← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LTD ν. Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company), Αρ. Αιτήσεως:

Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LTD ν. Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company), Αρ. Αιτήσεως: 906/2011, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A240 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 906/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LTD και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company) --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.10.2013 για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως 30 Μαΐου 2014 Για την αιτήτρια εταιρεία: κα Στυλιανού Για την καθ' ης η αίτηση τράπεζα: κα Φιλιππίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη ενδιάμεση αίτηση δεν είναι η πρώτη που παρεμβάλλει στο πλαίσιο της κυρίως αιτήσεως. Το αίτημα που εγείρεται έχει ξαναπασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, με άλλη όμως νομική βάση να υποστηρίζει την αίτηση. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι επιβάλλεται να επεξηγηθεί κάθε διαδικασία που προηγήθηκε και ό,τι εκεί απασχόλησε. H κυρίως αίτηση υποβλήθηκε από την Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) (στη συνέχεια η τράπεζα) και στρέφεται εναντίον της Papryros Investments Ltd (στη συνέχεια η αιτήτρια). Με την κυρίως αίτηση ζητούμενο είναι η διάλυση της αιτήτριας. Αναφέρω διάλυση εφόσον αυτό είναι που αναγράφεται στην αίτηση, δηλαδή την κυρίως. Η αιτήτρια αντιτάχθηκε στο αίτημα της κυρίως αιτήσεως και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Τούτη η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Για την ώρα δεν απασχολεί το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων, κυρίως αιτήσεως και ενστάσεως. Τούτο το θέμα το πραγματεύομαι πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι την 27.06.2012 η αιτήτρια καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια να της επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στην ένσταση που καταχώρισε στην κυρίως αίτηση. Αυτή η αίτηση (στη συνέχεια η πρώτη αίτηση) αποφασίστηκε την 13.12.2012 και το αποτέλεσμα ήταν η απόρριψη του αιτήματος. Ακολούθως την 23.10.2013 η εταιρεία καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Με αυτήν αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο για καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για στήριξη της Ένστασης που καταχωρήθηκε την 26/03/2012 για περίοδο που να λήγει 15 μέρες μετά τη σύνταξη του Διατάγματος. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης για σκοπούς στήριξης της ένστασης που καταχωρήθηκε την 26/03/2012 σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης ως το Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα.» Όπως αποκαλύπτεται από το πρόσωπο της επίδικης αίτησης η νομική βάση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25, Δ.39 κ.1, Δ.48 κκ1, 2, 3, 4

(2)και Δ.54 κκ1, 2, 3, 4· στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α) έως (γ), 213 και 214· στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, κ.92· στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κκ3 και 4· στους εν Αγγλία ισχύοντες κανονισμούς Companies and Winding Up Rules του 1949, κανονισμός 36
(1)· στον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 6· στο Σύνταγμα, άρθρο 30· στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα εν Αγγλία πρακτική. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την οποία ομνύει ο Γιώργος Φιλιππίδης. Η τράπεζα και πάλιν αντιτάχθηκε στο αίτημα και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με της αίτησης και έτσι δεν επαναλαμβάνεται. Οι δε λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. H υπό κρίση Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γίνεται καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί και/ή χρησιμοποιείται ως ένα μέσο καταπίεσης των Καθ' ων η αίτηση και/ή προσβολή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους και/ή καθορισμό των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου και/ή σκοπεί στην προώθηση παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών.
  2. Η Αιτήτρια κωλύεται και/ή δεν δικαιούται να αιτείται τα αιτούμενα με την Αίτηση της ημερομηνίας 23/10/2013 διάταγμα καθώς το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει τελεσίδικα και έχει κάνει ευρήματα σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα και/ή τα αιτούμενα διατάγματα έπρεπε να ζητηθούν σε προηγούμενο χρόνο και/ή με την αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 27/06/
  3. Το Δικαστήριο με την ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 13/12/2012 έχει ήδη αποφασίσει για το ποια είναι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί κατά την ακρόαση της Αίτησης Εκκαθάρισης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας όπως ζητείται να πράξει η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση της.
