περίοδος παραγραφής των τεσσάρων χρόνων, αλλά περίοδος έξι χρόνων που διέπει γενικά τις συμφωνίες κατά το εφαρμοστέο δίκαιο. Ανάλογες είναι, βεβαίως, και οι επιπτώσεις σε σχέση με τις απορρέουσες θεραπείες και το ζήτημα της αποδοχής ή απόρριψης των εμπορευμάτων που διέπεται − όπως ήδη λέχθηκε σε προηγούμενο στάδιο − από τον Κώδικα σε σχέση με συμφωνίες πώλησης αγαθών. (ii) Η διάρκεια της σύμβασης (ii)(α) Η αρχική διάρκεια Συνιστά βασική διαφορά των εμπλεκόμενων μερών η διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης. Ζήτημα σημαντικό, καθότι - και νοουμένου ότι κριθεί ύπαρξη αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Εναγομένων και δημιουργία υποχρέωσης αποκατάστασης των ανάλογων ζημιών - έχει άμεσες επιπτώσεις στο κρίσιμο θέμα του ύψους των αποζημιώσεων. Οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι η συνολική διάρκεια είναι πέντε έτη, αρχής γενομένης από τις 25/4/1997, οπόταν και εξασφάλισαν την άδεια εγγραφής του επίδικου προϊόντος στην Ουκρανία. Στηρίζουν τη θέση τους αυτή στις αναφορές της επιστολής, τεκμήριο 74, το οποίο, εισηγούνται, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 76 και στην περαιτέρω ανανέωση του συμβολαίου για δύο ακόμη χρόνια, λόγω μη νόμιμου τερματισμού του. Ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι η επιστολή, τεκμήριο 74, η οποία φέρει ημερομηνία 7/7/1997 και υπογράφεται από τον Roger Sparrow, ως αντιπρόσωπο των Εναγομένων, αποτελεί τροποποίηση της ρήτρας 3 του τεκμηρίου
- Η εν λόγω ρήτρα έχει ως ακολούθως: «PERIOD The appointment shall commence on the date of this Agreement and shall continue for a period of Two years. Thereafter, the Appointment shall continue from year to year unless or until terminated by either party giving to the other at least 6 calendar months´ prior notice in writing.» Η επιστολή, τεκμήριο 74, η οποία είχε ως παραλήπτη τη ΜΕ1, διαλαμβάνει: «Just a note to clarify the agreement you have with Genzyme. The terms and conditions for the signed contract have been confirmed by Boston on the signed agreement of 1 July
- However certain local conditions have been agreed with the supplying company Genzyme Pharmaceuticals England. These are as follows: Contract will run for 3 years from the date of the issue of the license. Payment terms will be agreed locally through letter of credit, payable into a UK Bank 90 days. Please add this amendment to your copy of the contract.» Οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η διάρκεια της συμφωνίας ήταν για δύο χρόνια, με ημερομηνία έναρξης την 25/6/
- Η θέση τους αυτή εδράζεται στα διαλαμβανόμενα στη ρήτρα 3 του τεκμηρίου 76, και με δεδομένο ότι η εν λόγω συμφωνία φέρει ημερομηνία 25/6/
- Είναι, περαιτέρω, η θέση των Εναγομένων ότι το τεκμήριο 74 δεν αποτελεί μέρος της επίδικης συμφωνίας και, ως εκ τούτου, δεν έχει καμία νομική ισχύ. Η πλευρά των Εναγόντων, προκειμένου να τεκμηριώσει τις θέσεις της ως προς τη διάρκεια της επίδικης συμφωνίας, στηρίχθηκε στο ιστορικό που προηγήθηκε, καθώς επίσης και στους λόγους που τελικά η ΜΕ1 υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων την υπό αναφορά σύμβαση. Σύμφωνα με τη ΜΕ1,προηγήθηκαν προσχέδια συμφωνίας, τεκμήρια 43, 44 και 52, προτού τα δύο μέρη καταλήξουν στο τεκμήριο
- Επειδή, όμως, το τελικό αυτό κείμενο προνοούσε για διάρκεια δύο ετών, και δεδομένου ότι παρήλθε ήδη ένας χρόνος και ενεγράφη, εν τω μεταξύ, στις 25/4/1997, το MelaPure ως φάρμακο στην Ουκρανία, η ΜΕ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει το τεκμήριο
- Ο Sparrow την έπεισε να δεχθεί διάρκεια τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης της ουκρανικής άδειας. Η ΜΕ1 αποφάσισε να δεχθεί, επιμένοντας, όμως, να λάβει γραπτώς την εν λόγω τροποποίηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες στάλθηκε η πιο πάνω επιστολή ημερομηνίας 7/7/1997, τεκμήριο 74, με τους τροποποιημένους όρους. Μετά τη λήψη της εν λόγω επιστολής με τηλεομοιότυπο, η ΜΕ1 υπέγραψε και εκτέλεσε, στις 15/7/1997, εκ μέρους των Εναγόντων, το τεκμήριο 76, προσθέτοντας ως παράρτημα την επιστολή, τεκμήριο
- Ας σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι είχαν ήδη υπογράψει και εκτελέσει, την 1/7/1997, την επίδικη συμφωνία, τεκμήριο
- Ο εμπειρογνώμονας των Εναγόντων, ΜΕ14, αφού σημείωσε ότι ο Sparrow ως Διευθυντής Διεθνών Πωλήσεων του Φαρμακευτικού Τμήματος των Εναγομένων και ως το πρόσωπο το οποίο καθ΄όλους τους ουσιώδεις χρόνους εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους, λαμβάνοντας μέρος στις σχετικές διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, εξέφρασε την άποψη ότι η επίδικη συμφωνία τροποποιήθηκε από τη μεταγενέστερη παρεμβολή της επιστολής Sparrow, τεκμήριο
- Πρόσθεσε ότι το τεκμήριο 74 συνιστούσε προσφορά των Εναγομένων, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες, διαμορφώνοντας έτσι το τελικό κείμενο της επίδικης συμφωνίας διανομής. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι η ΜΕ1 δεν θα υπέγραφε το τεκμήριο 76 χωρίς την ελάχιστη χρονική διάρκεια των τριών ετών από την ημερομηνία εγγραφής του φαρμάκου στην Ουκρανία, ήτοι από 25/4/
- Με βάση αυτό το σκεπτικό, κατέληξε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν σε ισχύ από τις 25/4/1997 μέχρι τις 25/4/2000 και παρατεινόταν αυτόματα από χρόνο σε χρόνο, σύμφωνα με τη ρήτρα 3 του τεκμηρίου 76, διότι δεν υπήρχε νόμιμος τερματισμός. Η γνώμη του, ως προς τη μη ύπαρξη κανονικού τερματισμού, στηρίχθηκε στα διαλαμβανόμενα στη ρήτρα 3 και στην αυστηρή ερμηνεία της, σε περίπτωση αμφισβήτησης, εις βάρος των Εναγομένων ως συντακτών της συμφωνίας διανομής, κατά τα ισχύοντα στο εφαρμοστέο Δίκαιο της Μασαχουσέτης. Η προσέγγιση των Εναγομένων εκφράστηκε μέσα από τη νομική άποψη του ΜΥ
- Εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει κάτι που συχνά αναφέρεται ως ρήτρα ολικής και τελεσίδικης συμφωνίας («Integration clause»), η οποία καταγράφεται στην παράγραφο 11 του τεκμηρίου 76 και έχει ως ακολούθως: «ENTIRE UNDERSTANDING This Agreement embodies the entire understanding between the parties in relation to the Products and there are no promises terms or conditions or obligations oral or written expressed or implied other than those expressed herein.» Με βάση την πιο πάνω ρήτρα, πρόσθεσε ο ΜΥ1, τα εμπλεκόμενα μέρη συμφώνησαν ότι δεν θα βασίζονταν σε οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων η συμφωνία περιέχει. Επεξηγώντας τη νομική του άποψη, έθεσε ότι λεκτικό αυτού του τύπου («Integration language») έχει σκοπό να εξαλείψει οποιεσδήποτε αβεβαιότητες ή καταστάσεις που επηρεάζουν ένα συμβόλαιο και οι οποίες δυνατό να προκληθούν από οτιδήποτε πριν από την εκτέλεσή του. Είναι επιβεβλημένη η καταγραφή των βασικών αρχών ερμηνείας εγγράφων, προτού καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα της διάρκειας της επίδικης σύμβασης. Όπως αυτές, βεβαίως, καθορίζονται από το εφαρμοστέο δίκαιο και προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητες από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων του εν λόγω δικαίου. Όπως θα διαφανεί, οι καθιερωμένες αυτές αρχές ερμηνείας είναι πανομοιότυπες με αυτές του δικού μας νομικού συστήματος. Υπό αυτές τις συνθήκες καθίσταται ευκολότερο το έργο του Δικαστηρίου ως προς την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου. Με αυτά ως δεδομένα, κρίνεται σκόπιμη η παρεμβολή των ανάλογων αρχών ερμηνείας του κυπριακού δικαίου: Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας − εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων − καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί. Να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630, Θάλεια Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Γεωργική Εταιρεία Α.