  4. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν και/ή η υπό κρίση αίτηση να εκδικαστεί καθώς καλύπτεται από δεδικασμένο (res judicata) και/ή issue estoppel.
  5. Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο να ενεργήσει εκτός της δικαιοδοσίας του και/ή να αναθεωρήσει την απόφαση του ημερομηνίας 13/12/2012 και/ή να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού και/ή επιδιώκει την έκδοση νέας απόφασης που να βρίσκεται σε διάσταση και/ή να εξουδετερώνει και/ή ακυρώνει την προηγούμενη απόφαση ημερομηνίας 13/12/2012 και/ή η Αιτήτρια δεν ακολουθεί την ορθή διαδικασία για αναθεώρηση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/12/2012 που είναι η καταχώριση Έφεσης εναντίον της.
  6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος για να δοθεί από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση Πρόσθετης ή Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του νόμου, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
  9. Οι Θεσμοί και/ή νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και/ή δεν εφαρμόζονται.
  10. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα καταχώρησης συμπληρωματικής ή πρόσθετης Ένορκης Δήλωσης μετά την καταχώρηση Ειδοποίησης Ένστασης και/ή το αίτημα της βρίσκεται σε αντίθετη και/ή δεν συνάδει με την διαδικασία που ακολουθείται και/ή το εποδεικτικό δίκαιο που ισχύει και/ή εφαρμόζεται σε αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας.
  11. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και τα όσα επιχειρούνται να καταθέσουν δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
  12. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Η μαρτυρία και/ή οι ισχυρισμοί και/ή τα τεκμήρια που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια με την πρόσθετη ένορκη δήλωση είναι άσχετα και/ή ασύνδετα με τα επίδικα θέματα με την κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή προσαγωγή της μαρτυρίας που θέλει να εισαγάγει η Αιτήτρια και/ή καταχώρηση της είναι ανεπίτρεπτη.» Καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν με τον πλέον σαφή και εμπεριστατωμένο τρόπο, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω καθετί που αφορά την κυρίως αίτηση και την πρώτη αίτηση, διεργασία η οποία θα αποκαλύψει το πλαίσιο που περιβάλλει την επίδικη αίτηση. Όπως προανέφερα με την κυρίως αίτηση επιζητείται η διάλυση της αιτήτριας εταιρείας. Αξίζει όμως να λεχθεί ότι η κυρίως αίτηση εδράζεται στα άρθρα 209, 211 και 212 του Κεφ.
  14. Με την κυρίως αίτηση η τράπεζα υποστηρίζει ότι την 21.12.2009 συνήψε συμφωνία με την αιτήτρια για δανειοδότηση τούτης. Δυνάμει αυτής της συμφωνίας παραχώρησε στην αιτήτρια το ποσό των US$24.350.
  15. Ως ημερομηνία αποπληρωμής καθορίστηκε η 20.06.
  16. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη αποπληρωμής το ποσό θα έφερε τόκο 8% από την προκαθορισμένη ημερομηνία. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της κυρίως αιτήσεως το δάνειο κατέστη πληρωτέο την 20.06.2011 και μέχρι σήμερα - νοείται μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της κυρίως αιτήσεως - δεν έχει εξοφληθεί. Περαιτέρω, την 03.10.2011 η τράπεζα επέδωσε στην αιτήτρια επιστολή και/ή γραπτή απαίτηση δυνάμει του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113, με την οποία την καλούσε όπως εντός 21ος ημερών εξοφλήσει το ποσό των US$24.350.000 πλέον τόκο 8% από 20.06.
  17. Παρ' ότι παρήλθε η σχετική προθεσμία η αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής και έτσι ακολούθησε η καταχώριση της κυρίως αιτήσεως. Στον αντίποδα, η αιτήτρια δέχεται ότι οι διάδικοι συνομολόγησαν τη συμφωνία ημερομηνίας 21.12.2009 που αναφέρεται στην κυρίως αίτηση. Εν τούτοις προτάσσει αριθμό λόγων, δικονομικούς και ουσιαστικούς, δια τους οποίους η τράπεζα δεν νομιμοποιείται σε προώθηση της κυρίως αιτήσεως. Για σκοπούς της παρούσας δεν επιβάλλεται παράθεση του συνόλου των ισχυρισμών και λόγων ένστασης που συνθέτουν την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην κυρίως αίτηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι που καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση - αίτηση ημερομηνίας 27.06.2012 - με την οποία η αιτήτρια ζήτησε να της επιτραπεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι ισχυρισμοί που τότε προωθήθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος συνοψίζονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2012 (στη συνέχεια η προηγούμενη απόφαση). Ήταν η θέση της αιτήτριας πως στο διαρρεύσαντα χρόνο, δηλαδή από της καταχωρίσεως της ένστασης και της υποβολής του πρώτου αιτήματος, περιήλθαν σε γνώση της νέα γεγονότα τα οποία σχετίζονταν με το αντικείμενο της κυρίως αιτήσεως. Ως εκ τούτου η αιτήτρια ζήτησε άδεια να εμπλουτίσει την ένσταση της με αυτά τα στοιχεία. Εκείνο που επιθυμούσε να προσθέσει μέσω συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αφορούσε ισχυρισμούς που πρόβαλε η τράπεζα σε άλλη αγωγή, εν προκειμένω την αγωγή 1832/12, στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον τρίτης εταιρείας. Ήταν η θέση της αιτήτριας ότι στην αγωγή 1832/12 η τράπεζα επικαλέστηκε παράνομες ενέργειες πρώην στελεχών της, τα οποία σε συνεργασία με συγκεκριμένους δανειολήπτες απέσπασαν χρήματα από την τράπεζα. Παρ' ότι η αγωγή 1832/12 δεν αφορά την αιτήτρια στην επίδικη αίτηση, υποστηρίχθηκε ότι αυτές οι θέσεις της τράπεζας αγγίζουν και την αιτήτρια εφόσον την 10.04.2012 η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟ.Κ.Α.Σ) αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε διάταγμα άρσης του τραπεζικού απορρήτου αριθμού εταιρειών, μεταξύ αυτών και της αιτήτριας. Στη δε ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση της ΜΟ.Κ.Α.Σ, η οποία αίτηση άχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μετά από αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθ' ότι η τελευταία διερευνά ποινικά αδικήματα εναντίον πρώην αξιωματούχων της τράπεζας, αναφέρθηκε από την ανακρίτρια ότι εναντίον αυτών των πρώην αξιωματούχων διερευνάται υπόθεση για το αδίκημα της απάτης και ότι υπάρχει ισχυρισμός πως τα εν λόγω πρόσωπα συνέστησαν εγκληματική ομάδα και υπεξαίρεσαν μεγάλο ποσό από την τράπεζα. Υποχρεούμαι να επισημάνω εδώ ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, καθώς επίσης στην ένορκη δήλωση δια την οποία υποβάλλεται το αίτημα (τεκμήριο 7 στην επίδικη αίτηση), δεν διαφέρουν από εκείνους που απασχόλησαν στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η επιπρόσθετη αναφορά στην επίδικη αίτηση στην αγωγή 6029/12 και ό,τι αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης τούτης η οποία καταχωρίστηκε σε χρόνο μετά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης. Η σχετική προσθήκη θέλει την τράπεζα να ισχυρίζεται ότι τα δάνεια που χορηγήθηκαν, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, είναι προϊόν δόλου και παρανομίας. Παρ' όλα αυτά η διαδικασία και η απόφαση που προηγήθηκε δεν είναι το πραγματικό επίδικο ζήτημα. Ζητούμενο παραμένει το αίτημα που εδώ προωθεί η αιτήτρια. Πιστεύω όμως ότι επιβάλλεται να αναφερθεί πως η απόφαση που προηγήθηκε, δηλαδή η απόφαση ημερομηνίας 13.12.2012, έχει καταλυτικό ρόλο στο υπό κρίση αίτημα. Άλλωστε η τράπεζα επικαλείται τούτην την απόφαση και υποστηρίζει ότι συνιστά δεδικασμένο που δεν επιτρέπει στην αιτήτρια επαναφορά του ίδιου αιτήματος. Στον αντίποδα η αιτήτρια διατείνεται ότι η πρώτη αίτηση εδράστηκε στη Δ.48 κ4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ η επίδικη αίτηση εδράζεται σε εντελώς διαφορετική βάση. Θέση της αιτήτριας είναι ότι η απόφαση που προηγήθηκε δεν συνιστά δεδικασμένο και επιπλέον, ότι η νομική βάση τούτης της αίτησης επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Είναι βολικό, πιστεύω, να συνοψίσω εδώ τις σχετικές θέσεις που προτάσσει η αιτήτρια. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι την αγόρευση της αιτήτριας, υποστηρίζει ότι εφόσον η κυρίως αίτηση είναι petition, εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Επικαλείται δε τον κ.92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών και τον κ.3 των περί Εταιρειών Κανονισμών και υποστηρίζει ότι εκεί όπου οι εν λόγω κανονισμοί δεν ρυθμίζουν συγκεκριμένο ζήτημα, τότε το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Σε περίπτωση όμως που το ζήτημα δεν επιλύεται τοιουτοτρόπως, και η επίδικη αίτηση σε αυτή την κατηγορία είναι που εμπίπτει, τότε, υποστηρίζει η αιτήτρια, «ισχύει η αγγλική πρακτική και οι νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από το κοινό δίκαιο ως προς τον τρόπο εκδίκασης αίτησης εκκαθάρισης .» (βλ. γραπτή αγόρευση αιτήτριας στη σελ. 10). Ευθέως απαντώ ότι η πιο πάνω θέση της αιτήτριας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως είχα την ευκαιρία να αναφέρω στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης· η κυρίως αίτηση είναι petition και ως εκ τούτου η διαδικασία που είθισται να ακολουθείται περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δικαίωμα βεβαίως αντεξέτασης των ομνυόντων τούτες τις δηλώσεις. Επί του προκειμένου κρίνω ότι ισχυρός είναι ο λόγος της πρωτόδικης απόφασης D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.05.1990, όπου λέχθηκε ότι· «Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  18. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα, το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσον αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων». Επιπλέον, υποδεικνύω ότι προσφάτως η πιο πάνω διαδικασία επικυρώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για έκδοση προνομιακού εντάλματος (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, Πολ. Αίτ. 206/13, ημερομηνίας 03.12.2013). Επανέρχομαι όμως λέγοντας ότι γεγονός είναι ότι όπου οι περί Εταιρειών Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί δεν προβλέπουν διαδικασία ή μέσο που δύναται να χρησιμοποιηθεί, το κενό πληρούται με καταφυγή στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Επί του προκειμένου σχετική είναι η απόφαση K.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading And Contracting Company
(1984)1 C.L.R 390, 397, όπου με πάσα καθαρότητα υποδείχθηκε πως σε τέτοια περίπτωση καθοδήγηση αντλείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 257 εμμέσως υποδείχθηκε ότι σε αιτήσεις για διάλυση εταιρείας εφαρμόζονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (βλ. παραπομπή σε αστερίσκο στη σελίδα 257 της πιο πάνω απόφασης). Εκεί όπου διαφωνώ με την αιτήτρια είναι ότι έσχατη λύση παρέχουν οι αγγλικοί κανονισμοί και η εκεί ισχύουσα διαδικασία. Στην υπόθεση Αναφορικά με την K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, Αίτ. 470/11, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 14.03.2012, είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ την υπό κρίση διαδικασία. Καταπιάστηκα εκεί με επεξήγηση αριθμού αγγλικών κανονισμών και νομολογίας. Πρόθεση δεν ήταν η εισήγηση ότι οι εν λόγω κανονισμοί εφαρμόζονται, δίχως άλλο, στη χώρα μας. Πρόθεση ήταν η ανάδειξη της ιστορικής εξέλιξης αυτού του κλάδου του δικαίου, ώστε να διαφανεί πως η διαδικασία που ακολουθείται σε petition, δηλαδή