Γ. Φούτας v. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.ΑΔ. 168, Σολωμός Οικονόμου κ.α. v. Γεώργιου Α. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436, Λαζούρας v. Σκυλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168). Έχει επίσης αναγνωριστεί νομολογιακά ότι η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανέναν από τους συμβαλλόμενους να διαφοροποιήσει γραπτή συμφωνία, του αποκλεισμού, δηλαδή, εξωγενούς μαρτυρίας, πολλές φορές οδηγεί σε αδικία. Ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει, και οφείλει να εξετάζει, όλη τη μαρτυρία, στο σύνολό της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd
(1976)2 All E.R. 930, MarketVentures Ltd και Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ 383). Με βάση το δίκαιο της Μασαχουσέτης η ερμηνεία μιας μη αμφίσημης συμφωνίας αποτελεί νομικό ζήτημα για το Δικαστήριο. Η διατύπωση των συμβάσεων γενικά πρέπει να ερμηνεύεται με τη συνήθη και κανονική τους έννοια (116 Commonwealth Condo. Trust v. Aetna Cas. & Surety Co., 433 Mass. 373, 376
(2001), Citation Ins. Co. v. Gomez, 426 Mass. 379, 381
(1998). Μια συμβατική διάταξη είναι αμφίσημη «μόνο αν υπόκειται σε περισσότερες από μια έννοιες και αν εύλογα ευφυείς άνθρωποι θα διαφωνούσαν σχετικά με το ποια έννοια είναι η σωστή» [President & Fellows of Harvard Coll. v. PECO Energy Co., 57 Mass. App. Ct. 888, 896
(2003)]. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι η γλώσσα των συμβάσεων είναι αμφίσημη μόνο όταν η φρασεολογία μπορεί να στηρίξει εύλογη διαφορά απόψεων σχετικά με τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται και των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται. Το γεγονός και μόνο ότι τα μέρη διαφωνούν για την ορθή ερμηνεία της γλώσσας των συμβάσεων δεν δημιουργεί αμφισημία [Lumbermans Mut. Cas. Co. v. Offices Unlimited, Inc., 419 Mass. 462, 466
(1995)]. Σύμφωνα με το Δίκαιο της Μασαχουσέτης το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να μην επιβάλει τα δικές του απόψεις στους συμβαλλόμενους ή να επιτρέψει σε ζητήματα εκτός του πλαισίου ολοκλήρου του εγγράφου (the four corners of the instrument) που αναμένονται συγκεκριμένα και καλύπτονται σε μια σύμβαση, να κυριεύσουν ή να αλλάξουν το ίδιο το έγγραφο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Rogaris v. Albert, 431 Mass. 833, 835
(2000), «Δεν είναι ο ρόλος του Δικαστηρίου να αλλοιώσει τη συμφωνία των μερών». Αν η διατύπωση δεν περιέχει αμφισημίες, η ευθύνη του Δικαστηρίου είναι να εφαρμόσει τους σαφείς της όρους [Suffolk Const. Co., Inc. v. Illinois Union Ins. Co., 80 Mass. App. Ct.90, 94
(2011)]. Ένα Δικαστήριο μπορεί να στραφεί προς εξωγενή μαρτυρία μόνο αν διαπιστωθεί ότι ένα συμβόλαιο είναι αμφίσημο, με σκοπό να δώσει λογική ερμηνεία υπό το φως των προθέσεων των συμβαλλομένων κατά το χρόνο της δημιουργίας του συμβολαίου (President, ανωτέρω). Ο στόχος του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύσει ένα συμβόλαιο στο σύνολο του, με λογικό και πρακτικό τρόπο, που να συνάδει με τη γλώσσα, το υπόβαθρο και το σκοπό του [USM Corp. v. Arthur D. Little Sys., Inc., 28 Mass. App. Ct. 108, 116
(1989)]. Ακόμα και στην περίπτωση μιας αμφίσημης συμφωνίας, η ερμηνεία αποτελεί νομικό ζήτημα για το δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που μπορεί να περιστρέφεται γύρω από γεγονότα για τα οποία υπάρχει γνήσια διαφωνία [Gross v. Prudential Ins. Co. of America, Inc., 48 Mass. App. Ct. 115, 119
(1999)]. Είναι μόνο στην περίπτωση μιας αμφισημίας στη διατύπωση μιας σύμβασης που το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει τη διατύπωση εναντίον του συντάκτη της συμφωνίας. Στην εφαρμογή αυτού του κανόνα, προϋπόθεση είναι ότι η εναλλακτική ερμηνεία που δίδεται για την ισχυριζόμενη αμφισημία από το άλλο μέρος να είναι, υπό όλες τις συνθήκες, εύλογη και πρακτική [Shea v. Bay State Gas Co., 383 Mass. 218, 225
(1981)]. Πρωταρχικός και κεφαλαιώδης κανόνας είναι ότι τα συμβόλαια πρέπει να ερμηνεύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, η βασική διάσταση των διαδίκων επικεντρώνεται στο κατά πόσο η επιστολή, τεκμήριο 74, συνιστά τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας και, ως τέτοια, ενσωματώθηκε και αποτελεί μέρος της υπό αναφορά συμφωνίας, τεκμήριο
- Απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δίδει η προαναφερθείσα ρήτρα ολικής και τελεσίδικης συμφωνίας (Integration clause). Η νομική της διάσταση έχει αναλυθεί από τον ΜΥ1, ο οποίος επεξήγησε και το σκοπό παράθεσής της, ήτοι την εξάλειψη οποιασδήποτε αβεβαιότητας. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των Εναγόντων και οι θέσεις που προωθήθηκαν συγκρούονται μετωπικά με το περιεχόμενο και τους λόγους ύπαρξης της εν λόγω ρήτρας. Συνιστούν, ουσιαστικά, προσπάθεια παράκαμψής της μέσω παροχής προφορικής μαρτυρίας, η οποία σκοπό είχε την κατάδειξη ότι προηγούμενες συνεννοήσεις οδήγησαν σε συμφωνία για μεγαλύτερη αρχική διάρκεια της επίδικης σύμβασης. Νομικά εντάσσεται η όλη προσπάθεια των Εναγομένων στα πλαίσια προσκόμισης εξωγενούς μαρτυρίας προς το σκοπό διαφοροποίησης γραπτού κειμένου. Προσπάθεια ανεπίτρεπτη, δεδομένης της νομικής εμβέλειας των αρχών ερμηνείας, όπως αυτές έχουν ήδη τεθεί με λεπτομέρεια στο αμέσως προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν καθορίσει αυστηρά και έχουν αποτυπώσει με απόλυτη διαύγεια τους όρους και προθέσεις τους, όπως αυτές αναδύονται χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία ερμηνείας μέσα από το όλο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Ούτε και τίθεται, βεβαίως, ζήτημα ιδιαίτερης δυσκολίας στην εξεύρεση και εντοπισμό των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων, όπως αυτές καταγράφηκαν στο επίδικο έγγραφο, τεκμήριο
- Μεταξύ άλλων και σε σχέση με τη διάρκεια της σύμβασης, για την οποία προνοεί ο όρος 3 του τεκμηρίου
- Η υπογραφή εκ μέρους των Εναγόντων, μέσω της ΜΕ1, αναλλοίωτου του πιο πάνω τεκμηρίου, συνιστά, νομικά, και αποδοχή του όλου περιεχομένου του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, και της διάρκειας ισχύος της επίδικης συμφωνίας. Στην απουσία, λοιπόν, οιασδήποτε αμφισημίας, προβάλλει ως τελική υποχρέωση του Δικαστηρίου η εφαρμογή των ξεκάθαρων όρων του τεκμηρίου
- Ούτως ή άλλως, η προώθηση της θέσης των Εναγόντων για συνολική διάρκεια της συμφωνίας για πέντε χρόνια στηρίζεται σε ανεπίτρεπτο συνδυασμό του περιεχομένου του όρου 3 του τεκμηρίου 76 και της σχετικής αναφοράς του τεκμηρίου 74 περί διάρκειας τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας (εγγραφής του φαρμάκου στην Ουκρανία). Διαφεύγει της πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόντων − και υπό την αίρεση ορθότητας της προσέγγισής τους περί τροποποίησης του τεκμηρίου 76 με το τεκμήριο 74 - ότι δεν θα υπήρχε πλέον περιθώριο επίκλησης ανανέωσης της αρχικής περιόδου διάρκειας της επίδικης συμφωνίας. Καθότι στο τεκμήριο 74 καταγράφεται, απλά και ξεκάθαρα, χρόνος διάρκειας τριών ετών, χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω. Συνεπώς, εάν το τεκμήριο 74 συνιστούσε τροποποίηση του όρου 3 του τεκμηρίου 76, δεν θα μπορούσε να προωθηθεί βάσιμα ισχυρισμός περί ερμηνείας του κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και πρόβλεψη για παράταση ισχύος πέραν των τριών ετών. Η διατύπωση του τεκμηρίου 74 σε σχέση με το υπό αναφορά ζήτημα της διάρκειας δεν περιέχει οποιαδήποτε αμφισημία ούτως ώστε να υπόκειται σε περισσότερες από μία έννοιες και να χρήζει ερμηνείας πέραν της ξεκάθαρης που αποτυπώνει. Συνεπώς, έστω και αν γινόταν αποδεκτή η θέση των Εναγόντων περί τροποποίησης της επίδικης συμφωνίας μέσω του τεκμηρίου 74, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, ούτως ή άλλως, η εισήγησή τους περί συνολικής διάρκειας πέντε ετών των μεταξύ των διαδίκων συμβατικών σχέσεων. Υπό το φως των πιο πάνω, ούτε η προσέγγιση των Εναγόντων − σύμφωνα με την οποία, εν πάση περιπτώσει, εξαπατήθηκαν από την επιστολή, τεκμήριο 74, και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές περί ρήτρας ολικής και τελεσίδικης συμφωνίας − έχει περιθώρια επιτυχίας. Καθότι, στην απουσία από το τεκμήριο 74 πρόνοιας για ανανέωση, είναι άγνωστο και αμφίβολο ποιά από τις περιόδους διάρκειας - δηλαδή των δύο ετών με πρόνοια ανανέωσης του τεκμηρίου 76 ή των τριών ετών χωρίς οποιαδήποτε πρόνοια του τεκμηρίου 74 - ήταν η πλέον συμφέρουσα για την πλευρά των Εναγόντων. Πέραν τούτου, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της, η ΜΕ1 δεν ήταν ικανοποιημένη από τις διαβεβαιώσεις του Sparrow και η ίδια ζητούσε επιβεβαίωση από την έδρα των Εναγομένων, στις Η.Π.Α., για την επέκταση της διάρκειας της σύμβασης. Δεδομένου, όμως, ότι τέτοια διαβεβαίωση ουδέποτε έλαβε, δεν συμβαδίζει με τη λογική ότι, ως αποτέλεσμα του τεκμηρίου 74, εξαπατήθηκε και υπέγραψε το τεκμήριο
- (ii)(β) Ανανέωση της αρχικής περιόδου Η θέση των Εναγόντων ότι η αρχική διάρκεια της σύμβασης ανανεώθηκε για δύο επιπλέον χρόνια, στηρίχθηκε στην εισήγησή τους ότι δεν εντοπίζεται νόμιμος τερματισμός της, κατ΄ ακολουθία των προβλεπόμενων από τον όρο 3 του τεκμηρίου
- Όπως ήδη καταγράφηκε, η επίδικη συμφωνία θα συνεχιζόταν, με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω όρου, από χρόνο σε χρόνο, εκτός εάν οιοσδήποτε των συμβαλλομένων έδιδε εξάμηνη, τουλάχιστον, γραπτή προειδοποίηση τερματισμού. Ιδιαίτερα σημαντικά για σκοπούς κατάληξης, ως προς το υπό εξέταση ζήτημα, είναι τα τεκμήρια 137 και 138, επιστολές τις οποίες απέστειλε στις 23/2/1998 ο Roger Sparrow, εκ μέρους των Εναγομένων, στον ΜΕ2 Konstantin Meshkov, διευθυντή των Εναγόντων. Προτού παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, παρεμβάλλω ότι παραμένει αδιαμφισβήτητο από την πλευρά των Εναγόντων - αφού και οι ίδιοι προώθησαν παρόμοια εισήγηση − ότι ο Sparrow ενεργούσε καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως εκπρόσωπος των Εναγομένων. Έχουν, λοιπόν, ως εξής τα τεκμήρια 137 και 138, αντίστοιχα: «Τεκμήριο 137 Dear Konstantin Please find a letter following confirming the exit from Melatonin by Genzyme. Boston have asked me to send this to you today for legal reasons of your contract. You of course know that the intention is to continue this product under new ownership as from 30th June. I, as you know, leave Genzyme on this date and details of new ownership of the brand will be discussed with you. I am not sure at this time of my future involvement because of the recent troubles I seem to have caused. I will speak with you tomorrow. Anyhow don't get too hung up on the letter, it is just confirmation of a situation you are already aware of.» «Τεκμήριο 138 Dear Konstantin I received a call from Genzyme Boston who have been reviewing all contracts we have in place with distributors for the sale of our products. Your contract with Genzyme USA clearly states that we are obliged to give you six months written notice of our intention to cease the supply of MelaPure Melatonin due to the re-focus of our Division and its products. Genzyme Pharmaceuticals are therefore giving you notice as of today´s date 23 February 1998 that we will cease supply of MelaPure Melatonin as from 30th June
- The product will be de-listed from that date.» Με βάση το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων, και ιδιαίτερα τη σαφή αναφορά του τεκμηρίου 138, καθίσταται ξεκάθαρο ότι την 23/2/1998 δόθηκε γραπτή ειδοποίηση τερματισμού με χρονικό ορίζοντα την 30/6/1998, τερματίζοντας έτσι, στη λήξη των δύο πρώτων ετών, την επίδικη συμφωνία. Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η επίδικη συμφωνία δεν καθορίζει περίοδο ειδοποίησης τερματισμού στο τέλος της αρχικής διετούς ισχύος της. Ο όρος 3 προνοεί για εξάμηνη γραπτή ειδοποίηση τερματισμού στα μεταγενέστερα χρόνια. Όπως με πειστικότητα γνωμάτευσε ο ΜΥ1, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία [RGJ Assocs. Inc. v. Stainsafe, Inc., 300 F. Supp. 2d 250, 251-54 (D.Mass.2004)], στο Δίκαιο της Μασαχουσέτης όταν δεν προνοείται χρόνος εντός του οποίου πρέπει να δίδεται ειδοποίηση τερματισμού, η ειδοποίηση πρέπει να δίδεται εντός εύλογου χρόνου. Εύλογη ειδοποίηση στα πλαίσια μιας συμφωνίας διανομής, είναι ειδοποίηση η οποία παρέχει στο διανομέα επαρκή χρόνο για να εξασφαλίσει εναλλακτικό κατασκευαστή/προμηθευτή. Ακόμα και όπου η ειδοποίηση τερματισμού δεν είναι αποτελεσματική, το Δικαστήριο δεν πρέπει να την αγνοεί εντελώς, αλλά μπορεί να περιορίσει τις ζημιές σε αυτές που αποδίδονται στην ελλιπή ειδοποίηση (RGJ Assocs. Inc., ανωτέρω). Mε βάση τα πιο πάνω, και στην απουσία αντίθετης προσέγγισης, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρασχεθείσα προθεσμία των τεσσάρων περίπου μηνών ήταν εύλογη. Εν πάση, δε, περιπτώσει - και στην καλύτερη για τους Ενάγοντες προσέγγιση - η περίοδος εύλογης προειδοποίησης δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει τη χρονική διάρκεια των έξι μηνών, την οποία και τα δύο μέρη καθόρισαν ως επαρκή και αποτελεσματική με βάση τα διαλαμβανόμενα στον όρο 3 του τεκμηρίου
- Με την επιφύλαξη της πιο πάνω κατάληξης, και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θα εξεταστεί η εισήγηση των Εναγομένων ότι το συμβόλαιο μεταξύ των μερών τερματίστηκε, εν πάση περιπτώσει, και με βάση την εκχώρηση και/ή μεταβίβαση των εργασιών της επιχείρησης των Εναγομένων σε άλλη εταιρεία, τη VitaPure, περί το καλοκαίρι του
- Μεταβίβαση που, πάντα κατά τη θέση των Εναγομένων, έλαβε χώρα με τη συναίνεση των Εναγόντων. Είναι ορθή η θέση των Εναγομένων ότι, όντως, η αντίδικη πλευρά γνώριζε από το Φεβρουάριο του 1998 σχετικά με την πρόθεση των Εναγομένων να εκχωρήσουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση από τις 30/6/