ο περιορισμός τούτης στις ένορκες δηλώσεις, παραπέμπει σε βάθος χρόνου κατά τρόπο που αφήνει να νοηθεί ότι συνιστά αναπόσπαστο μέρος του κοινού δικαίου που εφαρμόζεται στη χώρα μας δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Με αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι εκάστοτε ισχύοντες κανονισμοί στην Αγγλία τυγχάνουν εφαρμογής και στην Κύπρο, αν και καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί. Τέτοια προέκταση, ατεκμηρίωτη και ανυπόστατη, οδηγεί σε αντινομία εφόσον παρακάμπτει τις εξουσίες του εθνικού κοινοβουλίου, δηλαδή του σώματος που χαίρει λαϊκής βούλησης και βάσει του Συντάγματος έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να θεσπίσει νόμο και να εξουσιοδοτήσει άλλο θεσμό ή όργανο για θέσπιση κανονισμών. Εν πάση περιπτώσει, η ερμηνεία που η αιτήτρια αποδίδει στον κ.92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών και στον κ.3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, δεν βρίσκει έρεισμα στην υφιστάμενη νομολογία. Επί του προκειμένου υποδεικνύω ότι στην υπόθεση Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian & Another
(1976)12 JSC 1875, 1879, λέχθηκε ότι· «Further we incline to the view that even if we were to hold that r.3 of the Cyprus Companies Rules is the relevant enactment that governs matters pertaining to the service of a winding up petition, this rule does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules, 1949. What r.3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter. Thus both under the 1933 Rules as well as under the Companies Rules we are driven to the same conclusion, that is, that no room is left for the application of the English Companies (Winding Up) Rules, 1949.» Καταλήγω συνεπώς ότι οι αγγλικοί κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη χώρα μας και ως εκ τούτου δεν υποστυλώνουν το αίτημα της αιτήτριας. Ανίκανη να υποστηρίξει το αίτημα της αιτήτριας είναι και η άλλη βάση που αναφέρεται στην αίτηση. Η αιτήτρια επικαλείται τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην προηγούμενη απόφαση ανέφερα ότι η Δ.25 μπορεί να υποστυλώσει αίτημα τροποποίησης. Αυτή η αναφορά περιορίζεται βεβαίως στα μέρη της αίτησης ή ένστασης που μπορούν να τροποποιηθούν. Στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια επικαλείται τη Δ.25 για να τροποποιήσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Είναι μάλιστα η θέση της αιτήτριας ότι η ένορκη δήλωση αποτελεί δικόγραφο και ως τέτοιο μπορεί να τροποποιηθεί. Με όλο το σεβασμό, είμαι της γνώμης ότι αυτή η θέση είναι άκρως αντίθετη με τη σχετική νομολογία. Η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο. Στην υπόθεση El Fath Co for International Trade S.A.E v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255, 1270 ρητά αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο. Αυτός, μάλιστα, είναι και ο λόγος δια τον οποίο οι διαζεύξεις δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση. Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118. Τέλος, παραπομπή οφείλεται και στην απόφαση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, 339, όπου αναφέρθηκε ότι· «In the first place the affidavit is not a pleading where an agreement can be averred in the alternative; the affidavit is the evidence, and in this particular instance the only evidence, on which the trial Judge had to rely.» Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ένορκη δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως δικόγραφο και δεν δύναται να τροποποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που τροποποιούνται τα δικόγραφα. Κατ' επέκταση, η τροποποίηση που αιτείται η αιτήτρια, είναι ανεπίτρεπτη εφόσον εκφεύγει όσων μπορούν να τροποποιηθούν, φερ' ειπείν το υπόμνημα ή οι λόγοι ένστασης. Κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι στα πλαίσια διαδικασίας για εκκαθάριση εταιρείας, η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο. Αυτό άλλωστε ήταν και το αντικείμενο της πρόσφατης απόφασης Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, πιο πάνω. Εκεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, κρίθηκε ορθή και εν πάση περιπτώσει ότι δεν υπερέβαινε την εξουσία του Δικαστηρίου. Πέραν όλων των πιο πάνω οφείλω να υποδείξω ότι η προηγούμενη αίτηση αντιμετωπίστηκε και ως αίτηση για οδηγίες. Υποδείχθηκε εκεί ότι η κυρίως αίτηση δεν είναι απλή και συνήθης αίτηση για εκκαθάριση. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι· «το περιεχόμενο κυρίως αιτήσεως και ενστάσεως, αποκαλύπτει ότι εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα. Κατ' επέκταση η περίπτωση αυτή υπάγεται στην εξαίρεση του κανόνα που θέλει εταιρικές αιτήσεις να αποφασίζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Νοιώθω ότι στη δοσμένη περίπτωση η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας είναι δυνατή και πρόσφορη». Από αυτή και μόνο την αναφορά στην προηγούμενη απόφαση μπορεί να λεχθεί ότι η προώθηση της επίδικης αίτησης είναι καταχρηστική και δικαίως η τράπεζα επικαλείται τούτη την κατάχρηση, καθώς ότι η αίτηση προσκρούει στις αρχές του δεδικασμένου. Περιττό να επαναλάβω ότι το περιεχόμενο των δύο αιτήσεων, επίδικης και προηγούμενης, είναι σχεδόν πανομοιότυπο. Αυτό και μόνο αποκαλύπτει ότι το ζήτημα που εδώ εγείρεται έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί σε προηγούμενη διαδικασία. Επανερχόμενος στην ουσία της κυρίως αιτήσεως υποδεικνύω ότι μεγάλο μέρος των ισχυρισμών που η αιτήτρια προωθεί με την ένστασή της, άπτεται του κύρους της συμφωνίας δανείου που συνομολογήθηκε από τα μέρη. Δεν είναι πρόθεσή μου σε αυτό το πλαίσιο της διαδικασίας να αναλύσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και να ενδιατρίψω στα ζητήματα που εγείρουν. Κρίνω όμως επιβεβλημένο να υποδείξω ότι στο λόγο ένστασης Στ και ιδιαίτερα στις παραγράφους 2 και 4 αναφέρεται αναφέρεται πως: «2. Οι νόμιμοι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας και συγκεκριμένα οι διευθυντές της στα πλαίσια των συναλλαγών της και στα πλαίσια σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείου εκ μέρους γι' αυτήν ενήργησαν αμελώς, καθ' υπέρβαση των εξουσιών τους και κατά παράβαση του Ρωσικού Δικαίου. 4. Η Αιτήτρια Τράπεζα απαιτεί τη διάλυση της Καθ' ης η Αίτηση στηριζόμενη στο ότι υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων για να πληρωθεί το δάνειο που χορηγήθηκε από την Αιτήτρια, το οποίο όμως δάνειο χορηγήθηκε στα πλαίσια μιας συναλλαγής εν γνώσει της Αιτήτριας ότι παράνομα είχαν εγκριθεί από τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή διευθυντές της.» Σχετικές κρίνονται και κάποιες των παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, με προεξάρχουσες τις παραγράφους 9 και 11 όπου εγείρονται ισχυρισμοί παρανομίας, δόλου και/ή απάτης. Ο λόγος δια τον οποίο υποδείχθηκαν τα πιο πάνω είναι γιατί από αυτά αποκαλύπτεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως και χωρίς να αποφαίνομαι γι' αυτό το ζήτημα τελεσίδικα, ότι με την ένσταση εγείρεται ζήτημα δόλου και απάτης. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης έγκειται στον τρόπο που επιδρά στη διαδικασία που κανονικώς εχόντων των πραγμάτων ακολουθείται σε petition. Παραπέμπω εκ νέου στην απόφαση K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, πιο πάνω, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Όπως εύστοχα υποδεικνύουν οι αιτητές στην αγόρευσή τους, στον Pennington, πιο πάνω, αναφέρεται περαιτέρω ότι 'The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally'. ................. Αναφορικά με την αποδεικτική αξία των ενόρκων δηλώσεων, και συγκεκριμένα του αιτητή, ενδιαφέρον είναι και ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All E.R.