- Σχετική αναφορά γίνεται στην επιστολή, τεκμήριο 137, το περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε αυτούσιο σε προηγούμενο στάδιο. Είναι επίσης γεγονός ότι σε κατοπινό στάδιο, οι Ενάγοντες γνώριζαν πλέον ότι η VitaPure ήταν η διάδοχος των Εναγομένων και, μάλιστα, σε σχέση με τις εργασίες που κάλυπταν και τους Ενάγοντες. Αυτό επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 157, επιστολή του ΜΕ2 προς τη VitaPure, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «The fact is that Vitapure are the successor of Genzyme in Melatonin business with Kayat in the countries of ex-Soviet Union.» Με βάση τα πιο πάνω, ήταν η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων ότι οι Εναγόμενοι έδωσαν στους Ενάγοντες ειδοποίηση μεταφοράς της επίδικης συμφωνίας στην εταιρεία VitaPure και ότι οι τελευταίοι συναίνεσαν στη μεταφορά και εκχώρηση, ενεργώντας, περαιτέρω, στη βάση ύπαρξης έγκυρης εκχώρησης. Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν την επί του προκειμένου εισήγηση των Εναγομένων περί τερματισμού της επίδικης συμφωνίας λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Με βάση σαφή ρήτρα της επίδικης συμφωνίας, τη ρήτρα 14, δεν ήταν επιτρεπτή η οποιαδήποτε μεταβίβαση ή εκχώρηση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μεταξύ των μερών σύμβαση χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της άλλης πλευράς. Ο ουσιώδης αυτός όρος θα μπορούσε, όμως, να παρακαμφθεί με βάση την επιστολογραφία μεταξύ των μερών, τεκμήρια 155, 157, 158, 160 και
- Όπως λέχθηκε, μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών επιμαρτυρείται τόσο η γνώση των Εναγόντων για την εκχώρηση όσο και η απουσία οποιασδήποτε σχετικής ένστασης. Τονίζεται, δε, ότι η εν λόγω αλληλογραφία λάμβανε χώρα πλέον μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας VitaPure. Σύμφωνα, όμως, με το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως το ανέλυσε ο ΜΕ14 και δεν αντικρούστηκε, η αδιαμφισβήτητη μεταβολή ουσιαστικών όρων της επίδικης συμφωνίας καθιστούσε την οποιαδήποτε συμφωνία εκχώρησης και/ή μεταβίβασης μεταξύ των Εναγομένων και της VitaPure εξ΄υπαρχής άκυρη, στην έκταση που επηρέαζε τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, παραβιάζεται ο όρος 4
(3)του τεκμηρίου 76 από την παράγραφο 8 της υπό αναφορά συμφωνίας εκχώρησης, τεκμήριο 212, η οποία απαγορεύει ρητά στη VitaPure να χρησιμοποιεί το λογότυπο και/ή την επωνυμία των Εναγομένων στα προϊόντα που θα κατασκεύαζε. Είναι σημαντικό να τονιστεί σε αυτό το στάδιο ότι, όπως προκύπτει, χωρίς αντίκρουση, μέσα από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η επωνυμία των Εναγομένων και η αξιοπιστία της στη φαρμακευτική αγορά ήταν κρίσιμος παράγοντας σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Άλλωστε, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η εγγραφή του φαρμάκου και αδειοδότησή του στην Ουκρανία εκδόθηκε στο όνομα των Εναγομένων και, συνακόλουθα, η μεταβολή που προέκυπτε πλέον από τη συμφωνία εκχώρησης επιδρούσε καταλυτικά σε όλο το φάσμα του κύκλου διεξαγωγής των εργασιών που προέκυπταν από την επίδικη συμφωνία. Ούτε είναι βάσιμη η εισήγηση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες, μέσω της συμπεριφοράς τους και της αποδοχής της μεταβίβασης της επιχείρησης στη VitaPure, συναίνεσαν στην παραίτηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους. Κατ΄ αρχάς, ρητά προβλέπεται στην επίδικη συμφωνία, ρήτρα 13, πως ουδεμία καθυστέρηση από οποιοδήποτε μέρος ως προς τη διεκδίκηση αποζημίωσης ή εκτέλεσης δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, θα επενεργεί ως εγκατάλειψη των δικαιωμάτων της. Εν πάση δε περιπτώσει, από τη μόνη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι μέχρι και τα μέσα του 1998 οι Ενάγοντες είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν πως οι Εναγόμενοι και μόνο παρέμεναν υπεύθυνοι για την κατασκευή του επίδικου προϊόντος. Τέλος, από το σύνολο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, των σχετικών με την αλληλογραφία μεταξύ Εναγόντων και VitaPure, δεν εντοπίζεται σε καμία περίπτωση ότι οι Ενάγοντες απεμπόλησαν οποιαδήποτε δικαιώματά τους στη βάση της απαλλαγής των Εναγομένων από τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την επίδικη συμφωνία. Τα εν λόγω τεκμήρια κάλυπταν ζητήματα που αφορούσαν την παραγωγή και παράδοση προϊόντων, καθώς και τις πληρωμές, και όχι θέματα που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αποποίηση δικαιωμάτων των Εναγόντων. (iii) Η παραβίαση της επίδικης συμφωνίας Δόθηκε εκτεταμένη μαρτυρία, στο σύνολό της από την πλευρά των Εναγόντων, προκειμένου να τεκμηριωθούν τα γεγονότα που επιμαρτυρούσαν παραβίαση των όρων της επίδικης συμφωνίας. Είναι αχρείαστη η επανάληψή της, δεδομένου ότι τα βασικά στοιχεία που την περιβάλλουν έχουν ήδη παρατεθεί στα αρχικά στάδια της απόφασης. Η πλευρά των Εναγομένων επιχείρησε, μέσω της ικανής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της, να αποδομήσει την εν λόγω μαρτυρία, προβάλλοντας προσυνεννόηση των μαρτύρων. Εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία, αφού η εξεταζόμενη μαρτυρία στο σύνολό της όχι μόνο ευθυγραμμίζεται και αλληλοστηρίζεται, αλλά και επιβεβαιώνεται από τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως, για παράδειγμα, τα μπουκάλια-συσκευασίες του φαρμάκου (τεκμήρια 220, 221, 227, 251 και 252), στα οποία είναι έκδηλες οι διαφορές μεταξύ δείγματος εγγραφής και παραγγελιών που ακολούθησαν. Άλλωστε, η σχετική μαρτυρία προέρχεται από μια σειρά μαρτύρων, ανεξάρτητων μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένων ουκρανών κρατικών υπαλλήλων και άλλων προσώπων, που κανένα συμφέρον δεν είχαν από την έκβαση της δίκης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αόριστος ισχυρισμός περί προσυνεννόησης και η απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας, δεν αφήνουν περιθώρια απόρριψης της σχετικής μαρτυρίας των Εναγόντων. Προκύπτει αβίαστα μέσα από το σύνολο της αποδεκτής αυτής μαρτυρίας ότι, όντως, ουσιώδεις όροι της επίδικης συμφωνίας παραβιάστηκαν. Συγκεκριμένα − και πάντα κατά την περίοδο ισχύος της επίδικης συμφωνίας, όπως ήδη αποφασίστηκε στο αμέσως προηγούμενο στάδιο − εντοπίζεται αντισυμβατική καθυστέρηση στην εκτέλεση των παραγγελιών, κατά παράβαση της ρήτρας 4.2 του τεκμηρίου 76. Εντοπίζεται, περαιτέρω, παράβαση του πίνακα 1 του τεκμηρίου 76, σε σχέση με την εμπορική επωνυμία των επίδικων προϊόντων, καθώς επίσης και παράβαση της ρήτρας 10 του τεκμηρίου 76, δεδομένου ότι τα προϊόντα που παραδόθηκαν δεν ανταποκρίνονταν από όλες τις απόψεις με την περιγραφή τους στην επίδικη συμφωνία. Ήτοι, κατά παράβαση του δείγματος, το οποίο και ενεγράφη, ήταν διαφορετικά σε σχήμα, μορφή, χρώμα, ποιότητα, μέγεθος αλλά και χώρα προέλευσης. ΣΤ.(Β) Το ζήτημα των αποζημιώσεων Με δεδομένο το χρόνο διάρκειας της επίδικης συμφωνίας, όπως έχει ήδη αποφασιστεί, ήτοι, στην καλύτερη για τους Ενάγοντες περίπτωση, από 25/6/1996 μέχρι 23/8/1998, και την παραβίασή της υπαιτιότητα των Εναγομένων, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο έχει τεκμηριωθεί, και σε ποια έκταση, δικαίωμα θεραπείας με την παροχή αποζημιώσεων και το ύψος των εν λόγω αποζημιώσεων. (
- i)Οι δικογραφημένες αξιώσεις και οι παρεμφερείς υπερασπίσεις Οι αξιώσεις των Εναγόντων καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα διεκδικήσεων και αποτυπώνονται με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης. Διεκδικούν, πιο αναλυτικά: (α) Αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου, ως οι παράγραφοι 19 και/ή 24 και/ή 35 της έκθεσης απαίτησης. Στις εν λόγω παραγράφους γίνεται επίκληση των τρόπων παραβίασης της επίδικης συμφωνίας, των ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων και της παράβασης υποχρέωσης καλής πίστης που επιβάλλει σε κάθε συμβαλλόμενο να αποφύγει να πράξει οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία του άλλου μέρους να επωφεληθεί των καρπών του συμβολαίου. Επικαλούμενοι οι Ενάγοντες το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων, διεκδικούν, μέσω της μεθοδολογίας που παραθέτουν στην παράγραφο 35 της έκθεσης απαίτησης, και ανάλογα με συγκεκριμένη περίοδο διάρκειας του επίδικου συμβολαίου, που, επίσης, καταγράφουν, ζημιές που κυμαίνονται μεταξύ Δολαρίων Αμερικής 8.918.316 και 152.801.053. (β) Αποζημιώσεις για δόλο, κατά το Κοινοδίκαιο, δυνάμει της παραγράφου 26 της έκθεσης απαίτησης, ως αποτέλεσμα του οποίου υπέστησαν ζημιές στην έκταση που καταγράφονται στην παράγραφο 35 του δικογράφου, όπως αυτή έχει αναλυθεί ανωτέρω. Επικαλούνται, ως λεπτομέρειες δόλου, τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων, ενώ γνώριζαν και/ή μελετούσαν σοβαρά την περίπτωση εγκατάλειψης κατασκευής εκ μέρους τους και εμπορίας του επίδικου φαρμάκου, και ενώ ήταν ανίκανοι να κατασκευάζουν και προμηθεύουν τους Ενάγοντες έγκαιρα με τις συμφωνηθείσες ποσότητες φαρμάκου και τις προδιαγραφές του συμβολαίου. Επικαλούνται, επίσης, οι Ενάγοντες ότι οι Εναγόμενοι παρέστησαν ψευδώς ότι κατασκεύαζαν το φάρμακο στις εγκαταστάσεις τους και/ή ότι το φάρμακο είχε μεγάλες πωλήσεις στην αγορά των Η.Π.Α. και τύγχανε ευρείας διαφήμισης και προώθησης. (γ) Αποζημιώσεις για παράβαση του Κεφ. 93Α των Γενικών Νόμων της Μασαχουσέτης, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου αυτού, και κατ΄ακολουθία της παραγράφου 30 της έκθεσης απαίτησης. Ως προς τη μεθοδολογία και το ύψος των εν λόγω αποζημιώσεων, οι Ενάγοντες επίσης παραπέμπουν στην παράγραφο 35 της έκθεσης απαίτησης. Αποδίδουν σχετικά στους Εναγόμενους ότι ενώ βρίσκονταν σε διαδικασία εγκατάλειψης της επιχείρησης της κατασκευής και εμπορίας του επίδικου φαρμάκου, διαβεβαίωναν τους Ενάγοντες για την προθυμία και ικανότητά τους να εκτελέσουν το επίδικο συμβόλαιο, παραγνωρίζοντας έτσι τις συμβατικές τους διευθετήσεις και υποχρεώσεις. Γίνεται, περαιτέρω, και πάλι επίκληση ψευδούς παράστασης εκ μέρους των Εναγομένων περί κατασκευής του φαρμάκου στις εγκαταστάσεις τους ή σε εταιρείες του ομίλου τους. (δ) Αποζημιώσεις για παράβαση του R.I.C.O. κατ΄επίκληση των λεπτομερειών που αναγράφονται στην παράγραφο 33 της έκθεσης απαίτησης. Ως προς το ύψος της ζημιάς και της μεθοδολογίας υπολογισμού, επίσης παραπέμπουν στην παράγραφο 35 των δικογραφημένων τους θέσεων. Σύμφωνα με την πιο πάνω παράγραφο 33, οι Εναγόμενοι, ενώ είχαν σοβαρή πρόθεση να εγκαταλείψουν την επιχείρηση της κατασκευής και εμπορίας προϊόντων ως το επίδικο φάρμακο, διαβεβαίωναν με αλληλογραφία σε διάφορες περιπτώσεις για την ικανότητα και προθυμία τους να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και προμήθευαν τους Ενάγοντες κατά τα έτη 1997 και 1998 με κίβδηλα προϊόντα, ήτοι προϊόντα τα οποία έφεραν λανθασμένη σήμανση και/ή παραπλανητικές ετικέτες. (ε) Αποζημιώσεις ύψους Δολαρίων Αμερικής 1.204.911 ή ισάξιο σε Ευρώ, στη βάση των λεπτομερειών που καταγράφονται στις παραγράφους 8.3 και 34.2 της έκθεσης απαίτησης. Ήτοι, σύμφωνα με την παράγραφο 8.3, συνολικό ποσό Δολαρίων Αμερικής 576.256, στο οποίο περιλαμβάνονται δαπάνες για εγγραφή του φαρμάκου και προώθησής του στην αγορά, πληρωμές στο τελωνείο, ταξιδιωτικές δαπάνες και δαπάνες διαμονής, πληρωμές στους Εναγόμενους για δείγματα και για τις αρχικές παραγγελίες, και έξοδα διαφήμισης και προώθησης του επίδικου προϊόντος. Η παράγραφος 34.2 αφορά ισχυριζόμενο ποσό Δολαρίων Αμερικής 628.655 για δικηγορικά έξοδα, τα οποία καταβλήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής προς προώθηση της αξίωσης των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων. (στ)Πέραν των αξιούμενων, ως ανωτέρω, αποζημιώσεων, οι Ενάγοντες επιδιώκουν και δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται αποζημίωση από τους Εναγόμενους για οποιαδήποτε εναντίον τους αξίωση εκ μέρους τρίτων προσώπων που βασίζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Προτού προχωρήσει το Δικαστήριο στην περαιτέρω εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων, επιβάλλεται, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση των υπερασπίσεων που προέβαλε η πλευρά των Εναγομένων, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την εισήγησή τους ότι δεν έχει θεμελιωθεί δικαίωμα παροχής θεραπείας. Εδράζεται αυτή η προσέγγιση στη βάση ότι οι Ενάγοντες απεμπόλησαν τα οποιαδήποτε δικαιώματά τους, αφού, πάντα κατά την Υπεράσπιση, αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα τα οποιαδήποτε ελαττωματικά προϊόντα. Εδράζεται, περαιτέρω, στην επίκληση από τους Ενάγοντες ανωτέρας βίας για τη μη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και στη συναίνεσή τους στην εκχώρηση των εργασιών των Εναγομένων στην εταιρεία VitaPure. Ως προς το ζήτημα της εκχώρησης, έχει ήδη καταγραφεί σε προηγούμενο στάδιο η προσέγγιση του Δικαστηρίου, και παρέλκει η οποιαδήποτε επανάληψη. Το επιχείρημα των Εναγομένων περί ανωτέρας βίας θεμελιώνεται στη βάση της παραδεκτής, τεκμήριο 158, παράκλησης του ΜΕ2 για απαλλαγή της πληρωμής των ποσών των παραγγελιών, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ουκρανία το 1998. Είναι χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο η εξέταση της ουσίας της συγκεκριμένης υπεράσπισης, δεδομένου ότι η επιστολή, τεκμήριο 158, φέρει ημερομηνία αποστολής την 5/10/1998, ήτοι χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας ισχύος της επίδικης συμφωνίας, όπως η κατάληξη του Δικαστηρίου προσδιορίζει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Άλλωστε, σύμφωνα με το Δίκαιο της Μασαχουσέτης, όπως τέθηκε από το ΜΕ14, και δεν αντικρούστηκε, η επίκληση ανωτέρας βίας δύναται να δικαιολογήσει προσωρινά τη μη εκτέλεση συγκεκριμένου όρου ενός συμβολαίου, αλλά δεν αποτελεί αποκήρυξη. Η επάνοδος, δε, στην ομαλή κατάσταση των πραγμάτων επαναφέρει την υποχρέωση εκτέλεσης των συμβατικών δεσμεύσεων. Σε σχέση με το θέμα της επικαλούμενης μη απόρριψης των επίδικων προβληματικών προϊόντων, διαφεύγει, με όλο το σεβασμό, των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων, ότι οι Ενάγοντες επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκαν για τα ελαττωματικά προϊόντα (τεκμήρια 142, 145, 150, 160, 161 και 168), εμμένοντας στην τήρηση των συμφωνηθέντων, και σε απάντηση οι Εναγόμενοι διαβεβαίωναν περί της αποκατάστασης των ελαττωμάτων. (