  1. Το σύνολο της απόφασης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για ό,τι όμως αφορά την παρούσα σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελίδες 412 και
  2. ................. The result of the decided cases appears to be that, while the statutory affidavit is always necessary, it is not always sufficient: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd
(5), and Re South Staffordshire Tramways Co.
(6); and it is never sufficient where the petition is based on allegations of fraud. In such cases the facts of the alleged fraud must be stated on affidavit: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd.
(5), Re South Staffordshire Tramways Co.
(6), and Re Ilfracombe Permanent Mutual Benefit Building Society
(7), per WRIGHT, J. ([1901] 1 Ch. 110). The court has never attempted to state exhaustively the circumstances in which, apart from cases based on allegations of fraud, the statutory affidavit is to be regarded as insufficient. Each case must depend on its peculiar facts. ................. Από τα πιο πάνω, συγγράμματα και νομολογία, συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα. Αίτηση ως η επίδικη υποστηρίζεται, σύμφωνα με τους κανονισμούς, από ένορκη δήλωση. Αυτή μάλιστα η ένορκη δήλωση, παρ' ότι εμπλουτισμένη με εξ ακοής μαρτυρία, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, και χωρίς να αποκλείεται ή να παραγνωρίζεται τυχόν εξαίρεση στον κανόνα, φερειπείν ισχυρισμός δόλου, στις πλείστες των περιπτώσεων είναι ικανή και αρκετή για να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ενίοτε η διαδικασία που ακολουθείται σε petition διαφοροποιείται. Υπάρχουν περιπτώσεις που το Δικαστήριο δύναται να διατάξει προφορική μαρτυρία. Εννοείται βεβαίως ότι η αναφορά σε προφορική μαρτυρία περιορίζεται σε μαρτυρία πέραν όσων ήδη αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και δεν εννοεί προσκόμιση ακόμη και επαναληπτικής μαρτυρίας. Αυτά λοιπόν τα δεδομένα είναι εκείνα που είχα στο μυαλό μου όταν στην προηγούμενη απόφαση υπεδείκνυα ότι η επίδικη αίτηση δεν είναι απλή και συνήθης εφόσον αναδεικνύει πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα. Καταλήγοντας σημειώνω ότι εάν κατά την ακρόαση της κυρίως αιτήσεως οποιοσδήποτε των διαδίκων επιθυμεί να ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με ζήτημα δόλου ή απάτης, το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο, αφού ακούσει τις θέσεις των δύο πλευρών και νοουμένου ότι κρίνει τούτο πρέπον, να ακούσει προφορική μαρτυρία σε σχέση με αυτά τα ζητήματα. Δοθέντος όλων των πιο πάνω, είναι κατανοητό ότι καμία πλευρά στερείται δικαιώματος να ακουστεί, εφόσον η ρύθμιση της διαδικασίας από το Δικαστήριο δεν αποκλείει ενδεχόμενο να ακουστεί μαρτυρία, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι οι ερωτήσεις που θα υποβληθούν θα είναι σχετικές με το επίδικο ζήτημα. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο επικαλείται η αιτήτρια. Για καθ' ένα ξεχωριστά και όλους μαζί τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η επίδικη αίτηση δεν δικαιολογείται και έτσι απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση τράπεζας και εναντίον της αιτήτριας εταιρείας. (Υπ.) ............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.