- ii)Επιμέρους εξέταση των αξιούμενων θεραπειών (ii)(α) Ειδικές αποζημιώσεις Δολάρια Αμερικής 1.204.911 Μετά την απόρριψη των πιο πάνω θέσεων υπεράσπισης, επανέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία των αξιούμενων αποζημιώσεων. Βασικός κανόνας δικαίου είναι ότι αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται με λεπτομέρεια στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων. Το βάρος εμπίπτει στους ώμους του κάθε Ενάγοντα, ο οποίος βαρύνεται και με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία το σύνολο των κονδυλίων που διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις. Μέσα στα πλαίσια αυτά της απόδοσης των ειδικών αποζημιώσεων δεν υπάρχει έδαφος για παροχή αόριστης μαρτυρίας, ούτε, βεβαίως, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο για πιθανολογήσεις στην απουσία συγκεκριμένων στοιχείων. Στη βάση των πιο πάνω, θα εξετάσει το Δικαστήριο το μέρος των απαιτήσεων των Εναγόντων που κινείται στα όρια των ειδικών αποζημιώσεων. Καταρχάς, είναι χωρίς νομικό θεμέλιο η αξίωση για καταβολή δικηγορικών εξόδων στην έκταση που καλύπτει η προαναφερθείσα παράγραφος 34.2 της έκθεσης απαίτησης. Τα δικηγορικά αυτά έξοδα καθορίζονται ως ποσά που προέκυψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως, δε, έχει προκύψει μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγόντων, και επιβεβαιώνεται από τον ΜΕ16, εμπειρογνώμονα ως προς το ζήτημα της εκτίμησης της ζημιάς, το αξιούμενο ποσό αφορά νομικά έξοδα που είχαν προκύψει μέχρι την ημερομηνία κατάρτισης της έκθεσης απαίτησης. Η επιδίκαση όμως δικηγορικών εξόδων και το ύψος τους σε σχέση με την παρούσα αγωγή, εναπόκειται στο Δικαστήριο. Συνεπώς, στερείται βάσης ανάκτησης το υπό αναφορά ποσό εξόδων. Δεν είναι, επίσης, επιτρεπτή νομικά η απόδοση των αξιούμενων, στην παράγραφο 8.3 της έκθεσης απαίτησης, ποσών. Αφενός, συνιστούν δαπάνες οι οποίες έγιναν προκειμένου να καταστεί δυνατή η υλοποίηση και εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας και συνακόλουθα η απόλαυση των καρπών της από τους Ενάγοντες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παράβαση εκ μέρους των Εναγομένων της μεταξύ των μερών συμφωνίας, και η ενεργοποίηση, πλέον, δικαιώματος παροχής θεραπείας αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας στη βάση που αξιώνεται από τους Ενάγοντες, δεν παρέχει περιθώρια απόδοσης και αποζημιώσεων σε σχέση με ποσά που καταβλήθηκαν προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας. Αφετέρου, και υπό την επιφύλαξη της αμέσως πιο πάνω κατάληξης, δεν έχουν αποδειχθεί με την απαραίτητη αυστηρότητα και σαφήνεια, ούτε και έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα, πειστικά στοιχεία. Επεξηγώ σχετικά: Όσον αφορά τις δαπάνες για εγγραφή και προώθηση του φαρμάκου στην αγορά, η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΕ2 αφορούσε για μικρότερο ποσό από το αξιούμενο, και, πλέον σημαντικό, δεν δόθηκε καμία σχετική απόδειξη προς επιβεβαίωση των πληρωμών. Οι αναφορές του εν λόγω μάρτυρα περιορίστηκαν στην παρουσίαση αντιγράφων εντολών των Εναγόντων προς την τράπεζα, προς πληρωμή στον ίδιο συγκεκριμένων ποσών ως μετρητών, τα οποία, κατ΄ισχυρισμό του, και χωρίς καμία περαιτέρω επιβεβαίωση, μετέφερε στο εξωτερικό και τα έδωσε, είτε στην ΑΝΙΤ, είτε στην αρμόδια αρχή, το Γραφείο Εγγραφής Φαρμάκων, για σκοπούς εγγραφής του επίδικου προϊόντος. Αναμενόμενο θα ήταν, σχετικά στοιχεία προς επιβεβαίωση να είχαν στα χέρια τους οι Ενάγοντες και να έθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη των υπό αναφορά απαιτήσεων τους. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τα υπόλοιπα ποσά που καλύπτει η εν λόγω παράγραφος, για τα οποία, επίσης, δεν δόθηκαν ικανοποιητικά στοιχεία αλλά ούτε και γίνεται - όπως επεξηγήθηκε από τον ΜΥ4, ελεγκτή, και παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση - οποιαδήποτε αναφορά στους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγόντων. (
- ii)(β) Αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου και/ή συνεπεία δόλου Οι Ενάγοντες, με βάση τα όσα έχουν ήδη αποφασιστεί σε σχέση με τη διάρρηξη υπαιτιότητα των Εναγομένων της επίδικης συμφωνίας, δικαιούνται σε αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τη διάρκεια του επίδικου συμβολαίου, ήτοι από 25/6/1996 μέχρι και, το αργότερο, 23/8/1998, έχει αναπόφευκτα δραστική επίδραση και καταλυτικά αποτελέσματα. Διαχέει ολόκληρο το φάσμα που καλύπτει το ζήτημα των αποζημιώσεων, αλλά και την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τα εμπλεκόμενα μέρη. Με δεδομένα τα πιο πάνω, και παρά το πολύπλοκο της μαρτυρίας που τέθηκε εκ μέρους των εμπειρογνωμόνων περί του εφαρμοστέου δικαίου, ΜΕ14 και ΜΥ1, αλλά και αυτής των οικονομικών εμπειρογνωμόνων, ΜΕ16 και ΜΥ4, το όλο ζήτημα που καλύπτει το συγκεκριμένο μέρος των αξιούμενων αποζημιώσεων, απλοποιείται. Συγκεκριμένα: Είναι κοινή συνισταμένη των σχετικών θέσεων των ΜΕ14 και ΜΥ1 ότι σε αγωγές που συνδέονται με συμβόλαια, στόχος των αντισταθμιστικών αποζημιώσεων είναι να τοποθετηθεί ο Ενάγων στην ίδια καλή θέση που θα ήταν εάν ο Εναγόμενος εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το Δίκαιο των Συμβάσεων σκοπό έχει να δώσει στο ζημιωθέν μέρος το όφελος που θα είχε εάν το συμβόλαιο είχε τηρηθεί, προστατεύοντας έτσι τις εύλογες και αναμενόμενες προσδοκίες του. Οι αποζημιώσεις, με βάση τα συμβόλαια, βασίζονται συνήθως στο αναμενόμενο συμφέρον της πλευράς που υπέστη τη βλάβη, και στοχεύουν στην παροχή του πλεονεκτήματος που θα είχε εάν η σύμβαση εξακολουθούσε απρόσκοπτα την πορεία της. Υπό το πρίσμα αυτό, η επιδίκαση χρηματικού ποσού, ως αποζημίωσης, στόχο έχει, στο βαθμό του δυνατού, να θέσει το αναίτιο μέρος σε εξίσου καλή θέση, όπως θα είχε εάν η σύμβαση δεν παραβιαζόταν. Ακόμα και στην περίπτωση εντοπισμού απάτης, όπως και ο ίδιος ο ΜΕ14 έθεσε, οι αποφάσεις της Πολιτείας της Μασαχουσέτης ακολουθούν τον κανόνα ότι ο Ενάγων δικαιούται να λάβει τη διαφορά μεταξύ της αξίας αυτού που έλαβε και της πραγματικής αξίας αυτού που θα είχε λάβει αν οι παραστάσεις ήταν αληθείς. Μέτρο αποζημίωσης, δηλαδή, που δεν αφίσταται του αμέσως προηγουμένου. Η πιο πάνω κοινή νομική προσέγγιση, ως προς το ζήτημα των αρχών που διέπουν τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων, θα πρέπει να εφαρμοστεί στο πλέγμα των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης. Με δεδομένο, δε, το ταυτόσημο μέτρο αποζημίωσης, οι εξεταζόμενες αξιώσεις θα αποφασιστούν ταυτόχρονα, ως μία ενότητα. Έχει ήδη καταγραφεί η διάρκεια της επίδικης συμφωνίας, με βάση τα όσα σε προηγούμενο στάδιο έχουν εκτεθεί από το Δικαστήριο. Συνιστά κοινό έδαφος ότι η εφαρμογή της άρχισε στην πράξη και στη βάση της έναρξης της συνεργασίας των εμπλεκόμενων μερών − όπως εντοπίζεται και στην παράγραφο 69Α του τεκμηρίου ΄Κ΄, ήτοι της γραπτής κατάθεσης του ΜΕ14 − τον Οκτώβριο του 1997. Όταν, δηλαδή, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην υποβολή των πρώτων παραγγελιών προς τους Εναγομένους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εντοπισθείσα παραβίαση της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων καλύπτει διάρκεια έντεκα περίπου μηνών (Οκτώβριο 1997 μέχρι 23/8/1998). Είναι, συνεπώς, το όφελος που θα είχαν οι Ενάγοντες για το εν λόγω διάστημα, που συνιστά την εύλογη και αναμενόμενη προσδοκία, εάν και εφόσον το επίδικο συμβόλαιο τηρείτο εκ μέρους των Εναγομένων. Απομένει να εξεταστεί η έκταση της απώλειας, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τον όγκο των αναμενόμενων παραγγελιών και πωλήσεων. Το ζημιωθέν μέρος − οι Ενάγοντες − προκειμένου να θεμελιώσει το ύψος της απώλειας, παρουσίασε τη μαρτυρία του οικονομικού εμπειρογνώμονα, ΜΕ16. Η προσέγγιση του συγκεκριμένου μάρτυρα στηρίχθηκε, αφενός, στα όσα κατέθεσε η ΜΕ11, προκειμένου να καταλήξει στις συνολικές πωλήσεις που αναμενόταν να πετύχει το φάρμακο στην ουκρανική λιανική αγορά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 1997 και Απριλίου 2002 και, αφετέρου, στην πυραμίδα συμβολαίων που υπήρχε και/ή είχε συνομολογηθεί μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων, και, ακολούθως, μεταξύ Εναγόντων και ΑΝΙΤ, CERTA και MEDICAL COMMERCE. Με βάση αυτό το υπόβαθρο, και εκλαμβάνοντας πάντοτε ως δεδομένη πενταετή διάρκεια της επίδικης συμφωνίας, ο ΜΕ16 αποφάσισε ότι το πιο κατάλληλο σενάριο, προκειμένου να οδηγηθεί στην αποτίμηση των συμβατικών ζημιών που προέκυψαν, θα ήταν το σύνολο των συμφωνημένων πωλήσεων προς τις εταιρείες CERTA και MEDICAL COMMERCE. Υπό το φως αυτής της προσέγγισης, και προβαίνοντας σε σειρά μαθηματικών υπολογισμών, ο ΜΕ16 συμπέρανε ότι η αποτίμηση των προαναφερθέντων συμβατικών ζημιών ανέρχεται στο ποσό των Δολαρίων Αμερικής 59.347.958. Αξιολογώντας την πιο πάνω μαρτυρία, υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης, αλλά και της αντικρουστικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε εκ μέρους των Εναγομένων, μέσω του αντίστοιχου οικονομικού εμπειρογνώμονα, ΜΥ2, καταγράφονται τα ακόλουθα: Όπως ορθά εντόπισε ο ΜΥ2, και τεκμηρίωσε με το ανάλογο μέρος της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η πρόβλεψη της ΜΕ11 δεν λαμβάνει υπόψη θεμελιώδεις παράγοντες τιμής και αποτελεσματικότητας, στοιχείο που συνιστά μέρος της βασικής διαδικασίας για την πρόβλεψη της επιτυχούς εισαγωγής νέων προϊόντων σε κάθε αγορά. Είναι αυθαίρετη η υπόθεση της ΜΕ11 ότι το επίδικο φάρμακο θα πετύχαινε αμέσως μερίδιο 10% στην ουκρανική αγορά, το οποίο και θα διατηρούσε. Η υπόθεση αυτή, όπως με πειστικότητα εξήγησε ο ΜΥ2, δεν συνάδει με την πραγματική εμπειρία της αγοράς, αφού στη συγκεκριμένη αγορά κανένα άλλο προϊόν δεν κέρδισε μερίδιο τέτοιας έκτασης. Επίσης, όπως και πάλι ορθά εντόπισε ο ΜΥ2, η πιο πάνω υπόθεση της ΜΕ11 παραμένει στο επίπεδο της θεωρίας και παραβλέπει το γεγονός ότι η ουκρανική οικονομία αντιμετώπισε, κατά τον επίδικο χρόνο, οικονομική κρίση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η σημαντική υποτίμηση του νομίσματος της χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η τιμή του επίδικου φαρμάκου ήταν πλέον συγκριτικά δυσανάλογη με τους μισθούς των πολιτών της Ουκρανίας. Στοιχείο που αναπόφευκτα θα επηρέαζε και τον όγκο των πωλήσεων. Συνεπώς, η αντίθετη προσέγγιση της ΜΕ11 στερείται πειστικότητας. Από την άλλη πλευρά, η έκθεση του ΜΕ16 παραβλέπει ουσιαστικά δεδομένα, άρρηκτα συνδεδεμένα με τη μεθοδολογία που τη χαρακτηρίζει. Καταρχάς, το διάτρητο της μαρτυρίας της ΜΕ11 επηρεάζει και την υπό εξέταση έκθεση, αφού επιδρά άμεσα στον όγκο της υπολογιζόμενης κατανάλωσης, όπως αυτός αποτυπώνεται και στις συμφωνίες μεταξύ Εναγόντων και υποδιανομέων. Ακόμα, η όλη συλλογιστική για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων είναι έκθετη σε απόρριψη, δεδομένου ότι, όπως διαφάνηκε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η ΑΝΙΤ δεν θα ήταν σε θέση να τηρήσει την όποια συμβατική της δέσμευση, αφού δεν είχε την αναγκαία φαρμακευτική άδεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα μπορούσε να αποτελεί και τον κεντρικό κρίκο της αλυσίδας που συνιστούσε την πυραμίδα των προαναφερθέντων συμφωνιών. Το πλέον όμως σημαντικό, είναι ότι η θεωρητική προσέγγιση του ΜΕ16 ανατρέπεται από τα δεδομένα, όπως αυτά έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο ισχύος της επίδικης συμφωνίας, ήτοι κατά τα έτη 1997 και 1998. Καθότι, στην πραγματικότητα, οι ποσότητες που παραγγέλθηκαν ήταν, ουσιαστικά και σημαντικά, χαμηλότερες από αυτές που καλύπτουν οι συμφωνίες που αποτέλεσαν τη βάση του υπολογισμού των συμβατικών ζημιών της έκθεσης του συγκεκριμένου μάρτυρα των Εναγόντων. Συνεπώς, η ίδια η πραγματικότητα είναι από μόνη της αρκετή για να ανατρέψει τα συμπεράσματα και την όποια αποτίμηση αποτυπώνεται στην έκθεση του ΜΕ16, τεκμήριο 253. Ως αποτέλεσμα, η εξεταζόμενη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των Εναγόντων για απόδειξη του ύψους της απώλειας, είναι διάτρητη και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για υπολογισμό της ζημιάς για τους λόγους που έχουν πιο πάνω εξηγηθεί, και, επιπρόσθετα, με δεδομένη πλέον την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τη διάρκεια ισχύος της επίδικης συμφωνίας. Με βάση τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα των αποζημιώσεων, όπως έχουν εκτεθεί σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης, και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα, ήτοι το ύψος των παραγγελιών που έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1997 και 1998 − πιο συγκεκριμένα μεταξύ Οκτωβρίου 1997 και Αυγούστου 1998 − είναι δυνατή η αποτίμηση της απώλειας. Απαραίτητο, περαιτέρω, στοιχείο είναι η διαφορά της τιμής αγοράς του επίδικου προϊόντος από τους Ενάγοντες και της τιμής πώλησης του. Όπως παραμένει χωρίς αμφισβήτηση, οι Ενάγοντες αγόραζαν κατά το έτος 1997 το εν λόγω προϊόν στην τιμή των Δολαρίων Αμερικής 3,50 το μπουκάλι από τους Εναγόμενους και κατά το έτος 1998, στην τιμή των Δολαρίων Αμερικής 3,00, τεκμήριο 128. Η τιμή πώλησης από τους Ενάγοντες στην ΑΝΙΤ συμφωνήθηκε στο ποσό των Δολαρίων Αμερικής 15,00 το μπουκάλι, στοιχείο που, παρά την εκ μέρους των Εναγομένων αμφισβήτηση, δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία. Όπως προκύπτει από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο όγκος των παραγγελιών κατά το έτος 1997 ήταν 321.600 μπουκάλια ή 69 παλέτα. Όπως εξειδικεύεται στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης, και τεκμηριώθηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ2 με την παρουσίαση σχετικών στοιχείων επιστολογραφίας, οι υπό αναφορά παραγγελίες δόθηκαν εντός του 1997 και μέρος τους, 20 παλέτα, αφορούσαν και το μήνα Ιανουάριο του 1998. Ο αντίστοιχος όγκος παραγγελιών για το έτος 1998, όπως δικογραφείται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης, και επίσης επιβεβαιώθηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ2, και πάλι με παρουσίαση σχετικής αλληλογραφίας, ήταν 60.000 μπουκάλια ή 12 παλέτα, εκ των οποίων, όμως, τα 20.000 μπουκάλια αφορούσαν αντικατάσταση προηγούμενης προβληματικής παραλαβής. Συνεπώς, η συνολική παραγγελία για το έτος 1998 ήταν 40.000 μπουκάλια. Με βάση τα πιο πάνω, απλή μαθηματική πράξη οδηγεί στο ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται επί του προκειμένου οι Ενάγοντες. Ήτοι, και υπό την αίρεση της ορθότητας του μαθηματικού υπολογισμού, 321.600 Χ 11.50 = 3.698.400 και 40.000 Χ 12.00 = 480.000. Σύνολο Δολάρια Αμερικής 4.178.400. Ολοκληρώνοντας επί του θέματος, παρεμβάλλω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, με αναφορά στη μαρτυρία του ελεγκτή Χατζηρούσου, ΜΥ4, αμφισβήτησε το αξιόπιστο της εκδοχής των Εναγόντων ως προς την προπληρωμή των παραγγελιών. Η αμφισβήτηση όμως αυτή, είναι άσχετη και δεν επηρεάζει το ζήτημα του αν όντως υποβλήθηκαν σχετικές παραγγελίες, υπό το φως του υπολογισμού των αποζημιώσεων. Όπως δε έχει ήδη αναφερθεί, η υποβολή των παραγγελιών τεκμηριώνεται μέσα από τη σχετική μαρτυρία του ΜΕ2, η οποία και δεν αντικρούστηκε. (
- ii)(γ) Αποζημιώσεις για παράβαση του Κεφαλαίου 93A και του R.I.C.O. Διεκδικούνται, όπως προαναφέρθηκε, αποζημιώσεις εκ μέρους των Εναγόντων στη βάση παράβασης του Κεφαλαίου 93A των Γενικών Νόμων της Μασαχουσέτης και παραβίασης του R.I.C.O. Τα πιο πάνω νομοθετήματα συνιστούν εξειδικευμένες πρόνοιες του αλλοδαπού δικαίου και προβλέπουν για επιδίκαση αποζημιώσεων διπλάσιων ή τριπλάσιων από αυτές που οι Ενάγοντες θα δικαιούντο στη βάση και μόνο αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αντιδίκων τους. Και τα δύο νομοθετήματα αντικατοπτρίζουν μια ιδιομορφία του νομικού συστήματος του αλλοδαπού εφαρμοστέου δικαίου, ιδιομορφία που εδράζεται στα ξεχωριστά χαρακτηριστικά και δεδομένα του εν λόγω δικαίου και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα, είναι ορθή η προσέγγιση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων, σύμφωνα με την οποία το κυπριακό Δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόσει στη χώρα του ποινικούς, τιμωρητικούς, φορολογικούς ή άλλους νόμους που χαρακτηρίζονται από έντονο το στοιχείο της «δημόσιας πολιτικής» μιας άλλης χώρας. Ιδίως, όταν προβάλλει έντονο το στοιχείο της ποινικής τιμωρίας (Halsbury´s Laws of England, Fourth Edition, Volume 8
(3), pages 28-29). Με την επιφύλαξη της πιο πάνω κατάληξης, και εξετάζοντας την ουσία των εν λόγω νομοθετημάτων, δεν υπάρχουν, ούτως ή άλλως, ως αποτέλεσμα έλλειψης ουσιαστικών προϋποθέσεων, περιθώρια εφαρμογής τους. Επεξηγώ σχετικά: Όπως προκύπτει, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, από τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων περί του Δικαίου, ΜΕ14 και ΜΥ1, το Κεφάλαιο 93Α προνοεί ότι αθέμιτες μέθοδοι ανταγωνισμού και αθέμιτες ή δόλιες πράξεις ή πρακτικές κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε εμπορίας ή συναλλαγής, είναι παράνομες. Στη βάση αυτή εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία διαφορετικών ειδών πράξεων, οι οποίες θα ήταν δυνατό να συνιστούν παραβίαση του υπό αναφορά κεφαλαίου. Συνήθης αθέτηση συμβολαίου δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Εάν, όμως, η αθέτηση αυτή συντελείται με απώτερο σκοπό την απόκτηση ιδιαίτερου οφέλους από το άτομο που προβαίνει σε τέτοια αθέτηση, το στοιχείο αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να οδηγήσει σε παράβαση του Κεφαλαίου 93Α. Καίρια προϋπόθεση έγερσης απαίτησης, με βάση το εξεταζόμενο νομοθέτημα, είναι η διάπραξη της ζημιογόνας παράνομης πράξης «κυρίως και ουσιωδώς» στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει και να εντοπίσει το απαραίτητο πλαίσιο των γεγονότων, προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο το κέντρο βάρους των συνθηκών που προκάλεσαν την απαίτηση βρίσκεται «κυρίως και ουσιωδώς» στην πιο πάνω Πολιτεία. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι ισχυριζόμενες αθέμιτες ή δόλιες πράξεις έλαβαν χώρα στη Μασαχουσέτη προτού προχωρήσει στην εφαρμογή του Κεφαλαίου 93Α [Kuwait Danish Computer Co. v. Digital Equip. Corp., 438 Mass. 459
(2003)]. Με την πιο πάνω προϋπόθεση ως δεδομένη − και υπό την αίρεση αποδοχής ύπαρξης αθέμιτων ή δόλιων πράξεων - δεν στοιχειοθετήθηκε ότι οι Εναγόμενοι διέπραξαν αθέμιτες ή δόλιες πράξεις που έλαβαν χώρα «κυρίως και ουσιωδώς» στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης. Είναι έκδηλο από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα ότι οι οποιεσδήποτε πράξεις και συναλλαγές που αφορούν την παρούσα υπόθεση, περιστρέφονται γύρω από το επίδικο συμβόλαιο, το οποίο συνομολογήθηκε στην Κύπρο και με βάση το οποίο θα λάμβανε χώρα υποβολή παραγγελιών στην Αγγλία, οι οποίες και αφορούσαν παράδοση εμπορευμάτων στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, όπου και παραλήφθηκαν τα ελαττωματικά προϊόντα. Συνεπώς, το κέντρο βάρους των γεγονότων κινείται εκτός των ορίων της Μασαχουσέτης και, ως εκ τούτου, δεν καλύπτονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Κεφαλαίου 93Α. Γίνεται, τέλος, επίκληση, εκ μέρους των Εναγόντων, παραβίασης του νομοθετήματος R.I.C.O. Όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία, το εν λόγω νομοθέτημα συνιστά ομοσπονδιακό νόμο και θεσπίστηκε από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Πέραν των ποινικών διώξεων, για τις οποίες προνοεί, περιέχει και διατάξεις αστικής θεραπείας, οι οποίες παρέχουν το δικαίωμα σε ιδιώτες να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για βλάβη στις επιχειρήσεις τους λόγω παραβίασης του R.I.C.O. Οι αυθεντίες που παρέθεσε ο ΜΥ1 στηρίζουν την άποψή του ότι έστω κι αν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων γίνουν αποδεκτοί, δεν είναι αρκετοί για να στηρίξουν μια απαίτηση αστικού αδικήματος, κάτω από τις πρόνοιες του R.I.C.O., ούτε και επιτρέπουν την εφαρμογή του εν λόγω νομοθετήματος. Στην υπόθεση U.S. v. Turkett, 452, U.S. 576
(1981), συζητήθηκε το νομοθετικό ιστορικό του νόμου R.I.C.O. και επιβεβαιώθηκε ότι ο κύριος σκοπός του νομοθετήματος αυτού είναι η αντιμετώπιση της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος σε νόμιμες επιχειρήσεις. Σημειώνεται, συναφώς, ότι ο συνδυασμός ποινικών και αστικών ποινών στο νομοθέτημα, παρέχει εξαιρετικές δυνατότητες για να κτυπηθούν θανάσιμα τα περιουσιακά συμφέροντα του οργανωμένου εγκλήματος. Σκοπός, εντέλει, του R.I.C.O. είναι η καταστολή και καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, όπως εντοπίζεται και από τον ίδιο τον ορισμό του νομοθετήματος αυτού. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της εξεταζόμενης νομοθεσίας σε μια εμπορική συμφωνία και διαφορά όπως αυτή της υπό κρίση περίπτωσης, δεν εμπίπτει ούτε στο γράμμα ούτε στο πνεύμα του R.I.C.O. (ii)(δ) Αξιούμενη δηλωτική απόφαση Τέλος, δεν δικαιολογείται ούτε και η έκδοση δηλωτικής απόφασης στη βάση της προαναφερθείσας παραγράφου (στ). Πέραν του ότι η ΑΝΙΤ, με την οποία συνεβλήθησαν οι Ενάγοντες, δεν ήταν κάτοχος φαρμακευτικής άδειας, και, ως εκ τούτου, δεν έλκει οποιαδήποτε δικαιώματα, οι όποιες άλλες συμφωνίες των Εναγόντων με υποδιανομείς αφορούν χρονικές περιόδους πέραν της αποφασισθείσας διάρκειας ισχύος της επίδικης συμφωνίας και, ως εκ τούτου, ασύνδετες πλέον με το αποτέλεσμα της υπό κρίση υπόθεσης. Ζ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά, και ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των Δολαρίων Αμερικής 4.178.400 ή ισάξιο ποσό σε Ευρώ, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. Το υπόλοιπο μέρος των αξιώσεων απορρίπτεται. Α. Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ ΠΕΔ /ΜΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο